31 Αυγούστου 2023

ΘΕΛΕΙ ΔΟΥΛΕΙΑ ΠΟΛΛΗ!

«Δε γίνεται κανείς χριστιανός με την τεμπελιά, χρειάζεται δουλειά, πολλή δουλειά. Το παν είναι να αγαπήσει ο άνθρωπος τον Χριστό και όλα τα προβλήματα τακτοποιούνται» (Όσιος Πορφύριος καυσοκαλυβίτης)

Η τεμπελιά θεωρείται από τους αγίους Πατέρες μας καρπός του πρώτου τέκνου του εγωισμού (ουσίας της αμαρτίας), της φιληδονίας. Ο εγωισμός ή αλλιώς φιλαυτία έχει τρία κεντρικά παρακλάδια, τα οποία με τη σειρά τους γεννούν όλες τις αμαρτίες του κόσμου: τη φιληδονία, τη φιλοδοξία, τη φιλαργυρία. Οπότε η τεμπελιά, η οποία τόσο επιπόλαια και ανεπίγνωστα «υμνείται» από πολλούς στην εποχή μας, πρέπει να αντιμετωπιστεί ακριβώς ως πνευματικό πρόβλημα, ως ροπή που αν αφεθεί θα οδηγήσει σε κάθε είδους εκτροπή. Δεν είναι τυχαίο ότι απαρχής της ανθρωπότητας η εργασία χαρακτηριζόταν ως σπουδαιότατη αρετή, χαρακτηρισμός που  θεμελιώνεται στη φυσιολογία του ανθρώπου, του δημιουργημένου κατ’  εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού. Ο Θεός μας, κατά τα αποκαλυπτικά λόγια του Κυρίου Ιησού Χριστού, είναι ένας εργατικός Θεός – «ο Πατήρ μου έως άρτι εργάζεται καγώ εργάζομαι» είπε, κι όχι μόνο με τη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου αλλά αενάως με την προνοητική ενέργειά Του γι’ αυτά που τα κατευθύνει στον τελικό τους προορισμό, την «εις Αυτόν» ολοκληρωτική ένταξή τους.

Από την άποψη αυτή φυσιολογικό για τον άνθρωπο είναι να εργάζεται, να βρίσκεται αδιάκοπα σε κίνηση και πορεία, προς την κατεύθυνση βεβαίως που έθεσε ο Ίδιος ο Δημιουργός σε αυτόν: την ομοίωση προς Εκείνον. Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη από τη στιγμή που τίθεται ο άνθρωπος στον κήπο της Εδέμ από τον Πατέρα του, παίρνει την εντολή: «εργάζεσθαι και φυλάσσειν αυτόν», να διαφυλάσσει την αδελφή του φύση που είναι του Θεού και να εργάζεται πάνω σ’ αυτήν κυρίως πάνω στον εαυτό του, αυτή θα πρέπει να είναι η προτεραιότητά του. «Ζητείτε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού» βεβαίωσε ο Κύριος, κάτι που ακόμη πιο καθαρά το είπε στους μαθητές Του και στους Ιουδαίους της εποχής Του: «εργάζεσθε μη την βρώσιν την απολλυμένην αλλά την βρώσιν την μένουσαν εις ζωήν αιώνιον», να εργάζεσθε όχι για το φαγητό πρώτιστα το υλικό και φθαρτό, αλλά για για το φαγητό που έχει αιώνιο χαρακτήρα». Και διευκρίνισε ποια είναι αυτή η εργασία: «Αυτό είναι το έργο του Θεού, να πιστέψετε σ’ Αυτόν που έστειλε Εκείνος», δηλαδή στον Ίδιο, ακολουθώντας τις άγιες εντολές Του.

Πρώτη εργασία για τον άνθρωπο είναι να κινητοποιεί με τη χάρη του Θεού τον εαυτό του ώστε να βρίσκεται εκεί που τον παραπέμπει το θέλημα του Θεού, που θα πει στην αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο και βεβαίως και την αδελφή του φύση. Το αποτέλεσμα είναι δεδομένο, γιατί το υποσχέθηκε ο Δημιουργός: ο άνθρωπος να είναι κι αυτός ένας μικρός Θεός που θα χαίρεται την παρουσία του Δημιουργού του και θα ζει τον παράδεισό του. Στην κατάσταση αυτή προβλήματα δεν υπάρχουν ή κι αν υπάρχουν θεωρούνται κάτω από εντελώς διαφορετική προοπτική: ως μέσον προαγωγής προς τη θέωσή του. Ο άγιος Πορφύριος επιβεβαιώνει με τα λόγια του την αλήθεια αυτή, την οποία βεβαίως γνώριζε γιατί τη ζούσε.  

Η ΚΑΤΑΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΖΩΝΗΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

«Ο υιός του μεγάλου Θεοδοσίου Αρκάδιος, αφού πήρε την τιμία Ζώνη της Υπεραγίας Θεοτόκου από τα Ιεροσόλυμα, που φυλασσόταν εκεί μέχρι τότε μαζί με την τιμία εσθήτα από κάποια παρθένο γυναίκα, και την έφερε στην Κωνσταντινούπολη, την κατέθεσε σε λαμπρή θήκη, την οποία ονόμασε Αγία Σορό. Πέρασαν από τότε τριακόσια δέκα χρόνια και ο Λέων ο βασιλιάς άνοιξε την Αγία αυτή Σορό, για χάρη της συζύγου του Ζωής, που ενοχλείτο από ακάθαρτο πνεύμα και που είχε γίνει άξια θείας οπτασίας, ότι, αν βάλουν την τιμία Ζώνη πάνω της, θα θεραπευτεί. Βρέθηκε λοιπόν η τιμία Ζώνη να λάμπει, σαν να μόλις είχε υφανθεί, και να έχει σφραγίδα με χρυσή βούλα και κωδίκελλο (δηλαδή σύντομο υπόμνημα), που έλεγε με λεπτομέρεια τον χρόνο, την ινδικτιώνα και την ημέρα, κατά την οποία προσκομίσθηκε η αγία Ζώνη στην Κωνσταντινούπολη, και πώς τοποθετήθηκε μέσα στη θήκη από τα χέρια του βασιλιά, η οποία σφραγίστηκε από αυτόν. Αυτήν (την τιμία Ζώνη) τότε ο βασιλιάς Λέων την ασπάστηκε και διά της χειρός του Πατριάρχη εκείνης της εποχής, την άπλωσε πάνω από τη βασίλισσα, οπότε και η Αγία Ζώνη την ελευθέρωσε από το νόσημά της. Τότε όλοι, αφού δόξασαν τον Σωτήρα Χριστό και απέδωσαν ευχαριστήριους ύμνους στην Πάναγνο Μητέρα Του, κατέθεσαν την αγία Ζώνη στην Αγία Σορό, στην οποία και προϋπήρχε».

Ο μήνας Αύγουστος είναι ο μήνας της Υπεραγίας Θεοτόκου. Όχι μόνον γιατί καταυγάζεται από την ένδοξη Κοίμηση και Μετάστασή Της στα χέρια του Κυρίου και Θεού της, αλλά και για την εορτή της καταθέσεως της τιμίας Ζώνης της. Οι δύο αυτές εορτές, οι οποίες σφραγίζουν τον μήνα, η μεν πρώτη το πρώτο ήμισυ (15 Αυγούστου), η δε δεύτερη το δεύτερο (31 Αυγούστου), δεν θεωρούνται ξεχωριστά από την Εκκλησία μας, αλλά συνάπτονται και συν- ορώνται ως κάτι το ενιαίο. Και διότι αναφέρονται και οι δύο στο πάντιμο πρόσωπο της Θεοτόκου, και διότι η δεύτερη, μολονότι επιφανειακά είναι κάτι διαφορετικό από την Κοίμηση, αποτελεί επιβεβαίωση της πίστεως της Εκκλησίας για τη συνεχή παρουσία της Παναγίας στον κόσμο μας, ως σκέπης, προστασίας και ασφάλειάς μας. Με άλλα λόγια, ό,τι εξαγγέλλει το απολυτίκιο της Κοιμήσεως: «εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε», το βλέπουμε να πραγματοποιείται στη σημερινή εορτή: η Παναγία μας μάς άφησε τη Ζώνη της και την εσθήτα της, ως μία αδιάκοπη υπενθύμισή της,  αλλά και αισθητή παρουσία της μέσα από δικά της αντικείμενα.

Η παραπάνω εκτίμηση της συν-όρασης των δύο εορτών,  δηλαδή κατά κάποιο τρόπο της υπόσχεσης και της υλοποίησης, δεν είναι αυθαίρετη ούτε καρπός ενός αφαιρετικού συλλογισμού. Συνιστά πεποίθηση της Εκκλησίας, η οποία το ζει και το υμνολογεί στην ακολουθία της ημέρας (ωδή δ΄): «Ήρθης προς φως άδυτον μεταχωρήσασα. Έλιπες δε τοις σε μακαρίζουσιν, αντί του σώματός σου Αγνή, την τιμίαν Ζώνην». Δηλαδή: Αναχώρησες από τον κόσμο αυτό και ανέβηκες (με την κοίμησή σου) στο παντοτινό φως (της Βασιλείας του Υιού σου), Αγνή, άφησες όμως σε μας που σε μακαρίζουμε, αντί του σώματός σου, την τιμία (σου) Ζώνη. Και αλλού (ωδή ζ΄ ): «Η πάντων βασίλισσα προς ουρανίους σκηνάς απαίρουσα, καταλέλοιπεν όλβον, τη βασιλίδι πασών των πόλεων, την ταύτης Ζώνην». Δηλαδή: Η βασίλισσα όλων (η Θεοτόκος), καθώς ανέρχεται στις ουράνιες σκηνές, άφησε θησαυρό στη βασίλισσα των πόλεων (την Κωνσταντινούπολη), τη Ζώνη της.

Ποια η αιτία της σχεδόν ταυτίσεως της Ζώνης (αλλά και της εσθήτος) της Παναγίας με την ίδια την Παναγία; Βεβαίως, κατά πρώτον, το γεγονός ότι την φορούσε Εκείνη, η οποία είχε τόση χάρη και περίσσια χάρης Θεού, ώστε μεταγγιζόταν η χάρη αυτή και στα ρούχα της και σε όλα τα αντικείμενά της. «Την τιμίαν σου Ζώνην, τιμητικώς άπαντες…περιπτυσσόμεθα, τιμήν υπάρχουσαν, πάντων πιστών, Θεοτόκε, ως τω υπερτίμω σου, ψαύσασα σώματι». Όλοι ανεξαιρέτως αγκαλιάζουμε με τιμή την τιμία σου Ζώνη, που είναι η τιμή όλων των πιστών, διότι άγγιξε το υπέρτιμο σώμα σου. «Τιμήσωμεν οι πιστοί, ως συναφείας προς Θεόν σύνδεσμον, την της Αγνής σήμερον Ζώνην, και πιστώς προσκυνήσωμεν». Ας τιμήσουμε σήμερα οι πιστοί τη Ζώνη της Αγνής (Θεοτόκου), ως σύνδεσμο σχέσεως προς τον Θεό, και ας την προσκυνήσουμε με πίστη.

Κι είναι γνωστή η διδασκαλία της Εκκλησίας μας επ’  αυτού: τα υλικά πράγματα αγιάζονται από τον άγιο που τα έχει -  κάτι που δικαιολογεί τη γενική τιμή των αντικειμένων όλων των αγίων, πολύ περισσότερο των ιερών λειψάνων τους – όπως το επισημαίνουμε μεταξύ των άλλων και στην εορτή της Μεταμορφώσεως του Κυρίου, κατά την οποία και τα ενδύματά Του έλαμψαν κι έγιναν πιο λευκά και από το χιόνι, αλλά και σε άλλα περιστατικά από την αγία ζωή Του, που και το άγγιγμα των ενδυμάτων Του έφερε ως αποτέλεσμα τη θεραπεία από όλες τις ασθένειες (π.χ. το περιστατικό με την αιμορροούσα γυναίκα). Κι είναι τούτο μία κραυγαλέα διακήρυξη του πόσο και η ύλη εξαγιάζεται με τον ερχομό του Χριστού, μετέχοντας και αυτή στη διαδικασία σωτηρίας του ανθρώπου. Πρόκειται για έναν υλισμό της Εκκλησίας, όπως έχει τονιστεί, που υπερβαίνει οποιοδήποτε δυαλισμό που δαιμονοποιεί την ύλη και καταρρίπτει οποιοδήποτε μύθο περί πνευματοκρατίας και ιδεολογίας της χριστιανικής πίστεως. Ο Χριστός σώζει ολόκληρο τον άνθρωπο, με την ψυχή και το σώμα του, και μαζί με αυτόν ολόκληρη τη δημιουργία.

Ο υμνογράφος όμως, ως στόμα της Εκκλησίας, φρίττοντας μπροστά στο μυστήριο που περικλείει, αναφέρει και άλλον λόγο για την τιμή της αγίας Ζώνης, πέραν της ψαύσεως του αγίου σώματος της Παναγίας: την ψαύση, κατά κάποιον τρόπο, και του σώματος του ίδιου του Χριστού. Πώς; Ζωσμένη η Παναγία την εν κυήσει κοιλιά της με τη ζώνη της, έζωνε κατ’  επέκταση και τον Υιό και Θεό της. «Η ση, άχραντε Δέσποινα, σεβασμία και τιμία σορός, Ζώνην κατέχει την αυτόν, τον νομοθέτην εν σοι, συγκατασχούσαν. Φρικτόν το μυστήριον!» Άχραντε Δέσποινα, η σεβάσμια και τίμια σορός σου κατέχει τη Ζώνη σου, η οποία συγκρατούσε τον ίδιο τον νομοθέτη (Θεό) μέσα στη μήτρα σου. Φρίττουμε για το μυστήριο! Γι’  αυτό και ο ποιητής λαμβάνει αφορμή, με την εορτή, για να εξαγγείλει όχι μόνον όλες τις χαρές που προχέονται από τα άγια αντικείμενα της Παναγίας, όπως συνέβη και με τη βασίλισσα Ζωή, αλλά και το ύψος της αγιότητας Εκείνης.

Ως καλός θεολόγος μάλιστα και γνώστης όλης της θείας οικονομίας βλέπει στο πρόσωπο της Θεοτόκου να πραγματοποιούνται όλες οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης περί του Ιησού Χριστού ως Λυτρωτή του κόσμου. Η Παναγία δηλαδή αποτελεί Εκείνην την οποία προτυπώνουν, για παράδειγμα, ο Παράδεισος της Εδέμ, η Θεία Νεφέλη που περιέσκεπε τους Ισραηλίτες στην έρημο, η Κιβωτός της Διαθήκης με τις πλάκες του Νόμου, η ράβδος του Ααρών που βλάστησε, η στάμνα με το μάννα. Αλλά και από την άλλη εξαγγέλλει ότι για να δει κανείς και πολύ περισσότερο να γευτεί τις χάρες και τα θαυμάσια που σαν ποταμοί ρέουν από τη Ζώνη της Θεοτόκου, απαιτείται η πίστη του ανθρώπου, ο ένθεος πόθος του για την Παναγία, η διάθεσή του για μετάνοια. «Πιστώς προσκυνήσωμεν» (ας προσκυνήσουμε με πίστη) είναι η διαρκής προτροπή του, «η τιμία Ζώνη σου, πανύμνητε, γέγονε μεγίστης εορτής, Θεοτόκε, τοις θερμώς σε ποθούσιν υπόθεσις» (η τιμία Ζώνη σου, πανύμνητε Θεοτόκε, έγινε υπόθεση μεγίστης εορτής γι’  αυτούς που σε ποθούν θερμά)  είναι η διαπίστωσή του, «φιλίας με  δολίας της των παθών, και εχθρού καθ’  εκάστην πειράζοντος…τω σω προσπεφευγότα ελέει διά τάχους, ως συμπαθής Αγνή απάλλαξον» (καθώς με πειράζει η δόλια φιλία των παθών μου και καθημερινά ο εχθρός διάβολος… απάλλαξέ με λόγω της αγάπης σου, Αγνή, γρήγορα, εμένα που προσφεύγω στο έλεός σου) είναι η σεμνή και ταπεινή προσευχή του.

29 Αυγούστου 2023

ΝΑ ΓΕΜΙΣΕΙ ΚΑΘΕ ΦΑΡΑΓΓΙ ΚΑΙ ΝΑ ΜΙΚΡΥΝΕΙ ΚΑΘΕ ΒΟΥΝΟ

Με τον τρισμέγιστο άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο επιβεβαιώνεται με τον πιο ανάγλυφο τρόπο αυτό που ο λόγος του Θεού, είτε στην Παλαιά είτε στην Καινή Διαθήκη, εξαγγέλλει: πρώτον, ο σκοπός του ανθρώπου είναι να βρίσκεται αδιάκοπα σε ζωντανή σχέση με τον Θεό λόγω της κατ’  εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Εκείνου δημιουργίας του∙ δεύτερον, ο άνθρωπος πρέπει να συνεργαστεί με τον Δημιουργό του για να παραμένει μαζί Του, αγωνιζόμενος να εξαλείφει κάθε τι από την καρδιά του που εμποδίζει την παρουσία Εκείνου. Και να η απόδειξη∙ ήδη ο προφήτης Ησαῒας, οκτακόσια χρόνια προ Χριστού και προ της εμφανίσεως του αγίου Προδρόμου, προφητεύει: «θα έλθει ένας απεσταλμένος από τον Θεό που θα είναι μία φωνή που θα φωνάζει στην έρημο: ετοιμάστε την οδό του Κυρίου, κάντε ίσια τα μονοπάτια που θα διαβεί. Κάθε φαράγγι ας γεμίσει και κάθε όρος και βουνό ας μικρύνει για να γίνει ομαλό το έδαφος. Και τότε κάθε άνθρωπος, έχοντας εξομαλύνει το έδαφός του, θα δει την παρουσία του Θεού και τη σωτηρία που προσφέρει στη ζωή του».

Είναι ευνόητο ότι ο προφήτης αναφέρεται, όπως σημειώνουμε, στις εσωτερικές προϋποθέσεις του ανθρώπου: η καρδιά του καθενός είναι γεμάτη από βαθουλώματα και από εξογκώματα, από μειονεξίες και από αλαζονίες και υπερηφάνειες λόγω της διάβρωσης από την αμαρτία – συνιστά άβυσσο ο κόσμος του κάθε ανθρώπου. Και απαιτείται η συνεργασία του ανθρώπου με τον Θεό για να επέλθει η συνάντησή τους. Ο μεν Θεός ποθεί βαθύτατα να είναι με τον άνθρωπο και παρέχει τη χάρη Του γι’  αυτό – η παρουσία του ενανθρωπήσαντος Θεού μας Ιησού Χριστού είναι η μεγαλύτερη απόδειξη -  ο δε άνθρωπος πρέπει ελεύθερα να αποδεχτεί την προσφερομένη χάρη.

Και τι κάνει αυτή η χάρη του Τριαδικού Θεού που κατεξοχήν δίνεται εν Χριστώ με το άγιο βάπτισμα και επιτείνεται με τα άλλα μυστήρια της Εκκλησίας, ιδίως με τη Θεία Ευχαριστία; Αποδεσμεύει τον άνθρωπο από τα δεσμά της αμαρτίας, τα οποία λειτουργούν ως φυλακή και παραλυσία για τη θέλησή του. Ο χριστιανός μπορεί να κινηθεί προς τον Χριστό, να ζήσει τη χάρη Του, μαζί με Εκείνον να ξεριζώσει το κακό και να φυτεύσει το καλό. Κι ο τρόπος είναι ένας: ο άνθρωπος να τηρεί τις άγιες εντολές του Κυρίου. Αυτό είναι το μεγαλείο του πιστού ανθρώπου: όσο είναι προσανατολισμένη η θέλησή του εκεί που παραπέμπει το θέλημα του Θεού, τόσο εξομαλύνονται τα πάντα μέσα στην ύπαρξή του, την ψυχή και την καρδιά του, τη διάνοια και την όποια δύναμή του ακόμη και του σώματος – οι εντολές του Θεού φτιάχνουν χώρο για να λειτουργεί η χάρη του Θεού. Οπότε ο πιστός βρίσκεται σε κοινωνία προσωπική με τον Χριστό επιτυγχάνοντας τον σκοπό του την κάθε ώρα και την κάθε στιγμή. Ο άνθρωπος έχει γίνει και διαρκώς γίνεται ένας «εν ετέρα μορφή»  Χριστός.

ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΑΠΟΤΟΜΗΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ

 «Για τον άγιο Ιωάννη έχει μαρτυρηθεί από τον ίδιο τον Κύριο ότι υπήρξε ο μεγαλύτερος από όλους τους ανθρώπους και περισσότερο από  προφήτης. Είναι αυτός που σκίρτησε ήδη μέσα από τη γαστέρα της μητέρας του και κήρυξε και στους ανθρώπους εδώ, αλλά και στον Άδη. Ήταν υιός του αρχιερέα Ζαχαρία και της Ελισάβετ, γεννημένος από υπόσχεση του αρχαγγέλου Γαβριήλ. Η αποτομή της τιμίας κεφαλής του έγινε από τον Ηρώδη, λόγω της παράνομης σχέσης που είχε αυτός με την Ηρωδιάδα. Ο άγιος Ιωάννης ήταν αυτός που είχε αγιωσύνη ήδη από την κοιλία της μητέρας του, που είχε ως κατοικία του την αγνότητα, που ακολούθησε τη σωφροσύνη, που άσκησε τη νηστεία, που απομακρύνθηκε από κάθε ανθρώπινη συναναστροφή και έκανε πόλη του την έρημο, που ζούσε με τα θηρία, έχοντας ως ένδυμα τρίχες καμήλου και δερμάτινη ζώνη στη μέση του, που έτρωγε σαν πουλάκι του ουρανού, ενώ μελετούσε διαρκώς τον νόμο του Θεού, χάριν του οποίου και φυλακίστηκε, θεωρώντας τη φυλάκισή του ως κάτι δεύτερο και μηδαμινό. Ήταν αυτός που ξεπέρασε τους όρους της φύσεως και βάπτισε τον απόλυτα καθαρό και αμόλυντο και πέραν από κάθε φύση Χριστό. Λοιπόν ο πολύ ακόλαστος Ηρώδης, τετράρχης του Ιουδαϊκού εδάφους, ήθελε να έλθει σε γάμο με τη γυναίκα του αδελφού του Φιλίππου. Από θείο ζήλο λοιπόν κινούμενος ο Προφήτης και με όπλο την αλήθεια, έλεγε προς τον τύραννο: ῾Δεν σου επιτρέπεται να έχεις τη γυναίκα του αδελφού σου Φιλίππου᾽. Γι᾽ αυτόν τον λόγο, η μανιώδης γυναίκα παρέσυρε τον εραστή της, ώστε να φυλακίσει τον άγιο. Λοιπόν: όταν τελούνταν τα γενέθλια του Ηρώδη και το πολύ και παρωθητικό προς φιληδονία κρασί τον είχαν οδηγήσει σε παραφροσύνη, γίνεται χορός ενός πορνιδίου, με τίμημα τον φόνο του Προφήτη. Αμέσως λοιπόν έφεραν σε πιάτο την κεφαλή του Δικαίου, η οποία και παραδόθηκε στη μοιχαλίδα γυναίκα, ενώ ακόμη έσταζε το αίμα, και η οποία δεν έπαυε, έστω και έτσι, να κηρύσσει τα ίδια. Αυτά πραγματοποιήθηκαν στη Σεβαστή, μία πόλη που απείχε από τα Ιεροσόλυμα δρόμο μίας ημέρας. Εκεί και ο τετράρχης που ηγεμόνευσε μετά από εκείνον, έφτιαξε τα ανάκτορα, εκεί έγινε και η γιορτή, που οδήγησε στο θάνατο του προφήτη. Εκεί αποκρύφθηκε και το άγιο σώμα του προφήτη, το οποίο μάζεψαν οι δικοί του μαθητές».

Με την αποτομή της κεφαλής του αγίου Ιωάννου η Εκκλησία μας εξαγγέλλει δύο κυρίως πράγματα: Πρώτον, όπως συμβαίνει σε κάθε βεβαίως εορτή του αγίου Ιωάννου, τη μεγάλη αγιότητά του. Δεν προσφέρουμε κάτι καινούργιο, αν υπενθυμίσουμε ότι ο άγιος Ιωάννης υπερακοντίζει κατά πολύ τα μέτρα και των μεγάλων αγίων ακόμη της Εκκλησίας μας - μόνον η Παναγία Μητέρα του Κυρίου θεωρείται από την Εκκλησία ως μεγαλύτερη ακόμη και από εκείνον. Διότι πρόκειται για «την τιμιωτέραν των Χερουβίμ και την ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφίμ». Και δικαιολογημένα: υπήρξε το καλύτερο άνθος της ανθρωπότητας, αφού δι᾽ αυτής εισήλθε στον κόσμο ως άνθρωπος ο ίδιος ο Θεός. Αλλά τα περί αγιότητας του αγίου Ιωάννου συνιστούν περίσσια λόγων, όταν έχουμε εκφρασμένη τη γνώμη του ίδιου του Θεού μας, του Κυρίου Ιησού Χριστού: «μεγαλύτερο και σπουδαιότερο άνθρωπο από τον Ιωάννη δεν γέννησε γυναίκα»! Κι αυτό σημαίνει ότι ο άγιος Ιωάννης έχει τεράστια παρρησία ενώπιον του Θεού ώστε να πρεσβεύει υπέρ ημών, είναι λοιπόν συμφέρον μας να τον επικαλούμαστε συχνά-πυκνά, αυτόν που λόγω της μεγάλης χάρης του Θεού που έχει τρέφει και ιδιαίτερη αγάπη προς τον λαό του Θεού. Άλλωστε ο βαθμός αγιότητας ενός αγίου από αυτό φαίνεται: από το πόσο αγαπά τον άνθρωπο και συμπάσχει στα διάφορα και ποικίλα προβλήματά του.

Δεύτερον, με τη μνήμη της αποτομής της κεφαλής του αγίου, η Εκκλησία μας τονίζει το μέγεθος της ανθρώπινης άνοιας και φρενοβλάβειας, καθώς το βλέπουμε στα πρόσωπα του Ηρώδη, κυρίως όμως της Ηρωδιάδας και της κόρης της Σαλώμης. Ο υμνογράφος πράγματι αδυνατεί να κατανοήσει λογικά αυτό που συνέβη: ο πλέον αξιοσέβαστος σε όλον τον Ισραήλ, αυτός τον οποίο φοβούνταν και οι άρχοντες, αυτός στον οποίο έκλιναν ευλαβικό γόνυ και οι άγγελοι, πεθαίνει μαρτυρικά από το ῾καπρίτσιο᾽ μίας νεαράς ελαφρών ηθών και του εγωισμού μίας εξίσου πόρνης γυναίκας, η οποία δεν άντεχε τον λόγο της αλήθειας: τον έλεγχό της, με βάση τον νόμο του Θεού, για τις παρανομίες και τις αμαρτίες της.

 Στις διάφορες μάχες που διεξάγονται, θεωρείται τιμή για έναν μαχητή να πέσει ηρωικά από το όπλο ενός εξίσου σπουδαίου μαχητή. Υπάρχει εκεί πράγματι ένας  ηρωισμός και μία δόξα. Ο Έκτορας, για παράδειγμα, που φονεύθηκε σε μάχη με τον Αχιλλέα. Και η ήττα εκεί ισοδυναμεί σχεδόν με νίκη, γιατί είναι σπουδαίος ο αντίπαλος. Εδώ όμως στον άγιο Ιωάννη; Ο μεγαλύτερος και αγιότερος άνθρωπος ῾πέφτει᾽ από μία άσωτη γυναίκα, που ῾εκβιάζει᾽ τον θάνατό του. Αλλά ίσως και αυτό αναδεικνύει ακόμη περισσότερο τον άγιο Ιωάννη, λόγω της ταπείνωσης που περικλείει.  Σημασία πάντως έχει ότι ο υμνογράφος δεν μπορεί να κατανοήσει τα γενόμενα: «ώ, του παραδόξου θαύματος! Την ιεράν κεφαλήν και αγγέλοις αιδέσιμον, ασελγές ακόλαστον περιέφερε κόριον» (Πόσο μεγάλο είναι το παράδοξο θαύμα! Την ιερά κεφαλή του Προδρόμου και σεβαστή από τους αγγέλους την περιέφερε ένα κοριτσόπουλο ακόλαστο και άσεμνο). «Ώ, της υπέρ νουν εκπλήξεως! Των προφητών η σφραγίς, ο επίγειος Άγγελος, πορνικής ορχήσεως αναδείκνυται έπαθλον!» (Ω, τι έκπληξη πέρα από ό,τι μπορεί να φανταστεί ο νους! Η σφραγίδα των προφητών, ο επίγειος άγγελος, ο Πρόδρομος, αναδεικνύεται έπαθλο ενός πορνικού χορού).

Όντως πρόκειται περί ανοίας και φρενοβλαβείας, μάλλον όμως περί δαιμονοπληξίας. Όταν ο άνθρωπος έχει χάσει τον Θεό από τη ζωή του, τα πάντα τότε μπορεί να τα επιτελέσει. Γίνεται ένας δεύτερος σατανάς.

28 Αυγούστου 2023

ΝΑ ΛΕΥΚΑΝΟΥΜΕ ΤΙΣ ΜΕΛΑΝΙΕΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΑΣ

«Δήγματι αμαρτίας, μεμελανωμένην την καρδίαν μου, καταλεύκανον Πάτερ, μετανοίας τοις όμβροις, πρεσβείαις σου» (α΄ ωδή κανόνος οσίου Μωυσή Αιθίοπος). 

(Πάτερ (Μωυσή), διά των πρεσβειών σου, κάνε κατάλευκη, με τα δάκρυα της μετανοίας μου, την καρδιά μου, που είναι κατάμαυρη από το δάγκωμα της αμαρτίας).

Αγαπημένος αββάς του Γεροντικού ο όσιος Μωυσής ο Αιθίοπας, μοναδικό παράδειγμα βαθιάς μετάνοιας που παραπέμπει στο αντίστοιχο της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, αλλά και πιθανός ήρωας για πολλούς της σύγχρονης εποχής που αρέσκονται στους δυνατούς κατά το σώμα και στους «κακούς» της κοινωνίας, όταν μάλιστα λειτουργούν ως φόβητρα των ανθρώπων με τις ληστείες και τις προκλήσεις τους! Ίσως να τον έκαναν και ήρωα παιδικών και εφηβικών «παιχνιδιών» με τον θεόρατο σωματότυπό του, τις «υπερφυσικές» δυνάμεις του, τα ηγετικά του χαρίσματα – δεν διστάζει για να σκοτώσει βοσκό που τελικώς του διέφυγε, να φτάσει και μέχρι τα βουνά κυνηγώντας τον, να σφάξει πολλά πρόβατά του, να φάει μόνος του τέσσερα πρόβατα αφού τα πέρασε όλα μέσα από ποτάμι κολυμβώντας, να είναι ο αρχιληστής συμμορίας που είχε συστήσει, να έχει μπει ως ο υπ’ αριθμόν ένα κίνδυνος στο στόχαστρο της τότε ηγεσίας του τόπου. Κι όμως αυτός τελικά ο άνθρωπος αναδεικνύεται ένας από τους μεγαλύτερους οσίους διαχρονικά και παγκόσμια. Γιατί; Διότι όταν ήλθε σ’ επαφή με κάποιους αγιασμένους ασκητές πάνω στα βουνά, άλλαξε: κατανύχθηκε η καρδιά του, άνοιξαν τα μάτια του να δει την κατάντια του, του έδωσε ο Θεός μοναδική ευκαιρία να προσανατολίσει τον εαυτό του εκεί που είναι το αληθινό φως˙ τη δική Του παρουσία. Ο Μωυσής μετάνιωσε!

Και το συντομότατο τροπάριο από την α΄ ωδή του κανόνα της ακολουθίας του ακριβώς αυτό επισημαίνει. Δεν ήταν ασφαλώς το σκουρόχρωμο του δέρματος του Μωυσή, αλλά το σκουρόχρωμο της καρδιάς του που τον έθετε στη δυστυχή θέση των χαμένων και νεκρών ανθρώπων. Και το μαύρο της καρδιάς προέρχεται πάντοτε από την αμαρτία, η οποία δεν αποτελεί παιχνίδι ή κάτι επιφανειακό για τον άνθρωπο. Η αμαρτία, όπως αποκαλύπτει ο λόγος του Θεού και όπως βιώνεται τελικώς και από τον ίδιο τον άνθρωπο όταν έρχεται στο σημείο λίγο να συνέλθει, συνιστά κτύπημα βαρύ που αλλοιώνει την οντολογία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος σταματά να είναι άνθρωπος με άλλα λόγια όταν αμαρτάνει, γίνεται ένα θηρίο που έχει χάσει το σημαντικότερο δώρο του Θεού σ’ αυτόν: να εικονίζει τον ίδιο τον Θεό! Κάθε αμαρτία που επιτελούμε οι άνθρωποι, με τις πράξεις και τις συμπεριφορές μας, με τα λόγια μας, με τις σκέψεις μας ακόμη, είναι και ένα δάγκωμα, κατά την εικόνα του παραπάνω ύμνου, που προκαλεί μελανιά στην καρδιά, στο εσώτερο βάθος της ύπαρξής μας. Γι’ αυτό και ένας χριστιανός εκεί επικεντρώνει την προσοχή του: στο χρώμα της ψυχής και όχι του σώματος! Γιατί μπορεί κάποιος να είναι έγχρωμος στο δέρμα με πάλλευκη ψυχή κι άλλος να είναι πάλλευκος στο δέρμα με κατάμαυρη καρδιά!

Λοιπόν, κατά τον άγιο υμνογράφο, αναφερόμαστε στον άγιο έγχρωμο Μωυσή με την πάλλευκη ψυχή, να πρεσβεύει πια και για εμάς, ώστε να μας δώσει ο Χριστός δύναμη μετανοίας όπως και σε εκείνον, που θα φέρει ως αποτέλεσμα τη θεραπεία των μελανιών των αμαρτιών μας. Γιατί αυτό είναι το πιο παρήγορο: μπορεί να έχει γίνει κάρβουνο η ψυχή μας, όμως ευθύς ως αναφερθούμε στον Κύριο με παρακλητικό τρόπο να μας βοηθήσει, αμέσως Εκείνος επεμβαίνει λόγω της ταπεινής διάθεσής μας και μας καθαρίζει και μας καθιστά και πάλι καινούργιους. Ο άγιος Μωυσής και λόγω της εμπειρίας του είναι από τους πιο ισχυρούς συμμάχους μας στην αναφορά μας αυτή.  

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΜΩΥΣΗΣ Ο ΑΙΘΙΟΨ

«Αυτός ο μακάριος ήταν κατά το γένος Αιθίοπας, ως προς το χρώμα κατάμαυρος, κι ήταν δούλος ενός άρχοντα. Ο ίδιος ο κύριός του, μην αντέχοντας τον δύστροπο χαρακτήρα του και τη ληστρική διαγωγή του, τον έδιωξε από κοντά του. Ο Μωυσής κάποτε κράτησε κακία σε κάποιο βοσκό, γιατί τον παρεμπόδισε από το να κλέψει, γι᾽ αυτό και σκέφτηκε να τον σκοτώσει. Έμαθε ότι ο βοσκός βρισκόταν πέραν του Νείλου ποταμού και παρόλη την πλημμύρα του ποταμού, αφού έβαλε στα δόντια το μαχαίρι του και τα ρούχα του στο κεφάλι του, κολύμβησε και πέρασε απέναντι. Προαισθάνθηκε όμως ο βοσκός τον ερχομό του και γι᾽ αυτό έφυγε γρήγορα. Από την οργή του ο Μωυσής έσφαξε τέσσερα διαλεκτά κριάρια από το εγκαταλειμμένο κοπάδι, τα έδεσε σε σειρά, και τα πέρασε κολυμπώντας στην αντίπερη και πάλι όχθη του Νείλου. Τα κρέατα τα έφαγε μόνος του, ενώ τα δέρματα τα πούλησε, κι έπειτα επέστρεψε προς τους φίλους του. Αυτά τα διηγήθηκα, για να δείξω ότι είναι δυνατόν, γι᾽ αυτούς που θέλουν, να σωθούν διά της μετανοίας. Ο Μωυσής κάποτε ένιωσε τη νύξη της θείας χάρης, από κάποιο γεγονός,  και θέλησε να πάει σε μοναστήρι να γίνει καλόγερος. Τόσο βαθιά μετανόησε, ώστε και τους συντρόφους του ληστές να οδηγήσει στον Χριστό. Καθώς κάποια φορά καθόταν στο κελί του, ήλθαν ληστές , χωρίς να ξέρουν ότι αυτός είναι ο Μωυσής. Αυτός ο  μακάριος λοιπόν, με την τεράστια δύναμή του, τους ακινητοποίησε αμέσως και τους έδεσε με σχοινί, όπως δένει κανείς ένα σακί από άχυρο, τους έβαλε στους ώμους, πήγε στην Εκκλησία και λέει προς τους αδελφούς: Επειδή δεν μου επιτρέπεται πια να αδικώ, κι αυτούς τους βρήκα να έχουν έλθει εναντίον μου, τι με διατάσσετε να τους κάνω; Οι ληστές τότε αναγνώρισαν ότι ο καλόγερος που τους έπιασε, ήταν ο Μωυσής, ο διάσημος και ακαταγώνιστος λήσταρχος, κι αφού εξομολογήθηκαν στον Θεό, άφησαν την προηγούμενη ζωή τους και έγιναν και αυτοί μοναχοί δοκιμότατοι. Αφού έζησε λοιπόν ο άγιος γέρων με θεάρεστο τρόπο και καταπολέμησε τον δαίμονα της ακολασίας, έφτασε στο τέλος του, σε ηλικία εβδομήντα πέντε ετών, αφού είχε γίνει και πρεσβύτερος, αφήνοντας μάλιστα και εβδομήντα μαθητές».

Ο όσιος Μωυσής ο αιθίοψ αποτελεί τον πιο γνωστό έγχρωμο άγιο της Εκκλησίας, έναν από τους πιο αγαπημένους αββάδες του Γεροντικού και βεβαίως την πιο περίτρανη απόδειξη ότι για τη χριστιανική πίστη δεν έχει καμμία σημασία το χρώμα του ανθρώπου, αλλά η εσωτερική, της ψυχής, κατάσταση, στην οποία και μόνον επιβλέπει ο Θεός. ῾Άνθρωπος γαρ εις πρόσωπον, Θεός εις καρδίαν βλέπει᾽. Ο λόγος του αποστόλου Παύλου ῾ουκ ένι Έλλην ή βάρβαρος, δούλος ή ελεύθερος, άρσεν και θήλυ᾽ θα μπορούσε κάλλιστα να συμπληρωθεί και με τη φράση, την οποία οπωσδήποτε θα προσυπέγραφε ο απόστολος, γιατί αυτό ήταν και το νόημά της, ῾ουκ έστιν και έγχρωμος ή λευκός᾽, διότι ῾εν Χριστώ Ιησού πάντες εις εστέ᾽. Το γεγονός ότι σημασία έχει η κατάσταση της καρδιάς του ανθρώπου, δηλαδή η αμαύρωσή της λόγω της αμαρτίας ή η λευκότητά της λόγω της χάρης του Θεού από τη βίωση της μετανοίας, είναι κάτι που το επισημαίνει ιδιαιτέρως και η ακολουθία του οσίου, όπως για παράδειγμα στο πρώτο ήδη τροπάριο της α´ ωδής του κανόνα του όρθρου: ῾Δήγματι αμαρτίας, μεμελανωμένην την καρδίαν μου, καταλεύκανον Πάτερ, μετανοίας τοις όμβροις, πρεσβείαις σου᾽. Πάτερ (Μωυσή), διά των πρεσβειών σου, κάνε κατάλευκη, με τα δάκρυα της μετανοίας μου, την καρδιά μου, που είναι κατάμαυρη από το δάγκωμα της αμαρτίας.

Ο όσιος αποτελεί επίσης και σπουδαιότατο δείγμα της δύναμης της μετανοίας: από ληστής και άσωτος φθάνει στα ύψη της αγιότητας. Δεν είναι μόνον η οσία Μαρία η Αιγυπτία, την οποία προβάλλει η Εκκλησία μας στο θέμα αυτό, αλλά και ο όσιος Μωυσής. Και η δική του η μεταστροφή οφείλεται κατά πρώτο λόγο βεβαίως στη χάρη του Θεού, αλλά και στη συνεργαζόμενη με αυτή θέληση του αγίου. Κι αυτό σημαίνει ότι ο όσιος Μωυσής, παρόλη τη φοβερότητά του, διατηρούσε μέσα στην καρδιά του αγαθά σπέρματα, που ενεργοποιήθηκαν, όταν ήρθε η ώρα της κλήσεώς του από τον Θεό. Από την άποψη αυτή, καταλαβαίνουμε  ότι κανείς δεν μπορεί να καταδικάσει κανέναν άνθρωπο, έστω κι αν τον βλέπει στην έσχατη κατάντια. Όσο είναι ζωντανός ο άνθρωπος, έχει περιθώρια μετανοίας, άρα εξύψωσής του στο επίπεδο της αγιότητας. Με ωραιότατη ποιητική εικόνα,  ο υμνογράφος επισημαίνει ότι ο Μωυσής ανήκε τελικώς, πέραν από τις επιφανειακές κρίσεις, στο καλό έδαφος, για το οποίο μιλά ο Κύριος στην παραβολή του καλού σπορέως: ῾Αύλαξι διανοίας, κρύψας τα του λόγου, Πάτερ, σπέρματα, εγεώργησας σίτον᾽. Έκρυψες, Πάτερ, τους σπόρους του λόγου του Θεού στα αυλάκια της διανοίας σου και καρποφόρησες το σιτάρι (των αρετών).

Η ιδιαιτερότητα της θαυμαστής, μετά τη μεταστροφή του, ζωής του οσίου έγκειται στη γρήγορη πνευματική του ανέλιξη. Ο Μωυσής σε πολύ σύντομο χρόνο γέμισε από τις αρετές του αγίου Πνεύματος και απετέλεσε καθοδηγητικό φάρο και για τους απλούς πιστούς, αλλά και για τους ίδιους του μοναχούς. ῾Τας των πιστών καταλαμπρύνει καρδίας᾽, ψάλλει ο υμνωδός, και ῾αλείπτης γέγονας, Πάτερ, των μοναστών προς πάλην εχθρών, έργοις τε και λόγοις᾽. Έγινες δηλαδή πνευματικός γυμναστής, Πάτερ, των μοναχών, με τα έργα και με τα λόγια σου, για να ξέρουν να πολεμούν τους εχθρούς.  Τι εξήγηση μπορεί να δοθεί; Σε παρόμοιες περιπτώσεις, λένε οι άγιοι Πατέρες, όταν δηλαδή βλέπουμε πνευματικούς καρπούς σε μικρό χρονικό διάστημα, μία είναι η εξήγηση: ο άνθρωπος αυτός βρήκε την πιο σύντομη οδό που οδηγεί στη Βασιλεία του Θεού, την αγία ταπείνωση. Ο όσιος πράγματι, όπως σημειώνει αλλού η ακολουθία του, περιέφραξε τον εαυτό του από παντού με την ταπείνωση και έτσι μπόρεσε να διαφύγει τις επιθέσεις του Πονηρού: ῾Τη ταπεινώσει πάντοθεν πεφραγμένος, διέφυγες, Πάτερ, Αιθιόπων νοητών τα τοξεύματα᾽. Την ίδια εκτίμηση – και αυτό είναι το πιο σημαντικό – έκαναν και οι σύγχρονοί του καλόγεροι: ῾ο Μωυσής, έλεγαν, μας έχει κρεμάσει όλους στο μικρό του δαχτυλάκι᾽, εννοώντας τη μεγάλη του ταπείνωση. Και δικαιολογημένα: όσο πιο ταπεινός είναι κάποιος, τόσο και πιο μεγάλος και σπουδαίος γίνεται, λόγω της παρουσίας στην καρδιά του του αγίου Πνεύματος. ῾Επί τινα επιβλέψω – λέγει το Πνεύμα του Θεού - αλλ᾽ ή επί τον ταπεινόν και ησύχιον και ακούοντά μου τους λόγους και τρέμοντα αυτούς;

26 Αυγούστου 2023

ΠΩΣ ΒΟΗΘΑΕΙ Ο ΕΝΑΣ ΣΥΖΥΓΟΣ ΤΟΝ ΑΛΛΟΝ ΓΙΑ ΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ

Το άγιο ζεύγος Αδριανός και Ναταλία προβάλλεται από την Εκκλησία μας ως τύπος της αληθινής συζυγίας – στο πρόσωπό τους βλέπουμε την ιδανική θα λέγαμε σχέση! Γιατί; Διότι όχι μόνον υπήρχε μεταξύ τους ο ανθρώπινος έρωτας, αλλά τροφοδοτείτο αυτός και αυξανόταν, βρίσκοντας τον ορθό στόχο του, από τον θεϊκό έρωτα που κατέλαβε το ζευγάρι. Διότι η εμπειρία των ανθρωπίνων σχέσεων και μάλιστα όσον αφορά στη συζυγική σχέση επιβεβαιώνει ότι χωρίς την αναφορά προς τον Θεό, χωρίς την αγάπη Εκείνου, αν όχι καθόλου αλλά πολύ σπάνια μπορεί να κρατηθεί και να παραμείνει πολυετής και ισόβια. Και αυτό οφείλεται βεβαίως στο γεγονός ότι η ανθρώπινη αγάπη, στοιχείο της οποίας είναι και ο έρωτας, είναι σαν την μπαταρία: έχει όριο λήξεως – φθείρεται και αυτή όπως όλα τα ανθρώπινα. Λοιπόν, απαιτείται η ανατροφοδοσία της αγάπης και του έρωτα από εκείνην την πηγή που είναι αιώνια: την αγάπη και τον έρωτα του Θεού. Όπου υπάρχει η σύνδεση με τον Θεό εκεί ο άνθρωπος αδιάκοπα «καινουργείται», όπως άλλωστε το υποσχέθηκε ο ίδιος ο Κύριος: «ιδού, καινά ποιώ πάντα!», όλα τα κάνω καινούργια.  

Κι ένας ύμνος από την ακολουθία των αγίων έρχεται και προσθέτει ένα σημαντικό στοιχείο στην ανατροφοδοσία αυτή και στη διακράτηση της ενότητας των συζύγων. «Πυρί αγάπης θεϊκής την ψυχήν φλεγομένη, του συζύγου εξήψας τον έρωτα εις Χριστόν, τον πόθον τον της σαρκός, Ναταλία, τέλεον μισήσασα» (ωδή γ΄). Τι λέει ο άγιος Θεοφάνης ο ποιητής εν προκειμένω; «Καθώς φλεγόσουν στην ψυχή από το πυρ της θεϊκής αγάπης, Ναταλία, άναψες τον έρωτα για τον Χριστό στον σύζυγό σου, αφού μίσησες εντελώς τον πόθο για τον κόσμο της αμαρτίας». Δεν ήταν στραμμένος προς τον Θεό όπως η γυναίκα του Ναταλία ο Αδριανός. Όμως όταν έρχεται σ’ επαφή πρώτον με αγίους μάρτυρες που φλέγονταν από τον θεϊκό έρωτα, κι έπειτα με την προτροπή της συζύγου του που εξίσου πυρπολείτο κι αυτή από τη θεία αγάπη, βλέπει να καταλαμβάνεται κι η δική του καρδιά από το ίδιο ένθεο πάθος, γεγονός που τον οδηγεί έπειτα και στο μαρτύριο!

Η αγία Ναταλία μετέδωσε στον σύζυγό της αυτό που είχε: την αγάπη προς τον Χριστό – άλλωστε «δεν θα πάρεις από αυτόν που δεν έχει», κατά την παροιμία. Που θα πει: έστω και το ένα μέλος της συζυγίας αν είναι του Θεού, τότε, εφόσον ασφαλώς υπάρχει καλή διάθεση, μπορεί να δώσει ο Θεός να «καεί» και το άλλο μέλος από την ίδια αγάπη. Αυτό δεν προτρέπει και ο απόστολος Παύλος στις περιπτώσεις που ο ένας σύζυγος είναι χριστιανός και ο άλλος ειδωλολάτρης; Δεν λέει να χωρίσουν, γιατί η φλόγα της πίστεως μπορεί να μεταγγιστεί και στον άλλον. Κι ακόμη: ο αγιασμός του ενός μπορεί να γίνει αγιασμός λόγω της συζυγίας και για τον άλλον. Μόνον στην περίπτωση που υπάρχει παγιωμένη πονηρή κατάσταση αρνήσεως ισχύει το «χωριζέσθω». Λοιπόν, η επισήμανση του αγίου υμνογράφου με βάση τη ζωή των αγίων Αδριανού και Ναταλίας είναι πολύ παρήγορη. Ο κάθε σύζυγος αξίζει να αγωνίζεται για το άλλο μέλος της συζυγίας, γιατί η αγάπη προς τον Θεό μεταγγίζεται. Αρκεί όπως είπαμε να υπάρχει η αγάπη αυτή του ενός και να είναι δεκτικός με καλή διάθεση και ο άλλος.  

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΑΔΡΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΝΑΤΑΛΙΑ

«Ο μάρτυς Αδριανός και η Ναταλία, η σύζυγός του, ήταν από τη Νικομήδεια. Κατά τη δεύτερη περίοδο του αυτοκράτορα Μαξιμιανού, συνελήφθησαν εικοσιτρείς άνδρες Χριστιανοί, που κρύβονταν σε σπήλαια, και υποβλήθηκαν σε πολλά βασανιστήρια. Πριν από το μαρτύριό τους, ο Αδριανός τους ρώτησε, χάριν τίνος υφίσταντο όλες αυτές τις φοβερές τιμωρίες, κι αυτοί απάντησαν: Για να κερδίσουμε αυτά που ο Θεός έχει ετοιμάσει σ᾽ αυτούς που Τον υπακούνε, τα οποία δεν μπορεί ούτε ακοή να τα ακούσει ούτε λόγος να τα παραστήσει. Αμέσως ο μακάριος Αδριανός κατανύχθηκε από τη θεία χάρη και ζήτησε από τους ταχυγράφους της εποχής να γράψουν και το δικό του όνομα μαζί με τους Χριστιανούς, λέγοντας ότι ῾και εγώ θα πεθάνω μαζί τους᾽. Πράγματι, τον έγραψαν και τον φυλάκισαν, κι όταν έμαθε τη φυλάκισή του η γυναίκα του Ναταλία, ενώ στην αρχή εθλίβη πολύ, γιατί δεν ήξερε τον λόγο, έπειτα έβαλε χαρούμενη φορεσιά κι έσπευσε στη φυλακή. Εκεί, άρχισε να κατασπάζεται τις αλυσίδες του Αδριανού, να τον μακαρίζει για την προθυμία του και να τον προτρέπει να μείνει ασάλευτος στα βάσανα, ενώ παρακαλούσε και τους αγίους υποψηφίους μάρτυρες που ήσαν μαζί του, να προσεύχονται γι᾽ αυτόν. Ο Αδριανός προέτρεψε τη Ναταλία να γυρίσει στο σπίτι τους, και μετά από λίγο, επειδή θα παρουσιαζόταν την αυριανή ημέρα  μπροστά στον τύραννο, κατώρθωσε δίνοντας χρήματα στους δεσμοφύλακες να πάει κι αυτός στο σπίτι του, προκειμένου να πει στη Ναταλία να παρευρεθεί στην τελείωσή του δια του μαρτυρίου. Αυτή όμως, επειδή νόμισε ότι ο άντρας της φοβήθηκε τα βάσανα κι αρνήθηκε τον Χριστό, γι᾽ αυτό και γύρισε, του έκλεισε τη θύρα μπροστά του, ελέγχοντάς τον για την άρνηση του Χριστού, χαρακτηρίζοντάς τον φιλοζωϊστή και δειλό και θυμίζοντάς του τα φοβερά που θα υποστεί λόγω της αρνήσεώς του αυτής. Τον εαυτό της δε τον αποκαλούσε άθλιο, γιατί ούτε μία ημέρα δεν μπόρεσε να ονομαστεί γυναίκα μάρτυρα, ενώ τη μακαριότητά της τη διαδέχτηκε διαμιάς η δυστυχία. Όταν όμως άκουσε το σκοπό της επισκέψεώς του, η Ναταλία αμέσως με χαρά τού άνοιξε τη θύρα, τον κατασπαζόταν και τον συνόδευσε, όπως ήταν, προς τον τύραννο. Παρουσιάστηκε λοιπόν ο άγιος προς τον βασιλιά, κι αφού ομολόγησε τον Χριστό ως Θεό, τον βάλανε πρηνή και τον κτύπησαν με ξύλα, ενώ έπειτα τον βάλανε ύπτιο, και τόσο τον κτύπησαν πάλι, ώστε να φανούν και τα εντός αυτού υπογάστριά του. Ήταν τότε εικοσιοκτώ ετών. Έπειτα, μαζί με τους υπόλοιπους αγίους, πρώτος αυτός όμως, ακρωτηριάζεται στα χέρια και τα πόδια, ενώ η Ναταλία που βρισκόταν κοντά, έπαιρνε το κάθε μέλος του, παρακαλώντας ταυτόχρονα τον μεν δήμιο να καταφέρνει τα κτυπήματα με δύναμη, τον δε Αδριανό να υπομένει με σταθερότητα και να μην προδώσει λόγω δειλίας την άθλησή του για τον Χριστό. Αφού ετελειώθησαν οι μάρτυρες και τα σώματά τους επρόκειτο να ριχτούν στη φωτιά, η Ναταλία κρατώντας στην αγκαλιά της το χέρι του αγίου Αδριανού, ακολουθούσε τα λείψανα. Καθώς έσταζαν τα αίματα των λειψάνων επάνω της, άλειφε με αυτά τον εαυτό της. Η φωτιά που ανάφθηκε, έσβησε αμέσως από ραγδαία βροχή που άρχισε να πέφτει, και κάποιος πιστός ονόματι Ευσέβιος, μάζεψε γρήγορα τα λείψανα, τα οποία έβαλε σ᾽ ένα πλοιάριο και τα κατέθεσε στην Αργυρούπολη, κοντά στο Βυζάντιο. Εκεί έφτασε ύστερα και η Ναταλία, όπου άφησε και την τελευταία της πνοή, και κατατέθηκε και το δικό της λείψανο πλησίον των μαρτυρικών λειψάνων».

Ένας ύμνος προς τη χριστιανή γυναίκα και προς τη χριστιανική συζυγία, πέραν της συνήθους δοξολογίας προς τους μάρτυρες, είναι η ακολουθία της σημερινής ημέρας. Ο υμνογράφος στέκεται εκστατικός μπροστά στο μεγαλείο πρώτα της αγίας Ναταλίας - ῾ώ, γυναικός θεοφιλούς᾽ θα φωνάξει στο δοξαστικό του εσπερινού – κι έπειτα μπροστά στη συζυγία των αγίων - ῾ώ ζεύγος άμωμον και εκλεκτόν τω Κυρίω! ώ πεποθημένη δυάς και πεφιλημένη Χριστώ! ώ συζυγία αρίστη και μακαρία!᾽ Αιτία για το πρώτο είναι το γεγονός ότι η αγία Ναταλία, ξεπερνώντας τη φυσική τάξη των πραγμάτων, αυτό που θα έκανε μία απλή, συνηθισμένη γυναίκα: να κρατήσει στη ζωή τον άντρα της και να μη μείνει χήρα σε πολύ νεαρή ηλικία μάλιστα, εξυψώνεται στο επίπεδο, με τη χάρη του Θεού, της αληθινής χριστιανής γυναίκας, δηλαδή στο επίπεδο του αληθινού χριστιανού, κατά το οποίο η προτεραιότητα είναι το άγιο θέλημα του Θεού, η βασιλεία του Θεού, όπως ο Κύριος το έχει ζητήσει: ῾ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού᾽.  Και τι κάνει; Προτρέπει τον σύζυγό της να μείνει σταθερός στην αγάπη του Χριστού, έστω και με θυσία της ζωής του.

Έτσι η Ναταλία γίνεται μία μικρή ῾Παναγία᾽, διότι και αυτή σαν την Θεοτόκο, στην πραγματικότητα επαναλαμβάνει με την όλη στάση της το ῾ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου᾽, λοιπόν η στάση της αυτή την εντάσσει στη χορεία όλων των ηρωϊκών και μαρτυρικών γυναικείων μορφών της ιστορίας, οι οποίες αψηφούσαν το δικό τους συμφέρον προς χάριν μίας μεγάλης ιδέας, όπως είναι για παράδειγμα οι Σπαρτιάτισσες μάνες που δίνοντας οι ίδιες τις ασπίδες  στα παιδιά τους τα προέτρεπαν με κατάπνιξη του μητρικού φίλτρου προς χάρη της πατρίδας, ῾ή ταν ή επί τας᾽, ή όπως  οι γυναίκες του Ζαλόγγου που μπροστά στον κίνδυνο ατίμωσής τους επέλεγαν τον ηρωϊκό θάνατο. Ώστε θα λέγαμε ότι η αγία Ναταλία, η οποία βεβαίως δεν κάνει τίποτε άλλο από ό,τι επιτάσσει ο λόγος του Χριστού, γίνεται και αυτή σύμβολο διαχρονικά  της γυναικείας φύσεως, καλύτερα σύμβολο του πραγματικού ανθρώπου. Ο υμνογράφος βεβαίως, γνώστης της Αγίας Γραφής και της όλης Παραδόσεως της Εκκλησίας, προβαίνει συνειρμικά και σε μίαν ακόμη εκτίμηση, προκειμένου να τονίσει και με άλλον τρόπο το μεγαλείο της αγίας: την αντιπαραβάλλει με την πρώτη Εύα. Και την μεν Εύα οικτείρει για την ενέργειά της να παρασύρει στην ανυπακοή του Θεού τον άντρα της, την δε αγία επαινεί για το αλειπτικό έργο της απέναντι σ᾽ αυτόν, δηλαδή να μείνει, όπως είπαμε, σταθερός στο θέλημα Εκείνου. «Η ομόζυγη Εύα εξόρισε τον Αδάμ από τον Παράδεισο με τη συμβουλή του όφεως διαβόλου. Η Ναταλία όμως με πάνσοφο τρόπο εισήγαγε τον Αδριανό στον Παράδεισο». «Όχι όπως η Εύα επέφερε φθορά στον Αδάμ, αλλά η Ναταλία προξένησε στον σύζυγό της αιώνια ζωή».

Ο υμνογράφος όμως εξηγεί και το δεύτερο από το οποίο έχει μείνει ῾ενεός᾽: τη θαυμαστή συζυγία του Αδριανού και της Ναταλίας. Δεν μπορεί να μη θαυμάσει το νεαρό ζεύγος, το οποίο κινείται μέσα στα πλαίσια αυτού που ο Χριστός και η αγία Του Εκκλησία έχουν καθορίσει: ο ένας να γίνεται στήριγμα του άλλου, για να φτάσουν στο σκοπό: την ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Στο ζεύγος αυτό δηλαδή, επισημαίνουμε περίτρανα ότι ο γάμος είναι εκ Θεού και κατανοείται ως μέσον, ως δρόμος, προκειμένου οι σύζυγοι να αλληλοβοηθηθούν στην ένταξή τους στη Βασιλεία του Θεού. Με άλλα λόγια, με τον χριστιανικό γάμο, τύπος του οποίου είναι ο γάμος των σημερινών αγίων, συμβαίνει κάτι αντίστοιχο με τον άγαμο βίο, τον ευλογημένο μοναχισμό. Όπως ο μοναχός εντάσσεται στο μοναστήρι του, για να βοηθηθεί στη σχέση του με τον Θεό, όταν έχει δεχτεί βεβαίως την κλήση από τον Χριστό, κατά τον ίδιο τρόπο και ο έγγαμος: εισέρχεται στον γάμο, για να γίνει ο γάμος εφαλτήριο πνευματικού του ανόδου. Αν ο γάμος δεν κατανοηθεί με τον τρόπο αυτό, τότε αυτονομείται ως στοιχείο του κόσμου τούτου, συνεπώς αντί να βοηθάει τον άνθρωπο, τον οδηγεί σε μεγαλύτερη φθορά του. Μη ξεχνάμε ότι στην παραβολή του μεγάλου δείπνου, που είπε ο Κύριος, ο ένας που δεν παρακάθισε στο δείπνο, ήταν αυτός που συνήψε γάμο. Ο γάμος του λειτούργησε στην περίπτωση αυτή αρνητικά.

Έτσι, μαζί με τον υμνογράφο και εμείς, ῾κραυγάζομεν και λέγομεν᾽: ῾ώ ξυνωρίς αγία, υπέρ ημών τω Θεώ ικετεύσατε, των εκ πόθου τελούντων την μνήμην υμών, πειρασμών ρυσθήναι και πάσης θλίψεως᾽. Αγία δυάδα, ικετεύσατε τον Θεό για εμάς, που τελούμε τη μνήμη σας με πόθο, ώστε να σωθούμε από πειρασμούς και κάθε θλίψη. 

25 Αυγούστου 2023

Η ΕΠΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ

«Ο άγιος απόστολος Βαρθολομαίος, αφού έκανε φανερό το όνομα του Κυρίου σε διαφόρους τόπους, σταυρώνεται στη Μεγάλη Αρμενία της Ανατολής. Οι πιστοί που παραβρέθηκαν στο τέλος του, τον έβαλαν σε λίθινη λάρνακα και τον απέθεσαν στην Αλβανούπολη. Καθώς λοιπόν η λάρνακα εκείνη πρόσφερε διαρκώς τις θεραπείες, πρόστρεχαν οι λαοί και απαλλάσσονταν από τα πάθη που τους ενοχλούσαν. Βλέποντας αυτά οι υπηρέτες του διαβόλου οδηγούντο σε μανία εναντίον της λάρνακας του αγίου. Σκέφτηκαν  τότε να τη ρίξουν, με το σώμα του αγίου μέσα, μαζί και με τέσσερις ακόμη λάρνακες αγίων μαρτύρων, στη θάλασσα. Κι αυτό έγινε και για να αγιασθεί η πλατιά θάλασσα με τη διέλευση αυτών, όπως και οι τόποι στους οποίους τελικώς θα πήγαιναν να ευλογηθούν, και ο Θεός να δοξασθεί μέσα από τους αγίους Του, όπως είναι γραμμένο. Πέρασαν λοιπόν ως θαλασσοπόροι, ο άγιος Βαρθολομαίος και οι άλλοι μάρτυρες, ο Παππιανός, ο Λουκιανός, ο Γρηγόριος και ο Ακάκιος,  όλες τις μεγάλες θάλασσες, μέχρις ότου προσορμίστηκαν στη νήσο που ονομαζόταν Λίπαρη. Και οι μεν τέσσερις μάρτυρες, αφού άφησαν το λείψανο του αγίου αποστόλου, έφυγαν, για να πάει η καθεμία λάρνακα από αυτούς σε ξεχωριστό μέρος, ενώ ο άγιος Βαρθολομαίος φανερώθηκε στον επίσκοπο της νήσου Αγάθωνα, εξηγώντας του τα καθέκαστα. Εκείνος ανταποκρίθηκε αμέσως, μη μπορώντας να κατανοήσει το μέγεθος της ευλογίας στη νήσο του και μη σταματώντας τις δοξολογίες στον Θεό και στον άγιο. Στο σχέδιο του επισκόπου πια και του πιστού λαού να τοποθετήσουν τη λάρνακα του αγίου σε επίσημο μέρος και να του ανεγείρουν ναό, είδαν ότι ο άγιος αντιτίθεται. Διότι αδυνατούσαν οι άνδρες που έσερναν τη λάρνακα να προχωρήσουν, ενώ με θεία αποκάλυψη αφέθηκε αυτή εύκολα να τραβηχτεί, από ζεύγος αγελάδων, οι οποίες καθοδηγούντο από τον απόστολο. Και συνέβη τότε μέγιστο θαύμα, αδύνατο να γίνει αποδεκτό από τους απίστους: ένα νησάκι, που λεγόταν Βουλκάνος στα λατινικά, και Πυρπνόον στα ελληνικά, με ηφαίστειο πάνω του, μόλις πλησίασε το λείψανο του αγίου, αμέσως παρασύρθηκε από θεϊκή δύναμη επτά στάδια πέρα από το νησί Λίπαρη, ώστε να σταματήσει να είναι κίνδυνος για το νησί αυτό. Και μέχρι σήμερα κηρύσσεται με δύναμη το θαύμα αυτό. Εκεί που θέλησε λοιπόν ο άγιος να τοποθετηθεί, εκεί και κτίσθηκε περικαλλής ναός, που μαρτυρούσε καθημερινά τα αναρίθμητα θαύματα που επιτελούσε ο Θεός διά του αγίου του.  Πέρασαν πάρα πολλά χρόνια, μέχρι τις ημέρες του αυτοκράτορα Θεοφίλου. Και το φρούριο, μέσα στο οποίο  βρισκόταν ο ναός του αγίου, καταλήφθηκε από τους Αγαρηνούς, οπότε και η νήσος Λίπαρη έμεινε ακατοίκητη. Συνέβη τότε, ο άρχων της πόλεως Βενένδου να μάθει τα αποστολικά θαύματα και με θερμή πίστη να κινηθεί προς τον άγιο, τον οποίο μπόρεσε τελικώς να φέρει στην πόλη του, με τη βοήθεια καλά πληρωμένων ναυτικών από την πόλη των Αμαλφινών. Ο άρχων αυτός, αν και ήταν μακριά η θάλασσα, κίνησε όλο το πλήθος των ιερέων με τον επίσκοπο και όλον τον λαό, να πάνε προς προϋπάντηση του λειψάνου, κάτι που έγινε. Το λείψανο με τη λάρνακα κατατέθηκε σε σεβάσμιο τόπο, όπου ο μέγας απόστολος επιτελούσε καθημερινώς πολλές ιάσεις σε όλους, φανερώνοντας τη δόξα του υπεράγαθου Θεού μας».

Θαυμάσια ταινία υπερπαραγωγής θα μπορούσε να γίνει το συναξάρι της σημερινής ημέρας, που περιγράφει την ιστορία του λειψάνου του μαθητή του Κυρίου από τους δώδεκα, Βαρθολομαίου. Δεν είναι δηλαδή μόνον αυτό που έζησε ως απόστολος ο άγιος Βαρθολομαίος – το τι πέρασε για τον ευαγγελισμό των ανθρώπων και πώς έφθασε να μαρτυρήσει σαν τον Κύριο με σταυρικό θάνατο – αλλά και τι περιπέτειες διήλθε το άγιο λείψανό του, όχι μόνον από τους εχθρούς της πίστεως, αλλά και από την επέμβαση του ίδιου, κάτι που σημαίνει με υπερθαύμαστο τρόπο το πόσο ζωντανοί είναι οι άγιοί μας, και όσο ζουν, αλλά και μετά θάνατον. Με τον άγιο Βαρθολομαίο δηλαδή, για λόγους που γνωρίζει ο Κύριος, έχουμε μία πολύ θαυμαστή παρουσία της χάρης του Θεού σε όλη τη διαδρομή της ζωής του. Και η διαδρομή αυτή περιλαμβάνει και τα πριν αλλά και τα μετά τον θάνατό του. Έτσι κι αλλιώς, μετά τον ερχομό του Χριστού, θάνατος δεν υφίσταται. Η ζωή απλώς μετά τον θάνατο αλλάζει μορφή. Όπως το λέει και ο απόστολος Παύλος: «εάν τε ζώμεν, εάν τε αποθνήσκωμεν, του Κυρίου εσμέν».

 Με τη θαλασσοπορία του λειψάνου του αγίου Βαρθολομαίου μέσα σε λίθινη λάρνακα – γιατί «μέσα σε τύμβο νεκρός έγινες θαλασσοπόρος», όπως σημειώνει και ο υμνογράφος – η σκέψη μας κάνει ένα συσχετισμό: αυτό που συνέβη στον άγιο μέσα στη λάρνακά του, χωρίς να βουλιάζει, όπως θα ήταν φυσικό, παραλληλίζεται με αυτό που συνέβη στα χρόνια της ιστορικής παρουσίας του Κυρίου, όταν ο Πέτρος, ευρισκόμενος μέσα στο πλοιάριο με τους άλλους μαθητές και βλέποντας έξαφνα τον Κύριο να περπατά πάνω στα κύματα, ζητά από Εκείνον να περπατήσει παρομοίως και ο ίδιος. Και ο μεν Πέτρος τελικώς βουλιάζει, γιατί η πίστη του, ασθενική ακόμη, δεν είναι σταθερά προσανατολισμένη στον Κύριο, στον δε Βαρθολομαίο η λίθινη λάρνακα θαλασσοπορεί χωρίς πρόβλημα, λόγω της δυνάμεως του Θεού, που επενεργούσε στο λείψανό του, προφανώς για την «πρόσωπον προς πρόσωπον» σχέση του αγίου με Εκείνον.

Η ηδονή της καθαρής όρασης του προσώπου του Κυρίου, δηλαδή η συμμετοχή στη ζωή Εκείνου με όλες τις δυνάμεις της ψυχής, που θα επιταθεί στο απόλυτο δυνατό, λόγω της συμμετοχής και του σώματος, μετά την ανάσταση εκ των νεκρών, κατά τη Δευτέρα Παρουσία Του, δεν προσφέρεται χωρίς προϋποθέσεις. Κι οι προϋποθέσεις αυτές υφίστανται και λειτουργούν κατά το διάστημα της εδώ ζωής. Πρόκειται γι᾽ αυτό που είναι γνωστό ως οδύνη του Σταυρού. Χωρίς την οδύνη αυτή, η ηδονή είναι όνειρο άπιαστο. Διότι ο Σταυρός οδηγεί στην Ανάσταση και τη χαρά. Κι όταν μιλάμε για τον Σταυρό και την οδύνη που περικλείει, εννοούμε τον κόπο και τον πόνο που καταβάλλει κανείς, βεβαίως με την ενίσχυση της χάρης του Θεού,  για να σταθεί με υπομονή στις άγιες εντολές του Κυρίου. Αν ο άγιος Βαρθολομαίος, όπως και όλοι οι άγιοι, απολαμβάνει τη δόξα του Παραδείσου, με προοπτικές άπειρης ακόμη αύξησης σ᾽ αυτήν, είναι γιατί θέλησε να υπακούσει στον Κύριο και να τηρήσει το άγιο θέλημά Του. Και η οδύνη αυτή από την υπακοή σ᾽ Εκείνον, που αποκορυφώθηκε στην οδύνη και του σωματικού σταυρού του, μετατράπηκε σε άφατη χαρά και αγαλλίαση, στην υπέρμετρη του πνεύματος ηδονή. Όπως παρεμφερώς σημειώνει και ο υμνογράφος:  «Δέχτηκες, ένδοξε, το διά σταυρού μακάριο τέλος και έγινες σύμμορφος με τα παθήματα του Διδασκάλου σου, αλλά και λαμπρότατος κοινωνός της θεϊκής Του δόξας. Γι᾽ αυτό και παρίστασαι πάντοτε μπροστά Του, μαζί με τους αγγέλους, γεμάτος από άρρητο φως». Ταις αυτού αγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς.

23 Αυγούστου 2023

ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΣΑΝ ΚΑΠΝΟΣ ΟΙ ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΣ ΨΥΧΕΣ

«Δεν έχουν όλες οι ψυχές αντοχή στο ίδιο μέτρο. Άλλες είναι ισχυρές σαν πέτρα, άλλες ασθενείς σαν καπνός. Όμοιες με καπνό είναι οι υπερήφανες ψυχές. Όπως ο άνεμος διασκορπίζει άτακτα τον καπνό, έτσι ο εχθρός διάβολος παρασύρει τις υπερήφανες ψυχές, διότι ή δεν έχουν υπομονή ή εύκολα εξαπατώνται και πέφτουν σε απόγνωση. Οι δε ταπεινές ψυχές φυλάσσουν τις εντολές του Κυρίου και στέκονται ακλόνητες σαν βράχος, πάνω στον οποίο συντρίβονται όλα τα κύματα. Αυτές οι ψυχές παραδόθηκαν στο θέλημα του Θεού και νοερώς θεωρούν τον Θεό, και ο Κύριος δίνει σ’ αυτές τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Όποιος ζει κατά τις εντολές, αυτός κάθε ώρα και στιγμή ακούει να ηχεί στην ψυχή του η χάρη» (Αρχιμ. Σωφρονίου, Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας, 1999).

Ο μέγας όσιος Σιλουανός του Άθω ήταν απόλυτα προσγειωμένος: ήξερε ότι κάθε άνθρωπος έχει διαφορετικά πνευματικά μέτρα, γι’ αυτό και έχει διαφορετικές αντοχές. Που σημαίνει ότι ο καθένας, κι έχει ασφαλώς υπ’ όψιν του τους χριστιανούς, πρέπει να μάθει την κατάστασή του, ώστε ανάλογα με το πνευματικό επίπεδό του να κάνει και την άσκησή του. Το σημειώνει σε άλλο σημείο του κειμένου του: «Πρέπει να γνωρίζεις το μέτρο σου, για να μην αποκάμει η ψυχή. Μελέτησε τον εαυτό σου και δώσε στην ψυχή σου άσκηση κατά τη δύναμή της». Δεν μπορείς  δηλαδή ενώ είσαι αρχάριος πνευματικά να επιλέξεις τις ασκήσεις του προχωρημένου και τελείου χριστιανού. Είναι σαν το μικρό παιδί που θέλει να σηκώσει βάρος μεγάλο που δεν το αντέχει – θα συνθλιβεί και θα καταπλακωθεί. Ή σαν το μωρό που ενώ χρειάζεται γάλα του δίνουν στέρεα και βαριά τροφή – υπάρχει κίνδυνος να χάσει και τη ζωή του! Το σημείωνε ο απόστολος Παύλος: «γάλα σας πότισα, γιατί δεν αντέχετε ακόμη το κρέας».

Οπότε το ζητούμενο από τον χριστιανό είναι η απόκτηση, για να μπορεί να προχωρεί πνευματικά, μίας έστω και μικρής διάκρισης ως επίγνωσης των μέτρων του, κάτι που βοηθάει πολύ σ’ αυτό η υπακοή σε διακριτικό πνευματικό πατέρα. Δεν είναι τυχαίο ότι η Εκκλησία μας με το Πνεύμα του Θεού που την διακατέχει προσφέρει αδιάκοπα και αταλάντευτα το όραμα της τελειώσεως στους χριστιανούς, τον σκοπό της θεώσεώς τους με την ακρίβεια των κανόνων της, αλλά κυρίως πορεύεται χρησιμοποιώντας την οικονομία – συγκαταβαίνει στις αδυναμίες των μελών της χριστιανών. Χωρίς την οικονομία αυτή και οι ίδιοι οι θεόπνευστοι κανόνες της θα λειτουργούσαν γι’ αυτούς, κατά τη γνωστή ρήση του αγίου Παϊσίου του αγιορείτου, ως «κανόνια» που θα ρήμαζαν τη ζωή τους. Κι έχει αποδειχθεί: εκείνος που απαιτεί την απόλυτη ακρίβεια για όλους είναι συνήθως εκείνος που ούτε με το μικρό δαχτυλάκι του δεν τηρεί τίποτε – μοιάζει με τους Φαρισαίους όπως έλεγε ο Κύριος που απαιτούσαν τα πάντα από τους άλλους, όχι όμως από τους εαυτούς τους, ο ορισμός της υποκρισίας.

Ο άγιος Σιλουανός προχωρεί και διευκρινίζει με την πείρα του: Ασθενείς ψυχές που είναι σαν καπνός είναι οι υπερήφανες ψυχές. Γιατί δεν έχουν κανένα στήριγμα. Μάλλον το μόνο στήριγμά τους είναι ο… εαυτός τους, ο οποίος όμως άγεται και φέρεται από τα κύματα των παθών τους και τις δαιμονικές επήρειες. Ποιος μπορεί να καυχηθεί για τη στερεότητά του; Ο ίδιος ο Κύριος το απεκάλυψε: «Χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε». Το τίποτε είμαστε χωρίς Εκείνον και τη χάρη Του. Και η διαχρονική εμπειρία όλων των ανθρώπων το επιβεβαιώνει. Γι’ αυτό και είναι γνωστό στην ιστορία του χριστιανισμού ότι το μεγαλύτερο θήραμα για τον Πονηρό διάβολο είναι ο υπερήφανος άνθρωπος. Και πώς διαπιστώνεται η υπερηφάνεια του; Από την έλλειψη της υπομονής του, από την ευκολία που εξαπατάται και αμφιβάλλει για την πίστη του Χριστού και από το γλίστρημα προς την απόγνωση. Ο ανυπόμονος, ο δίψυχος, όποιος απογοητεύεται και φτάνει σε όρια απόγνωσης, αυτός είναι ο υπερήφανος και εγωιστής άνθρωπος, έστω κι αν δεν έχει καμία επίγνωση της τραγικής αυτής πνευματικής πραγματικότητας. Κι είναι σαν να περιγράφει ο άγιος τους περισσοτέρους από εμάς τους συγχρόνους χριστιανούς, που σαν καπνός σκορπιζόμαστε άτακτα από τα ριπίσματα του ανέμου, δηλαδή από τις διάφορες δυσκολίες της ζωής, κυρίως όμως γινόμαστε έρμαια του εχθρού που μας παρασύρει στα δικά του λημέρια κάνοντάς μας να διαγράφουμε το μόνο στέρεο έδαφος, τις εντολές του Θεού.

Και ποιες είναι οι ισχυρές σαν την πέτρα ψυχές; Οι ταπεινές ψυχές, λέει ο άγιος στοιχώντας σε όλη την Αγιογραφική και Πατερική παράδοση. Γιατί είναι θεμελιωμένες στον βράχο των εντολών του Θεού. Αρνούμενες το δικό τους εγωιστικό και υπερήφανο θέλημα ωθούν με τη δύναμη του Θεού τον εαυτό τους στην αγάπη Εκείνου και στις άγιες εντολές Του – ο ταπεινός βάζει ερωτηματικό πάντοτε στις δικές του επιλογές και εκτιμήσεις στα πνευματικά θέματα και υπακούει στο μόνο Απόλυτο: τον Κύριο Ιησού Χριστό και τον λόγο Του. Το είπε ο ίδιος ο Κύριος με παραβολή: ο υπάκουος στον Θεό  μοιάζει με εκείνον που κτίζει το σπίτι του πάνω στον βράχο. Κι όταν έρχονται οι άνεμοι και τα κύματα μένει στέρεος χωρίς να σείεται από το οτιδήποτε. Ενώ αντιθέτως ο ανυπάκουος, ο υπερήφανος όπως είπαμε, κτίζει πάνω στην άμμο. Γι’ αυτό και η πτώση με τις δυσκολίες είναι δεδομένη.

Και γιατί λέει ο άγιος Σιλουανός ότι αυτές οι ψυχές θεωρούν τον Θεό και νιώθουν τη χάρη Του να ηχεί στα αυτιά τους; Μα γιατί ο ίδιος ο Κύριος υποσχέθηκε ότι όποιος παραδοθεί στο θέλημα του Θεού θα βρίσκεται στην ίδια γραμμή με Εκείνον, θα συντονίζεται με τη δική Του ζωή, Εκείνος θα αναπαύεται στην ύπαρξή του ως συνέχειά Του. «Μείνετε πάνω στην αγάπη μου» είπε. «Εάν τηρήσετε τις εντολές μου, θα μείνετε μέσα και πάνω στην αγάπη μου». Και αλλού: «Όποιος με αγαπάει θα τηρήσει τις εντολές μου, οπότε θα τον αγαπήσει ο Πατέρας μου και εγώ θα του εμφανιστώ. Θα έλθουμε και θα κατοικήσουμε με τον Πατέρα εν Πνεύματι μέσα του». Ο ταπεινός άνθρωπος έχει εμπιστοσύνη μόνον στον Χριστό, αγωνίζεται να τηρεί μόνο Εκείνου το θέλημα, φανερώνεται στον κόσμο ως ένας άλλος Χριστός.

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΛΟΥΓΔΟΥΝΩΝ

«Ο άγιος Ειρηναίος έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα της Ρώμης Μάρκου Αντωνίνου, τον δεύτερο μ. Χ. αιώνα, και υπήρξε αρχαίος Πατέρας της Εκκλησίας, διάδοχος των μακαρίων Αποστόλων, ενώ χρημάτισε και επίσκοπος Λουγδούνων της Γαλλίας (της σημερινής Λυών). Άφησε στην Εκκλησία πολλά βιβλία, τα οποία εξηγούσαν, ερμήνευαν και υπεράσπιζαν τη χριστιανική πίστη, τα οποία χρησιμοποίησαν πολύ για παρόμοιο σκοπό και οι μεταγενέστεροι Πατέρες και εκκλησιαστικοί συγγραφείς. Ο άγιος ανέλαβε τα καθήκοντα του επισκόπου της εκκλησίας των Λουγδούνων, μετά τον Ποθεινό, ο οποίος και μαρτύρησε για την πίστη του Χριστού. Με τη διδασκαλία του ο Ειρηναίος και με τις παραινέσεις του, μετέστρεψε στην πίστη του Χριστού από την ειδωλολατρία πολλούς ανθρώπους,  πολλοί από τους οποίους έγιναν μάρτυρες του Χριστού, όπως και ο ίδιος τελικώς στεφανώθηκε με το στεφάνι του μαρτυρίου, με το ξίφος των διωκτών της πίστεως».

Η απόδοση της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, που η Εκκλησία μας άγει σήμερα, αφενός τονίζει και πάλι τη σπουδαιότητα του προσώπου της Παναγίας μας, αφετέρου σχετίζει Αυτήν με τον μεγάλο Πατέρα της Εκκλησίας, τον οποίο επίσης εορτάζουμε, τον άγιο ιερομάρτυρα Ειρηναίο Λουγδούνων ή Λυών. Και τούτο, διότι ο άγιος Ειρηναίος, συνεχιστής της θεολογίας του αγίου Ιγνατίου του θεοφόρου (ο άγιος Ιγνάτιος ανοίγει τον δεύτερο μ.Χ. αιώνα, ο άγιος Ειρηναίος κλείνει τον αιώνα αυτόν), προβάλλει, μέσα στο πλαίσιο της θεολογίας αυτής, την Υπεραγία Θεοτόκο, ως αναπόσπαστο παράγοντα της σωτηρίας του ανθρώπου. Εννοούμε ότι η Παναγία μας, κατά τον άγιο, δεν έχει τη θέση του εξαίρετου μέλους στην Εκκλησία, από πλευράς μόνον παραδειγματικής – να Της μοιάσουμε απλώς λόγω της αγιότητάς Της – αλλά και από πλευράς σωτηριώδους. Η υπακοή Της στον λόγο του Θεού, προκειμένου να έλθει στον κόσμο ως άνθρωπος ο Υιός του Θεού, αντιπαραβάλλεται με την ανυπακοή της πρώτης Εύας, που σημαίνει ότι όπως με εκείνη ο άνθρωπος ξέπεσε από τη σχέση του με τον Θεό, έτσι και με την Παναγία, ως δεύτερη Εύα, ο άνθρωπος βοηθήθηκε στην επανένταξή του σ’  Εκείνον. Ειρηναίος και Παναγία λοιπόν σχετίζονται ουσιαστικά και όχι μόνον γιατί συμπίπτει η απόδοση της Κοιμήσεώς Της με την εορτή του αγίου.

Ο άγιος Ειρηναίος όμως είναι από εκείνους τους αποστολικούς Πατέρες που η επικαιρότητά τους σήμερα είναι εκπληκτική. Για δύο λόγους.  Πρώτον, διότι τόνισε σε βαθμό απόλυτο αυτό που αληθινά έφερε ο Χριστός και κήρυξαν οι απόστολοι, δηλαδή ότι ο άνθρωπος σώζεται μόνον εν Χριστώ, κάτι που πήγε στην εποχή του να αλλοιωθεί με την κυριαρχία της αίρεσης του γνωστικισμού (ο οποίος κήρυσσε άλλον Θεό του καλού και άλλον του κακού και Δημιουργού, άρα δαιμονοποιούσε τον κόσμο και την ύλη, συνεπώς και το σώμα του ανθρώπου, και αρνιόταν και την Παλαιά Διαθήκη, ως το πρώτο θεόπνευστο μέρος της Αγίας Γραφής), αλλά και με τη συνέχειά του και σήμερα, μέσω υπολειμμάτων του – είναι γνωστό ότι όλα εκείνα τα συστήματα της εποχής μας, θεοσοφικά, φιλοσοφικά, μυστικιστικά, που μιλούν για γνώση και εύρεση του εαυτού με μύηση και στοχασμό και άσκηση, συνδέονται με αυτήν την ανατολική αίρεση των πρώτων χριστιανικών χρόνων, που κατεδίκασε η Εκκλησία μας. Δεύτερον, διότι εξίσου τόνισε ότι αυτή η εν Χριστώ σωτηρία δεν μπορεί να υπάρξει πουθενά αλλού, πέρα από την Εκκλησία. Ο άγιος Ειρηναίος  ήταν εκείνος που περίτρανα έδειξε ότι έξω από την Εκκλησία που συνιστά το ζωντανό σώμα του Χριστού, δεν μπορεί κανείς να έχει μετοχή στον Χριστό, άρα δεν μπορεί και να σωθεί. Και καταλαβαίνουμε το πόσο επίκαιρη είναι η διδασκαλία του, διδασκαλία όλης της Εκκλησίας, όταν και πάλι ακούγονται φωνές, δυστυχώς και από «χριστιανούς», που πιστεύουν ότι μπορούν να «κρατούν» τον Χριστό, διαγράφοντας όμως την Εκκλησία. Απαρχής λοιπόν η Εκκλησία, δια στόματος πρώτον των αποστόλων, κι έπειτα των Πατέρων, σαν τον άγιο Ειρηναίο, έχει δώσει την απάντηση: Χριστός και Εκκλησία πάνε μαζί, όπως μαζί θεωρούνται η κεφαλή με το σώμα. Τυχόν διάσπασή τους σημαίνει εκτρωματική και «τερατική» κατάσταση.

Ο άγιος Ειρηναίος ήταν εκείνος που τονίζοντας τα παραπάνω δεν ιδεολογοποίησε την Εκκλησία. Δεν μίλησε γι’  αυτήν ως κάτι θεωρητικό, άρα και η σχέση του χριστιανού με τον Χριστό δεν μπορεί να είναι θεωρητική. Ο άγιος, στοιχώντας στην Παράδοση, όπως είπαμε, των αποστόλων, ζώντας και αναπνέοντας ιδιαιτέρως τη ζωή και το ήθος του αγίου Ιγνατίου και του αγίου Πολυκάρπου, μίλησε για την πραγματική και ουσιαστική εν χάριτι μετοχή του ανθρώπου στον Χριστό. Ο άνθρωπος με άλλα λόγια έχει τον Χριστό, όταν μετέχει στη ζωή Του. Όπως η θέα του φωτός είναι μετοχή στο φως, έτσι και η πίστη στον Χριστό είναι μετοχή σ’  Εκείνον. Ο άγιος Ειρηναίος μάς ανοίγει τα μάτια σήμερα για τα καλά: ο Χριστός είναι ο Σωτήρας μας, τον Χριστό Τον ζούμε στην Εκκλησία, με τον Χριστό ενωνόμαστε πραγματικά και αληθινά.

19 Αυγούστου 2023

Η ΠΑΡΑΔΟΞΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

Είναι τόσο παράδοξη και περίεργη πολλές φορές η λογική της χριστιανικής πίστεως, ιδίως για τον σύγχρονο χριστιανό, που χρειάζεται συχνά πυκνά να εγκύπτει στα κείμενα των Πατέρων μας, ώστε να αποκτά την αίσθησή της και να εισέρχεται στην ατμόσφαιρά της. Από την άλλη βεβαίως, η αποδοχή και η σταδιακή προσοικείωση αυτής της λογικής οδηγεί στο «ξάφνιασμα» της γεύσης της άλλης βιοτής που έφερε ο Κύριος Ιησούς Χριστός – στο άνοιγμα των οφθαλμών και των πνευματικών αισθήσεων για να βλέπει ο πιστός και να αισθάνεται την αιώνια ζωή μέσα στο πλαίσιο της εδώ στενής και μίζερης θεωρούμενης ζωής, να θεάται τα μη βλεπόμενα και αιώνια που λέει και ο απόστολος Παύλος. Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι:  Οι πειρασμοί και οι θλίψεις για παράδειγμα, που ενώ είναι τα χαρακτηριστικά της ζωής μας, όμως όλοι τα θεωρούμε αρνητικά και απευκταία, τόσο που και η ίδια η Εκκλησία μας, συγκαταβαίνοντας στην αδυναμία μας, εύχεται διαρκώς να μη τα συναπαντήσουμε στη ζωή μας. Κι όμως: για τους αγίους μας, τα αρνητικά αυτά όταν τα θεωρήσουμε κάτω από την οπτική της πίστεως, θεωρούνται σκαλοπάτια που μας οδηγούν στο ανέβασμα της πνευματικής ζωής, που θα πει σε πιο προσωπική και ζωντανή σχέση μας με τον Θεό. «Βγάλε τους πειρασμούς από τη ζωή – μας λένε – και κανείς δεν πρόκειται να σωθεί». Διότι με τους πειρασμούς και τις θλίψεις και τις δοκιμασίες προκαλούμαστε προφανώς να παλέψουμε με τον ίδιο τον εαυτό μας, να ξεπεράσουμε τις αδυναμίες μας, να ανοίξουμε χώρο για να σκηνώσει μέσα μας ο Θεός μας.  

Ο όσιος Ισαάκ ο Σύρος είναι από αυτούς τους ασκητικούς δασκάλους μας που με ανάγλυφο τρόπο μάς «μυεί» στα μυστικά της λογικής της πίστεως: «Όσο περπατώντας προχωρείς στην οδό της Βασιλείας του Θεού και πλησιάζεις σ’  Αυτόν – σημειώνει με τον μοναδικό βιωματικό του τρόπο -  έχε το εξής σημάδι: σε συναντά η δύναμη των πειρασμών. Κι όσο προχωρείς και προκόβεις, τόσο και οι πειρασμοί αυξάνουν και διεγείρονται εναντίον σου… Διότι κατά το μέγεθος της θείας χάρης φέρνει ο Θεός στην ψυχή και τις θλίψεις των πειρασμών»! Οι πειρασμοί λοιπόν και οι θλίψεις: σημάδι ότι βαδίζεις καλά! Αλλά μας λέει και κάτι άλλο εξίσου πολύ σημαντικό: πριν από τους πειρασμούς και τις δοκιμασίες ο Θεός μάς ενισχύει με τη χάρη Του – σαν να μετράει κατά κάποιον τρόπο τις δυνάμεις μας και επιτρέπει για εμάς αυτό που αντέχουμε προκειμένου να ανεβούμε περισσότερο! Γιατί; Διότι το ζητούμενο για τον Χριστό και Θεό μας  -  κι εδώ φανερώνεται στο απόλυτο η λογική της πίστεως που λέμε -  δεν είναι αν περνάμε ή όχι θλίψεις και δοκιμασίες: αυτές είναι δεδομένες λόγω της πτώσεως του ανθρώπου στην αμαρτία. Το ζητούμενο και ο διακαής πόθος του Δημιουργού και Πατέρα μας είναι να είμαστε μαζί Του και με τη βοήθειά Του να διατηρούμε ζωντανή τη σχέση μας μ’ Αυτόν! Μας θέλει δηλαδή  έ ν α  μ’ Εκείνον, θεούς μέσα στη θεότητά Του, «παραγνωρίζοντας», χωρίς να παραγνωρίζει, ή κάνοντας πως δεν «βλέπει», ενώ βλέπει και πάσχει κι Αυτός, τις δοκιμασίες μας – είναι το φάρμακό μας για να θεραπευτούμε.

 Ας ακούσουμε και πάλι τον όσιο Ισαάκ: «Δεν έρχεται ο πειρασμός αν πρώτα η ψυχή δεν δεχθεί κρυφά κάποια δύναμη πάνω από το μέτρο της από τη χάρη του αγίου Πνεύματος. Και το μαρτυρεί αυτό ο πειρασμός του Κυρίου, όπως και οι πειρασμοί των αποστόλων, οι οποίοι δεν παραχωρήθηκαν να εισέλθουν σε πειρασμούς, παρά μόνο όταν δέχτηκαν το πανάγιον Πνεύμα. Διότι όσοι απολαμβάνουν τα καλά, τους πρέπει να υπομένουν και τους πειρασμούς αυτών των καλών. Επειδή το καλό συνοδεύεται από θλίψη. Έτσι αρέσει στον πάνσοφο Θεό να πράττει σε όλα τα έργα Του. Κι αν το χάρισμα προηγείται του πειρασμού, όμως η αίσθηση των πειρασμών προηγείται της αισθήσεως του χαρίσματος, κι αυτό για να δοκιμαστεί η ελευθερία του ανθρώπου. Επειδή η χάρη δεν προλαβαίνει να γίνει αισθητή σε κάποιον, προτού αυτός γευθεί την πικρία των πειρασμών. Και προηγείται μεν η χάρη στον νου, όμως αργοπορεί να φανερωθεί η ενέργειά της».

Μυστικά της πνευματικής ζωής που όσο τα γνωρίζουμε, τόσο και συγκινούμαστε από την αγάπη του Θεού μας, τόσο και κατανοούμε το δικό Του Πάθος που υπέστη για χάρη μας, τόσο και αποδεχόμαστε την υπομονή ως τον μονόδρομο για τη σωτηρία μας!

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ

«Ο άγιος  έζησε τον καιρό του ασεβεστάτου Μαξιμιανού κι υπήρξε στο στράτευμα της ανατολικής χώρας, υπό τις διαταγές του στρατηγού Αντιόχου. Όταν ο Αντίοχος έδωσε εντολή σ’ αυτόν και σε άλλους στρατιώτες να πολεμήσουν τους Πέρσες, γιατί αυτοί καταπάτησαν τα σύνορα των Ρωμαίων και κατέστρεφαν τη χώρα τους, ο άγιος Ανδρέας, πείθοντας και τους άλλους στρατιώτες να κάνουν το ίδιο, επικαλέστηκε τον Χριστό και με τη δύναμη Εκείνου έτρεψε τους Πέρσες σε φυγή και καταδιώκοντάς τους κατέστρεψε τη δύναμή τους. Μ’  αυτήν την ανέλπιστη νίκη που κατήγαγαν στο όνομα του Χριστού, έφερε στην πίστη σ’  Εκείνον όλους τους στρατιώτες. Κατηγορήθηκε τότε και αυτός και οι στρατιώτες στον Αντίοχο, ο οποίος, αφού ο άγιος παραστάθηκε σ’  αυτόν ως κατάδικος, έδωσε έντολή ο μεν Ανδρέας να απλωθεί σε πυρακτωμένη σιδηρά κλίνη, οι δε στρατιώτες να δεθούν στα χέρια τους σε τετράγωνα ξύλα. Έπειτα πρόσταξε πάλι ο Αντίοχος να διωχτούν από τα όρια της χώρας, με τη βοήθεια χιλίων άλλων στρατιωτών, που και αυτούς όμως κατήχησε ο άγιος Ανδρέας και τους μετέστρεψε στη χριστιανική πίστη. Το έμαθε και αυτό ο Αντίοχος, οπότε τους καταδίωξε όλους μαζί και πρόσταξε να φονευτούν διά ξίφους».

Ο υμνογράφος σήμερα επανειλημμένως τονίζει τη λαμπρότητα της ζωής, αλλά και του μαρτυρίου του αγίου Ανδρέα, και μαζί με αυτόν και των υπολοίπων χιλιάδων μαρτύρων, που εορτάζουν μαζί του. Δεν σταματά να προβάλλει τον άγιο ως κοσμούμενο «ευπρεπεί στεφάνω», καθώς παρίσταται ενώπιον του Χριστού, αλλά και να θεωρεί ότι η είσοδος του αγίου στη Βασιλεία του Θεού συνιστά πλουτισμό των προηγηθέντων από αυτόν μαρτύρων. «Μαρτύρων περιφανώς λαμπρότητα, μάκαρ, επλούτησας», όπως συγκεκριμένα αναφέρει.   Με άλλα λόγια ο άγιος Ανδρέας δεν «έπιασε απλώς τη βάση» για να σωθεί, όπως ταπεινόφρονα ευχόταν για τον εαυτό του και για εμάς ο μεγάλος σύγχρονος όσιος Παΐσιος αγιορείτης, αλλά θα λέγαμε ότι μπήκε τροπαιοφόρος στον Παράδεισο, εντασσόμενος από τον Κύριο στην ομάδα των εκλεκτών μαρτύρων. «Συν εκλεκτοίς μάρτυσι, εν αγαλλιάσει τω Χριστώ παρίστασαι». Γι’  αυτό άλλωστε και μεγαλομάρτυς χαρακτηρίζεται.

Χρησιμοποιεί μάλιστα ο ποιητής και μία ωραία εικόνα, παρμένη από το σημαντικότερο γεγονός της Π. Διαθήκης, τη διάβαση της Ερυθράς θάλασσας, προκειμένου να τονίσει το μεγαλείο του αγίου και τα μεγάλα και ποικίλα βάσανα τα οποία υπέστη από τους εχθρούς της πίστεως, όπως και το καθοδηγητικό ευαγγελιστικό έργο, το οποίο επιτελούσε. «Ιστίω τω του Σταυρού, των πειρασμών διεκπερών πέλαγος, τους δυσμενείς ένδοξε, ρείθροις των αιμάτων εβύθισας». Περνώντας το πέλαγος των πειρασμών, με το κατάρτι του Σταυρού, βύθισες τους εχθρούς, ένδοξε, στα ρείθρη των αιμάτων σου. Κι αλλού: «τω δυσμενεί συμπλεκόμενος, τούτον ώλεσας, Φαραώ ως άλλον, ρείθροις των αιμάτων σου, βυθίσας πανστρατί αξιάγαστε». Παλεύοντας με τον εχθρό, τον εξολόθρευσες, σαν άλλο Φαραώ, αξιοθαύμαστε, αφού τον βύθισες στα ρείθρα των αιμάτων σου, με όλο το στράτευμά του. Όπως δηλαδή ο Ισραήλ, καθοδηγούμενος από τον Μωυσή - που με εντολή του Θεού τον έβγαλε από τη δουλεία της Αιγύπτου -  πέρασε την Ερυθρά θάλασσα με θαυμαστό τρόπο και είδε να βυθίζεται το στράτευμα του Φαραώ που ακολουθούσε στα νερά που κλείστηκαν και πάλι, έτσι και με τον άγιο Ανδρέα τον στρατηλάτη: το αίμα του μαρτυρίου του ήταν εκείνο που αφενός έγινε η δίοδος για να περάσει αυτός και οι συν αυτώ στη Βασιλεία του Θεού, αφετέρου έγινε ο καταποντισμός των εχθρών του, και των ειδωλολατρών και βεβαίως των πονηρών δυνάμεων.  Από την άποψη αυτή το μαρτύριο του αγίου υπήρξε η συμμετοχή του στο μαρτύριο του Πρώτου Μάρτυρα, του Ίδιου του Κυρίου Ιησού Χριστού: Ο Σταυρός Του και η με Αυτόν συνδεδεμένη Ανάστασή Του υπήρξε το Πάσχα ημών, το πέρασμά μας στη Βασιλεία του Θεού. Με τη Σταυρική θυσία του Χριστού σωθήκαμε. Κάθε άλλη θυσία, σαν του αγίου Ανδρέα, όπως και των υπολοίπων μαρτύρων, κατανοείται ως συμμετοχή σ’ αυτήν την πρώτη και άπαξ πραγματοποιηθείσα για τη σωτηρία μας θυσία.

Και το δικό μας αίμα πρέπει να χυθεί, για να μπούμε στη βασιλεία του Θεού. «Ουδείς ανήλθεν εις τον ουρανόν μετά ανέσεως», όπως σημειώνουν οι άγιοί μας. Αν, με άλλα λόγια, δεν θυσιαστούμε κι εμείς, δεν θα βρούμε το μονοπάτι συμμετοχής μας στον Δρόμο του Χριστού. Και βεβαίως δεν εννοούμε να μαρτυρήσουμε με το μαρτύριο του αίματος, σαν τους γνωστούς μάρτυρες τους οποίους τιμάμε ως αγίους. Κάτι τέτοιο συνιστά ιδιαίτερη χάρη, που επιτρέπει ο Θεός, όταν κρίνει ότι συντρέχουν οι συνθήκες γι’ αυτό. Όπως το λέει ο απόστολος Παύλος: «ημίν εχαρίσθη ου μόνον το εις Αυτόν (τον Χριστόν) πιστεύειν, αλλά και το υπέρ Αυτού πάσχειν». Εννοούμε αυτό που σημειώνουν οι Πατέρες μας ως μαρτύριο και θυσία κάθε εποχής: το μαρτύριο της συνειδήσεως, κατά το «δος αίμα και λάβε Πνεύμα». Το μαρτύριο αυτό είναι ο πνευματικός αγώνας του κάθε Χριστιανού, προκειμένου να κρατήσει στη ζωή του τις άγιες εντολές του Κυρίου Ιησού Χριστού. Διότι η τήρηση των εντολών αυτών συνιστά όντως μαρτύριο, αφού καλείται κανείς να θυσιάζει καθημερινά τον εγωισμό του και τα όποια θελήματά του με τον αγώνα της εντολής της αγάπης. Προϋπόθεση γι’ αυτό, υπενθυμίζουμε, είναι η ίδια η χάρη του Θεού βεβαίως, αλλά και η δική μας η συμμετοχή με ανδρεία της ψυχής. Κι εδώ έχουμε την ιδιαίτερη συμβολή του αγίου Ανδρέα: όπως νίκησε αυτός τους εχθρούς με ανδρειωμένη καρδιά – «ανδρεία την ψυχήν, κραταιούμενος Μάρτυς, ηφάνισας εχθρού το ανίσχυρον θράσος» - έτσι κι εμείς: χωρίς ανδρειωμένο φρόνημα, χωρίς ζήλο Θεού δεν θα μπορέσουμε δυστυχώς να πετύχουμε τίποτε. Ο Θεός ενισχύει πάντοτε, αλλά όταν το «λέει» και η δική μας καρδιά.