29 Ιουνίου 2024

Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 

 ῞Αγιος εἶναι ὁ μάρτυρας. Αὐτός πού ὁμολογεῖ (μαρτυρεῖ) τόν Χριστό ὡς Κύριο καί Θεό του («πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγώ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς»), κυρίως ὅμως αὐτός πού Τόν ὁμολογεῖ (μαρτυρεῖ) μέ τίς πράξεις τῆς καθημερινότητάς του, τηρώντας τόν λόγο Του καί ζώντας τή Ζωή Ἐκείνου μέχρι θανάτου. Κι αὐτό γιατί σ᾽ ἕναν κόσμο πεσμένο στήν ἁμαρτία πού ὁ ἐγωϊσμός καί τό συμφέρον συνιστοῦν τήν προτεραιότητα, ἡ πιστότητα στό θέλημα τοῦ Θεοῦ θεωρεῖται ἐλάττωμα πού πρέπει νά ἐξαφανιστεῖ. ῾Ο κόσμος τῆς ἁμαρτίας δέν ἀνέχεται τό διαφορετικό ἀπό αὐτόν. Τό διαφορετικό ἀποτελεῖ ἔλεγχο τῆς ἁμαρτίας του, γι᾽ αὐτό καί ἐπιδιώκει πάντοτε τόν ἐξαφανισμό του. Κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου: «πᾶς ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς καί οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μή ἐλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ».

Ὁπότε ἅγιος καταρχάς εἶναι ὁ ὁμολογητής μάρτυρας πού ἔδωσε καί τή ζωή του γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ καί τό αἷμα του ἀποτέλεσε τή σφραγίδα  γνησιότητας τῆς πίστεώς του. Μία εἰκόνα τοῦ ἀπολυτικίου τῶν ἁγίων Πάντων μᾶς δίνει ποιητικά τήν ἀλήθεια αὐτή. «Ἡ Εκκλησία σου, Χριστέ, στολισμένη μέ τά αἵματα τῶν μαρτύρων σου ὅλου τοῦ κόσμου σάν μέ πορφύρα κι ἀκριβό μετάξι» («Τῶν ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ μαρτύρων σου, ὡς πορφύραν καί βύσσον τά αἵματα ἡ ᾽Εκκλησία Σου στολισαμένη...». Πορφυρό εἶναι τό χρῶμα τοῦ ἐνδύματος τῆς ᾽Εκκλησίας, λόγω τοῦ αἵματος τῶν μαρτύρων της, ὅπως τό πανάχραντο αἶμα τοῦ Χριστοῦ ἔβαψε τόν Σταυρό Του. Γι᾽ αὐτό καί τό μαρτύριο ἀποτελεῖ τή φυσιολογία τῆς Ἐκκλησίας. «Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσιν» εἶπε ὁ Χριστός.

Συνεπῶς ὁ μεγαλύτερος κίνδυνος γιά τήν ᾽Εκκλησία εἶναι ἡ λεγόμενη ἐκκοσμίκευση: ἡ ᾽Εκκλησία (κατά τό ἀνθρώπινό της) νά συσχηματισθεῖ μέ τόν κόσμο, νά γίνει καί ἡ ἴδια κόσμος. Ἀποτέλεσμα; Ἀντί νά εἶναι τό ἅλας τῆς γῆς, νά χάνει τήν ἁλιστική δύναμή της, τή χάρη τοῦ Θεοῦ, καί «νά πετιέται καί νά ποδοπατιέται ἀπό τούς ἀνθρώπους»! Γι᾽ αὐτό καί οἱ ἅγιοι, τίς εἰρηνικές ἐποχές πού ὅλα φαίνονται ὅτι βαίνουν καλῶς, τίς θεωροῦν ὡς τίς πιό ἐπικίνδυνες καί καλοῦν τούς πιστούς σέ συνεχή ἐγρήγορση.

Ἡ ἐγρήγορση αὐτή, ἡ διαρκής δηλαδή ἔνταση νά τηρεῖ ὁ πιστός τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, προβάλλει τό ἄλλο μαρτύριο πού δέχεται ἡ Ἐκκλησία, αὐτό τῆς συνειδήσεως. Τό μαρτύριο τοῦ αἵματος δηλώνει ἀσφαλῶς τή γνησιότητα τῆς πίστεως, ἀλλά καί ὁ ἀγώνας νά βρίσκεται κανείς στήν Ὁδό  τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι μικρότερο μαρτύριο – τέτοιο μάλιστα πού θεωρεῖται προϋπόθεση τοῦ πρώτου. Ἄς σκεφτοῦμε πόση προσπάθεια καί χάρη Θεοῦ ἀπαιτεῖται γιά νά ἔχει κανείς τήν καρδιά του ὁλοκληρωτικά στήν ἀγάπη στόν Θεό καί στόν συνάνθρωπο, ἰδίως τόν θεωρούμενο ἐχθρό! Ἴσως αὐτό νά ὑπερβαίνει καί τό μαρτύριο τοῦ αἵματος! Κι ὅμως αὐτό ζητάει ὁ Κύριος. «Φλέγομαι ἀπό τόν πόθο νά μαρτυρήσω γιά τόν Χριστό, εἶπε ἀρχάριος μοναχός σέ ἔμπειρο Γέροντα. - Ἄν τήν ὥρα τοῦ πειρασμοῦ σηκώσης εὐχαρίστως τό βάρος τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος, εἶναι σάν νά ρίχτηκες στήν κάμινο τῶν τριῶν Παίδων» (Γεροντικό).

 Μάρτυρας λοιπόν κατά τήν ᾽Εκκλησία ὁ κάθε πιστός: εἴτε πάντοτε τῆς συνειδήσεως εἴτε καί τοῦ αἵματος, ἄν τό ζητήσει ἡ ἐποχή. Ὁπότε ὁ κάθε πιστός εἶναι ἅγιος.

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ (ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΩΔΕΚΑ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ)


ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (Ματθ. 9, 36. 10, 1-8)

36 Ἰδὼν δὲ τοὺς ὄχλους ἐσπλαγχνίσθη περὶ αὐτῶν ὅτι ἦσαν ἐκλελυμένοι καὶ ἐρριμμένοι ὡς πρόβατα μὴ ἔχοντα ποιμένα.

1 Καὶ προσκαλεσάμενος τοὺς δώδεκα μαθητὰς αὐτοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν πνευμάτων ἀκαθάρτων ὥστε ἐκβάλλειν αὐτὰ καὶ θεραπεύειν πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν. 2 Τῶν δὲ δώδεκα ἀποστόλων τὰ ὀνόματά ἐισι ταῦτα· πρῶτος Σίμων ὁ λεγόμενος Πέτρος καὶ Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννης ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, 3 Φίλιππος καὶ Βαρθολομαῖος, Θωμᾶς καὶ Ματθαῖος ὁ τελώνης, Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ἁλφαίου καὶ Λεββαῖος ὁ ἐπικληθεὶς Θαδδαῖος, 4 Σίμων ὁ Κανανίτης καὶ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης ὁ καὶ παραδοὺς αὐτόν. 5 Τούτους τοὺς δώδεκα ἀπέστειλεν ὁ Ἰησοῦς παραγγείλας αὐτοῖς λέγων· Εἰς ὁδὸν ἐθνῶν μὴ ἀπέλθητε, καὶ εἰς πόλιν Σαμαριτῶν μὴ εἰσέλθητε· 6 πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. 7 πορευόμενοι δὲ κηρύσσετε λέγοντες ὅτι Ἤγγικεν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. 8 ἀσθενοῦντας θεραπεύετε, λεπροὺς καθαρίζετε, νεκροὺς ἐγείρετε, δαιμόνια ἐκβάλλετε· δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ

36 Οταν δε είδε τα πλήθη του λαού, ησθάνθη ευσπλαγχνίαν και πόνον δι' αυτούς, διότι ήσαν αποκαμωμένοι πνευματικώς και παραπεταμένοι, σαν πρόββατα που δεν είχαν ποιμένα.

1 Αφού προσεκάλεσε τους δώδεκα μαθητάς του ο Ιησούς, έδωκεν εις αυτούς εξουσίαν επί των ακαθάρτων πνευμάτων, ώστε να τα εκδιώκουν από τους δαιμονιζομένους και να θεραπεύουν κάθε αρρώστιαν και κάθε σωματικήν αδυναμίαν και καχεξίαν. 2 Τα δε ονόματα των δώδεκα αποστόλων είναι τα εξής· πρώτος ο Σιμων, ο ονομαζόμενος Πετρος και Ανδρέας ο αδελφός του, ο Ιάκωβος ο υιός του Ζεβεδαίου, και Ιωάννης ο αδελφός του· 3 ο Φιλιππος και ο Βαρθολομαίος, ο Θωμάς και ο Ματθαίος ο τελώνης, ο Ιάκωβος ο υιός του Αλφαίου και ο Λεββαίος, ο οποίος είχε επονομασθή και Θαδδαίος. 4 Ο Σιμων ο Κανανίτης, δηλαδή ο Ζηλωτής, και ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, ο οποίος και παρέδωκεν τον Ιησούν. 5 Αυτούς τους δώδεκα έστειλεν ο Ιησούς να κηρύξουν το Ευαγγέλιον, αφού τους έδωκεν τας επομένας παραγγελίας· “εις δρόμον, που οδηγεί προς τα ειδωλολατρικά έθνη, μη πορευθήτε και εις πόλιν Σαμαρειτών να μη εισέλθετε. 6 Πηγαίνετε δε κατά προτίμησιν στους Ισραηλίτας, οι οποίοι μοιάζουν με πρόβατα απολωλότα. 7 Και εκεί που θα πηγαίνετε, να κηρύσσετε και να λέγετε ότι επλησίασε η βασιλεία των ουρανών, έφθασε πλέον ο καιρός που θα ιδρυθή επί της γης η Εκκλησία. 8 Σας δίδω εξουσίαν να θεραπεύετε ασθενείς, να καθαρίζετε λεπρούς, να ανασταίνετε νεκρούς, να διώχνετε δαιμόνια. Προσέχετε, μη εμπορευθήτε ποτέ το χάρισμα αυτό· δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δώστε.

 

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (Εβρ. 11, 33-12, 2)

Ἀδελφοί, οἱ Ἅγιοι πάντες διά πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τούς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι,
κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι. Τοιγάρουν καὶ ἡμεῖς, τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων, ὄγκον ἀποθέμενοι πάντα καὶ τὴν εὐπερίστατον ἁμαρτίαν, δι' ὑπομονῆς τρέχωμεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα, ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν, ὃς ἀντὶ τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινε σταυρόν, αἰσχύνης καταφρονήσας, ἐν δεξιᾷ τε τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ κεκάθικεν.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ

Ἀδελφοί, οἱ πατέρες μας μέ τήν πίστη κατατρόπωσαν βασίλεια, ἐπέβαλαν τό δίκαιο, πέτυχαν τήν πραγματοποίηση τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ, ἔφραξαν στόματα λεόντων· ἔσβησαν τή δύναμη τῆς φωτιᾶς, διέφυγαν τή σφαγή, ἔγιναν ἀπό ἀδύνατοι ἰσχυροί, ἀναδείχτηκαν ἥρωες στόν πόλεμο, ἔτρεψαν σέ φυγή ἐχθρικά στρατεύματα· γυναῖκες ξαναπῆραν πίσω στή ζωή τούς ἀνθρώπους τους, κι ἄλλοι βασανίστηκαν ὡς τό θάνατο, χωρίς νά δεχτοῦν τήν ἀπελευθέρωσή τους, γιατί πίστευαν ὅτι μποροῦσαν ν' ἀναστηθοῦν σέ μιά καλύτερη ζωή. Ἄλλοι δοκίμασαν ἐξευτελισμούς καί μαστιγώσεις, ἀκόμη καί δεσμά καί φυλακίσεις. Λιθοβολήθηκαν, πριονίστηκαν, πέρασαν δοκιμασίες, θανατώθηκαν μέ
μαχαίρι, περιπλανήθηκαν ντυμένοι μέ προβιές καί κατσικίσια δέρματα, ἔζησαν σέ στερήσεις, ὑπέφεραν καταπιέσεις, θλίψεις καί κακουχίες –ο κόσμος δέν ἦταν ἄξιος νά 'χει τέτοιους ἀνθρώπους– πλανήθηκαν σέ ἐρημιές καί βουνά, σέ σπηλιές καί σέ τρύπες τῆς γῆς. Ὅλοι οἱ παραπάνω, παρά τήν καλή μαρτυρία τῆς πίστης τους, δέν πῆραν ὅ,τι τούς ὑποσχέθηκε ὁ Θεός. Αὐτός εἶχε προβλέψει κάτι καλύτερο γιά μᾶς, ἔτσι ὥστε νά μή φτάσουν ἐκεῖνοι στήν τελειότητα χωρίς ἐμᾶς.
Ἔχοντας, λοιπόν, γύρω μας μιά τόσο μεγάλη στρατιά μαρτύρων, ἅς τινάξουμε ἀπό πάνω μας κάθε φορτίο, καί τήν ἁμαρτία πού εὔκολά μᾶς ἐμπλέκει, κι ἅς τρέχουμε μέ ὑπομονή τό ἀγώνισμα τοῦ δύσκολου δρόμου, πού ἔχουμε μπροστά μας. Ἅς ἔχουμε τά μάτια μας προσηλωμένα στόν Ἰησοῦ, πού μᾶς ἔδωσε τήν πίστη, τήν ὁποία καί τελειοποιεῖ. Αὐτός, ἀντί γιά τή χαρά πού θά μποροῦσε νά ἔχει, ὑπέμεινε τό σταυρικό θάνατο περιφρονώντας τήν ἀτίμωση, καί κάθισε στά δεξιά τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ.

ΤΟ «ΟΠΛΟ» ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ

Η εορτή των «πρωταποστόλων» Πέτρου και Παύλου αλλά και των άλλων μαθητών του Κυρίου προ(σ)καλεί σε ορθή αυτοσυνειδησία της πίστεώς μας και μας δίνει το γνήσιο παράδειγμα ώστε να «ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν τοῦ Κυρίου». Διότι βεβαίως αυτό έκαναν και όλοι οι απόστολοι: περιπατούσαν «ἐν Κυρίῳ».

Ο άγιος υμνογράφος μάλιστα στην προσπάθειά του να μας υποδείξει τον δρόμο των αποστόλων και πώς κινήθηκαν στον κόσμο ως  απεσταλμένοι του Χριστού σημειώνει κάτι ιδιαιτέρως σημαντικό, το οποίο αποτελεί παρακαταθήκη και για εμάς που θέλουμε να βρισκόμαστε στη δική τους πορεία: Ποιο ήταν το όπλο που χρησιμοποίησαν μέσα στον εχθρικό γι’ αυτούς κόσμο που βρέθηκαν. Διότι είναι δεδομένο – το είδαμε στη ζωή του ίδιου του Κυρίου Ιησού – ότι ο κόσμος ο πεσμένος στην αμαρτία εναντιώνεται σε κάθε τι που δεν είναι της δικής του «γραμμής» και της δικής του «οσμής», συνεπώς κάθε τι που δεν εκφράζει το αμαρτωλό φρόνημά του το θεωρεί ξένο σώμα και προσπαθεί να το αποβάλει. Δυστυχώς αυτή είναι η τραγωδία του κόσμου: να δέχεται την ευεργεσία της χάρης του Θεού και να ανταποδίδει την κακότητα και τη σταύρωση!

Λοιπόν, στην γ΄ ωδή του κανόνα για τους κορυφαίους των αποστόλων αναφέρει: «Γυμνούς καί ἀόπλους εἰς τά ἔθνη ἀπέστειλας σοῦ τούς Μαθητάς, ἀνθ’ ὅπλων σοῦ τό ὄνομα βαστάζοντας τό ἅγιον∙ καί τόν τῆς πλάνης πόλεμον, Χριστέ, τῇ πίστει διέλυσαν» (Χριστέ, απέστειλες τους μαθητές σου  στα ειδωλολατρικά έθνη γυμνούς και άοπλους, έχοντας σαν όπλο τους το άγιο όνομά σου. Και με την πίστη τους σ’ αυτό διέλυσαν τον πόλεμο της πλάνης).

Οι απόστολοι πίστεψαν και ακολούθησαν τον Ιησού Χριστό, Αυτόν που απεκαλύφθη ως ο ενανθρωπήσας Θεός. Η Βασιλεία του Θεού που έφερε δεν είχε εγκόσμιο χαρακτήρα (αυτή ήταν και η απάντηση του Κυρίου στον Πιλάτο που του έθεσε παρόμοιο ερώτημα: «ἡ Βασιλεία ἡ ἐμή οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου»), γι’ αυτό και τα όπλα των αποστόλων ήταν μόνον πνευματικά: η πίστη στο άγιο όνομα του Χριστού. Ο κόσμος τούς αντιμετώπισε με τον δικό του τρόπο, χρησιμοποιώντας δηλαδή ό,τι βίαιο και εχθρικό είχε κατασκευάσει για τους αντιπάλους του, εκείνοι δε στάθηκαν άοπλοι και εντελώς ανυπεράσπιστοι μπροστά στα όπλα αυτά. Γι’ αυτό και γεύτηκαν βεβαίως το φυσικό και αυτονόητο που επέτρεψε και επιτρέπει συνήθως ο Θεός: τα βασανιστήρια και τον θάνατο.

 Κι εδώ βεβαίως διαπιστώνεται το παράδοξο της ύπαρξης του χριστιανού στον κόσμο: δεν εναντιώνεται στον αντίπαλο, δεν παίρνει κι αυτός όπλα να του αντιπαρατεθεί, αλλά κατά το παράδειγμα του αρχηγού της πίστεως «ὡς πρόβατον ἐπί σφαγήν ἄγεται καί ὡς ἀμνός ἄμωμος ἐναντίον τοῦ κείροντος αὐτόν ἄφωνος, οὕτως οὐκ ἀνοίγει  τό στόμα αὐτοῦ». Μία διαφορετική στάση θα σήμαινε αλλοίωση του φρονήματος του Χριστού, ο Οποίος είχε προειδοποιήσει τους μαθητές Του: «εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσιν». Στον κόσμο τούτο με άλλα λόγια ο θεωρούμενος νικητής είναι πάντα ο εχθρός της πίστεως – αυτός που οδηγεί στον σταυρό και τον θάνατο!

Αλλ’ ακριβώς στο σημείο αυτό αναδύεται πια η άλλη λογική που διέπει τη χριστιανική πίστη: κινητοποιείται η παντοδυναμία του Θεού που λειτουργεί «ανάποδα» προς τη λογική του κόσμου. Εκεί που ο κόσμος θεωρεί ότι νίκησε, εκεί πια επέρχεται η πλήρης και ολοσχερής διάλυσή του. Ό,τι συνέβη και με τον Σταυρό του Κυρίου: «Ἰδού γάρ ἦλθε διά τοῦ Σταυροῦ χαρά ἐν ὅλῳ τῶ κόσμῳ»∙ «Θαρσεῖτε, ἐγώ νενίκηκα τόν κόσμον». Ο Σταυρός δηλαδή έφερε την Ανάσταση και οι δυνάμεις του σκότους, ο ίδιος ο θάνατος και ο παμπόνηρος διάβολος, καταργήθηκαν. Ο Θεός δεν «δουλεύει» κατά τα ανθρώπινα αμαρτωλά πρότυπα – δεν θα ήταν ο Θεός μας! Κι αυτό θα πει ότι τελικώς η παντοδυναμία που φέρνει τα πάνω κάτω είναι η ταπείνωση και η αγάπη, αυτή που προσωρινά φαίνεται ότι είναι η χαμένη.

Λοιπόν, για να επανέλθουμε στο τροπάριο: οι μαθητές του Κυρίου χωρίς όπλα, γυμνοί, εκτεθειμένοι σε κάθε κακότητα του αμαρτωλού φρονήματος του κόσμου, βρέθηκαν στο τέλος νικητές. Γιατί είχαν στα χέρια τους το ισχυρότερο όπλο που υπάρχει στον κόσμο, αόρατο και «αδύναμο» για τους πολλούς: το παντοδύναμο όνομα του Χριστού. Το δικό Του όνομα είναι «τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα», μπροστά στο οποίο κλίνουν γόνυ τα επουράνια, τα επίγεια και τα καταχθόνια, όλες οι σκοτεινές δυνάμεις του κόσμου. Ψελλίζει κανείς το «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ» και τρέμουν τα σύμπαντα. Γιατί στο όνομα αυτό περικλείεται η ενέργεια του Τριαδικού Θεού, του Δημιουργού Παντοκράτορος Θεού, Αυτού δηλαδή από τον Οποίον έχουν προέλθει τα πάντα, διακρατούνται τα πάντα, κατευθύνονται προς Αυτόν τα πάντα. Κι είναι το όπλο του ονόματος του Χριστού, που ο Ίδιος έβαλε στα χέρια των μαθητών Του, καθώς τους το έδωσε και ως εντολή. «Ἔως ἄρτι οὐκ ἠτήσασθε οὐδέν ἐν τῷ ὀνόματί μου. Αἰτεῖτε καί λήψεσθε, ἵνα ἡ χαρά ὑμῶν ᾖ πεπληρωμένη» (Μέχρι τώρα δεν ζητήσατε τίποτε εξ ονόματός μου. Ζητείτε και θα πάρετε, για να είναι η χαρά σας πλήρης και ολοκληρωμένη).

Το όνομα του Χριστού: το παντοδύναμο όπλο μας στον κόσμο τούτο. Αρκεί να το επικαλούμαστε όπως και οι απόστολοι και οι άγιοί μας: με πίστη στην προσωπική παντοδύναμη και πανταχού παρουσία Του∙ με θερμή αγάπη προς την ποθητή μορφή Του.

28 Ιουνίου 2024

ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΕΥΡΕΣΕΩΣ ΤΩΝ ΤΙΜΙΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ, ΚΥΡΟΥ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΟΥ.

«Αυτοί οι μάρτυρες του Χριστού και θαυματουργοί άγιοι έζησαν επί Διοκλητιανού του βασιλέως. Από αυτούς ο μεν Κύρος καταγόταν από την Αλεξάνδρεια, ο δε Ιωάννης από την πόλη της Εδέσσης. Οι άγιοι αυτοί λόγω της κοινής πίστεως και ζωής τους ενώθηκαν και περιέρχονταν διάφορες περιοχές, ιατρεύοντας και θεραπεύοντας κάθε νόσο και ασθένεια. Επειδή όμως παράλληλα ετοίμαζαν και πολλούς πιστούς ώστε να είναι έτοιμοι για το μαρτύριο, έγιναν φανεροί από τον άρχοντα του τόπου που βρέθηκαν, ο οποίος τους συνέλαβε και τους υπέβαλε σε ποικίλα βασανιστήρια. Στο τέλος διέταξε να κοπούν τα κεφάλια τους με ξίφος. Τα σώματά τους τα πήραν και τα φρόντισαν ιδιαίτερα οι πιστοί, οι οποίοι και τα έκρυψαν λόγω της ασέβειας και απιστίας που επικρατούσε τότε. Αργότερα όμως επί της βασιλείας του Αρκαδίου κι ενώ πατριάρχευε στην Αλεξάνδρεια ο Θεόφιλος, βρέθηκαν τα τίμια και άγια αυτά λείψανά τους, οπότε την πανήγυρη για την εύρεσή τους εορτάζουμε σήμερα.

Κι ο λόγος είναι ότι κατά την ημέρα αυτή που οι άσυλοι αυτοί θησαυροί βγήκαν από τη γη, έγιναν πολλές θεραπείες και ιάσεις σε αναρίθμητα πλήθη πιστών που έτρεξαν εκεί γιατί ταλαιπωρούνταν από διάφορα νοσήματα. Για παράδειγμα, δαιμονισμένοι θεραπεύτηκαν, άρρωστοι βρήκαν την υγειά τους, τυφλοί απέκτησαν το φως τους, χωλοί μπόρεσαν να περπατήσουν, και γενικώς οι άγιοι πρόσφεραν κάθε ίαση και θεραπεία σε όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους. Κι όχι μόνο τότε που βρέθηκαν τα λείψανα, αλλά και μετέπειτα και σε κάθε χρόνο, όσοι προσέρχονται σ’ αυτούς με πίστη λαμβάνουν γρήγορα τη θεραπεία τους, εις δόξαν και αίνο Χριστού του Θεου μας που τους δόξασε».

Ο υμνογράφος των αγίων Αναργύρων Κύρου και Ιωάννου όσιος Ιωσήφ δεν αναλίσκεται σε πολλά θέματα. Η προσοχή του είναι στραμμένη σχεδόν αποκλειστικά στο χάρισμα της ανάργυρης και δωρεάν θαυματουργίας που ο Κύριος χάρισε στους δούλους Του προκειμένου να διακονούν με τον τρόπο αυτόν τους πιστούς της κάθε εποχής. Θαυματουργίας όμως που δεν εξαντλείται μόνον στα σώματα των πιστών, αλλά και στις ψυχές των ανθρώπων. Ο άγιος Ιωσήφ είναι κατεξοχήν αποκαλυπτικός και ως προς τον ίδιο του τον εαυτό: «Και μετά το τέλος σας», σημειώνει για παράδειγμα στον οίκο του συναξαρίου, «πηγάζετε τα θεία χαρίσματα σ’ αυτούς που ταλαιπωρούνται από ποικίλες νόσους και από πολλά αρρωστήματα, από τους οποίους ένας και πρώτος είμαι εγώ ο δυστυχής. Διότι πονώ και οδυνώμαι και στο σώμα και στην ψυχή από βαριά τραύματα και φωνάζω με πίστη: Γιατρέψτε με, γιατί εσείς είστε θείοι ιατροί». Κι αλλού μεταξύ πολλών άλλων: «Βρίσκομαι κάτω από τη νόσο μεγάλων αμαρτημάτων, άγιοι, και ταλαιπωρούμαι από τις αρρώστιες και τους πόνους της σάρκας. Από αυτά σώστε με, ικετεύοντας τον αγαθοδότη Χριστό» (ωδή ε΄).

Κι είναι ευνόητη η διπλή αναφορά του υμνογράφου: και ο ίδιος και όλοι οι άνθρωποι ως ψυχοσωματικές υπάρξεις χειμαζόμαστε και ψυχικά και σωματικά λόγω της αμαρτίας που αγκαλιάζει όλο το ανθρώπινο γένος απαρχής και έως εσχάτου της γης – διά της αμαρτίας των προπατόρων μας εισήλθε η φθορά και ο θάνατος, και στην ψυχή και στο σώμα. Οπότε κάθε θεραπεία και ίαση είναι θεραπεία στον βαθμό που ιατρεύει τη διπλότητα αυτήν του ανθρώπου. Τι νόημα θα είχε μία θεραπεία σωματικής μόνο τάξεως, όταν η ψυχή ασθενεί; Ένας ασθενής ψυχικά άνθρωπος - και δεν εννοούμε τον έχοντα ψυχική ασθένεια κατά την έννοια της νεώτερης εποχής αλλά τον μη πνευματικά ισορροπημένο άνθρωπο, συνεπώς τον ζώντα μέσα στην πονηρία και την αμαρτία – δεν μπορεί να ησυχάσει και να γαληνέψει, έστω κι αν είναι σαν ταύρος στο σώμα του. Το αντίθετο: όπου και να βρεθεί και να σταθεί θα περιφέρει την ανισορροπία του. Από την άλλη, ένας υγιής ψυχικά και πνευματικά, που θα πει με τα δεδομένα της χριστιανικής πίστεως ένας άγιος πιστός στον Χριστό άνθρωπος, και σωματικά να μην είναι καλά, αυτός θα είναι «εντάξει» όπου και να βρεθεί, γιατί η χάρη του Χριστού στην καρδιά του θα τον κάνει να βλέπει την όποια σωματική αρρώστια του ως ευκαιρία για αύξηση της πίστης και της υπομονής του και της προκοπής του – «όταν ασθενώ, τότε είμαι δυνατός», κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου.

Οι άγιοι Ανάργυροι λοιπόν θεράπευαν τα σώματα, αλλά και τις ψυχές των ανθρώπων, κατά το πρότυπο του Κυρίου που ήταν και είναι «ὁ ἰατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων». Και ο σκοπός τους στην προσφορά αυτή ήταν οι άνθρωποι να ξυπνήσουν πνευματικά, ώστε να μετανοήσουν και να ενωθούν σωστά με τον Χριστό – η σωματική θεραπεία να οδηγήσει στην πνευματική ίαση. Δεν είναι τυχαίο που ο υμνογράφος ήδη από τον πρώτο ύμνο γι’ αυτούς στην εσπερινή ακολουθία τους τούς χαρακτηρίζει ως «θεμελίους της πίστεως» και «τα άνθη που απέπνεαν την αληθινή οσμή της επίγνωσης του Θεού». Κι αυτό θα πει βεβαίως ότι οι άγιοι απέκτησαν το χάρισμα της διπλής ιάσεως των ανθρώπων, γιατί προσφέρθηκαν ολοκληρωτικά στον Κύριο και Θεό τους – «έλαμψαν με τη λαμπρότητα της ζωής τους και με την πνευματική άσκησή τους» (στιχ. εσπ.). «Αναθέσατε τους εαυτούς σας στον Θεό, άγιοι, και υπομείνατε κάθε πείρα φοβερών βασανιστηρίων για χάρη Του, οπότε πεθαίνοντας με προθυμία, πηγάζετε και μετά το τέλος σας σε όλους τα θεία χαρίσματα» (οίκος συναξαρίου).

Είναι συγκινητική ωστόσο η επιμονή του αγίου υμνογράφου να επικεντρώνει στη θεραπεία των ψυχικών παθών από τους μεγάλους αυτούς αγίους, των οποίων μάλιστα ο τάφος κι ο ναός ακτινοβολεί περισσότερο και από τις λαμπρές ακτίνες του ηλίου (ωδή θ΄). Ενώ δηλαδή προβάλλει τη ιατρική δύναμη των Αναργύρων αγίων ως προέκταση της ιατρικής δύναμης του Κυρίου, δύναμη κι απέναντι σε «ἀνίατα πάθη», όμως καταλήγει σε ό,τι κατ’ αυτόν είναι όντως ανίατο: «τά πάθη τῆς καρδίας» που είναι «ἄλογα πάθη». «Συντρίψατε με την άθλησή σας τον δυσμενή εχθρό (τον Πονηρό και τα όργανά του), αφού δεχτήκατε τη χάρη του Θεού να θεραπεύετε πάθη ανίατα. Γι’ αυτό, σοφοί, γιατρέψτε τώρα τα πάθη της καρδιάς» (ωδή α΄). Και: «σώστε εμάς που σας μακαρίζουμε με λόγια, από τα άλογα πάθη, μέσω των προσευχών σας» (ωδή α΄).

Μία τέτοια θεραπεία από τους αγίους, πνευματικής κυρίως τάξεως, οδηγεί τον πιστό,  κατά τον ποιητή,  στην ωραίωση της καρδιάς του. Όπως συνηθίζουν οι υμνογράφοι να ομιλούν για τους αγίους ως εκείνους που «ουράνωσαν τη γη» (βλ. ακολουθία των αγίων Πάντων), έτσι και οι άγιοι Ανάργυροι: έχοντας και οι ίδιοι «ωραϊσθεί» από τις θείες καλλονές και κυρίως από τον Χριστό «τόν ὡραῖον ἐν κάλλει», μπορούν με τις προσευχές τους να «πείσουν» τον Κύριο να κάνει ωραίες και τις δικές μας καρδιές. Ωραίος άνθρωπος δηλαδή, που λέμε μερικές φορές, είναι ο άγιος που έκανε θρόνο την καρδιά του για να αναπαυθεί η πηγή της ωραιότητος, ο Κύριος. «Είστε μαζί τώρα με τις ιερότατες χορείες των ιερών αθλοφόρων μαρτύρων κι έχετε καλλωπιστεί κι εσείς από τις θείες καλλονές, άγιοι. Γι’ αυτό και τον ωραίο ως προς το κάλλος Του Ιησού παρακαλείτε αδιάκοπα, ώστε να ωραιώσει και τις δικές μας τις καρδιές, ενδοξοι μάρτυρες» (ωδή θ΄).

27 Ιουνίου 2024

ΕΤΟΙΜΟΙ! ΠΥΡ!

Συχνά σκέφτομαι πόσο βοηθητικό θα ήταν για την κατά Χριστόν ζωή, και τη δική μου και των άλλων, να είχαμε πάντοτε έναν πίνακα που να απεικονίζει έναν αθλητή ταχύτητας, κατά προτίμηση των εκατό μέτρων, την ώρα που είναι έτοιμος στο σημείο εκκίνησης για την εκτίναξή του σα βολίδα προς κάλυψη της κούρσας του, αλλά και τον συγκεκριμένο υπεύθυνο που θα δώσει το σήμα εκκίνησης. Και λέω κατά προτίμηση των εκατό μέτρων, γιατί αυτό συμβολίζει καλύτερα, νομίζω, τη μικρή χρονικά έκταση της ζωής μας στον κόσμο τούτο.

Γιατί είναι βοηθητική μία τέτοια εικόνα; Διότι έτσι απεικονίζεται καλύτερα από κάθε τι άλλο αυτό που έχει πει ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός ότι πρέπει να κάνουμε σε κάθε στιγμή της ζωής μας. Να είμαστε έτοιμοι να «φύγουμε» από τη ζωή αυτή είτε με τον θάνατό μας είτε με την άδηλη ώρα της Δευτέρας Του Παρουσίας. «Γίνεσθε έτοιμοι, ότι η ώρα ου δοκείτε ο Υιός του ανθρώπου έρχεται». «Γρηγορείτε». Όπως ο αθλητής βρίσκεται στη μεγαλύτερη δυνατή ένταση: όλος ο εαυτός του, ψυχή τε και σώματι, είναι συγκεντρωμένος σ’ αυτό που κάνει και σ’ αυτήν την αναμονή, το ίδιο και οι πιστοί στον Κύριο: πρέπει να είμαστε απολύτως συγκεντρωμένοι στη «στιγμή», στο εδώ και το τώρα, ώστε να ζούμε με τη μεγαλύτερη αναμαρτησία, ώστε η όποια ώρα κλήσεώς μας από τον Κύριο να μας βρει στη όραση Εκείνου.

Ο χρόνος μας δεν μπορεί να σπαταλιέται τήδε κακείσε. Η κάθε στιγμή μας είναι ό,τι καλύτερο έχουμε, ό,τι ιερότερο ως δώρο Θεού μας δίνεται. Την κάθε στιγμή κερδίζουμε ή χάνουμε τον Παράδεισο, κερδίζουμε δηλαδή ή χάνουμε τον Θεό και τον εαυτό μας. Τα μεγαλεπήβολα σχέδια ας τα έχουν εκείνοι που τις περισσότερες φορές τα οραματίζονται χωρίς τελικώς να κινούν ούτε το δαχτυλάκι τους για να κάνουν κάτι. Εμείς, ας σκύβουμε ταπεινά σε ό,τι πρόκειται μπροστά μας: τη «στιγμή» της ζωής μας, και ας κάνουμε έστω και το πιο λιγοστό που θα μας κρατάει όμως στη μεγαλειώδη ετοιμότητα συνάντησης με τον Θεό μας. «Καταξίωσον, Κύριε, εν τη στιγμή ταύτη, αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς».    

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΑΜΨΩΝ Ο ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ

«Αὐτός ὁ ἅγιος καταγόταν ἀπό τή Ρώμη καί ἔζησε τόν 6ο αἰώνα. Τόν πλοῦτο πού τοῦ ἄφησαν οἱ γονεῖς του τόν μοίρασε στούς πτωχούς καί ἀναγκεμένους συνανθρώπους του καί στή συνέχεια ἦλθε στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου περνοῦσε τόν καιρό του ὡς ἡσυχαστής μέσα στόν κόσμο, δηλαδή ζώντας τό μεγαλύτερο μέρος τῆς ἡμέρας μέσα στούς ναούς, προσευχόμενος διαρκῶς καί μελετώντας τίς ῞Αγιες Γραφές. Ἡ ἁγία βιοτή του ἔγινε γνωστή στόν πατριάρχη Μηνᾶ, ὁ ὁποῖος τόν κάλεσε στήν ἱερωσύνη καί τόν χειροτόνησε πρεσβύτερο. ᾽Από κεῖ καί πέρα, ὡς κληρικός πιά ὑπῆρξε σωτήριο λιμάνι γιά ὅλους τούς πτωχούς καί τούς ἔχοντες ἀνάγκη, θέτοντας μάλιστα στήν ὑπηρεσία τῶν συνανθρώπων του καί τήν ἐμπειρία του στήν ἰατρική ἐπιστήμη. Τήν ἀγάπη του καί τίς ἰατρικές του γνώσεις ἔνιωσε καί ὁ ἴδιος ἀκόμη ὁ αὐτοκράτορας ᾽Ιουστινιανός, ὁ ὁποῖος θεραπεύτηκε ἀπό τόν ἅγιο, ὅταν προσῆλθε σέ αὐτόν, λόγω κάποιου ἀνιάτου πάθους πού τόν διακατεῖχε. ᾽Από τό γεγονός αὐτό ὁρμώμενος ὁ βασιλιάς, θαυμάζοντας ὑπέρμετρα τήν ἀρετή τοῦ ἄνδρα καί ἀπονέμοντας σεβασμό σ᾽ αὐτόν, μετά τόν ναό τῆς ῾Αγίας Σοφίας κατασκεύασε ξενώνα καί κατέστησε τόν ἅγιο σκευοφύλακα τῆς μεγάλης ᾽Εκκλησίας. Ὁ Σαμψών ἀφοῦ ἔζησε μέ καλό καί θεοφιλή τρόπο καί ἔγινε πρόξενος σωτηρίας γιά πολλούς, μέ τό νά τούς ὁδηγεῖ σέ ζῆλο καί μίμηση τοῦ δικοῦ του χριστιανικοῦ τρόπου ζωῆς, ἐκεῖ καί ἀναπαύτηκε. Τό τίμιο λείψανό του κατατέθηκε στόν μέγιστο ναό τοῦ ἁγίου Μωκίου, βρύοντας καθημερινά ἰαματοφόρα νάματα, ῾εἰς δόξαν καί αἶνον Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν».

Μυροβλήτης λοιπόν καί ὁ ὅσιος αὐτός, προσφέροντας μέ τή χάρη τοῦ Χριστοῦ  τήν ἴαση στούς ἐν πίστει προσερχομένους στόν τάφο του. Κατά τον ιερό υμνογράφο μάλιστα, τον άγιο Ιωσήφ, το μύρο το προχεόμενο από τον τάφο του ήταν σαν το μέλι που πήρε ο Σαμψών, ο κριτής της Παλαιάς Διαθήκης,  από τη γνάθο του λιονταριού όταν το  σκότωσε με τα χέρια του και το βρήκε έπειτα με πλήθος μελισσών μέσα στο κουφάρι του. «Έβγαλε να πιει μέλι ο Σαμψών παλιά από τη γνάθο, ενώ ο Σαμψών τώρα αναβρύει μύρο από τον τάφο» (στίχοι συναξαρίου). Η μυροβολία ἐκ τοῦ τάφου του  ἦταν βεβαίως συνέχεια τῆς μυροβολίας τῆς καρδιᾶς του, ἐνόσω ζοῦσε. Μόνον ἕνας πού μυροβολεῖ ἐν ζωῇ, δηλαδή ἔχει πλούσια ἀγάπη στήν καρδιά, μπορεῖ νά χαριτωθεῖ ἀπό τόν Χριστό, ὥστε νά μυροβολεῖ καί μετά θάνατο.  Τόν πλοῦτο τοῦ μύρου τῆς καρδιᾶς του, τήν ἀγάπη του, τόν εἰσέπραξαν καθ᾽ ὅλη τή ζωή του ὅσοι τόν προσήγγισαν, ἀδιακρίτως θέσεως καί τάξεως, πλούτου, μόρφωσης ἤ ἡλικίας. Εἴτε πτωχός εἴτε καί ὁ ἴδιος ὁ βασιλιάς, ἀνεξαιρέτως ὅλοι, μέσω τοῦ ἁγίου ἔρχονταν σέ ἐπαφή μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μας. Ὁ ἅγιος ἦταν τό ὄργανο τοῦ Θεοῦ, προκειμένου νά θεραπευτεῖ καί στήν ψυχή καί στό σῶμα ὁ κάθε ἄνθρωπος. Κατά τον ιερό υμνογράφο «Φάνηκες η συμπαθέστατη βοήθεια των πτωχών και ο άριστος ιατρός των ασθενών, όσιε, και των ταλαιπωρουμένων η βοήθεια» (ωδή α´).

Ἡ ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο πού τόν διακατεῖχε, ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς ἀγάπης του πρός τόν Θεό. «Μιμήθηκε (ο Σαμψών) την ευσπλαχνία του Θεού και έγινε συμπαθής στους αρρώστους και το ένδυμα όλων των γυμνών» (ωδή γ´). Κι εἶναι γνωστό: κανείς δέν μπορεῖ νά ἀγαπήσει σωστά τόν συνάνθρωπό του, ἀκόμη καί τόν ἐχθρό του, ἄν δέν ἔχει στραφεῖ πρός τόν Θεό καί δέν ἔχει ἐξαρτήσει τήν ὕπαρξή του ἀπό Αὐτόν. Διαφορετικά, ἡ ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο, παρόλες ἴσως τίς καλές διαθέσεις πού μπορεῖ κάποιος νά ἔχει, θά εἶναι μέ ἡμερομηνία λήξεως. Ποιός θά μποροῦσε, γιά παράδειγμα, νά ἀγαπήσει τόν ἐχθρό του χωρίς λόγο; Μόνον ὁ ἀγαπῶν τόν Θεό ἔχει λόγο νά ἀγαπήσει καί τόν κάθε πλησίον του. Κι ἡ ἀγάπη τοῦ ὁσίου πρός τόν Θεό ἦταν ὁρατή ῾μακρόθεν᾽: ἐντρυφοῦσε ἀδιάκοπα στήν προσευχή καί τή μελέτη τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, χαρά του ἦταν ἡ διαμονή μέσα στίς ἐκκλησίες. Ὁπότε καί τά ῾μάτια᾽  του ἀνοίχτηκαν, γιά νά βλέπει τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ καί στά πρόσωπα τῶν εἰκόνων ᾽Εκείνου, τῶν συνανθρώπων του. «Ανέθεσες τον εαυτό σου, Σαμψών, ολοκληρωτικά στον Κύριο» (εξαποστειλάριο όρθρου).

Ἡ ἀγάπη ὅμως πρός τόν Θεό δέν γεννιέται αὐτόματα οὔτε εἶναι ἕνα χάρισμα πού δίνεται ἀπό τόν Θεό ῾τυφλά᾽. Πρέπει καί ὁ ἄνθρωπος νά συνεργήσει σέ αὐτό. Καί συνεργεῖ, ὅταν κι ὁ ἴδιος θέλει νά εἶναι μέ τόν Θεό – τό «κάτι» πού ζητάει ὁ Θεός ἀπό τόν ἄνθρωπο, ὅπως ἔλεγε ὁ ὅσιος Γέροντας Πορφύριος. Πότε διατηρεῖται ἡ ἐπιθυμία αὐτή στόν ἄνθρωπο; Ὅταν δέν ἀφήνει τόν ἑαυτό του νά παρασυρθεῖ ἐντελῶς ἀπό τόν πονηρό, ὅταν, ἔστω καί λίγο, προσπαθεῖ νά διατηρήσει τόν νοῦ του καθαρό ἀπό ἐμπαθεῖς λογισμούς. Ὁπότε ὁ Θεός, παίρνοντας ἀφορμή ἀπό τήν καλή αὐτή διάθεση, δίνει τή χάρη Του πλούσια γιά νά καθαριστεῖ ἐντελῶς ὁ νοῦς, νά γίνει θεοειδής καί νά βλαστάνει διαρκῶς τήν ἀγάπη πρός Αὐτόν καί πρός τόν συνάνθρωπο, κάτι πού τό βλέπουμε στούς ἁγίους μας, καί ἰδίως στόν σήμερα ἑορταζόμενο ὅσιο Πατέρα Σαμψών. «Φάνηκες καθαρός ναός του παναγίου και σεπτού Πνεύματος, επειδή καθάρισες τον εαυτό σου πραγματικά από τη λάσπη των παθών, θεοφόρε Πατέρα» (ωδή ε´). 

26 Ιουνίου 2024

ΠΡΟΚΟΠΗ ΚΑΙ ΦΙΛΟΤΙΜΟ

 

«Ο προκομμένος άνθρωπος, σε όποια ζωή κι αν βρεθεί, είτε Μοναχός είτε λαϊκός, θα κάνει προκοπή πνευματική, γιατί θα εργασθεί φιλότιμα. Ενώ ο άνθρωπος που δεν καλλιεργεί το φιλότιμο που του χάρισε ο Θεός, ανεπρόκοπος θα είναι και στη μια ζωή και στην άλλη» (Π. Μ. Σωτήρχος, Γέρων Παΐσιος, Βίος, Διδαχές…, εκδ. Παπαδημητρίου, 2009).

Αγχώνονται πολλοί χριστιανοί νέοι άνθρωποι, και όχι μόνο, για την επιλογή που θα κάνουν στη ζωή τους: να γίνουν έγγαμοι ή να καλογερέψουν. Και δικαίως: η επιλογή αυτή αποτελεί ίσως την πιο καίρια απόφαση που πρέπει να λάβουν – καθορίζεται η περαιτέρω πορεία τους. Πολλοί μάλιστα αναλίσκονται στην αναζήτηση εκείνων των ανθρώπων, πνευματικών, μοναχών, Γεροντάδων, που θα τους δώσουν μία απάντηση που θα τους πείσει ότι είναι η πιο ενδεδειγμένη γι’ αυτούς. Δεν είναι λίγοι εκείνοι μάλιστα που εύχονται να συναντήσουν έναν διορατικό και προορατικό Γέροντα, ώστε αυτό που θα τους πει να έχει τη «σφραγίδα» του Θεού – δεν θα λαθέψουν μ’ αυτό που θα ακολουθήσουν! Κι εννοείται ότι οι άγιοι Γέροντες της εποχής μας, Πορφύριος, Παΐσιος, Ιάκωβος κ.ά., δέχονταν πολύ συχνά τέτοιους επισκέπτες που τους πίεζαν να αποφασίσουν αυτοί για εκείνους.

Η απάντηση βεβαίως που έδιναν οι σοφοί αυτοί άνθρωποι, σοφοί όχι μόνον από φωτισμό Θεού αλλά και από τη μακρά εμπειρία που είχαν από τις σχέσεις τους με τους ανθρώπους, ήταν ίσως απρόσμενη και όχι η πλήρως «επιθυμητή» από τους επισκέπτες τους: τους έστρεφαν στον εαυτό τους, ώστε αυτοί μόνοι τους να αποφασίσουν για τη ζωή τους. Η απάντηση για παράδειγμα που έδωσε ο άγιος Πορφύριος σε έναν τέτοιο νεαρό που τον ρώτησε τι θα ήθελε ο Θεός γι’ αυτόν είναι ό,τι ρεαλιστικότερο και λογικό και υποδειγματικό: «ο Θεός θέλει για σένα ό,τι εσύ θέλεις βαθιά μέσα σου». Κι αυτό βεβαίως σημαίνει ότι τελικώς όλοι μέσα μας, αν αφουγκραστούμε την καρδιά μας, ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε – η καρδιά μας είναι ο καλύτερος σύμβουλός μας. Πρόκειται νομίζουμε για το ίδιο που επεσήμαινε και ο άγιος Παΐσιος σε παρόμοιους προβληματισμούς: «Αν έχεις εννιά λογισμούς από τους δέκα να γίνεις καλόγερος και έναν λογισμό να παντρευτείς, τότε να παντρευτείς. Γιατί ο ένας αυτός θα σε ταλαιπωρεί ολόκληρη τη ζωή σου».

Στο παραπάνω παρατιθέμενο απόσπασμα όμως του οσίου Παϊσίου έχουμε και κάτι επιπλέον. Ο όσιος ξεπερνά τον προβληματισμό της κρίσιμης απόφασης για τον δρόμο ζωής: έγγαμος ή μοναχός, και προσανατολίζει στο πιο σημαντικό κατ’ αυτόν στοιχείο: τη φιλοτιμία. Αν είμαστε φιλότιμοι, σημειώνει, και λάθος επιλογή να κάνουμε ο Θεός δεν θα μας αφήσει. Θα ευλογήσει και τη λάθος επιλογή μας και θα μας βοηθήσει να προκόψουμε, δηλαδή να προχωρήσουμε τη σχέση μας μ’ Εκείνον και να τελειωθούμε. Οπότε μπορεί κάποιος να γίνει καλόγερος ενώ το χάρισμά του είναι ο έγγαμος βίος, αλλά αν είναι φιλότιμος θα γίνει προκομένος καλόγερος και θα αγιάσει. Κι από την άλλη: μπορεί κάποιος να συζευχθεί, ενώ η κλήση του είναι για μοναχός, αλλά εφόσον είναι φιλότιμος θα είναι καλός σύζυγος και καλός οικογενειάρχης – ο αγιασμός του θα επέλθει μέσα από τον δρόμο αυτόν ζωής.

Το ερώτημα βεβαίως είναι τι σημαίνει φιλοτιμία για τον άγιο; Κι η απάντηση που παίρνουμε από τα λόγια του, προφορικά και γραπτά, είναι: ο πιστός άνθρωπος να έχει αίσθηση της παρουσίας του Χριστού στη ζωή του που τον κινητοποιεί να αγωνίζεται με ευαισθησία στην τήρηση των αγίων εντολών του Χριστού, μάλιστα δε της αγάπης. Μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε πως ό,τι εξέφραζε ο μέγας Γέρων με τη λέξη «φιλοτιμία» ήταν το ίδιο που εξέφραζε με τη λέξη «αρχοντιά», πιο συγκεκριμένα μάλιστα με τη φράση «αρχοντική αγάπη». Ο ίδιος ο Θεός είναι ο άρχοντας της αγάπης κατά τον άγιο, συνεπώς και ο φιλότιμος άνθρωπος είναι ο αγωνιζόμενος να μοιάσει του Θεού του. Ευνόητο έτσι ότι η φιλοτιμία συνιστά ζεύγος με την προκοπή. Προκόβει ο φιλότιμος, ό,τι κι αν κάνει και όπου κι αν βρίσκεται, προκόβει δηλαδή ο ευαίσθητος άνθρωπος που τις εντολές του Χριστού τις θεωρεί ως τον μεγαλύτερο θησαυρό της ζωής του.   

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΔΑΥΙΔ Ο ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

«Αυτός ο μακάριος καταγόταν από την Ανατολή και καταύγασε τη Δύση σαν πολύφωτος αστέρας. Διότι αφού υπέταξε τα πάθη της σάρκας από την παιδική του ηλικία με την εγκράτεια και την αγνότητα, φάνηκε ως ένσαρκος άγγελος. Έφτιαξε καλύβα σε μία αμυγδαλιά και εύφρανε τους πάντες με τους λόγους του, ενώ ο ίδιος έδωσε φτερά στον νου του φτάνοντας σε ένθεο ύψος. Γι᾽ αυτό και ο Θεός τού έδωσε πλούσια τη χάρη της θαυματουργίας και φάνηκε φωτεινότατος στύλος καταφωτίζοντας όλους με τα θαύματά του. Παγώνοντας τον χειμώνα και φλεγόμενος το καλοκαίρι έφτασε γρήγορα στην απάθεια. Κι αφού κατάφλεξε τις ηδονές της σάρκας, πήρε με τα χέρια του αναμμένους άνθρακες κι αφού στάθηκε κατά πρόσωπο του βασιλιά τον θυμιάτισε χωρίς να καεί καθόλου. Έτσι αφού κατέπληξε κάθε ανθρώπινη φύση με τη ζωή του και τα θαύματά του, μετατέθηκε προς τον Κύριο, τον Οποίο από βρέφος αγάπησε με μεγάλο πόθο».

Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος δεν μπορεί να αντισταθεί στην πρόκληση που του δίνει το όνομα του οσίου Δαυίδ. Ο όσιος τον παραπέμπει στον προφητάνακτα Δαυίδ, από τον οποίο βρίσκει αντιστοιχίες ζωής με εκείνον: ο νέος Δαυίδ πάλεψε με τα πάθη του που ήταν σαν τον Γολιάθ του πρώτου Δαυίδ, και τα νίκησε. Ο νέος Δαυίδ εξεικονίζει τον παλαιό Δαυίδ, γιατί έγινε κι αυτός σαν εκείνον ευθύς, ταπεινός, πράος (στίχοι συναξαρίου, ωδή η΄).  Η σύγκριση που κάνει ο άγιος υμνογράφος λοιπόν μεταξύ των δύο Δαυίδ γίνεται ακριβώς γι᾽ αυτόν τόν σκοπό: να προβάλει τον όσιο ως τέτοιο πνευματικό αγωνιστή που έφτασε σε ύψη κατά Χριστόν απάθειας και έγινε κατοικητήριο του αγίου Πνεύματος (ωδή α´). «Γνωρίστηκες ως οίκος του θείου Πνεύματος, όσιε Δαυίδ» (ωδή ς´). 

Από την άποψη αυτή ο όσιος Δαυίδ, ως ῾έμπλεως συνέσεως και χάριτος᾽ (ωδή δ´), έγινε έκτοτε μία άλλη παρουσία του Θεού στον κόσμο που βοηθά αυτόν να ξεφεύγει από τη δαιμονική κακία. Με άλλα λόγια ο άγιος υμνογράφος υπενθυμίζει για μία ακόμη φορά ότι οι άγιοι, αγιάζοντας τον εαυτό τους, δηλαδή γινόμενοι δίοδος ώστε να φανερώνεται η ενέργεια του Θεού, αποτελούν τους μεγαλύτερους ευεργέτες του κόσμου. Ο αγιασμός αυτών συντελεί και στον αγιασμό των υπολοίπων ανθρώπων, η δική τους πνευματική άνοδος δίνει ώθηση και στην αναγωγή των υπολοίπων ημών. Ο υμνογράφος μάς καθοδηγεί επ᾽ αυτού. «Ο βίος σου, όσιε, αφού αναδείχτηκε ένδοξος από τη βία που άσκησες πάνω στην ανθρώπινη φύση σου, λύτρωσε τους ανθρώπους, με τη συνέργεια του Πνεύματος, από τη βιαιότατη κακία» (ωδή δ´).

Πόση παρηγοριά από αυτό, αλλά και πόση ευθύνη! Κατανυσσόμαστε από την αγάπη του Θεού και των αγίων απέναντι σε εμάς τους απλούς και αμαρτωλούς – ο αγώνας των αγίων γίνεται και για εμάς – αλλά και προκαλούμαστε να νιώσουμε την ευθύνη που έχουμε απέναντι και στους υπολοίπους συνανθρώπους μας – ο καθένας μας είναι υπεύθυνος και για τους άλλους. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η επισήμανση του αγίου Ιωσήφ: ο όσιος κοίμισε με τον αγώνα του τα πάθη του σώματος, ο ίδιος έτσι κοιμήθηκε ειρηνικά, και με την κοίμησή του αυτή έγινε ο άγρυπνος φύλακάς μας. «Κοίμισες τις ηδονές του σώματος, όσιε Πάτερ, με τις άγρυπνες προσευχές σου και τα αγωνίσματα, γι᾽ αυτό και αφού ύπνωσες κοιμήθηκες ειρηνικά πράγματι. Λοιπόν έτσι σε αποκτήσαμε άγρυπνο φύλακά μας, εμείς που σε τιμάμε με πόθο» (ωδή γ´).

Ο άγιος Ιωσήφ αξιοποιεί στο έπακρο και την επιλογή του οσίου Δαυίδ να ζήσει σε καλύβα πάνω σε μία αμυγδαλιά. Κατά τον υμνογράφο ο όσιος, πρώτον,  έγινε σαν καλλικέλαδο πουλί, που ζει κι αυτό πάνω στα δέντρα, οπότε από εκεί έλαβε χρυσά φτερά για να ανεβεί στην απάθεια και την τελειότητα και να κατασκηνώσει τελικά στο ύψος του ουρανού (στιχηρό εσπερινού κ.α.) Και: «ευρισκόμενος στο δέντρο έγινες σαν τον αετό από πλευράς πνευματικής: απέκτησες δυνατά φτερά για να πετάξεις στα ουράνια» (ωδή θ´).  Δεύτερον,  ζώντας πάνω σε ξύλο δέντρου έκανε υπομονή,  γιατί είχε διαρκώς τα όμματα της ψυχής του προς τον εν ξύλω σταυρωθέντα Κύριο. «Έχοντας τα όμματά σου και τα νοήματα διαρκώς προς τον αναρτηθέντα στο ξύλο, έμεινες καρτερικά πάνω στο φυτό, πάτερ» (ωδή ε´). Τρίτον, σαν κλαδί κι αυτός του δέντρου έπρεπε να ποτιστεί, για να παραμείνει εκεί. Και το πότισμά του ήταν τα ποτάμια των δακρύων του (ωδή ζ´).

Η μνήμη του οσίου Δαυίδ αγιάζει και εμάς που τον τιμούμε. Έζησε άγια και καθώς συναγάλλεται τώρα μαζί με τους άλλους αγίους πρεσβεύει διαρκώς υπέρ ημών. «Η αγία μνήμη σου αγιάζει σήμερα εμάς που την τελούμε με πίστη, όσιε Δαυίδ. Διότι έζησες τη ζωή σου, άγιε, με αγιότητα και μετά την κοίμησή σου συναγάλλεσαι πάντοτε με τους αγίους» (ωδή θ´). 

25 Ιουνίου 2024

"ΝΑ ΤΗΝ ΠΟΝΕΣΩ!"

 

«Ένας γνωστός του οσίου Γέροντος Παϊσίου τον παρακάλεσε να προσευχηθεί για κάποια κοπέλα, που είχε μπλέξει με αποκρυφιστές. Ο Γέροντας του είπε: Πρέπει να την πονέσω. Ο συνομιλητής του δεν κατάλαβε, νόμισε ότι ο Γέροντας εννοούσε να της προκαλέσει πόνο. Αλλά ο Γέροντας του εξήγησε: Πες μου κάτι για να πονέσω γι’ αυτήν και να προσευχηθώ με πόνο ψυχής γι’ αυτήν» (Οσίου Γέροντος Παϊσίου αγιορείτου, Διδαχές και Αλληλογραφία, εκδ. Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος, Μήλεσι 2007).

Δεν υπάρχει πιστός χριστιανός που να μη γνωρίζει την αξία της προσευχής και τη δύναμή της τόσο για τη ζωή του ίδιου του προσευχόμενου όσο και για τη ζωή εκείνων χάριν των οποίων προσεύχεται. Η προσευχή αποτελεί θέμα ζωής και θανάτου, χωρίς αυτήν ένας χριστιανός δεν μπορεί κυριολεκτικά να ζήσει και να αναπνεύσει – «πρέπει να προσευχόμαστε περισσότερο και απ’ όσο αναπνέουμε» σημειώνουν οι άγιοι της Εκκλησίας μας (άγιος Γρηγόριος Θεολόγος). Κι είναι ευνόητο: ο άνθρωπος χωρίς την αδιάκοπη αναφορά του στον Θεό Πατέρα του, τον Δημιουργό και Προνοητή και Διακυβερνητή του, πώς μπορεί να ζήσει φυσιολογικά και με χαρά; Όποιος διέγραψε τον Θεό από τη ζωή του διεπίστωσε, έστω και χωρίς ιδιαίτερη επίγνωση πολλές φορές, ότι η ζωή του έγινε μία κόλαση: η πνευματική ασφυξία τον κάνει να ζει ένα θάνατο προ του θανάτου του.

Κι αν έχει απόλυτη αξία και τεράστια δύναμη η προσευχή για κάθε χριστιανό, πόσο περισσότερο για έναν άγιο, για έναν άνθρωπο δηλαδή που πράγματι η πίστη στον Χριστό αποτελεί το χαρακτηριστικό της ύπαρξής του και η αίσθηση της παρουσίας Του αγκαλιάζει και την ψυχή και το σώμα του! Τεράστια δύναμη προσευχής βεβαίως, αποδεδειγμένη από πάμπολλους χριστιανούς, είχε και ο όσιος Παῒσιος. Χιλιάδες άνθρωποι κατέφευγαν στις προσευχές του καθημερινώς, προκειμένου να παρηγορηθούν, να ενισχυθούν, να θεραπευτούν. Κι ο άγιος αναλωνόταν γι’ αυτούς. Γιατί αναλωνόταν αδιαλείπτως για τον προσωπικό του αγιασμό. Ενωμένος διά της προσευχής με τον Κύριο και Θεό του γινόταν το όργανο Εκείνου για να δρα η πανσθενής ενέργειά Του σε κάθε αναγκεμένο και δυσκολεμένο άνθρωπο.

Στο παραπάνω περιστατικό ο άγιος αποκαλύπτει και το «μυστικό» της δικής του προσευχής, που συνιστά όμως και το γνώρισμα για κάθε προσευχή που θέλει να εισακούεται από τον Θεό: η προσευχή να γίνεται «έμπονα», με πόνο δηλαδή γι’ αυτόν που κανείς προσεύχεται, είτε τον εαυτό του είτε κάποιον συνάνθρωπό του. Και μοιάζει παράδοξο: ο άγιος με δύναμη προσευχής ου τυχούσα, που η αγάπη του για κάθε πλάσμα του Θεού ήταν δεδομένη, τόσο που «καιγόταν η καρδιά του γι’ αυτό», ζητούσε ξεχωριστές πληροφορίες, ώστε μέσα από αυτές να κινηθεί περισσότερο καρδιακά: «Πες μου κάτι για να πονέσω γι’ αυτήν και να προσευχηθώ με πόνο ψυχής γι’ αυτήν». Τι καταλαβαίνουμε; Ότι βεβαίως η προσευχή γενικά για τον άνθρωπο και τα δεινά του είναι κάτι επιβεβλημένο που εκφράζει την αγάπη ενός αγίου, όμως απαιτείται και η γνώση της ζωής του, των δυσκολιών που πιθανόν περνάει, των αδυναμιών που μπορεί να έχει, κι αυτό γιατί τότε συγκινείται κατεξοχήν  η ευαίσθητη καρδιά του αγίου καθώς μετατίθεται στη θέση του όποιου ψυχικά ή σωματικά πάσχοντος. Όταν μαθαίνουμε τα δεινά που υφίσταται ένας συνάνθρωπός μας, πολύ περισσότερο ένας φίλος και γνωστός μας, και «πέτρινη» καρδιά να έχουμε συγκινούμαστε - απείρως περισσότερο συμβαίνει τούτο με τους αγίους μας. Κι αυτό σημαίνει ότι ένας άγιος, έστω και διορατικός και προορατικός, δεν βρίσκεται πάντοτε στην υπέρ φύσιν κατάσταση της διόρασης και της προόρασης. Το αντίθετο: το σύνηθες είναι να κινείται στη ζωή του όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι και εκτάκτως να φωτίζεται για το επιπλέον που του δίνει ο Κύριος. Οπότε, έχει ανάγκη τη γνώση, την πληροφορία, ό,τι ανθρώπινο, το οποίο όμως χρησιμοποιεί για να εκφραστεί η γεμάτη χάρη Θεού καρδιά του.

Θυμόμαστε αίφνης και την αντίστοιχη περίπτωση του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη. Ευρισκόμενος ως οικονόμος σε μετόχι της Μονής του αγίου Παντελεήμονος προσευχόταν με δάκρυα στα μάτια για τους εργάτες που εργάζονταν στο Μοναστήρι. Και τι του έδινε το έναυσμα ώστε η προσευχή του να είναι δακρύρροη, τόσο που να νιώθουν την ενέργειά της οι εργάτες; Η γνώση της ζωής του κάθε εργάτη: ο τάδε που βρίσκεται εδώ ξενιτεμένος για τις ανάγκες της οικογένειάς του. «Πώς να νιώθει μόνος χωρίς τη γυναίκα του και τα παιδιά του;» Ή ο δείνα που η αρραβωνιαστικιά του τον περιμένει να παντρευτούν, αλλά τα οικονομικά τους είναι λιγοστά; Ή ο άλλος που το παιδί του είναι άρρωστο, αλλά αυτός είναι υποχρεωμένος να εργάζεται μακριά για να έχει τα χρήματα που απαιτούνται κ.ο.κ. Και η γνώση των προβλημάτων και των συνθηκών της ζωής τους τον έκανε να πονάει γι’  αυτούς και ο πόνος να παίρνει τη μορφή της μετά δακρύων προσευχής.

Τα παραδείγματα από τους αγίους μας είναι άπειρα. Μας δείχνουν όμως το πώς μπορούμε και εμείς να προσευχόμαστε με μεγαλύτερη θέρμη, που θα πει με μεγαλύτερη αίσθηση της παρουσίας του Χριστού και με εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν ότι θα κάνει το καλύτερο για τη ζωή τη δική μας και των άλλων. Να πονάμε για τους άλλους. Όταν μαθαίνουμε κάτι θλιβερό για τη ζωή τους να κινητοποιούμαστε στην προσευχή και όχι στο κουτσομπολιό και στην καλλιέργεια της περιέργειάς μας. Η φαντασία και η γνώση μας δηλαδή να μπαίνουν στον «ζυγό» της αγάπης και όχι στον «ζυγό» της πλάνης και της δαιμονικής κακίας.

Η ΑΓΙΑ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΦΕΒΡΩΝΙΑ Η ΠΟΛΥΑΘΛΟΣ

«Αυτή η αοίδιμη από νεαρής της ηλικίας σήκωσε τον χρηστό ζυγό του Κυρίου και ήλθε σε ένα μοναστήρι που βρισκόταν στα σύνορα Ρωμαίων και Περσών, σε πόλη που ονομαζόταν Νήσιβη (η Αντιόχεια της Μυγδονίας), έγινε μοναχή και ξεπέρασε όλες τις καλόγριες του μοναστηριού κατά την άσκηση και τη σύνεση και κατά τη μελέτη των θείων Γραφών. Ηγουμένη όλων των εκεί μοναζουσών ήταν η οσία Βρυαίνη. Κατά τους χρόνους του Διοκλητιανού, το 288, επειδή ο ηγεμόνας Σελήνος δίωκε τους χριστιανούς, οι μεν υπόλοιπες καλόγριες έφυγαν από το μοναστήρι, ζητώντας να σωθούν από τον θάνατο, η δε μακαρία Φεβρωνία, επειδή ήταν ασθενής, δεν μπόρεσε να φύγη, αλλά βρισκόταν κατάκοιτη πάνω σε ένα κρεββάτι, ενώ πλησίον της καθόταν η ηγουμένη Βρυαίνη και η ονομαζόμενη Ιερία. Εκεί λοιπόν πήγαν οι στρατιώτες του Σελήνου και αφού σύντριψαν τις θύρες με πελέκεις, μπήκαν στο μοναστήρι, κι αμέσως γύμνωσαν τα μαχαίρια τους, θέλοντας να κατακόψουν τη Βρυαίνη. Παρεκάλεσε όμως αυτούς ο Πρίμος ο ανιψιός του Λυσιμάχου νά μην την κτυπήσουν, διότι αυτός φερόταν πάντοτε προς τους χριστιανούς με συμπάθεια και ευσπλαχνία. Άρπασαν τότε τη Φεβρωνία και την έφεραν στον Σελήνο, ενώ ακολουθούσαν τη Φεβρωνία η Βρυαίνη, η Ιερία και η Θωμαΐδα, οι οποίες την στήριζαν στην πίστη και την νουθετούσαν να μη φοβηθεί τα βάσανα ούτε να προδώσει την ευσέβεια στον Χριστό. Παρακινούσαν δε αυτήν να ενθυμηθεί τις αδελφές Λιβύα και Λεωνίδα, από τις οποίες η μεν Λιβύα αποκεφαλίστηκε για τον Χριστό, η Λεωνίς παραδόθηκε στη φωτιά, η δε νέα Ευτροπία, όταν άκουσε να της λέγει η μητέρα της ῾Μη φύγεις, τέκνο μου᾽, αμέσως έδεσε τα χέρια της πίσω κι αφού έκλινε τον λαιμό της στον δήμιο, θανατώθηκε με προθυμία.

Και η μεν Βρυαίνη, αφού δίδαξε τη Φεβρωνία, επανήλθε στο μοναστήρι κλαίγοντας και θρηνώντας, γιατί φοβόταν για το άδηλο τέλος της. Γι᾽ αυτό παρακαλούσε τον Θεό να της χαρίσει νίκη κατά του διαβόλου. Η δε Θωμαΐς και Ιερία, αφού ντύθηκαν ανδρικά φορέματα και ενώθηκαν με τους υπηρέτες, ακολουθούσαν τη Φεβρωνία. Οδηγήθηκε λοιπόν η αγία στον Λυσίμαχο, τον ανιψιό του Σελήνου, και ρωτήθηκε από αυτόν να πει ποιο είναι το όνομά της, το γένος της και η θρησκεία της. Η δε μάρτυς αντί άλλης αποκρίσεως έλεγε ότι είναι χριστιανή. ´Υστερα δε ο θείος του Σελήνος επιχείρησε να μεταθέσει την αγία από την πίστη του Χριστού με κολακείες, αλλά επειδή δεν μπόρεσε, πρόσταξε να την ξαπλώσουν από τα τέσσερα μέρη, και από κάτω να την καίνε με φωτιά, ενώ από πάνω να την δέρνουν με ραβδιά. Επειδή δε όχι μόνο πλήγωσαν την αμνάδα του Χριστού από τους δαρμούς, αλλά έριχναν ακόμη και λάδι στη φωτιά, γι᾽ αυτό διαλύθηκαν οι σάρκες της μακαρίας Φεβρωνίας και έπεφταν κατά γης. Έπειτα την κρέμασαν και την ξέσχιζαν με σιδερένια νύχια και την έκαιγαν με τη φωτιά. Μετά από αυτά έκοψαν τη γλώσσα της, την οποία η αγία με ανδρεία πολλή μόνη της την έβγαλε έξω από το στόμα της. Έπειτα ξερίζωσαν τα δόντια της και έκοψαν με μαχαίρι τους δύο μαστούς της, και πάνω στο κόψιμο έβαλαν κάρβουνα αναμμένα. ´Υστερα έκοψαν τα χέρια και τα πόδια της αγίας και τελευταία την αποκεφάλισαν και έτσι έλαβε η τρισόλβια τον αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου. Κατά προσταγή του Λυσιμάχου μαζεύτηκε από τους χριστιανούς το σώμα της αγίας και οδηγήθηκε στο μοναστήρι της διά μέσου του Φίρμου του κόμητα. Το βάσταζαν δε και στρατιώτες μαζί με τον Φίρμο. Και τα μεν άλλα μέλη της αγίας συναρμόστηκαν το καθένα στην τάξη και τη φυσική του αρμονία, τα δε δόντια της τέθηκαν πάνω στο στήθος της. Και έτσι μαζεύτηκαν επίσκοποι και κληρικοί με μοναχούς και πλήθος πολύ από τους χριστιανούς, και ψάλλοντας ψαλμούς και ύμνους και κάνοντας αγρυπνία, ενταφίασαν το μαρτυρικό εκείνο και άγιο λείψανο.

Λένε δε ότι όταν κατ᾽ έτος τελείτο η μνήμη της αγίας στο μοναστήρι, βλεπόταν η μάρτυς κατά το μεσονύκτιο να είναι παρούσα μαζί με τις άλλες αδελφές και να συμψάλλει και να αναπληρώνει τον τόπο, στον οποίο και όταν ήταν ζωντανή στεκόταν, μέχρι ότου γινόταν η ευχή. Μία δε φορά θέλησε η Βρυαίνη να την πιάσει, αλλά αμέσως έγινε άφαντη. Ο δε Λυσίμαχος θεώρησε ως βαριά συμφορά το μαρτύριο της αγίας, και διότι καταγόταν από μητέρα χριστιανή και διότι ο θείος του Σελήνος έδειξε μεγάλη απανθρωπιά και ωμότητα στη μάρτυρα, καθώς κατέστρεψε το κάλλος της νέας παρθένου, το οποίο ήταν σχεδόν υπεράνθρωπο. Γι᾽ αυτό από τη λύπη και την πικρία της ψυχής του τότε μεν δεν έφαγε, αλλά θρήνησε και έκλαψε πικρά τον θάνατο της αγίας, ύστερα δε, πίστεψε στον Χριστό μαζί με τον Πρίμο, και έλαβε μαζί με εκείνον το άγιο βάπτισμα. Ο δε Σελήνος έγινε έξω φρενών, κοίταξε προς τον ουρανό και μούγγρισε σαν βόδι. Έπειτα κτύπησε το κεφάλι του σε μία κολόνα, οπότε ο κακός στην ψυχή έφυγε από τη ζωή αυτή με κακό τρόπο. Τελείται δε η σύναξη της αγίας και η εορτή της στον ναό του αγίου προφήτου προδρόμου και βαπτιστού Ιωάννη, που βρίσκεται στην Οξεία».

(Από τον Συναξαριστή του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου)

Ο υμνογράφος άγιος Θεοφάνης κινείται πάνω στις ράγες του μαρτυρίου όλων των οσιομαρτύρων γυναικών: προβάλλει το μαρτύριο της αγίας Φεβρωνίας ως την κατακόσμηση της αγιασμένης ασκητικής διαγωγής της. Πρώτα δηλαδή η αγία  έζησε θαυμαστά ως μοναχή στο μοναστήρι της κι έπειτα, όταν οι περιστάσεις το κάλεσαν, πρόσφερε τον εαυτό της θυσία στον Κύριο με το μεγάλο και θαυμαστό μαρτύριό της. (ωδή η´). Γι᾽ αυτό και δεν βλέπει να υπάρχει στην αγία καμία κηλίδα αμαρτίας: όλη η ζωή της ήταν μία σπουδή πάνω στην αγάπη της προς τον Κύριο. «Δεν υπάρχει καμία κατηγορία σε σένα, πανεύφημε Φεβρωνία. Διότι εσύ από δύο μεριές σπούδασες να ευαρεστήσεις τον Λυτρωτή και Εραστή σου που είχες ποθήσει: πρώτον στολισμένη με τους κόπους της μοναχικής άσκησης, δεύτερον στολισμένη με τους άθλους των μαρτύρων, θεόφρον πανόλβιε» (ωδή δ´).

Έτσι αιτία της θαυμαστής ζωής της αγίας ήταν η φλογερή αγάπη της προς τον Θεό. Η αγία κατέβαλε τον δικό της οβολό: την αγάπη της αυτήν («Εξ απαλών ονύχων πόθησες, μάρτυς, την αιώνια πηγή της αγάπης, την επιθυμητή από όλους τους λογικούς ανθρώπους» - ωδή δ´) κι Εκείνος την ανέλαβε αφενός ενισχύοντάς την καθ᾽ όλη τη διάρκεια της επί γης πορείας της («Συ, τώρα, στερέωσες με την παντοδύναμη δεξιά Σου, Δέσποτα, την ένδοξη Φεβρωνία που αγωνιζόταν μαρτυρικά» - ωδή γ´. «Ο άγγελος που σε έσωζε, πανεύφημε Φεβρωνία, σε προστάτευε από παντού» - στιχηρό εσπερινού),  αφετέρου προσλαμβάνοντάς την στην ένδοξη βασιλεία Του («Αξιώθηκες να επιτύχεις μακαριστό τέλος, καθώς τώρα συμβασιλεύεις με τον Χριστό» -ωδή θ´).

Ο άγιος Θεοφάνης προβαίνει και σε μία σημαντική επισήμανση ως προς την ασκητική διαγωγή της αγίας Φεβρωνίας που της έδωσε και τη χάρη να μείνει μέχρι τέλους σταθερή και στο μαρτύριο. Η αγία ζούσε ως μοναχή έχοντας καθημερινή μελέτη της τον θάνατο. Μελετώντας τον θάνατο βρισκόταν σε εκείνη την πνευματική εγρήγορση, ώστε όταν κλήθηκε για το μαρτύριο όχι απλώς το δέχτηκε, αλλά έτρεξε προς αυτό. «Λάμπρυνες, μάρτυς Φεβρωνία, την ψυχή σου με την αδιάκοπη μελέτη του θανάτου, γι᾽ αυτό και έτρεξες προς το ύψος του μαρτυρίου, οδηγημένη στον Χριστό μέσα από πολλά βάσανα» (ωδή α´). Είναι γεγονός αναντίρρητο ότι κανείς δεν μπορεί να βαδίσει ορθά την πνευματική ζωή, αν δεν σκέπτεται ότι η κάθε ημέρα του μπορεί να είναι η τελευταία. Η μνήμη του θανάτου θεωρείται ως χάρη του Θεού, γιατί ακριβώς κάνει τον έχοντα αυτήν να βρίσκεται ξύπνιος πνευματικά, συνεπώς σε ετοιμότητα να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε δαιμονική προσβολή είτε μέσω των παθών είτε μέσω των διώξεων.

«Θυμίσου το τέλος σου και δεν θα αμαρτήσεις ποτέ»,  μας επισημαίνει  ήδη ο λόγος του Θεού, όπως κι ο απόστολος Παύλος αποκάλυπτε για τον εαυτό του ότι «καθ᾽ ημέραν απέθνησκε», κάθε ημέρα περίμενε ότι μπορεί να είναι η τελευταία του. Η αγία Φεβρωνία είχε τη χάρη αυτή κι ίσως πρέπει κι εμείς να εντάξουμε στα αιτήματα της προσευχής μας κι αυτό: να μας δίνει ο Θεός τη χάρη να θυμόμαστε το τέλος μας. Αν ῾κοντύνουμε᾽ την προοπτική της ζωής μας,  παλεύοντας επομένως για την αγιότητα της κάθε ημέρας, της σημερινής, ίσως δεν θα αργήσουμε κι εμείς να βρεθούμε μέσα στην έκπληξη της μεγάλης χάρης που δίνει ο Κύριος σε όλους αυτούς που Τον προσμένουν. 

ΤΟ ΓΕΝΕΘΛΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ (24 ΙΟΥΝΙΟΥ)

ἑορτή τῆς γεννήσεως τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννου Προδρόμου συνιστᾶ ἰδιαίτερα χαρμόσυνο γεγονός γιά ὅλη τή Δημιουργία : χαίρουν οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ, ὅλος πιστός στόν Χριστό κόσμος, ἀλλά ἀκόμη καί ἴδια ἄλογη φύση: «Γήθεται ἅπασα κτίσις τῷ σῷ τόκῳ θεϊκῶς». Αἰτία γι᾽ αὐτό εἶναι ὄχι μόνον ὅτι γεννήθηκε ἕνας ἀκόμη ἄνθρωπος – καί αὐτό κατά τόν Κύριο εἶναι γεγονός χαρᾶς: «διά τήν χαράν ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος ἐν τῷ κόσμῳ» εἶπε κάπου - ἀλλά ὅτι γεννήθηκε ἐκεῖνος πού προετοίμασε τό ἔδαφος γιά τόν ἐρχομό τοῦ Σωτήρα Χριστοῦ, δηλαδή φάνηκε τό λυχνάρι πρίν ἔρθει τό φῶς, ἦρθε ἡ αὐγή πρίν ἀνατείλει ὁ Ἥλιος, ἀκούστηκε ἡ φωνή πού φανέρωσε τόν ἴδιο τόν Λόγο. Οἱ ὕμνοι τῆς ᾽Εκκλησίας μας δέν φείδονται ἐπαίνων καί ἐγκωμίων γιά νά δηλώσουν τή χαρμόσυνη αὐτή πραγματικότητα, ὅπως π.χ. «γεννήθηκε ὁ Πρόδρομος, ἡ φωνή τοῦ Λόγου καί τοῦ φωτός», «τό λυχνάρι ἔρχεται πρίν τό φῶς, ἡ αὐγή φανερώνει τήν ἔλευση τοῦ ἥλιου τῆς δικαιοσύνης, προκειμένου να δημιουργηθοῦν ἐκ νέου ὅλα καί νά σωθοῦν οἱ ψυχές μας».

῎Ετσι ἡ γέννηση τοῦ ᾽Ιωάννου τοῦ Προδρόμου ἀφενός ἀποτελεῖ χαρά πού ἀντανακλᾶ τήν ὑπέρμετρη καί ἄφατη χαρά γιά τόν ἐρχομό στόν κόσμο τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἐνσαρκωθέντος Θεοῦ μας, ἀφετέρου προβάλλει τό μέγεθος τῆς προσωπικότητας τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη, ἀφοῦ εἶναι ὁ μόνος μάλιστα πού δέχτηκε ἀργότερα τόσους ἐπαίνους ἀπό τόν Κύριο καί συνεπῶς δηλώθηκε μέ τόν πιό πανηγυρικό τρόπο τό ὕψος τῆς ἁγιότητάς του: «Κανείς ἀπό τούς ἀνθρώπους δέν εἶναι μεγαλύτερος τοῦ Ἰωάννου», «ὁ μεγαλύτερος προφήτης ἀπό ὅλους τούς προφῆτες, πού ἄλλος σάν κι αὐτόν δέν ὑπάρχει οὔτε πρόκειται νά γεννηθεῖ». Γι᾽ αὐτό καί ἡ ᾽Εκκλησία μας, στοιχώντας στόν ἴδιο τόν ἀρχηγό της, τόν τοποθέτησε δεύτερο μετά τήν Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου, μέ ἰδιαίτερη καθημερινή μνημόνευσή του μετά ἀπό Αὐτήν καί μέ τή θέση του στό τέμπλο κάθε ναοῦ στά ἀριστερά τοῦ Κυρίου.

Τό προφητικό καί προδρομικό του στοιχεῖο δηλώθηκε ἀπό τήν ἀρχή τῆς δράσης του στήν ἔρημο τοῦ ᾽Ιορδάνου, πρῶτον μέ τό κήρυγμα τῆς μετανοίας καί τό βάπτισμα τῆς μετανοίας καί δεύτερον μέ τή διαρκή ἀναφορά του στόν ἐρχόμενο Μεσσία. Κι αὐτά τά δύο ἦταν ἄμεσα συνδεδεμένα μεταξύ τους, διότι κανείς δέν μποροῦσε καί δέν μπορεῖ νά πιστέψει στόν Χριστό, ἀποδεχόμενος Αὐτόν ὡς προσωπικό του λυτρωτή, ἄν δέν μετανοήσει γιά τίς ἁμαρτίες του, μέ ἀλλαγή τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς του καί μέ προσανατολισμό του στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἡ γνησιότητα τῆς δράσης του ἀπό τήν ἄλλη, δηλαδή ὅτι βρίσκεται στό ἔργο αὐτό σταλμένος ἀπό τόν Θεό, ἐπιβεβαιώθηκε καί ἀπό τό μαρτυρικό τέλος τῆς ζωῆς του, πού ἐπιστέγασε οὐσιαστικά τήν ὅλη μαρτυρική πορεία του, καί κυρίως ἀπό τά λόγια, ὅπως εἴπαμε, τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, γιά τόν Ὁποῖο ὁ Ἰωάννης πάντοτε τόνιζε ὅτι «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμέ δέ ἐλαττοῦσθαι» - Ἐκεῖνος πρέπει νά αὐξάνει καί ἐγώ νά ἐλαττώνομαι. Ἡ μεγαλωσύνη του ἀπό τήν ἄποψη αὐτή φάνηκε καί ἀπό τό μέγεθος τῆς ταπείνωσής του.

Ἡ ὑπέρμετρη ἁγιότητά του καί τό καταλυτικό γιά τήν προετοιμασία τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Χριστοῦ ἔργο του δέν ὀφείλονται μόνο στή χάρη καί τή δύναμη τοῦ Θεοῦ. ῾Ο ᾽Ιωάννης ἦταν ὁ ἐνεργούμενος ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ προφήτης, ἀλλά πού συνήργησε σ᾽ αὐτό καί ὁ ἴδιος τά μέγιστα, γιά νά ἀναδειχθεῖ στό σημεῖο πού ἔφτασε. Καί ἡ συνέργειά του ἔγκειτο στήν κατάθεση τῆς θέλησής του στήν ὑπακοή τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. ᾽Αδιάκοπα ὁ ᾽Ιωάννης , ἤδη ἐκ βρέφους κοιλίας, ἔθετε τόν ἑαυτό του στήν ὑπηρεσία τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, γεγονός πού σημαίνει ὅτι αὐτά πού τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός – τά χαρίσματα τοῦ κατά φύσιν – τά ἐργάστηκε μέ τέτοιον τρόπο διά τῆς ἁγνότητάς του καί τῆς σωφροσύνης του, ὥστε νά ἀποφύγει ὅ,τι ὁδηγοῦσε στήν ἁμαρτία – τό λεγόμενο παρά φύσιν – καί νά φτάσει μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ στό μεγαλεῖο τῆς ἐν Θεῷ παραμονῆς του – σ᾽ αὐτό πού ὀνομάζεται ὑπέρ φύσιν.  Κατά τά λόγια μάλιστα τοῦ δοξαστικοῦ τῶν ἀποστίχων τοῦ ἑσπερινοῦ, ποιήματος τῆς ἁγίας Κασσιανῆς, «ἁγνείαν γάρ παντελῆ καί σωφροσύνην ἀσπασάμενος, εἶχε μέν τό κατά φύσιν, ἔφυγε δέ τό παρά φύσιν, ὑπέρ φύσιν ἀγωνισάμενος». Αὐτόν λοιπόν ὅλοι οἱ πιστοί, μιμούμενοι κατά τίς ἀρετές του, ἄς τόν παρακαλοῦμε νά πρεσβεύει γιά ἐμᾶς, γιά νά σωθοῦν οἱ ψυχές μας.