28 Φεβρουαρίου 2023

ΓΙΑΤΡΕΨΕ ΜΕ, ΟΙΚΤΙΡΜΟΝΑ ΚΥΡΙΕ!

 ΚΑΘΑΡΑ ΤΡΙΤΗ

«Τραυματισθέντα δεινῶς ἡδονῶν τῇ ρομφαίᾳ, τῇ μοτώσει, Οἰκτίρμον, τῆς εὐσπλάγχνου σου ροπῆς, ἰάτρευσόν με, Λόγε, ὅπως σε εὐχαρίστως δοξάζω εἰς αἰῶνας» (ωδή η΄ τριωδίου).

(Γιάτρεψέ με, Οικτίρμονα Κύριε, Λόγε του Θεού, με το θεραπευτικό κάλυμμα της ευσπλαχνίας Σου, επειδή τραυματίστηκα σκληρά με το ξίφος των ηδονών, προκειμένου να Σε δοξάζω ευχαρίστως αιώνια).

Μέσα στα πολλά πνευματικά κατανυκτικά εδέσματα της ημέρας, ο άγιος υμνογράφος μάς προσφέρει και τον παραπάνω ύμνο, ο οποίος εν συνόψει καθορίζει το όλο πλαίσιο της πορείας του χριστιανού. Η εν ευχαριστία δοξολογία του Θεού, τονίζει, είναι η διαρκής απόβλεψη του χριστιανού: από τον Χριστό δημιουργηθήκαμε, με Εκείνον κρατιόμαστε και προχωρούμε, σ’ Αυτόν κατατείνουμε. «Ἐξ Αὐτοῦ καί δι’ Αὐτοῦ καί εἰς Αὐτόν τά πάντα ἔκτισται» (απ. Παύλος). Δοξολογία του Θεού συνεπώς σημαίνει να προσβλέπω πάντοτε προς τον Κύριο (:«οἱ ὀφθαλμοί μου διά παντός πρός τόν Κύριον») και σ’ Εκείνον να ρίχνω όλη τη δύναμη της ψυχής και της καρδιάς μου – μία αδιάκοπη κίνηση αγάπης, κατά την κεντρική εντολή Του «ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς ἐξ ὅλης τῆς καρδίας ἐξ ὅλης τῆς διανοίας ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος». Έτσι δεν πραγματοποιείται και ο σκοπός για τον οποίο ο Κύριος μάς δημιούργησε; Από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωσιν.

Είναι η πορεία της πνευματικής υγείας του ανθρώπου, σημειώνει όμως ο υμνογράφος. Μόνον όποιος έχει θεραπευτεί ψυχικά, έχει δηλαδή καθαρίσει τους πνευματικούς του οφθαλμούς, μπορεί να δει και τον Κύριο, να νιώσει την αγάπη Του, να Τον ευχαριστήσει και να Τον δοξολογήσει. Θυμόμαστε αίφνης τον ένα και μοναδικό από τους δέκα θεραπευθέντες λεπρούς από τον Κύριο, ο οποίος επέστρεψε για να Τον ευχαριστήσει για τη θεραπεία του. Επέστρεψε, λέει ο ευαγγελιστής Λουκάς, με μεγάλη φωνή δοξολογώντας τον Θεό. Και τι έκανε; Πρόσπεσε στα πόδια του Χριστού ευχαριστώντας Τον. Τότε δοξολογούμε, θεραπευμένοι, σωστά τον Θεό, όταν στρεφόμαστε πάντα με ευχαριστία στον Κύριο Ιησού Χριστό. Κι αυτό υπενθυμίζει ο εκκλησιαστικός ποιητής: Γιάτρεψέ με, Κύριε, για να Σε δοξολογώ με ευχαριστία.

Καταφεύγει όμως ο πιστός στον Κύριο ως τον Ιατρό των ψυχών και των σωμάτων, γιατί βλέπει τα τραύματά του που τον καθιστούν δέσμιο του κόσμου τούτου και δεν τον αφήνουν να ανοιχτεί προς τον Κύριο. Και τα τραύματα αυτά είναι όσα του δημιουργεί το ξίφος των ηδονών. Το σαρκικό αμαρτωλό φρόνημα δηλαδή που επιδιώκει πάντοτε τις ηδονές του βίου τούτου είναι το μόνιμο πρόβλημα του ανθρώπου, και μάλιστα του χριστιανού που έχει επίγνωση της τραγικής αυτής πραγματικότητας. Όπως το σημειώνουν και όλοι οι άγιοι Πατέρες μας: «οι σαρκικές ηδονές και το υπερήφανο φρόνημα ταλαιπωρούν τον άνθρωπο». Κι έχει μεγάλη βαρύτητα η επισήμανση: η αμαρτία και το φρόνημά της μπορεί να φαίνονται ότι φέρνουν ευχαρίστηση, αλλά στο βάθος συνιστούν την πληγή και το τραύμα του ανθρώπου – η ηδονή που γίνεται οδύνη! Αυτό είναι και το δράμα των περισσοτέρων σήμερα ανθρώπων: να αμαρτάνουμε και να μη νιώθουμε ότι πρόκειται για την καταστροφή μας.

Έτσι το «σχήμα» της εν επιγνώσει πορείας του χριστιανού παρουσιάζεται ανάφλυφο ενώπιόν μας: νιώθουμε τις πληγές του αμαρτωλού φρονήματός μας, καταφεύγουμε στον Χριστό που είναι ο Ιατρός και ο θεραπευτής μας, ανοίγουν τα μάτια μας και με αίσθηση ψυχής δοξολογούμε και ευχαριστούμε τον Θεό. Είναι περιττό να πούμε ότι η πορεία αυτή διαγράφει και τα αληθινά σημάδια της μετανοίας: επίγνωση της αμαρτίας, στροφή προς τον Θεό για να βρω το σπίτι μου, δηλαδή τον εαυτό μου.

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, ΣΥΝΑΣΚΗΤΗΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΟΛΙΤΟΥ

«Ο όσιος Βασίλειος έζησε επί της βασιλείας Λέοντος του εικονομάχου. Άφησε τον κόσμο και τα εν τω κόσμω κι έγινε μοναχός. Κι αφού ασκήθηκε πρώτα με τρόπο θεάρεστο, ύστερα, όταν άρχισε η μάχη κατά των αγίων εικόνων, αντιστάθηκε δυνατά στους εικονομάχους. Αποτέλεσμα ήταν να συλληφθεί και να υποστεί πολλές τιμωρίες, αλλά δεν υποχώρησε. Αντιθέτως, κήρυσσε την αλήθεια μέχρι θανάτου, έχοντας ως σύμμαχο και τον θείο Προκόπιο τον Δεκαπολίτη. Γι’ αυτόν τον λόγο και ξέσχισαν με σιδερένια νύχια όλο το σώμα του και τον τράχηλό του και τον έριξαν στη φυλακή. Έτυχε όμως και πέθανε ο τύραννος, οπότε ο όσιος ελευθερώθηκε. Κι από τη φυλακή βγαίνοντας, συνέχισε τον ίδιο τρόπο ζωής. Προετοίμαζε και καθοδηγούσε πολλούς στον δρόμο της αρετής και επανέφερε τους πλανηθέντες στην ορθόδοξη πίστη, μέχρις ότου με χαρά και με ευχαριστία εκδήμησε προς τον Θεό, τον Οποίο ποθούσε από βρέφους».  

Πάντοτε η ασκητική παράδοση της Εκκλησίας μας προβάλλει ως τρόπο ζωής κάτι που προκαλεί τη λογική του κοσμικού, μη εν Θεώ ζώντος, ανθρώπου, έστω κι αν χαρακτηρίζεται επιφανειακά χριστιανός: ότι δηλαδή η εγκράτεια ως περιορισμός των σαρκικών ηδονών αποτελεί την τρυφή του πιστού, η πτωχεία ως συνειδητή επιλογή συνιστά τον πλούτο του, η ακτημοσύνη ως άρνηση κατοχής οιωνδήποτε υλικών πραγμάτων, κυρίως δε εσωτερικής δέσμευσης σε αυτά, είναι η μεγάλη περιουσία του, η ταπείνωση είναι ο έπαινός του. Κι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο χριστιανός αγωνίζεται κατά του κεντρικού πάθους του ανθρώπου, της φιλαυτίας με όλα τα παρακλάδια της: της φιληδονίας, της φιλαργυρίας, της φιλοδοξίας, ώστε να τη μεταστρέψει και να την κάνει φιλοθεΐα και φιλανθρωπία. Δηλαδή κτυπά τα πάθη του με τις αντίστοιχες αρετές, ώστε μεταστρέφοντας με τη χάρη του Θεού τη φιλαυτία σε φιλοθεΐα και φιλανθρωπία, να βρει  το σημείο συντονισμού του με τη χάρη του Θεού. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το ζητούμενο πάντοτε είναι ο ίδιος ο Θεός και η χάρη Του στη ζωή του ανθρώπου και το μόνο σημείο που ο άνθρωπος βρίσκει όντως τον Θεό είναι η αγάπη. Από την άποψη αυτή δεν δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε ό,τι στο Γεροντικό για παράδειγμα διαβάζουμε για οσίους μας, που έλεγαν: «Πηγαίνω όπου υπάρχει κόπος και εκεί βρίσκω ανάπαυση».

Το παραπάνω σκεπτικό επισημαίνουμε και στην ασκητική ζωή του οσίου Βασιλείου. Ο υμνογράφος μάς καθοδηγεί και μας λέει: «Επιθύμησες την πάνω από τον ανθρώπινο νου μακαριότητα του Θεού, γι’ αυτό και θεώρησες, θεσπέσιε, την εγκράτεια ως τρυφή σου, την πτωχεία ως πλούτο σου, την ακτημοσύνη ως μεγάλη περιουσία, την ταπείνωση ως έπαινό σου» (στιχηρό εσπερινού).  Με άλλα λόγια κανείς δεν μπορεί να συναντηθεί αληθινά με τον Θεό, να νιώσει ενεργή μέσα του τη χάρη του Πνεύματος του Θεού, έχοντας μέσα του ενεργό το πάθος του εγωισμού με τα παρεπόμενά του. Κι από την άποψη αυτή καταλαβαίνει και την ευλογία της περιόδου της Σαρακοστής, που δίνει πάμπολλες αφορμές ελέγχου των ψεκτών παθών μας και μεταστρέψεώς τους σε ένθεα πάθη, δηλαδή σε αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο.

Ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης, εκτός βεβαίως από την ασκητική διαγωγή του οσίου Βασιλείου, τονίζει σε αρκετούς ύμνους του κανόνα του και την ιδιαίτερη άθληση του οσίου στο θέμα των αγίων εικόνων. Η εποχή του οσίου Βασιλείου αυτό κυρίως αντιμετώπιζε, τη χριστολογική αίρεση των εικονομάχων με την τεράστια πολεμική που είχαν εξαπολύσει κατά των ορθοδόξων,  και εκεί αθλήθηκε ο όσιος: και με τη διδασκαλία του, αλλά και με το μαρτύριό του, από το οποίο πήρε και τον χαρακτηρισμό του ομολογητή. Ο υμνογράφος λοιπόν, συνθεωρώντας μαζί με τον όσιο Βασίλειο και τον μαθητή αυτού Προκόπιο Δεκαπολίτη (27 Φεβρουαρίου), σημειώνει κάτι πολύ ωραίο για τον αγώνα τους αυτόν υπέρ των αγίων εικόνων: σέβονταν οι όσιοι τις εικόνες, γιατί κρατούσαν όρθιο το κατ’ εικόνα Θεού της ψυχής τους. Η τιμή που απένειμαν δηλαδή στις εικόνες της Εκκλησίας μας ήταν η συνέχεια της τιμής που έδιναν στην εικόνα του Θεού μέσα στην καρδιά τους. Κι αυτό σημαίνει: αυτός που έχει ανοικτά τα μάτια της ψυχής του και βλέπει με σεβασμό τον χαρισματικό εαυτό του, τον αναγεννημένο από τη χάρη του Θεού στην Εκκλησία διά του αγίου βαπτίσματος και των λοιπών μυστηρίων, αυτός και μόνον μπορεί να στέκεται σωστά και απέναντι στις εικόνες, οι οποίες αισθητοποιούν τη ζωντανή παρουσία του Χριστού, της Παναγίας, των αγίων μέσα στην Εκκλησία μας. Συνεπώς κατά αντίστροφο τρόπο: οι πολέμιοι των εικόνων, αυτοί που ισχυρίζονται ότι πρόκειται περί «ειδωλολατρικών» πραγμάτων, είναι οι ίδιοι που πρώτα από όλα έχουν γκρεμίσει μέσα τους την εικόνα του Θεού και την αληθινή εικόνα και του ανθρώπου. «Τηρήσατε με ευσέβεια το κατ’ εικόνα της ψυχής, όσιοι, γι’ αυτό και αθληθήκατε στο μαρτύριο, σεβόμενοι την άχραντη εικόνα του Χριστού» (ωδή γ΄).

Ο άγιος Θεοφάνης δεν φείδεται ύμνων, προκειμένου να προβάλει, όπως είπαμε, τη συνάθληση με τον όσιο Βασίλειο και του μαθητή του, οσίου Προκοπίου. Όχι ένας ή δύο, αλλά έξι ύμνοι μέσα στον κανόνα μιλούν για τον μαθητή, τον σύναθλο, τον σύμπνοο, τον ισόρροπο του οσίου Βασιλείου Προκόπιο. Για παράδειγμα: «Πέτυχες, πάτερ, τον συναθλητή και έμφρονα στρατιώτη, που πρόκοβε πάντοτε στις αρετές, μαζί με τον οποίο με χαρά αγωνίστηκες στο μαρτύριο της σταθεράς άθλησης» (ωδή α΄)∙ «Έχοντας την επωνυμία της ουράνιας βασιλείας, πορεύτηκες την οδό που οδηγεί σ’ αυτήν, αφού βρήκες σύμπνοο, δηλαδή ομόψυχο και ομόπιστο τον Προκόπιο» (ωδή δ΄). Γιατί ο ιδιαίτερος αυτός τονισμός; Χωρίς να αναφέρει επ’ αυτού κάτι ο άγιος Θεοφάνης, προφανώς έχει υπόψη του αυτό που ο λόγος του Θεού πάντοτε σημειώνει: «Αδελφός υπ’ αδελφού βοηθούμενος ως πόλις οχυρά», ο αδελφός όταν βοηθείται από αδελφό είναι σαν οχυρωμένη πόλη. Γιατί αν συμβεί οποιοδήποτε στραβοπάτημα, ο άλλος θα σπεύσει αμέσως σε βοήθεια. Γι’ αυτό «ουαί τω ενί». Αλίμονο στον ένα.

27 Φεβρουαρίου 2023

ΨΑΛΤΟΤΡΑΓΟΥΔΑ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ




 

ΚΑΘΑΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ

 

ΝΑ ΚΛΕΙΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΕΙΣΟΔΟΥΣ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ!

«Ἴδε καιρός, ἴδε ἡμέρα σωτήριος, ἡ τῆς Νηστείας εἴσοδος, ψυχή γρηγόρησον, καί παθῶν τάς εἰσόδους ἀπόκλεισον, Κυρίῳ ἐνατενίζουσα» (ωδή α΄ Τριωδίου).

(Να ο καιρός, να η σωτήρια ημέρα: η είσοδος της Νηστείας. Ψυχή μένε σε εγρήγορση κι απόκλεισε τις εισόδους των παθών, ατενίζοντας διαρκώς τον Κύριο).

Μπήκαμε στην περίοδο της Νηστείας, την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής, και η Εκκλησία μας εδώ και αρκετές ημέρες μας θυμίζει ότι πρόκειται για τον «καιρόν» της μετανοίας, συνεπώς τον καιρό της σωτήριας ημέρας, όπου η στάση ενώπιον του ζωντανού Θεού μας προβάλλει με τον ισχυρότερο τρόπο. Δανείζεται ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος την ορολογία και την εκτίμηση του αποστόλου Παύλου, ο οποίος και εκείνος εξαγγέλλει ότι αφότου ήρθε ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο παρών καιρός, η ζωή αυτή δηλαδή, είναι ο κατάλληλος καιρός για να φύγουμε από την προσκόλληση στις αμαρτίες και τα πάθη μας – ό,τι αλλοιώνει και διαστρέφει την ανθρώπινη φύση μας – και να πιστέψουμε στον Χριστό ακολουθώντας Εκείνου τις εντολές. Κι ακολουθώντας τον Χριστό βεβαίως να επανέλθουμε στην «κανονικότητά» μας, την αληθινή φύση μας την κατά Θεόν πλασμένη ως εικόνα του Χριστού. «Ἰδού νῦν καιρός εὐπρόσδεκτος, ἰδού νῦν ἡμέρα σωτηρίας. Ἀποθώμεθα οὖν τά ἔργα τοῦ σκότους καί ἐνδυσώμεθα τά ὅπλα τοῦ φωτός»: να τώρα είναι ο κατάλληλος καιρός, να τώρα είναι η σωτήρια ημέρα. Ας αποθέσουμε λοιπόν τα έργα της αμαρτίας που είναι σκοτάδι και ας ντυθούμε τα όπλα του φωτός, δηλαδή τον Χριστό που είναι το Φως του κόσμου.

Όσο λοιπόν ο Θεός μάς δίνει την ευκαιρία της «σήμερον ἡμέρας», όσο παρατείνει τον χρόνο της εδώ παροικίας μας – διότι βεβαίως ο χρόνος είναι δωρεά του Θεού που μας δίνει προς μετάνοιά μας, κατά τον λόγο της Γραφής: «δίνω χρόνο για να μετανοήσει ο άνθρωπος» - πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση, ξύπνιοι, χωρίς να βαρυνόμαστε σε ύπνο πνευματικό, δηλαδή σε αποκοίμιση λόγω των γλοιωδών παθών μας που εύκολα προσκολλώνται σε ό,τι θεωρείται υλικό αγαθό του κόσμου τούτου. Κι αυτή η εγρήγορση, η νήψη σημαίνει τον αγώνα να αποκλείουμε τις εισόδους των παθών στην ύπαρξή μας, να μην αφήνουμε δηλαδή χώρο αναπτύξεως στην καρδιά μας του εγωισμού μας με όλα τα παρακλάδια του, της φιληδονίας, της φιλαργυρίας, της φιλοδοξίας μας. Οπότε η εγρήγορση αυτή παραπέμπει στον έλεγχο των λογισμών μας από την ορθοφρονούσα συνείδησή μας, αφού κάθε αμαρτία ως λειτουργία ενός πάθους μας από τους λογισμούς κάνει την αρχή της.

Τι είναι εκείνο, κατά τον άγιο υμνογράφο και τη σύνολη εμπειρία επ’ αυτού της Εκκλησίας, που μπορεί να αποκλείει αυτές τις εισόδους των παθών; (Και δεν είναι άνευ σημασίας ο πληθυντικός αριθμός που χρησιμοποιεί ο υμνογράφος: «εισόδους» λέει και όχι «είσοδος», γιατί είναι πολυποίκιλη και πολύμορφη η αμαρτία δυστυχώς). Τι λοιπόν έχει τη δύναμη διαμιάς να κλείνει όλες τις θύρες και όλες τις εισόδους των παθών; Η ενατένιση του Κυρίου! «Κυρίῳ ἐνατενίζουσα». Όταν η ψυχή με όλες τις δυνάμεις της: τις νοητικές, τις βουλητικές, τις συναισθηματικές, στρέφεται ολοκληρωτικά προς τον Κύριο, όταν Αυτόν έχει ως αδιάκοπη όρασή της κατά τον προφητικό λόγο: «οἱ ὀφθαλμοί μου διά παντός πρός τόν Κύριον» και «προωρώμην τόν Κύριον ἐνώπιόν μου διά παντός», τότε πράγματι από το κάλλος του προσώπου του Κυρίου «κολλάει» σ’ Εκείνον, η ομορφιά Του που αποτυπώνεται βεβαίως και σε κάθε δημιούργημά Του είναι εκείνη που τον απορροφά σε σημείο τέτοιο που δεν του αφήνει περιθώρια εκτροπής.

Αυτό βεβαίως είναι η εμπειρία των «τελείων» χριστιανών, δηλαδή των αγίων μας, αλλά αυτό πρέπει να συνιστά και για εμάς το «πολικό αστέρι» της πορείας μας στον κόσμο τούτο, που θα πει ότι μπορεί να μη φτάνουμε παρά ελάχιστα στην εμπειρία αυτή, όμως τουλάχιστον ξέρουμε πού πατάμε, δεν πελαγοδρομούμε χαμένοι σ’ έναν κόσμο που λόγω της αμαρτίας του ήδη κείται νεκρός και χαμένος σαν τον άσωτο υιό της γνωστής παραβολής. Το να μη χάνουμε την επαφή μας με τον Χριστό, καθημερινά και αδιάλειπτα, το να παλεύουμε να φτάσουμε έστω και επ’ ελάχιστον στις εντολές Του, είναι η απόδειξη ότι δεν κοιμόμαστε τον βαθύ ύπνο της απώλειάς μας.  

ΚΑΘΑΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ: "ΕΦΤΑΣΕ Η ΝΗΣΤΕΙΑ!"


«Ελήλυθεν η Νηστεία η μήτηρ της σωφροσύνης, η κατήγορος της αμαρτίας και συνήγορος της μετανοίας, η πολιτεία των Αγγέλων και σωτηρία των ανθρώπων. Οι πιστοί ανακράξωμεν∙ ο Θεός, ελέησον ημάς» (απόστιχα αίνων Καθαράς Δευτέρας, ιδιόμελον, ήχος πλ. α΄).

(Έφτασε η νηστεία, η μητέρα της σωφροσύνης, η κατήγορος της αμαρτίας και συνήγορος της μετανοίας, ο τρόπος ζωής των αγγέλων κι αυτή που οδηγεί στη σωτηρία τους ανθρώπους. Οι πιστοί ας φωνάξουμε δυνατά: ο Θεός ελέησον ημάς).

Η Εκκλησία μας, από την πρώτη ημέρα της Μεγάλης Σαρακοστής, επιμένει να μας καθοδηγεί πάνω σ’  αυτό που σφραγίζει την περίοδο αυτή: τη νηστεία. Και το πρώτο που τονίζει, προκειμένου να νιώσει κανείς τα ευεργετικά πνευματικά και αιώνια αποτελέσματά της, είναι ο συνδυασμός της νηστείας με την προσευχή. «Έφτασε η νηστεία», λέει, οπότε «ας φωνάξουμε στον Θεό μας να μας ελεήσει». Είναι ο συνδυασμός που υποτάσσει και θηρία, κατά τον λόγο των αγίων αββάδων της ερήμου, διότι η νηστεία ως εγκράτεια και περιορισμός των ατάκτων ορμών του σώματος αλλά και της ψυχής, διευκολύνει ιδιαιτέρως τη στροφή προς τον Θεό -  απεμπλέκει τον άνθρωπο από τα γοητευτικά δεσμά της ύλης – συνεπώς κάνει τον άνθρωπο να στέκει στο σημείο της βασιλικής εξουσίας που ο Θεός απαρχής της Δημιουργίας τού έδωσε: να άρχει πάνω σε όλα τα στοιχεία της φύσης. Να άρχει και να εξουσιάζει εννοείται χαρισματικά, που σημαίνει με αγάπη και σεβασμό προς την αδελφή του λοιπή Δημιουργία.

Είναι ευνόητο βεβαίως ότι ο υμνογράφος μιλάει πρώτον για την αληθινή διάσταση της νηστείας ως μέσου πνευματικού και όχι ως μέσου... αδυνατίσματος! – ό,τι θα επισημάνει σε άλλο σημείο: «αληθής νηστεία η των κακών αλλοτρίωσις, εγκράτεια γλώσσης, θυμού αποχή, επιθυμιών χωρισμός, καταλαλιάς, ψεύδους και επιορκίας» - και δεύτερον για την αληθινή και γνήσια προσευχή, τύπος της οποίας είναι η τελωνική κραυγή: «ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Με τους όρους αυτούς αναδύεται όντως το μεγαλείο της νηστείας της Σαρακοστής με όλα τα θαυμαστά αποτελέσματά της:

- Είναι αυτή που ισορροπεί πνευματικά τον άνθρωπο, γιατί του δίνει τη δύναμη να ελέγχει τις φιλήδονες τάσεις του.

- Είναι αυτή που τον απομακρύνει από την αμαρτία, γιατί του δημιουργεί τις συνθήκες να υπερβαίνει τον εγωισμό του, συνεπώς να ζει την αγάπη ως άνοιγμα προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο.

- Είναι αυτή που ωθεί στη μετάνοια, τον μονόδρομο κατά τον Κύριο που εκβάλλει στη Βασιλεία του Θεού: «μετανοείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών».

- Είναι αυτή πού κάνει τους πιστούς να είναι άγγελοι ήδη από τούτη τη ζωή, ανοίγοντας έτσι τα μάτια μας στην εσχατολογική διάστασή της: ο Κύριος είπε ότι στον μέλλοντα αιώνα οι άνθρωποι «ισάγγελοί εισι».

- Είναι μ’ ένα λόγο αυτή που φέρνει τον άνθρωπο σε ζωντανή σχέση με τον Θεό, αυτό που ονομάζουμε σωτηρία του ανθρώπου.

Ας σκεφτούμε: αν κατήγορός μας ενώπιον του Θεού παραμένει πάντοτε ο πονηρός διάβολος, του οποίου η χαρά κατά τη Γραφή είναι «να σκοτώνει τους ανθρώπους»: «ανθρωποκτόνος» χαρακτηρίζεται απαρχής, συνήγορός μας κατά τον θεόπνευστο ύμνο είναι η νηστεία. Για τον απλούστατο λόγο ότι όπως είπαμε αποκαλύπτει, εφόσον είναι αληθινή, δηλαδή σωστά εκκλησιαστική, το πού τελικώς είναι στραμμένη η καρδιά μας, συνεπώς ποιος στο βάθος είναι ο (πραγματικός) Θεός μας. Και ναι! Ή φανερώνουμε με την περιφρόνησή της -  δεν μιλάμε για εκείνους που για λόγους υγείας ή ανωτέρους της θέλησής τους  δεν επιτρέπεται να νηστεύσουν – ότι ο κόσμος αυτός αποκλειστικά είναι η αγάπη μας, ή αγωνιζόμενοι διακριτικά στον δρόμο της φανερώνουμε ότι ως αγάπη μας πρώτη θέτουμε Κύριο τον Θεό μας.

Νηστεία: το φίλτρο που δείχνει ότι οι πνευματικοί μας οφθαλμοί είναι εστιασμένοι στον Χριστό!

ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΣΕΒΑΣΜ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΓΙΑ ΤΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ 2023

 

ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ

ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ΦΑΛΗΡΟΥ, ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΡΕΝΤΗ

Σ Ε Ρ Α Φ Ε Ι Μ

ΕΠΙ  ΤΗι  ΕΝΑΡΞΕΙ

ΤΗΣ  ΑΓΙΑΣ  ΚΑΙ  ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ  2023

  

      Ἀγαπητοὶ μου ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ,

   Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἡ πλέον συμβολική κατανυκτική, περιεκτική καί πνευματική περίοδος τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ βίου, προβάλλεται ἀπό τήν Ἐκκλησία μας ὡς μιά κορυφαία εὐκαιρία ἐπαναπροσέγγισης τοῦ καθενός μας στήν οὐσία καί στίς λεπτομέριες τῆς Ὀρθόδοξης πίστης καί ζωῆς. Εἶναι ἕνας τρόπος νά βιώσουμε αὐτά τά στοιχεῖα, ἀπό τά ὁποῖα τό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς, πνεῦμα ἄρνησης, ἀμφισβήτησης, ἀπαξίωσης ἀρχῶν, ἀξιῶν καί πιστευμάτων, άλλά καί ἡ πολυπλοκότητα στήν ὁποία δρομολογήσαμε τή ζωή καί τά ἔργα μας, μᾶς ἀποστασιοποίησαν. Καί αὐτά τά στοιχεῖα εἶναι ἡ αὐθεντικότητα τοῦ Ὀρθοδόξου βιώματος καί ἡ άναζήτηση τῆς προσωπικῆς μας αὐτοσυνειδησίας, ὅπως ἐκφράζονται μέσα ἀπό τό ἀσκητικό πνεῦμα, τό ξεχωριστό λατρευτικό τυπικό τῆς περιόδου, ἀλλά καί τά ἐφόδια μέ τά ὁποῖα μᾶς ὅπλισε ἡ Ἐκκλησία μας προκειμένου ν’ ἀνταπεξέλθουμε στίς ἀπαιτήσεις τῆς συμμετοχῆς στό στίβο τοῦ «σταδίου τῶν ἀρετῶν».

   Αὐτά τά ἐφόδια παρουσιάζονται καί καταγράφονται, μέ γλαφυρότητα, στόν ὑπέροχο ἐναρκτήριο ὕμνο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς πού ψάλλεται στούς Αἴνους τῆς Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς :

Τό στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέῳκται,

οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε,

ἀναζωσάμενοι τόν καλόν τῆς νηστείας ἀγῶνα.

Οἱ γάρ νομίμως ἀθλοῦντες δικαίως στεφανοῦντα

καί ἀναλαβόντες τήν πανοπλίαν τοῦ Σταυροῦ

τῷ ἐχθρῷ ἀντιμαχησόμεθα.

Ὡς τεῖχος ἄρρηκτον κατέχοντες τήν πίστην.

Καί ὡς θώρακα τήν προσευχήν.

Καί περικεφαλαίαν τήν ἐλεημοσύνην.

Ἀντί μάχαιρας τήν νηστείαν, ἤτις ἐκτέμνει ἀπό καρδιάς πᾶσαν κακίαν.

Ὁ ποιῶν ταῦτα τόν ἀληθινόν κομίζεται στέφανον παρά τοῦ παμβασιλέως Χριστοῦ

ἐν τῇ ἡμέρα τῆς κρίσεως.

   Ποιός μπορεῖ ν’ ἀμφισβητήσει ὅτι διανύουμε μιά ἐποχή κατά τήν ὁποία κυριαρχεῖ ὁ ὀρθολογισμός καί ἡ ἀπολυτοποίηση τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς, μιά ἐποχή πού ὁ ἄνθρωπος καί τά δημιουργήματα του αὐτοανακηρύσσονται τό ἅπαν σ’ αὐτό τόν κόσμο, ἀπομονώνοντας κι ἐξοστρακίζοντας κάθε τι τό μεταφυσικό, τό μυστηριακό, τό ὑπέρλογο; Ἡ φιλολογία ἑνός νέου, χειρότερου, οὑμανισμοῦ τείνει νά γίνει καθεστώς καί ὁ ἄνθρωπος κινδυνεύει νά ἐγκλωβιστεῖ στά τείχη τῶν ἐπιτευγμάτων του, τά ὁποῖα τελικά, θά τόν συντρίψουν. Φυσικά, μέσα σέ μιά τέτοια ἀρνητική καί ἀπογοητευτική ἀτμόσφαιρα, τό νά μιλᾶ κανείς γιά τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί νά ἐπιχειρεῖ νά κατανοήσει τή θέση πού ἔχει ἤ πού θά ἔπρεπε νά ἔχει στή ζωή τῶν ἀνθρώπων, μοιάζει μέ οὐτοποία. Εἶναι καιρός, ὅμως καί ἀπόλυτη ἀνάγκη, ν’ ἀφήσουμε πιά αὐτή τήν ἄκαρπη φιλολογία, γιά νά πλησιάσουμε, ὅσο τὀ ἐπιτρέπουν οἱ ἀσθενεῖς μας δυνάμεις, τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί νά δοῦμε ποιός εἶναι ὁ δρόμος πού περνάει κάτω ἀπό τόν ἴσκιο Του, τόν ὁποῖο πρέπειν’ ἀκολουθεῖ ὁ Χριστιανός γιά νά βρεῖ τή λύτρωση καί τή σωτηρία τῆς ψυχῆς του.

   Ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου σ’ αὐτό τόν κόσμο καί δή ἡ ζωή τοῦ πιστοῦ εἶναι σταυρική, εἶναι μία πορεία ἔντονης ἀγωνίας, πολύμοχθου ἀγῶνα, προσπαθειῶν, ἐνστάσεων, πτώσεων καί ἀνατάσεων. Ὁ βίος μας μοιάζει μέ μιά ἀπέραντη θάλασσα, στά κύματα τῆς ὁποίας κλυδωνλίζεται καθημερινά ὁ προσωπικός κόσμος τοῦ καθενός μας. Γι’ αὐτό, ἀπόλυτη ἐφαρμογή ἔχει ὁ σοφός λόγος τῆς ἁγίας Συγκλητικῆς, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τό Σταυρό τοῦ Κυρίου «ἱστίο», μέ τό ὁποῖο μονάχα μποροῦμε νά διαπλεύσουμε τό πέλαγος τῆς ζωῆς. Πραγματικά, δίχως τό Σταυρό, ὁ Χριστιανός δέν θά εἶχε τή δύναμη νά προχωρήσει, ν’ ἀντιπαλέψει σκληρά μέ τούς πειρασμούς, τόν Σατανᾶ, τίς ἀντίθεες δυνάμεις τοῦ κόσμου καί νά νικήσει.

   Ἀτενίζοντας κανείς τό μέγιστο αὐτό σύμβολο τῆς θυσίας καί τοῦ πόνου μέ πίστη, μπορεῖ νά δεῖ, μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς καί τῆς  καρδιᾶς του, μιά πραγματικότητα πού μόνο συγκλονισμό καί δέος προκαλεῖ. Βλέπει κρεμασμένο πάνω στό Σταυρό τό Πανάγιο σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πού τόσα ἐνήργησε σ’ αὐτή τή γῆ καί τόσα ἔπαθε γιά τούς ἀνθρώπους ὅλων τῶν ἐποχῶν, ἐνῶ ὀ ἄνθρωπος παραλείπει τά περισσότερα γιά τή σωτηρία του.

   Βλέπει μιά λογχισμένη καρδιά νά στάζει τό αἷμα τῆς ἀγάπης της καί νά κράζει πρός τόν Πατέρα «Πάτερ ἄφες αὐτοῖς . . .» , τή στιγμή πού ἐκεῖνος δυσκολεύεται νά συγχωρήσει ὅσους τόν ἔβλαψαν ἤ τόν ἔκαναν νά πονέσει.

   Βλέπει τόν τεράστιο ἐκεῖνο καί βαρύ Σταυρό, ἀλλά δυσκολεύεται νά σηκώσει τούς πολύ ἐλαφρύτερους σταυρούς τῶν δυκολιῶν καί τῶν προβλημάτων αὐτῆς τῆς ὀλιγόχρονης διαδρομῆς στή γήϊνη πραγματικότητα. Μέ ἄλλα λόγια, διαβάζει ἐκεῖ στό Σταυρό τοῦ Κυρίου ὅσα κανένα βιβλίο, κανένα πανεπιστήμιο, ὅσα ἀκόμα καί ὅλη ἡ σοφία αὐτοῦ τοῦ κόσμου δέν μποροῦν νά διδάξουν. Διαβάζει ὅτι «ὅποιος μᾶς παραδίδει στό Σταυρό, μᾶς ἀποθέτει στήν ἀγκαλιά τῆς Ἁγίας Τριάδος, μᾶς χαρίζει τό εἰσιτήριο γιά τήν αἰώνια μακαριότητα. Ὅλοι μας, κατά κάποιο τρόπο, εἴμαστε σταυρωτές τοῦ Ἰησοῦ ἤ τοῦ ἀδελφοῦ μας. Τό ἐρώτημα εἶναι, θά θελήσουμε ἀπό σταυρωτές νά γίνουμε σταυρωμένοι; Ἄν τό θελήσουμε, θά ζήσουμε τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ αἰώνια καί θά τήν κάνουμε γνωστή καί στήν ἐποχή μας καί στό περιβάλλον μας».

   Σ’ αὐτό τό ἱστορικό μεταίχμιο τοῦ 21ου αἰῶνα, πού φαντάζει βασανιστικό καί τρομακτικό μπροστά στό ἄγνωστο τῆς τρίτης χιλιετίας, ὁ ἄνθρωπος μοιάζει ἀνήμπορος ν’ ἀνταπεξέλθει στίς προκλήσεις τῶν καιρῶν. Κατά τό παρελθόν, ἀναζήτησε ποικίλα στηρίγματα, προσπαθώντας νά γαντζωθεῖ καί ν’ αὐτοεπιβεβαιωθεῖ. Ἡ φιλοσοφία, οἱ τέχνες, ὁ πολιτισμός, ὁ ἀθλητισμός, ἡ πολιτική, τό χρῆμα, ἦταν οἱ κατά καιρούς «θεοί» πού μάγεψαν τόν ταλαίπωρο διαβάτη τῆς ἱστορίας, ἰκανοποιώντας, ὅμως, μόνο πρός στιγμήν τούς πόθους καί τά ὄνειρά του γιά κάτι ἀνώτερο, γιά κάτι ποιοτικότερο. Στήν ἐποχή μας αὐτοί οἱ «θεοί» ἔχουν ἀλλάξει καί τή θέση τους πῆραν τά τεχνολογικά ἐπιτεύγματα, ἡ ἠλεκτρονική τεχνολογία, ἡ ἐξερεύνηση τοῦ διαστήματος, πού μετατράπηκαν σέ αὐτοσκοπό. Οἱ καταστάσεις αὐτές, ὅμως, ἀντί τελικά ν’ ἀνοίξουν νέες προοπτικές καί νά δημιουργήσουν διεξόδους, ἐπιβάρυναν τήν πνευματική ἀποχαύνωσή του καί τόν ἀποξένωσαν ἀκόμα πιό πολύ ἀπο τό περιεχόμενο τῆς οὐσίας του, πού ξεφεύγει ἀπ’ αὐτά τά περιορισμένα στεγανά, στά ὁποῖα ἔχει δεσμεύσει τόν ἑαυτό του.

   Ὁ Κύριος δέχτηκε νά κρεμαστεῖ τό πανάγιο Σῶμα Του πάνω στό Σταυρό, ἐταπείνωσε ἑαυτόν, γιά νά δώσει διέξοδο στ’ ἀδιέξοδα πού γνώριζε ὅτι πάντα θά ταλαιπωροῦν τό πλάσμα Του. Μέ τή σταυρική Του θυσία μᾶς κάλεσε ὅλους ν’ ἀποθέσουμε πάνω στό σύμβολό της τή ζωή καί τά ἔργα μας, νά στηρίξουμε ἐκεῖ τίς ἐλπίδες καί τίς προσδοκίες μας, νά σταυρώσουμε τά πάθη καί τήν ἁμαρτωλότητά μας, θέλοντας νά μᾶς κάνει νά κατανοήσουμε ὅτι ἡ σημασία τοῦ Σταυροῦ ἔγκειται στήν προοπτική τῆς Ἀνάστασης πού τόν ἀκολουθεῖ, ὅτι, ἄν στηρίξουμε τή ζωή μας στό Σταυρό Του, τήν ὁδηγοῦμε σέ κανάλια ἀναστάσιμα, πού μόνο μέσα στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, μακριά ἀπό τίς προκλήσεις καί τά δέλεαρ τοῦ κόσμου, μπορεῖ κανείς νά γευτεῖ καί νά βιώσει.

   Σέ λίγο θά βρεθοῦμε καί πάλι ἐνώπιος ἐνωπίῳ μέ τόν Ἐσταυρωμένο Ναζωραῖο καί θά ἀκουμπήσουμε στό σύμβολο τῆς θυσίας Του, τίς χαρές καί τίς λύπες μας, τή ζωή μας ὅλη. Θά ἀντικρίσουμε στό πρόσωπό Του τήν ἀπόλυτη ἀγάπη, τήν ἄκρα ταπείνωση, τήν ἔσχατη κένωση. Καί ἴσως, νιώθοντας τό ἔλλειμμα τῆς εἰλικρίνειάς μας ἤ καί τόν ἔλεγχο τῆς προσποιητῆς, πολλές φορές, εὐσεβειάς μας, ἀκούσουμε τό δίκαιο παράπονό Του, ὅπως θ’ ἀκουστεῖ τό βράδυ τῆς Μεγάλης Πέμπτης στίς Ἐκκλησίες μας : «Λαός μου, τί ἐποίησά σοι ἤ τί σοι παρηνώχλησα; Τούς τυφλούς σου ἐφώτισα, τούς λεπρούς σου ἐκαθάρισα, ἄνδρα ὄντα ἐπί κλίνης ἠνωρθωσάμην. Λαός μου, τί ἐποίησά σοι καί τί μοι ἀνταπέδωκας; Ἀντί τοῦ μάννα χολήν, ἀντί τοῦ ὕδατος ὄξος, ἀντί τοῦ ἀγαπᾶν με, σταυρῷ μέ προσηλώσατε . . .».

   Μᾶς ἔδωσε τά πάντα καί πρό τῆς ἐνανθρώπισής Του καί κατά τή διάρκεια τῆς ἐπί γῆς ζωῆς Του καί μετά τήν Ἀνάληψή Του. Μᾶς ἔδωσε τή ζωή, τό πολυτιμότερο ἀγαθό, καί τήν πλούτισε μέ πνεῦμα ἀνώτερο, ὑψηλότερο, ξεχωρίζοντάς μας ἀπό τήν ὑπόλοιπη δημιουργία καί καθιστῶντας μας ἄρχοντες τοῦ κόσμου.

   Μᾶς χάρισε ἀθάνατη ψυχή, δεῖγμα τοῦ προορισμοῦ μας, πού καμία σχέση δέν ἔχει μέ τά στενᾶ καί πεπερασμένα ὅρια αὐτῆς τῆς ζωῆς.

   Μᾶς χάρισε τάλαντα καί μᾶς ζήτησε νά τά ἀναπτύξουμε, νά τά καλλιεργήσουμε γιά νά δώσουμε χρῶμα, ποιότητα καί ὀμορφιά στή ζωή μας, ἐλάχιστη ἔνδειξη εὐχαριστίας.

   Μᾶς χάρισε ὁλόκληρη τήν πλάση γιά νά κατοικίσουμε σ’ αὐτή, νά ζήσουμε ἀπό τόν πλοῦτο της, νά χαιρόμαστε τήν ὀμορφιά της.

   Μᾶς στήριξε σέ δύσκολες στιγμές, σέ στιγμές κλονισμοῦ καί πτώσης, σέ ἐποχές ἀγώνων, θυμίζοντας ὅτι εἶναι ἐδῶ, παρών, ἀρωγός καί συμπαραστάτης στόν ἀγῶνα τῆς ζωῆς καί τῆς ἐπικράτησης τοῦ δικαίου.

   Μᾶς ἔδωσε ἀγάπη πού ξεπερνᾶ τήν ἀνθρώπινη λογική, μιά ἀγάπη πού τόν ἔκανε νά φορέσει τό ἀνθρώπινο σαρκίο, νά ὑποβιβαστεῖ δηλ. στό ἐπιπεδό μας, ἐπειδή ἀγωνιοῦσε γιά τό κατάντημά μας, ἐπειδή πονοῦσε γιά τήν τραγική πορεία μας.

   Μᾶς ἔδωσε τή διδασκαλία Του, μιά διδασκαλία πού ὅμοιά της δέ γνώρισε ὁ κόσμος, πού στάζει ἀπό τό μέλι τῆς ἀγάπης Του καί θεμελιώνεται στίς ἀρχές τῆς συγγνώμης, τῆς εἰρήνης, τῆς καταλλαγῆς, τῆς ἀποδοχῆς τοῦ ἄλλου ὡς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ.

   Μᾶς ἔδωσε τό αἷμα Του, γιατί τά λάθη καί οἱ πτώσεις μας ἦταν τόσο μεγάλες πού τίποτα ἄλλο δέν θά μποροῦσε νά ἐξαγοράσει τή σωτηρία καί τήν ἐπιστροφή μας.

   Μᾶς ἔδωσε τήν Ἐκκλησία Του, αὐτή τή Θεανθρώπινη πραγματικότητα, ὅπου τό θεϊκό καί ἀνθρώπινο στοιχεῖο συμπλέκονται καί συνυπάρχουν μέ τρόπο θαυμαστό, μέ σκοπό τήν καταξίωση, τήν καλλιέργεια τῶν ἀρρετῶν, τή βίωση, ἀπό αὐτόν ἐδῶ τόν κόσμο, τοῦ κάλλους καί τῆς πληρότητας τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

   Μᾶς ἐκανε βασιλεῖς στή θέση Του, διδασκάλους τοῦ κηρύγματός του, Θεούς, κατά χάριν, δυνάμει μετόχους τῆς δικῆς Του δόξας.

   Κι ἐμεῖς; Τοῦ προσφέραμε καί Τοῦ προσφέρουμε τά πάθη καί τόν ἐγωϊσμό μας. Τοῦ λέμε ὅτι δέ χωρᾶ πιά στή ζωή μας, γιατί εἴμαστε αὐτάρκεις, ἱκανοί νά προχωρήσουμε μόνοι, ὅτι δέ μᾶς ἐμπνέει πιά γιατί μόνοι μας κατακτήσαμε τά πάντα καί δέν ἔχουμε ἀνάγκη, πλέον, ἀπό τή βοήθειά Του, μποροῦμε νά γινόμαστε «θεοί» στή θέση Του, μποροῦμε μόνοι μας νά στέλνουμε χιλιάδες ἀγέννητα βρέφη στά σκουπίδια κάθε χρόνο, γιατί θέλουμε νά ἀπολαμβάνουμε τή ζωή δίχως δεσμεύσεις καί περιορισμούς, μποροῦμε μόνοι μας ν’ ἀποφασίζουμε πότε θά δώσουμε τέλος στή ζωή, ὅταν δέν τήν ἀντέχουμε ἄλλο, γιατί ἐμεῖς εἴμαστε οἱ κυρίαρχοι τοῦ παιχνιδιοῦ κι ὄχι Ἐκεῖνος.

   Τοῦ προσφέρουμε τά ἀποτελέσματα τῆς ἐγωπάθειας καί τῆς κομπορρημοσύνης μας. Ἀρρώστιες ἀνίατες, πού στέλνουν στό θάνατο χιλιάδες. Τοῦ προσφέρουμε τά 2/3 τοῦ παγκόσμιου πληθυσμοῦ σέ κατάσταση φτώχειας καί δυστυχίας, γιατί θέλουμε ἐμεῖς νά ζοῦμε καλά, ἔτσι ἀπλά καί λογαριασμό δέ δίνουμε σέ κανένα. Τοῦ προσφέρουμε, στίς ἀρχές τοῦ 21ου αἰῶνα, πολέμους καί καταστροφές, ἐκατόμβες νεκρῶν, χιλιάδες δολοφονίες ἀγέννητων παιδιῶν μέ τίς φριχτές ἐκτρώσεις, θύματα τῆς ἀνθρώπινης μισαλλοδοξίας, λησμονώντας τά δράματα τοῦ παρελθόντος, τά ὁποῖα πολύ εὔκολα καταδικάζαμε καί τώρα ἐξίσου εὔκολα ἐπαναλαμβάνουμε.

   Τοῦ προσφέρουμε ἕναν κόσμο πού ἀπό στολίδι τόν μετατρέψαμε σέ μιά ἀπέραντη χωματερή, ἕναν κόσμο ἄκοσμο, ἄσχημο, χωρίς πνεύμονες ζωῆς, πού φθίνει καθημερινά, αἰχμάλωτος τοῦ κέρδους πού δέν ἔχει ἦθος καί ἀναστολές.

   Τοῦ προσφέρουμε μιά νεολαία βουτηγμένη στά ναρκωτικά καί τίς ἐκφυλιστικές πρακτικές, πού δέν τήν ἀφήνουμε νά μεγαλουργήσει, νά διαπρέψει, νά ὁραματιστεῖ, νά πιστέψει.

   Τοῦ προσφέρουμε τήν ἀπαξίωση, βγάζοντάς Τον ἀπό τήν ταυτότητά μας, ἀπό τίς ἀρχές πού ἐνέπνεαν τά ἤθη καί τήν πολιτεία μας τόσους αἰῶνες, γιατί δέν μᾶς ταιριάζει δῆθεν πλέον, πρέπει νά πᾶμε μπροστά καί Ἐκεῖνος εἶναι ἐμπόδιο στήν ἐξέλιξή μας, ἀποτελεῖ τροχοπέδη στά σχέδιά μας, μᾶς γυρίζει πίσω ἡ πίστη στό Εὐαγγέλιό Του. Τό δικό μας Εὐαγγέλιο εἶναι τώρα τό χρῆμα, ἡ παγκοσμιοποίηση, τά συμφέροντά μας, ἡ εὐρωπαϊκή καί παγκόσμια καταξίωσή μας.

   Κι Ἐκεῖνος; Ἐκεῖνος θά ξαναπεῖ πάνω ἀπό τό Σταυρό «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι», γιατί περιμένει κι ἐλπίζει ὅτι ἡ Ἀνάστασή Του θά σημάνει, ἐπιτέλους καί τήν ἀνάσταση τῶν χαμένων συνειδήσεων μας.

  Καλὴ καὶ εὐλογημένη ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή !

Καλό στάδιο πνευματικοῦ ἀγῶνος!

 

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΑΣ

+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ