23 Απριλίου 2022

ΠΑΣΧΑΛΙΟΣ ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 2022

 


Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ΦΑΛΗΡΟΥ, ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑΣ & ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΡΕΝΤΗ

κ. Σ Ε Ρ Α Φ Ε Ι Μ

ΠΡΟΣ ΤΟΝ Ι.ΚΛΗΡΟ & ΤΟΝ ΕΥΣΕΒΗ ΛΑΟ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΥΤΟΥ 

Ἀδελφοί, Συλλειτουργοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ,

     ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!

Ὅλα ὁδηγοῦνται καί ὅλα ὁδηγοῦν πρός ἕνα ἔσχατο τέλος, πρός τήν ὁριστική τελείωση. Εἶναι ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, δυνάμει τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ὡς νίκης πάνω στόν θάνατο, τό κορυφαῖο γεγονός τῆς πίστεως καί συνεπῶς ἡ κορυφαία βαθμίδα τῆς κλίμακας τῆς ἀνόδου μας πρός τό Ἅγιο Πάσχα, κορυφαία Ὠδή Ἀναβαθμῶν ἑνός θαύματος, πού βιώνεται ὡς «ἑορτή ἑορτῶν καί πανήγυρις πανηγύρεων». Ὁ Χριστιανός, αὐτός πού βαπτίστηκε στό μυστήριο τοῦ θανάτου καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, δέν θέτει κάποιους μεγάλους ἤ μικρούς σκοπούς, δέν βάζει κάποιους μακροχρόνιους ἤ μικροχρόνιους στόχους γιά τή ζωή του. Κανείς ἐγκόσμιος σκοπός ἤ στόχος δέν ἔχει μέσα του τό τέλος. Τό πλήρωμα, ἀπό τό ὁποῖο καί πρός τό ὁποῖο κινεῖται ἡ ἀνθρώπινη καρδιά. Ὃ,τι στό παρόν ἐπιδιώκει ὁ ἄνθρωπος, εἶναι πάντοτε σχετικό, μή δυνάμενο νά ἀπαντήσει στό ἐρώτημα περί τῆς ὁριστικῆς ἐλευθερίας, τῆς διαρκοῦς ὁδεύσεως του πρός τήν αἰώνια ζωή, τήν πατρίδα τῆς ὁριστικῆς ἐλευθερίας.

Εἶναι βασανιστικό γιά τόν ἄνθρωπο, νά ἐγκλείεται στούς κύκλους τῶν μικροτελειοτήτων του, ἤ νά καταπνίγεται στίς ἀτέλειες ἑνός βίου, στερουμένου τῶν μελλουσῶν ἐλπίδων. Εἶναι ἄθλιος καί ποταπός, ἐκεῖνος πού προσπαθεῖ νά ἐξαντλήσει τό ἀνθρώπινο μυστήριο στίς προοπτικές τῆς παρούσης ζωῆς. Μόνο ὅποιος προσδοκᾶ ἐν γνώσει τήν Ἀνάσταση ὡς ὁριστική τελείωση, ὡς ὁλοκλήρωση τῶν πάντων, γνωρίζει τόν πραγματικό σκοπό, τό τέλος τῆς δημιουργίας τῶν ὄντων.

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι κατά κάποιο τρόπο μιά ἐπίδειξη τῆς θείας Παντοδυναμίας καθ’ ἑαυτήν, πού καθηλώνει τόν πεπτωκότα ἄνθρωπο. Εἶναι ὁ δυναμικός πυρήνας τῆς ἀναστάσεως τῶν πάντων, τό χάρισμα «μιᾶς δυνάμεως ζωῆς ἀκαταλύτου» (Ἑβρ. 7, 16), στήν ὁποία θεμελιώνεται ἡ βέβαιη προσδοκία καί τῆς δικῆς μας ἀναστάσεως.

Ἄν δέν κατέχουμε τήν ἀπόλυτη πίστη τῆς Ἐκκλησίας ὅτι ὁ Χριστός ζεῖ καί ἐμεῖς θά ζήσουμε, ἤ ὅτι «Χριστός ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο», τότε τό «χριστιανικό» Εὐαγγέλιο, τό ἐσχατολογικό πλήρωμα, μεταβάλλεται σέ ὑπόσχεση μιᾶς καλύτερης ἐγκοσμιοκρατικῆς, θνητῆς ζωῆς καί τό κορυφαῖο «χριστιανικό» γεγονός, ἡ Ἀνάσταση, ὡς ἡ καινή, ἡ ἀθάνατη ζωή, ἐκφυλίζεται σέ μεταφυσικό ἄνοιγμα ἤ παγανιστικό σύμβολο.

Ἡ Ἀνάσταση, ὅπως καί ὁ Σταυρός, δέν εἶναι ἰδεολογικά ἤ φιλοσοφικά ζητήματα, ἀλλά ἀποκαλύψεις τῆς ἀγάπης καί τῆς ἐλεημοσύνης τοῦ Θεοῦ πρός τούς πάντες καί τά πάντα. Τό Πάσχα δέν εἶναι μόνο ἡ ἀνάμνηση τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ἐπίσης ἡ μαρτυρία καί ἡ ἐγγύηση, ὁ τύπος τῆς δικῆς μας παγκόσμιας ἀναστάσεως ἐν Χριστῷ, ἡ γιορτή τῆς δικῆς μας συμμετοχῆς στό Πάσχα τοῦ Χριστοῦ. Γιατί, τόν καθένα ἀπό μᾶς, τό Βάπτισμα μᾶς ἔχει μυήσει στό προσωπικό μας Μέγα Σάββατο: «ἀπεθάνετε καί ἡ ζωή ὑμῶν κέκρυπται σύν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ»(Κολ. 3,3), ὅπως λέγει ὁ θεῖος Παῦλος. Ὁ Χριστός ἀναστήθηκε καί παραμένει μαζί μας γιά πάντα, καί συνεπῶς τίποτε δέν μπορεῖ νά μᾶς χωρίσει ἀπό τήν ἀγάπη Του, ὅπως τή ζοῦμε στήν Ἐκκλησία.

Ἡ Ἀνάσταση εἶναι τό ἀπολύτως καθαρό καί φωτεινό μυστήριο, πού συνυφαίνεται μέ τήν ὁριστική σωτηρία τῆς δημιουργίας. Εἶναι συνεπῶς θεμελιῶδες γιά τήν πίστη καί τή σωτηρία τῆς δημιουργίας. Εἶναι συνεπῶς θεμελιῶδες γιά τήν πίστη καί τή σωτηρία μας νά μή θεωροῦμε τό θαῦμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὡς ἕνα μετέωρο ἤ αἰωρούμενο φαινόμενο μεταξύ οὐρανοῦ καί γῆς, ἀλλά νά τή βιώνουμε καί νά τήν ἑορτάζουμε ὡς νίκη τῆς ἀγάπης ἐπί τοῦ θανάτου, ὡς χαρά πού ἦλθε στόν κόσμο διά τοῦ Σταυροῦ, τῆς καταδίκης τῆς καταδίκης μας, τοῦ δώρου τῆς συγγνώμης καί τῆς ἐλευθερίας, τῆς ζωῆς καί τῆς ἀθανασίας. Ὁ Σταυρός σχίζει τήν ἱστορία, ὡς ποτέ ἡ ράβδος τοῦ Μωϋσέως τή θάλασσα, στά δύο· σέ ἱστορία πρό τοῦ Σταυροῦ καί σέ ἱστορία μετά τόν Σταυρό.

Αὐτό, πού γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἔχει τίς ρίζες του στόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ. Δέν ὑπάρχει Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ παρά μόνο διά τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, καί δέν ὑπάρχει Σταυρός τοῦ Χριστοῦ παρά μόνο διά τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Χωρίς τήν Ἀνάσταση, ὁ Σταυρός εἶναι μάταιη ὀδύνη (ἐπιβεβαίωση τοῦ θανάτου) ἤ ἁπλή πολιτική, καί χωρίς τόν Σταυρό ἡ Ἀνάσταση εἶναι ἕνας δοκητισμός ἤ ρομαντισμός. Ἡ ὁδός τῆς ὀρθόδοξης εὐσέβειας δέν τελευτᾶ τή Μεγάλη Παρασκευή, σέ κάποιο μυστικισμό τοῦ πάθους, ἀλλά κορυφώνεται τήν Κυριακή τοῦ Πάσχα, στό φῶς τῆς Ἁγίας Ἀναστάσεως. Τό Μέγα Πάσχα εἶναι τό μέγα θαῦμα, πού πληρώνει τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ὑπερβαίνοντας κάθε ἀνθρώπινη δικαιοσύνη. Χωρίς τήν κατάργηση τοῦ θανάτου ἐν τῷ σώματι τοῦ Χριστοῦ, χωρίς δηλαδή τήν Ἀνάστασή Του, ὁ Χριστός θά παρέμενε ἕνας κοινός ἐπαναστάτης, ἕνας ἥρωας ξεπερασμένος καί ἀπογοητευτικός, πού ἀγωνίστηκε διά τῶν θαυμαστῶν του, νά ἀλλάξει κάποιες κοινωνικές δομές, ἐνῶ ὁ θάνατος θά παρέμενε ἀνέγγιχτος καί ὁ Ἅδης ἀσύλητος. Στή Λειτουργία τῆς Ἀναστάσεως καί σέ κάθε Λειτουργία, ἑορτή τῆς Ἀναστάσεως, ὑμνοῦμε τόν Σταυρό ὅταν δοξάζουμε τήν Ἀνάσταση, καί δοξάζουμε τήν Ἀνάσταση ὅταν ὑμνοῦμε τόν Σταυρό.

Κατ’ ἀνάλογο τρόπο, δέν μποροῦμε νά μιλοῦμε γιά τήν Ἀνάσταση ἤ τήν αἰώνια ζωή τοῦ ἀνθρώπου, τήν τέλεια ἐλευθερία του, ἄν πρῶτα δέν μιλοῦμε γιά τόν θάνατο του, τήν τέλεια δουλεία του. Καί αὐτά βέβαια μέσα στήν ἄβυσσο τοῦ μυστηρίου τῆς πίστεως, τῆς κοινωνίας μας μέ τόν Χριστό καί τῆς ζωῆς μας κατά Χριστόν στό ἐκκλησιαστικό σῶμα Του. Ἡ κατάργηση τοῦ θανάτου καί ὁ θρίαμβος τῆς Ἀναστάσεως δέν εἶναι γεγονότα ἑνός ἀναμενομένου ἱστορικοῦ τέλους, ἀλλά γεγονότα ἐσχατολογικά, συντελούμενα ἐντός τοῦ ἱστορικοῦ παρόντος, γεγονότα δηλαδή κατακλυζόμενα ἀπό τήν τελειότητα καί πληρότητα τῶν Ἐσχάτων. Πῶς μπορεῖ κανείς, ὅταν σ’ αὐτή τή ζωή δέν ξέρει τίποτε γιά τήν Ἀνάσταση, νά περιμένει νά τήν ἀνακαλύψει καί νά τήν ἀπολαύσει μετά τόν θάνατό του;  Εἶναι σημαντικό ὅτι ἡ ἀπιστία ταυτίζεται μέ τήν ἄγνοια τῆς Ἀναστάσεως, καί ἡ μόνη ἁμαρτία εἶναι ἡ ἀναισθησία ἐνώπιον τῆς Ἀναστάσεως. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι ἕνα ἀπόκοσμο ἤ ἄσαρκο γεγονός, ἀλλά ἡ δυναμική ζωή τῆς χριστιανικῆς ὑπάρξεως, ἡ πηγή ἀπό τοῦδε καί τῆς δικῆς μας Ἀναστάσεως.

Τά πάντα στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἀναστάσιμα, πασχάλια, κλήσεις διαβάσεων καί ὑπερβάσεων, γιά νά προαισθανθοῦμε καί νά προεορτάσουμε τό τέλος ἐκεῖνο, μετά τό τέλος τοῦ θανάτου, ὅπου ὅταν φτάσει ὁ ἄνθρωπος, θά εἶναι ὄντως ἄνθρωπος, γιατί ἀκριβῶς θά ἔχει νικηθεῖ ἡ παραμόρφωση καί ἡ ἀσχήμια τοῦ θανάτου, θά ἔχει τελειωθεῖ ἡ ἀνάκτιση καί ἀνακαίνιση τῆς δημιουργίας. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι ἡ Ἀνάσταση μᾶς ὑπενθυμίζει τήν πρώτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας, τόν θρίαμβο τοῦ φωτός πάνω στό σκότος (Γεν. 1, 3-5), ὅταν ἡ Ἀνάσταση εἶναι ἀστραπή τῆς ζωῆς στή νύκτα τοῦ θανάτου, εἶναι ἡ νέκρωση τοῦ θανάτου καί ἡ καθαίρεση τοῦ Ἅδη, καί ἀπαρχή μιᾶς ἄλλης βιοτῆς, αἰώνιας καί ἀκατάλυτης· ὅταν ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου ἐνσαρκώνεται «ἡ ζωή καί ἡ ζωή εἶναι τό φῶς τῶν ἀνθρώπων» (Ἰωαν. 1, 4. 5 .9), θαυματουργεῖ ἡ ἀγἀπη καί ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ παράδεισος τῆς ζωῆς, τῆς ζωῆς τῆς χαρᾶς καί τῆς χαρᾶς τῆς ζωῆς. Καί εἶναι αὐτό τό ἀληθινό φῶς καί ἡ ἀθάνατη ζωή καί ἡ ἀκατάλυτη ἀγάπη καί ἡ ἀνεξάντλητη χαρά, τά μεγάλα δῶρα τῆς Ἀναστάσεως, τῆς ἡμέρας τοῦ Κυρίου, πού ἑορτάζεται καί πανηγυρίζεται ὡς ἡ πρώτη ἀλλά καί ἡ ἔσχατη ἡμέρα τῆς δημιουργίας, ὡς ἡ εἴσοδος τοῦ μόνου καινοῦ στήν Ἱστορία, ὥστε ἡ Ἀνάσταση νά ὀνομάζεται καί ὀγδόη ἡμέρα τῆς δημιουργίας, πού σημαίνεται μέ τήν Κυριακή, ἡμέρα, ἐπέκεινα τοῦ χρόνου, ἐγκαινισμός τῆς αἰωνίου βασιλείας.

Χριστὸς Ἀνέστη! Ἀληθῶς Ἀνέστη!

Μέ θερμές Πατρικές εὐχές

Ο  Μ  Η Τ Ρ Ο Π Ο Λ Ι Τ Η Σ  Σ Α Σ

 + ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ! ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ;

Ίσως δεν πρέπει να σπεύδουμε να διαλαλούμε εύκολα τη χαρά και τη δοξολογική διάθεσή μας για την Ανάσταση του Χριστού! Όχι γιατί βεβαίως δεν της πρέπει «πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις», αφού με την Ανάσταση του Κυρίου πατήθηκε ο μεγαλύτερος και έσχατος εχθρός του ανθρώπου, ο θάνατος - το «Χριστός ανέστη» συνιστά δικαίως τον νικητήριο παιάνα της Εκκλησίας, τόσο που χωρίς την Ανάσταση «ματαία η πίστις ημών» κατά τον απόστολο.

Αλλά για την προϋπόθεση που θέτει η ίδια η Εκκλησία, προκειμένου να ψάλλουμε το «Χριστός Ανέστη». Κι η προϋπόθεση αυτή είναι η εκ καρδίας συγχώρηση των πάντων, έστω και των θεωρουμένων εχθρών μας. Ο εκκλησιαστικός υμνογράφος δεν θα μπορούσε να είναι πιο σαφής στο δοξαστικό των Αίνων της Πασχαλινής ακολουθίας: «Συγχωρήσωμεν πάντα τη Αναστάσει, και ούτω βοήσωμεν: Χριστός Ανέστη εκ νεκρών». Για να φωνάξουμε δυνατά ότι αναστήθηκε ο Χριστός, πρέπει να συγχωρήσουμε τους πάντες και τα πάντα, ακριβώς λόγω της Αναστάσεως. Κι η αιτία; «Συγγνώμη εκ του τάφου ανέτειλε»! Που σημαίνει: αν δεν έχουμε αναστηθεί πνευματικά με την αγάπη που δίνει στον βαπτισμένο χριστιανό ο ίδιος ο Κύριος, αν δεν βρισκόμαστε δηλαδή στην ίδια φορά αγάπης και συγγνώμης με τον Ίδιο, δεν μπορούμε να νιώσουμε τη χαρά της Αναστάσεως, συνεπώς και να Την δοξολογήσουμε αληθινά.

Μήπως λοιπόν, αν κρατάμε οποιαδήποτε κακία στον συνάνθρωπό μας ή αν έχουμε βαριά καρδιά απέναντί του, είμαστε υποκριτές λέγοντας «Χριστός Ανέστη»; Η Ανάσταση του Χριστού δεν είναι ιδεολογική πρόταση, αλλά βίωμα της Εκκλησίας.

ΤΟ ΜΕΙΖΟΝ: Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ (άγ. Ιωάννης Χρυσόστομος)

 Γιά τόν ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο ἡ πνευματική ἀνάσταση ὡς ὑπέρβαση τῶν ἁμαρτιῶν διά τῆς μετανοίας εἶναι τό μεῖζον. Ὅ,τι ὁ ἄνθρωπος γεύτηκε ἀπό τό βάπτισμά του, αὐτό καλεῖται στήν πραγματικότητα νά ἐπιβεβαιώνει καθημερινῶς στή ζωή του, πού σημαίνει ὅτι ὁ πνευματικός ἀγώνας τῆς μετανοίας ἀποτελεῖ τήν ἀδιάκοπη προσπάθεια παραμονῆς στήν ἀνάσταση. Γι’ αὐτό καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ τήν θεωρεῖ μόνο κάτω ἀπό τήν προοπτική αὐτή. «Εἶδες τό μέγεθος τῆς δωρεᾶς; Διατήρησε τό μέγεθος αὐτῆς τῆς δωρεᾶς, ἄνθρωπε. Δέν ἐπιτρέπεται νά ζεῖς μέ ἀδιαφορία. Βάλε στόν ἑαυτό σου νόμο μέ κάθε ἀκρίβεια. Ἡ ζωή εἶναι ἀγώνας καί πάλη, καί ὅποιος ἀγωνίζεται ἀπέχει ἀπό ὅλα…Κατάστρεψε λοιπόν ἀπό τήν ἀρχή τή ρίζα τοῦ κακοῦ, γιά νά καταστρέψεις ὅλη τήν ἀρρώστια…Ἄς ἐξαφανίσουμε παντοῦ τίς ἀρχές τῶν ἁμαρτημάτων» (Εἰς τήν Ἀνάστασιν).

Ἔτσι ἐνῶ ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν πού ἦλθε ὡς τό ἀποτέλεσμα τῆς Ἀνάστασης τοῦ Κυρίου ἀναφέρεται σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους – δέν ὑπάρχει κανείς πού δέν θά μετάσχει τῆς ἀναστάσεως τῶν σωμάτων, εἴτε πιστός εἴτε ἄπιστος – τό ζητούμενο γιά τόν ἅγιο Χρυσόστομο εἶναι ἀκριβῶς ἡ διατήρηση τῆς πνευματικῆς ἀναστάσεως ὡς ζωῆς μετανοίας πάνω στίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ. Μόνον οἱ ἐν μετανοία ζῶντες καί ἑνωμένοι μέ τόν Χριστό στή ζωή αὐτή θά ζήσουν καί τή δόξα τῆς ἀναστάσεως. «Ὅλοι θ’ ἀναστηθοῦμε, ὁ καθένας ὅμως στό δικό του τάγμα. Τί ὅμως σημαίνουν τά λόγια αὐτά; Ὅτι καί ὁ εἰδωλολάτρης καί ὁ Ἰουδαῖος καί ὁ αἱρετικός καί κάθε ἄνθρωπος πού πέρασε ἀπ’ αὐτόν τόν κόσμο, θ’ ἀναστηθεῖ κατά τήν ἡμέρα ἐκείνη…Βέβαια καί τά σώματα τῶν ἁμαρτωλῶν ἀνασταίνονται ἄφθαρτα καί ἀθάνατα. Ἡ τιμή ὅμως αὐτή γίνεται σ’ αὐτούς ἀφορμή κόλασης καί τιμωρίας, ἐπειδή ἀνασταίνονται ἄφθαρτα, γιά νά καίονται αἰώνια» (Περί τῆς τῶν νεκρῶν ἀναστάσεως).  «Τήν ἀνάσταση ὅλοι θά ἀπολαύσουν. Δοξασμένοι ὅμως δέν θά εἶναι ὅλοι, ἀλλ’ οἱ ἑνωμένοι μέ τόν Χριστό» (Εἰς τήν προς Θεσσαλονικεῖς). Γιά τόν ἅγιο θεωρεῖται δεδομένο ἔτσι ὅτι τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν ἀρνοῦνται ὅσοι δέν βαδίζουν πάνω στή μετάνοια, ἔχοντας ἐπιλέξει ὡς τρόπο ζωῆς τό «φάγωμεν, πίωμεν, αὔριον γάρ ἀποθνήσκομεν». Καί τοῦτο γιατί δέν συμφέρει σ’ αὐτούς νά πιστεύουν ἐκεῖνο πού ἀποτελεῖ ἔλεγχο τῆς ζωῆς τους. Ἡ ἀθεΐα δηλαδή ἀποτελεῖ σύμπτωμα τῆς πονηρίας τῆς ζωῆς. «Ἐκεῖνος πού δέν περιμένει ν’ ἀναστηθεῖ, οὔτε ν’ ἀποδώσει λογαριασμό γιά τίς πράξεις του πού ἔκανε ἐδῶ, ἀλλά νομίζοντας ὅτι τά δικά μας σταματοῦν στήν παροῦσα ζωή κι ὅτι δέν ὑπάρχει παραπέρα τίποτε περισσότερο, οὔτε γιά τήν ἀρετή θά φροντίσει» (Περί τῆς τῶν νεκρῶν ἀναστάσεως). «Ἐκεῖνος πού ὑποστηρίζει ὅτι δέν ὑπάρχει τίποτε μετά τήν ἐδῶ ζωή, αὐτός κατ’ ἀνάγκη θά ὁμολογήσει ὅτι δέν ὑπάρχει οὔτε καί Θεός» (Περί εἱμαρμένης καί πρόνοιας).

22 Απριλίου 2022

ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΕΩΣ

«Φοβερόν καί παράδοξον μυστήριον σήμερον ἐνεργούμενον καθορᾶται... Πιλάτῳ παρίσταται, ᾧ τρόμῳ παρίστανται οὐρανῶν αἱ δυνάμεις...» (Καί νῦν δοξαστικού στιχηρών εσπερινού αποκαθήλωσης).

(Φοβερό και παράδοξο μυστήριο φαίνεται να ενεργείται σήμερα... Παρίσταται ενώπιον του Πιλάτου Εκείνος μπροστά στον Οποίο παρίστανται με τρόμο οι Ουράνιες Δυνάμεις...).

Τα περισσότερα τροπάρια της ακολουθίας της Μεγάλης Παρασκευής (Ωρών και Εσπερινού) πατώντας στο ιστορικό έδαφος των γεγονότων που περιγράφει η Καινή Διαθήκη προβάλλουν τη διπλή διάσταση του βάθους των γεγονότων:

- αφενός δίνουν την αληθινή εικόνα Εκείνου χάριν του Οποίου τελούνται τα πάντα, του Κυρίου Ιησού Χριστού: βλέπουμε τον άνθρωπο που υφίσταται τα πάνδεινα από τους θεωρούμενους εχθρούς Του με αποκορύφωμα την εσχάτη των ποινών για την εποχή εκείνη, τον σταυρικό θάνατο, αλλά και βλέπουμε εν πίστει τη θεϊκή Του διάσταση – πρόκειται για τον Παντοδύναμο Θεό, ο Οποίος μέσα στο πλαίσιο της άφατης φιλανθρωπίας και αγάπης Του για τα πλάσματά Του «αφήνεται» να συρθεί στα Πάθη και στον θάνατο, γιατί έτσι ήταν ο μόνος τρόπος ο άνθρωπος να ξαναβρεί τον εαυτό του και να αποκτήσει την ολοκληρία του:  ο Χριστός «αἴρει τήν ἁμαρτίαν» του που κατέφερε αποφαστικό πλήγμα κατά της ύπαρξής του και ήταν το φράγμα που τον χώριζε από τον Δημιουργό του∙

- αφετέρου παρακολουθούμε τα γεγονότα «ἐνεοί», με κομμένη την ανάσα, «ακούγοντας» το δίκαιο παράπονό Του για όσα άδικα υφίσταται έναντι των ευεργετημάτων που πρόσφερε στον λαό Του, όπως και αφουγκραζόμαστε τον συγκλονισμό των αγγελικών Δυνάμεων που αδυνατούν να κατανοήσουν και αυτές το τι γίνεται και διαδραματίζεται – το σχέδιο της θείας οικονομίας για τη σωτηρία του κόσμου ήταν κρυμμένο και από τους αγγέλους ακόμη!

Λοιπόν ενεργείται, μας λέει ο άγιος υμνογράφος, ένα φοβερό και παράδοξο μυστήριο με τα γεγονότα του Πάθους και του Σταυρού του Κυρίου. Αλλά  τα γεγονότα αυτά γνωρίζουμε ότι αποτελούν την αποκορύφωση, δεδομένου ότι το Πάθος Του ξεκινά από τη στιγμή της σάρκωσής Του εν τη κοιλία της Παρθένου Μαρίας. Με τα λόγια μάλιστα του αποστόλου Παύλου που αναφέρει με θάμβος καρδίας: «ὁμολογουμένως μέγα ἐστί τό τῆς εὐσεβείας μυστήριον∙ Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί,  ἐδικαιώθη ἐν Πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ» (Α΄ Τιμ. γ΄ 16). Και μάλιστα συμπληρώνει ο άγιος ποιητής ότι το μυστήριο αυτό διαδραματίζεται «σήμερον». Όχι μόνο βέβαια με την έννοια της αναγωγής μας στο «σήμερον» της εποχής εκείνης – μεταφερόμαστε στην εποχή του Χριστού – αλλά και με την έννοια του λεγομένου «λειτουργικού χρόνου», δηλαδή της μεταφοράς του παρελθόντος χρόνου στο εκάστοτε παρόν λόγω της δυνάμεως του αγίου Πνεύματος. Λοιπόν, τα γεγονότα του Πάθους τα παρακολουθούμε κι εμείς σήμερα, μετέχοντας σ’ αυτά, γι’ αυτό και πάντα στην Εκκλησία μας ο πιστός συγκλονίζεται και προκαλείται για την καλή «ἀλλοίωσιν» του εαυτού του: να γίνει και ο ίδιος «καινή κτίσις», ό,τι δηλαδή συνιστά σκοπό του ερχομού του Θεού στον κόσμο ως ανθρώπου και σκοπό του άφατου Πάθους Του.

Και ένα σημείο του μυστηρίου του Πάθους του Κυρίου σημειώνει το Καί νῦν τοῦ Δοξαστικοῦ: «...Παρίσταται ενώπιον του Πιλάτου Εκείνος μπροστά στον Οποίο παρίστανται με τρόμο οι Ουράνιες Δυνάμεις...». Η εικόνα είναι πράγματι ασύλληπτη: Ο Χριστός ως το Δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος έχει ενώπιόν Του τις Ουράνιες Δυνάμεις που στέκονται με δέος και τρόμο μπροστά στο μεγαλείο της Θεότητάς Του∙ και την ίδια στιγμή ο Ίδιος ως άνθρωπος στέκει εντελώς «αδύναμος» μπροστά στο δημιούργημά Του, το οποίο μάλιστα το κρατάει στην ύπαρξη με τις άκτιστες ενέργειές Του. Και τι μας αποκαλύπτει η εικόνα αυτή; Ότι το μεγαλείο του Θεού μας εκφράζεται ανθρώπινα ως η μεγαλύτερη ταπείνωση (αυτό που ο Ίδιος ενέπνευσε ήδη από την Παλαιά Διαθήκη: «ὅσον μέγας εἶ, τοσοῦτον ταπείνου σεαυτόν»). Αν ήταν κάποιος άνθρωπος ο Χριστός και είχε δυνάμεις «κρυφές» θα έβρισκε την ευκαιρία να «ταπεινώσει» τους όποιους αντιπάλους του – έτσι δεν γίνεται σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας, όπου κάποιος «δυνατός» όταν προσβάλλεται χρησιμοποιεί τη δύναμή του και «ὑποσκελίζει» τους εχθρούς του; Ή και ο ίδιος ο Κύριος δεν δέχτηκε παρόμοιους πειρασμούς είτε από τον πονηρό διάβολο αλλ’ είτε και από τους μαθητές Του; «Κύριε, στείλε φωτιά να κάψεις τους εχθρούς σου», ακούει αίφνης από τους μαθητές Του όταν οι Σαμαρείτες Τον παρακαλούν να φύγει από τη χώρα τους. Ο Ίδιος λέει στους εξεγερμένους μαθητές Του που αγανακτούν λόγω της εναντίωσης των Φαρισαίων ότι θα μπορούσε να στείλει μια δωδεκάδα λεγεώνων από αγγέλους να Τον υπερασπιστούν. Μα... δεν θα ήταν ο Ίδιος – Εκείνος που είναι η αγάπη και η ταπείνωση και που ήλθε «ἵνα σώσῃ τον κόσμον».

Κι όλα αυτά γίνονται για χάρη μας: να καταλάβουμε ότι με τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο, με το Πάθος Του, αλλά και μετέπειτα με την Ανάστασή Του, την Ανάληψή Του, την αποστολή του Πνεύματός Του, καλούμαστε να ζούμε σαν κι Εκείνον. Δηλαδή με τον τρόπο της δικής Του αγάπης και κυρίως με τον τρόπο της δικής Του ταπείνωσης. Διότι πολύ συχνά επέρχεται σύγχυση στον νου μας. Και νομίζουμε ότι μπορούμε να λειτουργούμε χριστιανικά με έναν κοσμικό τρόπο επίδειξης της «δύναμής» μας, με την υπεράσπιση ακόμη και του Χριστού(!) ως να είναι ο αδύναμος και ο φοβισμένος που χρειάζεται τη δική μας υπερασπιστική γραμμή – έχουμε μπει για τα καλά στο «λούκι» που λένε της εκκοσμίκευσης. Μα ό,τι δεν κινείται από την αγάπη και την ταπείνωση δεν είναι χριστιανικό – δεν μπορεί να έχει σχέση με τον Παντοκράτορα Κύριο που ίσταται «αδύναμος» ενώπιον των δημιουργημάτων Του. Είναι μάλλον ολοφάνερο έτσι ότι δεν Τον πιστεύουμε όπως ήλθε και όπως είναι, και συνεπώς ψέλνουμε τα τροπάρια της Εκκλησίας μας αλλά προφανώς λίγο επιδερμικά και επιφανειακά, χωρίς να εισερχόμαστε στο νόημά τους και το βάθος τους.

«ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΜΕΝ ΣΟΥ ΤΑ ΠΑΘΗ, ΧΡΙΣΤΕ!»

 1. «Τά ἅγια καί σωτήρια καί φρικτά Πάθη τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ» πού ἐπιτελοῦμε τήν ῾Αγία καί Μεγάλη Παρασκευή, ἀποτελοῦν τό ἀποκορύφωμα τῶν ὅλων Παθῶν τοῦ Κυρίου. Διότι ὁλόκληρη ἡ ζωή Του ἦταν ἕνα Πάθος. Κι ἀκόμη περισσότερο∙ ὁ ἀπ. Παῦλος εἶναι ἐκεῖνος πού τονίζει καί μιά ἄλλη μυστική διάσταση τοῦ Πάθους τοῦ Κυρίου καί μετά τήν ᾽Ανάσταση: τή συνέχεια Αὐτοῦ τοῦ Πάθους μέσα ἀπό τά παθήματα τῶν μελῶν τοῦ ζωντανοῦ σώματός Του, τῶν ἐπιμέρους Χριστιανῶν, γεγονός πού σημαίνει ὅτι ὁ Κύριος τελικῶς εἶναι πάντοτε στόν Σταυρό μέχρι τῆς συντελείας τῶν αἰώνων. «Χαίρομαι τώρα πού ὑποφέρω γιά χάρη σας καί συντελῶ ἔτσι μέ τά σωματικά μου παθήματα, ὥστε νά ὁλοκληρωθοῦν οἱ θλίψεις πού πρέπει νά ὑπομείνει τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή ἡ ᾽Εκκλησία» (Κολ.1,24).
       2. Τά πάθη τοῦ Κυρίου καί μάλιστα ἡ σταυρική Του θυσία ἐκφεύγουν τῶν ὁρίων τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς. Ὁ Σταυρός Του συνιστᾶ μυστήριο, γιατί ἀκριβῶς Αὐτός πού πάσχει δέν εἶναι ἕνα κοινό ἀνθρώπινο πρόσωπο, ἀλλ᾽ ὁ ἐνσαρκωθείς Θεός. Πάσχει ὁ ἴδιος ὁ Θεός κατά τό ἀνθρώπινο. Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν μποροῦμε μέ μέτρο τίς δυνάμεις μας – τή λογική μας, τά συναισθήματά μας, τή διαίσθησή μας ἀκόμη – νά κατανοήσουμε αὐτό πού διαδραματίζεται. Βλέπουμε μέν ἕναν ἄνθρωπο νά πάσχει ἐπί τοῦ Σταυροῦ, ἀλλά μᾶς διαφεύγει τό βάθος Του, ἡ κρυμμένη πραγματικότητα. Τί εἶναι ἐκεῖνο πού μπορεῖ, ἔστω καί ἐκ μέρους, νά βοηθήσει στήν προσέγγιση αὐτή τοῦ μυστηρίου; Μόνον ἡ πίστη πού φωτίζεται βεβαίως ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ. ῎Αν ὁ ἴδιος ὁ Θεός δέν μᾶς φωτίσει καί δέν μεταποιήσει τίς ἀνθρώπινες δυνατότητές μας, ὥστε μέ ἐνδυναμωμένα ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μάτια νά βλέπουμε τά γινόμενα, θά παραμένουμε πάντα μέσα στό σκοτάδι τῆς ὁριζόντιας διάστασης τῶν πραγμάτων, σέ νύκτα πνευματική. Κι ἐκεῖνο πού προϋποτίθεται γι᾽ αὐτόν τό φωτισμό εἶναι ἡ ἐν μετανοίᾳ προσέγγιση τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Πάθους Του, πού καθαρίζει τά μάτια καί ἐνεργοποιεῖ ἐν γένει τίς πνευματικές αἰσθήσεις. «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται».

3. Τί μποροῦμε λοιπόν νά ψηλαφήσουμε μέ τόν πνευματικό αὐτόν τρόπο; Τί μποροῦμε ἑπομένως νά ποῦμε γιά τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, καθοδηγούμενοι ἀπό τούς κατεξοχήν πνευματοφόρους ἀνθρώπους, τούς ἁγίους τῆς ᾽Εκκλησίας μας; ῎Οχι βεβαίως αὐτό πού ἐπιχείρησε ἡ σχολαστική θεολογία τῆς Δύσης, ὅτι δηλαδή τό πάθος τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ ἐξιλέωση τῆς Θείας Δικαιοσύνης, πού ζητοῦσε ἱκανοποίηση λόγω τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ ἀνθρώπου, διότι κάτι τέτοιο συνιστᾶ ὑπόκυψη ἀκριβῶς στήν παγίδα πού ἀναφέραμε: τή διά λογικῆς προσέγγιση τοῦ Σταυροῦ, ἄρα στήν οὐσία στή διαστρέβλωση καί τήν ἀλλοίωση τοῦ νοήματος καί τοῦ περιεχομένου του. Τόν Θεό στήν περίπτωση αὐτή τόν κάνει κατ᾽ εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου,καί μάλιστα τοῦ πεσμένου στήν ἁμαρτία. Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία τῶν Πατέρων μας, σέ στάση ἄπειρου σεβασμοῦ πρός τό μυστήριο, εἶδε κυρίως δύο πράγματα καί αὐτά πρωτίστως ἐτόνισε:

(α) τήν ἄβυσσο τῆς ἀνθρώπινης ἁμαρτίας, τέτοιας πού ἔπρεπε νά σταυρωθεῖ ἕνας Θεός γιά νά τήν καταργήσει, κάτι πού σημαίνει τήν ἀδυναμία τῆς ἀνθρώπινης λύτρωσης μέ ὁποιονδήποτε ἀνθρώπινο τρόπο, ἄρα καί τήν καταδίκη ὁποιουδήποτε μεσσιανισμοῦ, στηριγμένου σέ ἀνθρώπινα κηρύγματα καί σέ ἀνθρώπινες μόνο δυνατότητες, καί
      (β) τήν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πού «κενώνει» τόν ἑαυτό Του, «κλίνει οὐρανούς καί κατέρχεται», προκειμένου νά ἄρει ἐπάνω Του Αὐτός τή δική μας ἁμαρτία καί νά μᾶς προσφέρει τή γλυκύτητα τῆς θεραπείας μας καί τή δικαιοσύνη Του. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ λειτούργησε καί λειτουργεῖ μ᾽ ἕναν ἐντελῶς διαφορετικό τρόπο ἀπ᾽ ὅ,τι ὁ ἀνθρώπινος, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖ τήν τιμωρία τοῦ ἐνόχου καί τήν ἀθώωση τοῦ ἀθώου. Βάσει τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ, ὁ ἀθῶος, ὁ Χριστός, τιμωρεῖται, ἐνῶ ὁ ἔνοχος, ὁ ἄνθρωπος, δικαιώνεται καί ἀθωώνεται, κι ἀπό τήν ἄποψη αὐτή κατανοεῖ κανείς ὅτι ἡ τιμωρία τοῦ Θεοῦ γιά τήν πεσμένη στήν ἁμαρτία ἀνθρωπότητα ἦταν ἡ θεραπεία της. ῎Ετσι μᾶς τιμωρεῖ ὁ Θεός: θεραπεύοντάς μας!

4. Τό γεγονός ὅτι ὁ Χριστός πάνω στόν Σταυρό «αἴρει τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» κυριολεκτεῖται: πάνω στόν Σταυρό σβήστηκαν οἱ ἁμαρτίες ὄχι μόνον τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τῶν πρό αὐτῆς καί τῶν μετά ἀπό αὐτήν. Δέν ὑπῆρξε, δέν ὑπάρχει καί δέν θά ὑπάρξει ἄνθρωπος μετά τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, πού νά μή βρίσκεται αἰρόμενος ἐπί τοῦ Σταυροῦ, γεγονός πού εἶχε προαναγγελθεῖ ἀπό τούς προφῆτες τῆς Π. Διαθήκης καί μάλιστα τόν Ἡσαΐα, καί πού αὐτήν τήν πίστη στίς προφητεῖς ζητοῦσε ὁ Κύριος ἀπό τούς ᾽Ιουδαίους καί μάλιστα τούς μαθητές Του. «῏Ω, ἀνόητοι καί βραδεῖς τῇ καρδίᾳ, τοῦ πιστεύειν ἐπί πᾶσιν οἷς ἐκήρυξαν οἱ προφῆται»! Ὁ Κύριος «ἔδει παθεῖν» ἀκριβῶς γιά τούς λόγους πού ἀναφέραμε: τήν ἄρση τοῦ βάρους τῆς ἁμαρτίας τῶν ἀνθρώπων, καί τό γεγονός αὐτό ἀποτελεῖ ὅ,τι πιό παρήγορο ἔχει ἀκουστεῖ ποτέ στήν ἱστορία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Κι αὐτό γιατί μετά τόν Σταυρό δέν ὑπάρχει ἁμαρτία ἀσυγχώρητη. Ὅ,τι κι ἄν κάνει ἕνας ἄνθρωπος, ὅλων τῶν εἰδῶν τίς ἁμαρτίες κι ἄν ἐπιτελέσει, μπροστά στήν Ἐσταυρωμένη Ἀγάπη σβήνει καί χάνεται. Κι ἔκτοτε θεωρεῖται βλασφημία ἡ ἀμφισβήτηση τῆς ἀπειρίας τῆς ἀγάπης αὐτῆς. ᾽Εκεῖνος δηλαδή πού θά ἐπικαλεστεῖ τίς πολλές ἤ μεγάλες ἁμαρτίες του γιά νά θέσει ἐρωτηματικό στή δυνατότητα τῆς συγγνώμης του ἀπό τόν Χριστό, στήν οὐσία εὐθέως βλασφημεῖ τόν Σταυρό Του καί ἀποκαλύπτει ἁπλῶς τήν ἀπιστία καί τήν ἀθεΐα του. Τίθεται στήν περίπτωση αὐτή σέ προτεραιότητα ἡ ἀνθρώπινη λογική ἔναντι τοῦ θελήματος καί τῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ. Γιά νά τό διατυπώσουμε μέ τούς ὅρους τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου: Ὅλη ἡ ἁμαρτία τῶν ἀνθρώπων ἄν μαζευτεῖ ἀπό τή μιά μεριά καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν ἄλλη, εἶναι σάν μιά σπίθα μπροστά σ᾽ ἕνα πέλαγος. Τί μπορεῖ νά κάνει ἡ σπίθα στό πέλαγος; Κι αὐτό τό παράδειγμα δέν εἶναι ἀπολύτως σωστό. Διότι τό πέλαγος ἔχει καί κάποια ὅρια, ἐνῶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπεριόριστη.

5. Ἡ μόνη στάση τοῦ πιστοῦ μπροστά στόν Σταυρό, ἔτσι, εἶναι ἡ προσκύνηση.»Προσκυνοῦμέν Σου τά πάθη, Χριστέ»! Δηλαδή:

       - ἐν πίστει τά ἀποδεχόμαστε καί τά πιστεύουμε∙

       - γονατίζουμε ἐν κατανύξει μπροστά στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί κτυπᾶμε τό στῆθος μας, σάν τόν τελώνη, γιά τό μέγεθος τῆς ἁμαρτίας μας∙

       - Τόν παρακαλοῦμε μέ ταπείνωση νά μᾶς ἐνισχύει γιά νά ἀκολουθοῦμε τά χνάρια τῆς ζωῆς Του, ὥστε νά Τόν νιώθουμε ἐν αἰσθήσει στήν καρδιά μας∙

       - προσερχόμαστε προπάντων πάντοτε ἐν μετανοίᾳ γιά νά κοινωνήσουμε τό σῶμα καί τό αἷμα Του, ὅπως τό λέει καί πάλι ὁ ἅγιος Χρυσόστομος: ὅταν προσέρχεσαι νά κοινωνήσεις, νά προσέρχεσαι μέ τήν πεποίθηση ὅτι κοινωνᾶς ἀπό τή λογχευμένη πλευρά τοῦ ἐσταυρωμένου Χριστοῦ, πού ἔρρευσε αἷμα καί ὕδωρ. Τελικῶς, ἡ προσκύνηση τῶν Παθῶν τοῦ Κυρίου ταυτίζεται ὡς διάθεση τουλάχιστον μέ τό βίωμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Χριστῷ συνεσταύρωμαι. Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ ἐν ἐμοί Χριστός». Στό μέτρο πού ζοῦμε τόν Σταυρό, βλέπουμε καί τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ζωντανή στή ζωή μας.
᾽Αλλ᾽ αὐτό σημαίνει καί τήν ὅραση τῆς ᾽Αναστάσεώς του. «Δεῖξον ἡμῖν καί τήν ἔνδοξόν Σου ᾽Ανάστασιν».

21 Απριλίου 2022

ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

Ἀντίφωνον α΄

«Ἄρχοντες Λαῶν συνήχθησαν, κατὰ τοῦ Κυρίου, καὶ κατὰ τοῦ Χριστοῦ αὐτοῦ.

Λόγον παράνομον, κατέθεντο κατ' ἐμοῦ, Κύριε, Κύριε, μὴ ἐγκαταλίπης με.

Τὰς αἰσθήσεις ἡμῶν, καθαρὰς τῷ Χριστῷ παραστήσωμεν, καὶ ὡς φίλοι αὐτοῦ, τὰς ψυχὰς ἡμῶν θύσωμεν δι' αὐτόν, καὶ μὴ ταῖς μερίμναις τοῦ βίου, συμπνιγῶμεν ὡς ὁ Ἰούδας, ἀλλ' ἐν τοῖς ταμείοις ἡμῶν κράξωμεν. Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοίς, ἀπὸ τοῦ πονηροῦ ῥύσαι ἡμᾶς».

(Οἱ ἄρχοντες τῶν λαῶν μαζεύτηκαν κατά τοῦ Κυρίου καί κατά τοῦ ἐκλεκτοῦ Του Χριστοῦ.

Κατέθεσαν παράνομο λόγο ἐναντίον μου. Κύριε, Κύριε, μή μέ ἐγκαταλείπεις.

Ἄς προσφέρουμε τίς αἰσθήσεις μας καθαρές στόν Χριστό, καί σάν φίλοι Του, ἄς θυσιάσουμε τή ζωή μας γιά χάρη Του. Μή πνιγοῦμε ἀπό τίς ἀγωνιώδεις μέριμνες τοῦ βίου σάν τόν Ἰούδα, ἀλλά στό ταμεῖο μας, στόν δικό μας προσωπικό χῶρο τῆς καρδιᾶς μας, ἄς φωνάξουμε δυνατά: Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, σῶσε μας ἀπό τόν Πονηρό).

Στό πρῶτο ἀντίφωνο τῆς ἀκολουθίας τῶν ἁγίων Παθῶν τοῦ Κυρίου, παρακολουθοῦμε τίς ἐχθρικές ἐνέργειες τῶν ἀρχόντων τῶν Ἰουδαίων κατά τοῦ Κυρίου: οἱ ἄρχοντες, κατά παραχώρηση βεβαίως Θεοῦ, συγκεντρώθηκαν κατά τοῦ ἴδιου τοῦ Μεσσία, τόν Ὁποῖο ἐνῶ Τόν περίμεναν αἰῶνες, δέν μπόρεσαν λόγω πονηρίας νά Τόν ἀναγνωρίσουν. Ἡ ἐχθρότητα τῶν ἀρχόντων ὁδηγεῖ τόν Μεσσία στόν Σταυρό, ὁ Ὁποῖος (Σταυρός) ἐπειδή σηματοδοτεῖ τό μυστήριο τῆς ἄρσης τῆς ἁμαρτίας σύμπαντος τοῦ κόσμου, προκαλεῖ τήν ὀδύνη Ἐκείνου καί τήν ἀνάγκη ἐνισχύσεώς Του ἀπό τόν Θεό Πατέρα Του. «Ἠλί, Ἠλί, λαμά σαβαχθανί;, τοὐτέστιν, Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί μέ ἐγκατέλιπες;»

Ὁ ὑμνογράφος ὅμως εἶναι πιστός καί γνωρίζει ἐπακριβῶς τή λύτρωση πού ἀπέρρευσε ἀπό τόν Σταυρό - ὁ Σταυρός ἔγινε ἡ πύλη τῆς σωτηρίας καί τοῦ Παραδείσου. Ὁπότε μᾶς προτρέπει νά βαδίσουμε κι ἐμεῖς ἀντίστοιχο μέ τόν Χριστό τρόπο ζωῆς: νά σταυρωθοῦμε μαζί Του, θυσιαζόμενοι γιά τόν συνάνθρωπό μας. Ἡ προσευχή μας πρός τόν Πατέρα Θεό εἶναι τό ὅπλο μας γιά τήν πορεία μας, ἐνῶ τό ἀρνητικό παράδειγμα τοῦ Ἰούδα μᾶς προφυλάσσει ἀπό τήν ἐκτροπή τοῦ ἄγχους καί τῆς ἁμαρτίας.

Ἀντίφωνον δ΄

«Σήμερον ὁ Ἰούδας καταλιμπάνει τόν Διδάσκαλον καί παραλαμβάνει τόν διάβολον· τυφλοῦται τῷ πάθει τῆς φιλαργυρίας, ἐκπίπτει τοῦ φωτός ὁ ἐσκοτισμένος∙ πῶς γάρ ἠδύνατο βλέπειν ὁ τόν φωστῆρα πωλήσας τριάκοντα ἀργυρίων; ἀλλ᾽ ἡμῖν ἀνέτειλεν ὁ παθών ὑπέρ τοῦ κόσμου∙ πρός ὅν βοήσωμεν∙ Ὁ παθών καί συμπαθῶν ἀνθρώποις, δόξα σοι». 

(Σήμερα ὁ Ἰούδας ἐγκαταλείπει τόν Διδάσκαλο καί παίρνει σάν φίλο τόν διάβολο· τυφλώνεται (ἡ ψυχή του) ἀπό τό πάθος τῆς φιλαργυρίας, ξεπέφτει ἀπό τό φῶς ὁ σκοτισμένος νοῦς του· διότι, πῶς μποροῦσε νά βλέπει αὐτός, πού πούλησε τόν Ἥλιο (τό Χριστό) ἀντί τριάκοντα ἀργυρίων; Γιά μᾶς ὅμως ἀνέτειλε αὐτός πού ἔπαθε ὑπέρ τοῦ κόσμου, πρός τόν ὁποῖο ἄς φωνάξουμε δυνατά: Δόξα ἀνήκει σ᾽ ἐσένα, Κύριε, πού ἔπαθες καί τρέφεις συμπάθεια στούς ἀνθρώπους).

     Ὁ Χριστός, κατά τή δήλωση τοῦ Ἴδιου, εἶναι τό φῶς καί ἡ ζωή τοῦ κόσμου. «Ἐγώ εἰμι τό φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί οὐ μή περιπατήσει ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τό φῶς τῆς ζωῆς». Φωτίζονται λοιπόν καί ἀποκτοῦν μία ζωντανή σχέση μέ τόν Θεό, ὅσοι ἀκριβῶς Τόν ἀκολουθοῦν, πατώντας πάνω στά ἅγια χνάρια τῆς ζωῆς Του καί δοξολογώντας τό ἅγιο Ὄνομά Του. Ἀλλοίμονο ὅμως! Ὑπάρχουν κι ἐκεῖνοι πού τό φῶς τοῦ Χριστοῦ λειτουργεῖ γι’ αὐτούς ὡς σκοτάδι. Γιατί τυφλώνονται ἀπό αὐτό λόγω τῶν πονηρῶν παθῶν τους. Τό ἴδιο φῶς δηλαδή γιά μέν τούς καλοπροαίρετους πιστούς εἶναι ζωηφόρο φῶς, γιά δέ τούς ἐμπαθεῖς καί ἀμετανόητους εἶναι καταστροφή. Σάν νά ἔχουμε μέσα στίς ψυχές μας ἕναν «μετασχηματιστή» πού εἴτε τό φῶς τοῦ Θεοῦ τό κρατάει ὡς φῶς εἴτε τό μετατρέπει σέ σκοτάδι. Τό πῶς λειτουργεῖ ὁ μετασχηματιστής αὐτός πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τόν νοῦ μας, ἐξαρτᾶται ἀπό τό ποῦ κλίνει ἡ ψυχή μας: κλίση πρός τόν Χριστό σημαίνει ἄνοιγμα πρός τήν ἀνατολή τοῦ φωτός Του· κλίση πρός τά πάθη μας σημαίνει ἄρνηση τοῦ φωτός καί πρόκληση σκότους. Καί νά τό ζωντανό τραγικό παράδειγμα: ὁ προδότης μαθητής Ἰούδας. Ἀρνήθηκε τόν Διδάσκαλο, τό Φῶς τοῦ κόσμου, γιατί τόν κέρδισε ἡ φιλαργυρία του καί ὁ διάβολος. Τό σκοτάδι πού βρέθηκε ἦταν ἀπόλυτα καθοριστικό γιά τή ζωή του: τόν ὁδήγησε στήν αὐτοκτονία!

 

Ἀντίφωνον θ΄

«Ἔστησαν τά τριάκοντα ἀργύρια τήν τιμήν τοῦ τετιμημένου, ὅν ἐτιμήσαντο ἀπό υἱῶν Ἰσραήλ. Γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε, ἵνα μή εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν· τό μέν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δέ σάρξ ἀσθενής· διά τοῦτο γρηγορεῖτε».

(Τοποθέτησαν τά τριάκοντα ἀργύρια σάν ἀντίτιμο τοῦ ἀνεκτίμητου (Κυρίου), τοῦ ὁποίου τήν τιμή καθώρισαν οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἰσραήλ. Ἐσεῖς νά μένετε ἄγρυπνοι καί νά προσεύχεσθε, γιά νά μήν μπεῖτε σέ πειρασμό· διότι ἡ μέν ψυχή εἶναι πρόθυμη, ἡ σάρκα ὅμως εἶναι ἀδύνατη καί εὔκολα μπορεῖ νά ὑποκύψει. Γιά τοῦτο νά ἐπαγρυπνεῖτε).

Ὁ ὑμνογράφος μας στό ἔνατο ἀντίφωνο τῆς ἀκολουθίας τῶν ἁγίων Παθῶν, σέ ἦχο γ΄, τονίζει τό εὐμετάβλητο τοῦ ἀνθρώπου, ἀκόμη καί τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου. Ὁ καθένας εἶναι ἕτοιμος νά προδώσει τόν Κύριο, ἐπισημαίνει στήν οὐσία, γιατί ὁ καθένας στή ζωή αὐτή εὔκολα μπορεῖ νά συρθεῖ σέ πειρασμό. Κι ὁ λόγος εἶναι ὅτι φέρουμε σάρκα ἀσθενική, ἡ ὁποία παρασύρει καί τήν ψυχή στήν ἀδυναμία καί τίς ἁμαρτωλές ὀρέξεις της. «Πειρατήριον» ὁ βίος τοῦ ἀνθρώπου διακηρύσσει ὁ αἰώνιος λόγος τοῦ Θεοῦ, ὄχι βεβαίως γιατί ἔτσι τόν δημιούργησε ὁ Δημιουργός, ἀλλά γιατί ἔτσι τόν κατάντησε ἡ κακή ἐπιλογή τοῦ ἀνθρώπου. Τό παράδειγμα πού φέρνει ὁ ἅγιος ποιητής εἶναι πράγματι συντριπτικό: φτάσαμε οἱ ἄνθρωποι, στό πρόσωπο τῶν υἱῶν Ἰσραήλ τῆς ἐποχῆς τοῦ Κυρίου, ἀλλά καί στό πρόσωπο τοῦ μαθητῆ Ἰούδα, νά ἐκτιμήσουμε ὅτι ὁ Θεός μας, ὁ ἀναμενόμενος καί ἀπό αὐτούς Μεσσίας, ἔχει τήν τιμή τῶν τριάντα ἀργυρίων. Ἡ ἀποθέωση τοῦ καταντήματος! Λοιπόν, ἡ προτροπή τοῦ Κυρίου εἶναι μονόδρομος κι αὐτόν τόν μονόδρομο προβάλλει καί ὁ ὕμνος: «γρηγορεῖτε». «Γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε, ἵνα μή εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν».

ΑΛΛΟΙΜΟΝΟ ΣΟΥ!

«Τάς χεῖρας ἐξέτεινας, ἐν αἷς τόν ἄρτον ἔλαβες τῆς ἀφθαρσίας, λαβεῖν τά ἀργύρια, τό στόμα πρός φίλημα προσαγαγών δολίως, ἐν ᾧ τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί τό Αἷμα ὑπεδέξω˙ ἀλλ’ οὐαί σοι! ὡς φησίν ὁ Χριστός» (ωδή θ΄ Τριωδίου, Αγίου Ανδρέου Κρήτης).

(Με τα χέρια που άπλωσες για να λάβεις τον άρτο της αφθαρσίας, πήρες  και τα αργύρια, όπως και το στόμα με το οποίο υποδέχτηκες το σώμα και το αίμα του Χριστού το έφερες κοντά Του με δόλιο τρόπο για να Τον φιλήσεις. Αλλά αλλοίμονό σου! Όπως λέει ο Χριστός).

Την κατάσταση του προδότη μαθητή Ιούδα διεκτραγωδεί ο μεγάλος άγιος Πατήρ Ανδρέας Κρήτης, επικεντρώνοντας στα χέρια και το στόμα του! Είναι τα χέρια που κράτησαν τον Κύριο στην πρώτη Θεία Λειτουργία που τέλεσε Εκείνος επί της γης στον Μυστικό Δείπνο, υπό τα είδη του Άρτου. Στο πρώτο «λάβετε, φάγετε, τούτο μού εστι το Σώμα» που είπαν τα χείλη του Δημιουργού – τα ιδρυτικά λόγια του μυστηρίου της Ευχαριστίας που έκτοτε και εις τους αιώνας επαναλαμβάνει μέσω των ιερέων Του – ήταν παρών και εκείνος, Τον άκουσε να τον καλεί με το όνομά του, να του προσφέρει το ίδιο το αγιασμένο σώμα Του, να τον καθιστά μέτοχο του Ίδιου του Εαυτού Του – Ένα με εκείνον και τους άλλους μαθητές! Κι ακόμη: τα εν συνεχεία παράδοξα λόγια Του που μιλούσαν για το Αίμα Του μέσα από τον αγιασμένο Οίνο: «Πίετε εξ Αυτού πάντες. Τούτο γαρ εστι το Αίμα μου, το υπέρ υμών και πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών». Κι ήλθε η σειρά του να φέρει το στόμα του σ’ αυτόν τον Οίνο που ήταν η κρυμμένη παρουσία του Διδασκάλου – το στόμα του Τον γεύτηκε κι η ζεστασιά Του απλώθηκε σε όλο του το σώμα.

Μα, τι περίεργο! Δεν ένιωσε τίποτε καλό. Το αντίθετο: είδε να σκληραίνει η καρδιά του και σαν να τον καταλαμβάνει ένα κύμα οργής και αγριότητας απέναντι σ’ Εκείνον που μέχρι τότε ακολουθούσε. Κάτι σκοτεινό ένιωσε να πλημμυρίζει την ύπαρξή του που τον έκανε να μην αντέχει να παρακάθεται μαζί Του και με τους άλλους – ένας πνιγμός που τον έσπρωχνε να φύγει για να «αναπνεύσει»! «Ό,τι έχεις να κάνεις κάν’ το γρήγορα», άκουσε μακρινά μέσα στο βουητό του κεφαλιού του. Βγήκε έξω και κοίταξε τα χέρια του που έτρεμαν. Τα χέρια που μόλις είχαν πιάσει το «σώμα» του Δασκάλου – έτσι είχε πει. Τα ίδια χέρια, θυμήθηκε, που λίγες ώρες πριν είχαν λάβει τα αργύρια από τους αρχιερείς και τους Γραμματείς για την προδοσία του τάχα Μεσσία! Είναι αλήθεια ότι είχε απογοητευθεί πολύ από τον Διδάσκαλο – αλλιώς Τον περίμενε και αλλιώς του «βγήκε». Δεν έκανε τίποτε ο Ιησούς για τους εχθρούς Ρωμαίους. Εκείνοι συνέχιζαν να είναι οι κατακτητές και ο Χριστός αντί να ηγηθεί επαναστατικού κινήματος προσανατόλιζε τους ακολούθους Του σε άλλα Βασίλεια, έξω από τη γη που πατάμε, στους Ουρανούς! Και οι αρχιερείς; Απογοητευμένοι και εκείνοι όπως και ο ίδιος. Τον ήξεραν, τον πλησίασαν, τους πλησίασε – του έταξαν και χρήματα! Και δεν μπορούσε να αρνηθεί σ’ αυτά που είχαν τέτοια δύναμη στον κόσμο – ήταν η αδυναμία του, γιατί περιέκλειαν δύναμη˙ δύναμη επιβολής. Κάτι θα είχε καταλάβει και ο Δάσκαλος που του ανέθεσε το ταμείο της ομάδας! «Το γλωσσόκομον εκράταγε».

Ένιωσε το στόμα του στεγνωμένο και γυρόφερε τη γλώσσα του – ο Οίνος που μόλις είχε πιει ήλθε και πάλι με τη γεύση του. «Το αίμα Του», σκέφτηκε τα λόγια του Ιησού. Σαν να δαιμονίστηκε: «μας κορόϊδεψε»! Έτρεξε να βρει τους νέους συντρόφους του, έστω κι αν τους απεχθανόταν. Ο Ιησούς έπρεπε να παραδοθεί στους αρχιερείς και στις αρχές – ό,τι είχαν κανονίσει. Το σχέδιο που του είπαν ήταν απλό: θα τους οδηγούσε εκεί που συνήθιζαν να πηγαίνουν ο Χριστός με τους μαθητές Του. Και σημάδι, μέσα στη νύχτα, για το Ποιον έπρεπε να συλλάβουν ήταν ένα φίλημα. Εκείνος, ο Ιούδας, με την απογοητευμένη και συντριμμένη καρδιά από τα γκρεμισμένα όνειρά του, θα πήγαινε στον Αρχηγό και θα του έδινε ένα φίλημα: κανείς δεν θα τον παρεξηγούσε. Μαθητής Του ήταν μέχρι τώρα! Κάτι κρύο πήρε και πάλι να ανεβαίνει στην καρδιά του. Και πάλι συνδύασε το στόμα του που γεύτηκε τον Οίνο του Δείπνου με τον Χριστό, με εκείνο το ίδιο που θα φιλούσε τον Δάσκαλο. Δεν ένιωσε καλά, αλλά ο «σκοπός» και τα χρήματα τού θέριεψαν και πάλι την καρδιά. «Με φίλημα, Ιούδα, προδίδεις τον Διδάσκαλο;» ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσε από Εκείνον και το θλιμμένο βλέμμα Του θα τον κυνηγούσε για πάντα! Όλα σωριάστηκαν μέσα του και το μόνο που «ανέτειλε» ήταν μια θηλιά και ένα δέντρο!  

Τα χέρια και το στόμα του προδότη μαθητή. Αυτά που λειτούργησαν σε διπλό επίπεδο: από τη μια με τον Χριστό, από την άλλη εναντίον Του. Δεν κατάλαβε τίποτε από εκείνα που βεβαίωνε ο μέχρι τότε Δάσκαλός του: «ουδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν». Και «ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστι». Και τελικώς ζούσε μέσα στο «ουαί», το «αλλοίμονό σου» που λέει ο Κύριος και επαναλαμβάνει ο άγιος Ανδρέας. Γιατί τελικώς η ζωή του ήταν μέσα στην υποκρισία: άλλα να σκέπτεται και να λογίζεται μέσα του και άλλα να ενεργεί εξωτερικά με τα λόγια και τις πράξεις του. Η υποκρισία: αυτή που φέρνει τον δαιμονισμό του ανθρώπου, από την οποία πρέπει να παρακαλούμε τον Θεό να μας απαλλάξει, ώστε ο λόγος του Θεού να καταλαμβάνει όλη την ύπαρξή μας.