31 Ιανουαρίου 2023

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ Ι. ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΠΡΟΣΤΑΤΕΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

 


Εκδήλωση της Ιεράς Μητροπόλεως και του Πανεπιστημίου Πειραιώς για τους προστάτες της Παιδείας και των Γραμμάτων.

Στο Αμφιθέατρο Συνεδρίων  του Πανεπιστημίου Πειραιώς πραγματοποιήθηκε σήμερα Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2023 η καθιερωμένη κατ’ έτος κοινή εκδήλωση της Ιεράς Μητροπόλεως και του Πανεπιστημίου Πειραιώς, για την εορτή των Τριών Ιεραρχών, προστατών της Παιδείας και των Γραμμάτων.

Κεντρικός ομιλητής φέτος ήταν Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κρήνης και Έξαρχος Μάλτας κ.Κύριλλος, Πρόεδρος του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας της Θεολογικής Σχολής του Ε.Κ.Π.Α., ο οποίος ανέπτυξε το θέμα «Η Οικουμενική διάστασις της διδασκαλίας των Τριών Ιεραρχών».

Τους παρευρισκομένους καλωσόρισε ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Πειραιώς κ.Μιχαήλ Σφακιανάκης, ο οποίος  σημειώνοντας πως σήμερα είναι μία εορτή της παιδεία και των γραμμάτων, εξήρε τη μόρφωση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κρήνης κ.Κυρίλλου και συνεχάρη τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πειραιώς κ.Σεραφείμ για την πρωτοβουλία αυτών των εκδηλώσεων. Επίσης, αναφερόμενος στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, σημείωσε πως αυτή τη στιγμή υπάρχουν 15.000 προπτυχιακοί φοιτητές και 5.000 μεταπτυχιακοί.

Στην συνέχεια το λόγο έλαβε o Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς κ.Σεραφείμ, ο οποίος στον σύντομο χαιρετισμό του, μεταξύ άλλων, σημείωσε πως οι τρεις μεγάλοι Ιεράρχες της Εκκλησίας μας «κηρύσσουν διαχρονικά ότι για να κατορθώσει ο άνθρωπος να ενωθεί με τον προαιώνιο Λόγο πρέπει να ελευθερωθεί από τις αισθήσεις και τους φραγμούς της υποκειμενικότητός του», επισημαίνοντας παράλληλα ότι «η Θεολογική εμπειρία και σκέψη των Αγίων τριών Ιεραρχών γεννά δύο εκπλήξεις: την κριτική άποψη και την εγκυρότητα της γνώσεως μέσα από το σεβασμό της ετερότητας, όπου η μέθοδος δεν υποκαθιστά την επαλήθευση, αλλά υποβοηθά στο να κοινωνείται η εμπειρία». «Προϋπόθεση της κοινωνίας είναι η πραγμάτωση του αληθούς για την Θεολογία των Τριών Ιεραρχών», συμπλήρωσε.

Αναφέροντας πως με την εκδήλωση αυτή, η Μητρόπολη και το Πανεπιστήμιο Πειραιώς, τιμώντας τα πρόσωπα των μεγάλων τριών Ιεραρχών και διδασκάλων, προστατών της παιδείας και των γραμμάτων, «τιμούν όλους τους λειτουργούς της εκπαιδευτικής κοινότητος και τους φορείς της παιδείας», ευχαρίστησε θερμότατα τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κρήνης και Έξαρχο Μάλτας κ.Κύριλλο «για την εξαίρετη προσφορά του στα θεολογικά γράμματα και το Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ως και στο Σεπτό Οικουμενικό μας Πατριαρχείο του οποίου μετ’ αφοσιώσεως και επιγνώσεως έχει την μεγάλη και ευλογημένη διακονία ως Ιεράρχης του».

Ο Σεβασμιώτατος συγχαίροντας για την εκλογή του τον νέο Πρύτανη του Πανεπιστημίου Πειραιώς κ.Μιχαήλ Σφιακανάκη, τον ευχαρίστησε θερμά τόσο για την αμέριστη συμπαράστασή του στο έργο της Εκκλησίας μας όσο και για την συνδιοργάνωση της εσπερίδας.

Τέλος, ευχαριστώντας όλους για την παρουσία τους και αφού ανέγνωσε το βιογραφικό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κρήνης και Εξάρχου Μάλτας κ.Κυρίλλου, τον κάλεσε στο βήμα «για να απολαύσουμε τη σοφία και την αγάπη σας», όπως χαρακτηριστικά είπε.

Μετά το πέρας της εσπερίδος πραγματοποιήθηκε δεξίωση για όλους τους παρευρισκομένους.

Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ

 


ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ
 ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ
30 Ἰανουαρίου 2023

Ἀγαπητά μας παιδιά,

Στίς 30 Ἰανουαρίου τιμᾶμε, ὅπως κάθε χρόνο, τούς Τρεῖς Ἱεράρχες, δηλαδή τόν Μέγα Βασίλειο, Ἀρχιεπίσκοπο Καισαρείας, τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, καί τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως.

Ἀπό τόν 11ο μ.Χ. αἰώνα ἔχει καθιερωθεῖ ὁ κοινός ἑορτασμός τους τήν 30ή Ἰανουαρίου γιά νά προβάλλεται ὁ συνδυασμός χριστιανικῆς θεολογίας καί ἑλληνικῶν γραμμάτων, πνευματικῆς ζωῆς καί κοινωνικῆς δράσης, τόν ὁποῖον ἐπέτυχαν.

Ὁ πρῶτος ἑορτασμός τους ὡς Προστατῶν τῆς Παιδείας ἔγινε τό 1826 στήν Κέρκυρα, στήν Ἰόνιο Ἀκαδημία, τήν πρώτη πανεπιστημιακοῦ ἐπιπέδου ἑλληνική σχολή στήν ἱστορία τῆς νεοελληνικῆς ἐκπαίδευσης. Στό ἐλεύθερο Ἑλληνικό Κράτος τιμῶνται ἀπό τό 1842 ὡς Προστάτες τῶν Γραμμάτων, τῶν διδασκόντων καί τῶν μαθητῶν.

Ἡ Ἑλληνορθόδοξη Παιδεία, τήν ὁποία καλλιέργησαν οἱ τρεῖς αὐτοί ἅγιοι Ἱεράρχες καί διδάσκαλοι, παραμένει καί σήμερα ἐπίκαιρη, διότι προσφέρει πρότυπα στούς νέους. Ἡ πνευματική κρίση τῆς ἐποχῆς μας ὀφείλεται κυρίως στήν ἔλλειψη προτύπων ἤ μᾶλλον στήν προβολή λανθασμένων προτύπων. Οἱ νέοι διψᾶτε γιά ἀγῶνες πού ὁδηγοῦν σέ ἕναν καλύτερο κόσμο καί θέλετε ἀπό ἐμᾶς τούς μεγαλύτερους νά σᾶς δώσουμε τά κατάλληλα ἐφόδια.

Ὅταν, ὅμως, ἐμεῖς δέν ἀνταποκρινόμαστε ἐπαρκῶς σ’ αὐτήν τήν προσδοκία, τότε ὅλοι δρέπουμε τούς πικρούς καρπούς. Παρατηροῦμε ἀντικοινωνική συμπεριφορά ἀπό νέους καί νέες, βλέπουμε περιστατικά βίας μεταξύ συμμαθητῶν, θλιβόμαστε γιά φαινόμενα ἀσέβειας πρός τούς διδάσκοντες.

Ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός, σπουδαῖος Πανεπιστημιακός διδάσκαλος, ἔλεγε σχετικά μέ τήν παιδεία τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ὅτι: Δέν εἶναι ἁπλή ἐκπαίδευση, μύηση δηλαδή τοῦ ἀνθρώπου σέ μία ἀναπαραγόμενη γνώση, πού τόν καθιστᾶ γρανάζι τῆς κρατικῆς μηχανῆς (ὄν παραγωγικό).

Στήν περίπτωση αὐτή τό κύριο ἐνδιαφέρον εἶναι γιά τήν τελειοποίηση τῶν μηχανῶν καί ΟΧΙ τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ χριστιανική παιδεία εἶναι ἀγωγή τοῦ ἀνθρώπου μέ μορφωτικό πρότυπο ὄχι τόν «καλόν κἀγαθόν» ἄνθρωπο, ἀλλά τόν Θεάνθρωπο.

Αὐτό εἶχε κατά νοῦ ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ὅταν ἔλεγε: «Ἡ μέριμνα γιά τά παιδιά μας πρέπει νά ἔχει τήν πρώτη θέση». Αὐτή ἡ παιδεία συνδέεται ἄμεσα πρῶτα μέ τόν χῶρο τῆς οἰκογένειας. Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες γνώρισαν στά πρόσωπα τῶν γονέων τους, καί μάλιστα τῶν μητέρων τους, ἀπαράμιλλα πρότυπα ἀγωγῆς. Ὁ ἴδιος ὁ Μέγας Βασίλειος ὁμολογεῖ ὅτι ἡ διαμόρφωση τῆς προσωπικότητάς του δέν ἦταν παρά ἐποικοδομή στίς καταβολές πού ἔθεσαν ἡ μητέρα του Ἐμμέλεια καί ἡ γιαγιά του Μακρίνα. Στό σημεῖο αὐτό συναντῶνται οἱ Πατέρες μας μέ τόν τραγικό Εὐριπίδη: «Καί τῆς γενιᾶς ὅταν δέν μπεῖ καλό θεμέλιο, ἀνάγκη εἶναι οἱ ἀπόγονοι νά δυστυχοῦν».

Ἀγαπητά μας παιδιά,

Εἶναι ἐντυπωσιακή ἡ εὐρύτατη παιδεία τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν καί τρανό παράδειγμα ἡ πορεία τῆς ζωῆς τους. Ἄν καί οἱ τρεῖς ἦταν γόνοι εὐκατάστατων οἰκογενειῶν, στό ἀπόγειο τῆς σταδιοδρομίας τους ἐγκαταλείπουν τά πάντα πίσω τους, ἀξιώματα, πλοῦτο, δόξα καί ἐξουσία, καί γίνονται φτωχοί.

Ἐπιλέγουν τή σκληρή ἄσκηση στήν ἔρημο, ὅπου μορφώνονται πνευματικά στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καί ἐπιστρέφουν κατόπιν στόν κόσμο μοιράζοντας αὐτήν τήν ἀγάπη πού μέ πολύ κόπο μάζεψαν.

Στίς μέρες μας θά μποροῦσε νά θεωρηθεῖ ἀκατανόητη ἡ ἐπιλογή τους καί οἱ ἴδιοι ...ἀποτυχημένοι. Ἄν καί δάσκαλοι, γίνονται διά βίου μαθητές, πού μαθητεύουν μέ ταπείνωση στόν πόνο, τήν ἀνέχεια καί τή θλίψη τῶν ἀνθρώπων.

Ἄς γνωρίσουμε καλύτερα τό πνευματικό, ἐκπαιδευτικό καί κοινωνικό ἔργο τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν γιά νά ἔχουμε καί ἐμεῖς σήμερα φωτεινούς ὁδοδεῖκτες στή ζωή μας. Γιά νά μάθουμε νά πιστεύουμε, νά ἐλπίζουμε, νά ἀγαπᾶμε.

Γιά νά εἴμαστε ἀνοιχτοί, ὄχι στό παλιό ἤ τό νέο, ἀλλά στό ἀληθινό. Γιά νά συναντήσουμε τόν Τριαδικό Θεό καί νά ἀγαπήσουμε τήν εἰκόνα Του, τόν συνάνθρωπο.

Τότε ὅλοι μας ‒καί πρώτιστα ἐσεῖς‒ θά δικαιούμαστε νά ἀτενίζουμε τό μέλλον μέ τήν αἰσιοδοξία τῶν παιδιῶν πού ἔχουν Πατέρα τόν Χριστό, μέ τήν αἰσιοδοξία δηλαδή ἐκείνων πού γνωρίζουν ὅτι ὁ Θεός εἶναι Ἀγάπη καί ὅτι τό μέλλον τους εἶναι στά χέρια Του. Τότε, καί μόνο τότε, θά μποροῦμε ὄχι μόνο νά εἴμαστε ὑπερήφανοι γιά τό παρελθόν, ἀλλά καί νά ἐλπίζουμε βάσιμα γιά τό μέλλον.

Σᾶς εὐχόμαστε νά ἔχετε, μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, καλή Πρόοδο!

Μέ πατρική στοργή καί ἀγάπη

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος

† Ὁ Ἀθηνῶν ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ, Πρόεδρος

καί τά μέλη τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ ΚΥΡΟΣ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΗΣ

«Οι άγιοι μάρτυρες Κύρος και Ιωάννης ζούσαν επί Διοκλητιανού του βασιλιά. Ο μεν Κύρος καταγόταν από την Αλεξάνδρεια, ο δε Ιωάννης από την Έδεσσα. Λόγω του επικρατούντος τότε λοιπόν διωγμού, ο οποίος κατέστρεφε τους χριστιανούς, ο Κύρος προχώρησε προς την Αραβία, σε έναν παραθαλάσσιο τόπο, έγινε μοναχός και κατοίκησε εκεί. Ο δε Ιωάννης που έφθασε στα Ιεροσόλυμα, άκουσε για τις θαυματουργίες του αγίου Κύρου (διότι θεράπευε κάθε νόσο και αρρώστια), πήγε στην Αλεξάνδρεια, και από εκεί, από ό,τι φημολογείτο για τον άγιο ως προς τον τόπο διαμονής του, έφθασε εκεί που έμενε και έζησε μαζί του. Όταν συνελήφθη κάποια γυναίκα, που λεγόταν Αθανασία, μαζί με τις τρεις θυγατέρες της, την Θεοδότη, την Θεοκτίστη και την Ευδοξία, για την πίστη τους στον Χριστό, και επρόκειτο να παρασταθούν στο δικαστικό βήμα, φοβήθηκαν οι άγιοι Κύρος και Ιωάννης μήπως πάθουν κάτι που είναι φυσικό να συμβαίνει και μάλιστα στις γυναίκες, δηλαδή να  τρομάξουν από το μέγεθος των μαρτυρικών βασάνων, γι’ αυτό και πήγαν εκεί που τις κρατούσαν, τις έδιναν θάρρος και τις προετοίμαζαν για τα μαρτύρια. Επειδή συνελήφθησαν και αυτοί όμως και ομολόγησαν τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό ότι είναι αληθινός Θεός, υποβλήθηκαν σε πολλές τιμωρίες, οπότε στο τέλος τούς έκοψαν τα κεφάλια, μαζί με τις γυναίκες που αναφέραμε. Τελείται δε η σύναξή τους στο Μαρτύριό τους, που βρίσκεται στην περιοχή του Φωρακίου».

Οι άγιοι Κύρος και Ιωάννης ανήκουν στη μεγάλη χορεία των αναργύρων αγίων, όπως οι Κοσμάς και Δαμιανός, Παντελεήμων και Ερμόλαος, Σαμψών και Διομήδης, Θαλέλαιος και Τρύφων. Η υμνολογία τους μάλιστα τους χαρακτηρίζει και ως «εξάρχους των Αναργύρων», πλην των άλλων εγκωμιασμών τους. Είναι ευνόητο δε να επικεντρώνει σ’ ένα μεγάλο βαθμό στη θαυματουργία των αγίων και στη χάρη που πηγάζει από τα τίμια λείψανά τους, χάρη που ιάται «άπαντα ημών τα πάθη» και όλους «τους εν ποικίλαις νόσοις υπάρχοντας», είτε σωματικά είτε και ψυχικά, διότι ακριβώς «θείοι ιατροί υπάρχουσιν». Ιατροί λοιπόν των ψυχών και των σωμάτων και αυτοί οι ανάργυροι άγιοι. Ενώ όμως οι ύμνοι αναφέρονται στην θεραπευτική εκ Θεού χάρη των αγίων για τον όλο άνθρωπο, την ψυχή και το σώμα του, τονίζουν ιδιαιτέρως την ιατρεία που παρέχουν ως προς τα ψυχικά πάθη των ανθρώπων, καλύτερα: ο υμνογράφος στρέφει εκεί περισσότερο την προσοχή μας. «Συντρίψατε τις αμαρτωλές εκτροπές του νου μου που με τυραννούν, και γιατρέψτε τα πάθη της ψυχής μου»∙ «Ανέτειλε για εμάς σήμερα η δυάδα των μαρτύρων, που θεραπεύει τα ψυχικά τραύματά μας, ο Κύρος και ο Ιωάννης, οι θαυματουργοί».

Δεν πρόκειται ασφαλώς περί υποβάθμισης της σημασίας των σωματικών πόνων και ασθενειών: το σώμα μας είναι και αυτό δημιούργημα του Θεού, αξιότιμο και ισοστάσιο με την ψυχή μας, γι’ αυτό και ο Κύριος θεράπευε και τις σωματικές αρρώστιες των ανθρώπων. Ο άγιος υμνογράφος όμως θέλει να τονίσει την προτεραιότητα της ψυχής, διότι όταν πάσχει η ψυχή, το αντίκτυπο είναι αιώνιο, κάτι που δεν συμβαίνει με τις σωματικές αρρώστιες, οι οποίες μάλιστα πολλές φορές γίνονται μέσον αγιασμού των ανθρώπων με την υπομονή που μπορεί αυτοί να επιδείξουν. «Καυχήσομαι εν ταις ασθενείαις μου» (θα καυχηθώ για τις ασθένειές μου) όπως λέει και ο απόστολος, διότι «όταν ασθενώ, τότε δυνατός ειμι», αφού ο ίδιος ο Κύριος βεβαιώνει: «η δύναμίς μου εν ασθενείαις τελειούται» (η δύναμή μου φθάνει στην τελείωσή της μέσα από τις αρρώστιες). Και βλέπουμε μάλιστα ότι ο υμνογράφος θεωρεί ως αρρώστια, ως «τυραννία» κυριολεκτικά της ψυχής, «τις εκτροπές του νοός». Γιατί άραγε; Διότι ο νους του ανθρώπου, ο ηγεμόνας της ψυχής, θα έπρεπε πάντοτε να είναι στραμμένος προς τον Θεό, με όλη την αγάπη και την έντασή του. Η εντολή του Θεού είναι σαφής: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής, εξ όλης της καρδίας, εξ όλης της διανοίας, εξ όλης της ισχύος». Με το σκεπτικό βεβαίως ότι ο άνθρωπος είναι δημιουργημένος «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού». Ό,τι πιο φυσιολογικό λοιπόν είναι να λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο ο ηγεμόνας νους, ώστε και όλες οι άλλες δυνάμεις της ψυχής: τα συναισθήματα και οι επιθυμίες, να τον ακολουθούν, κάνοντας βεβαίως και το σώμα να βρίσκεται σε υπακοή προς την αγάπη του Θεού.  Λόγω της πτώσεως όμως στην αμαρτία και της επιρροής του αρχεκάκου εχθρού διαβόλου, ο νους γοητεύεται από τον κόσμο και τις προκλήσεις του μέσω των αισθήσεων του σώματος, οπότε από τη φυσιολογική πορεία του προς τον Θεό οδηγείται στην ανώμαλη πορεία του προς τον κόσμο, με αποτέλεσμα να τυραννείται από τις εκτροπές των παθών και ο άνθρωπος ψυχοσωματικά να διαστρέφεται.

 Η κατεξοχήν ιατρεία λοιπόν που παρέχουν οι άγιοι, εν προκειμένω οι άγιοι Κύρος και Ιωάννης, είναι σε αυτό το επίπεδο˙ να βοηθήσουν με τη χάρη του Θεού ο νους μας να σταθεροποιηθεί στην κανονική του πορεία: την αγάπη προς τον Θεό, η οποία βεβαίως εκφράζεται ως αγάπη προς τον συνάνθρωπο.  Τη φυσιολογία αυτή την έζησαν πρώτα από όλα στον εαυτό τους οι άγιοι, γι’ αυτό και χαριτώθηκαν από τον Θεό να την δωρίζουν και σε εμάς, όπως άλλωστε έκαναν και με τις συναθλήσασες με αυτούς άγιες Αθανασία με τις κόρες της. «Εσένα, Σωτήρα Κύριε, η δυάδα των μαρτύρων πόθησε». «Καταγοητεύθηκαν από τον έρωτα της αγίας Τριάδος ο Κύρος και ο Ιωάννης, και αφού πήραν τεράστια δύναμη  από αυτήν οι μάρτυρες, με την πιο ανώτερη και καλύτερη ένωση που υπάρχει, αναδείχτηκαν όργανα του Θεού». Και από την άλλη: «Καθοδήγησαν τις παρθένους με τη μητέρα τους βεβαίως, ο Ιωάννης και ο Κύρος, με άφοβο φρόνημα, και τις έκαναν να είναι ανδρείες».

 Είναι γνωστό για την Εκκλησία μας: όσο ο άνθρωπος είναι στραμμένος προς τον Θεό και Αυτόν έχει ως προτεραιότητα της ζωής του, όσο δηλαδή βρίσκεται στη φυσιολογική του κατάσταση, τόσο και υπερβαίνει όλα τα προβλήματα της ζωής αυτής, ιδίως μάλιστα τα ψυχολογικά λεγόμενα, τα οποία ταλαιπωρούν πλήθος συνανθρώπων μας και τους κάνουν τη ζωή «κόλαση» που λέμε. Οι άγιοι ανάργυροι δίνουν σήμερα με τη μνήμη τους και την πρόκληση αυτή: να θυμηθούμε ότι η ιατρεία του ανθρώπου είναι πρωτίστως ιατρεία ψυχής, και μάλιστα ρύθμισης του νου.

ΠΟΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΣΤΟΥΣ ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ ΜΑΣ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ;

«Τίς ἀμοιβή; Τίς ἀνταπόδοσις πρέπουσα τοῖς ἡμετέροις, ἄνθρωποι, προσενεχθήσεται παρ’ ἡμῶν εὐεργέταις; Δι’ ὧν πρός τό εὖ εἶναι χειραγωγούμεθα» (ωδή α΄ τριών ιεραρχών).

(Άνθρωποι, ποια αμοιβή ή ποια ανταπόδοση που τους πρέπει θα προσφερθεῖ από εμάς στους ευεργέτες μας (τρεις ιεράρχες); Διότι αυτοί κρατώντας μας το χέρι μάς οδηγούν στη μακάρια και ευλογημένη ζωή).

Ο άγιος μεγάλος υμνογράφος της Εκκλησίας Ιωάννης επίσκοπος Ευχαΐτων, μπροστά στα γιγαντιαία αναστήματα των τριών Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου, (των οποίων το πνευματικό ύψος και την κοινή χάρη και δόξα που απολαμβάνουν ευλογήθηκε χαρισματικά να γνωρίσει – είναι αυτός που του φανερώθηκε, όταν είχαν διχαστεί οι χριστιανοί του 11ου αι. για το ποιος από τους τρεις είναι μεγαλύτερος και σπουδαιότερος, ότι και οι τρεις είναι το ίδιο και χαρά του καθενός είναι να τιμώνται οι άλλοι),  νιώθει την ανάγκη να απευθυνθεῖ σε κάθε άνθρωπο όπου γης και χρόνου, προκειμένου να μας παρακινήσει στην αρμόζουσα ευχαριστία απέναντί τους. Κι αυτό διότι οι τρεις αυτοί μεγάλοι Πατέρες και Οικουμενικοί Διδάσκαλοι είναι ευεργέτες μας, καθώς σημειώνει, αφού μας διδάσκουν και μας καθοδηγούν σε μία ζωή που ο μόνος χαρακτηρισμός είναι ευλογημένη και μακαρία ζωή. Μας πιάνουν από το χέρι εμάς τους αρχάριους και σκοτισμένους για να μας πάνε προς το ευ είναι.

Το ευ είναι προϋποθέτει το είναι, αλλά και το αντίθετό του, το φευ είναι – μία ορολογία που χρησιμοποίησαν προγενέστεροι από τον άγιο υμνογράφο Πατέρες της Εκκλησίας, σαν τον άγιο Μάξιμο τον ομολογητή για παράδειγμα και όχι μόνο. Και τι σημαίνουν οι όροι; Όπως ο καθένας μπορεί να κατανοήσει: το είναι αποτελεί τη ζωή που μας έδωσε ως δωρεά ο Δημιουργός Θεός μας, ο Οποίος είναι η πηγή της, η πηγή του είναι και κάθε είναι. «Ἐγώ εἰμι ὁ Ὤν» ακούγεται ήδη από την Παλαιά Διαθήκη ο αποκαλυπτικός λόγος του Κυρίου, κάτι που συνεχίζεται και αποκορυφώνεται με τον ερχομό του σαρκωθέντος Θεού μας εν προσώπω Ιησού Χριστού. «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή». «Ἐγώ ἦλθον ἵνα ζωήν ἔχωσιν (οἱ ἄνθρωποι) καί περισσόν ἔχωσιν» - μας φέρνει ο Κύριος την περίσσια της ζωής. Τίποτε δεν υφίσταται, ορατό και αόρατο, μεγάλο ή μικρό και εντελώς μηδαμινό, έξω από την πανσθενή ενέργεια Εκείνου. «Πάντα δι’ Αὐτοῦ ἐγένετο καί χωρίς Αὐτοῦ ἐγένετο οὐδέ ἕν ὅ γέγονε». Ο Τριαδικός Θεός μας είναι η υπόθεση του κόσμου και κάθε κόσμου – το πρόσωπο του Θεού Πατέρα βλέπει ο πιστός που έχει έστω και λίγο ανοικτούς τους πνευματικούς οφθαλμούς του σε όλη τη δημιουργία. Δεν είναι τυχαίο ότι ο απόστολος Παύλος το πρώτο που θέλησε να πει στους Αθηναίους ακροατές του, όταν βρέθηκε στη γη τους, με τις έντονες φιλοσοφικές αναζητήσεις τους ήταν ακριβώς αυτό: «Αὐτός (ὁ Θεός ἐστιν) ὁ διδούς πᾶσι ζωήν καί πνοήν καί τά πάντα». «Ἐν Αὐτῷ ζῶμεν καί κινούμεθα καί ἐσμέν».

Το είναι λοιπόν συνιστά τη δωρεά του Θεού για κάθε ον που υπάρχει στον κόσμο, κατεξοχήν όμως για τον άνθρωπο τον κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Εκείνου δημιουργημένο. Και για τον άνθρωπο αυτόν υπάρχει η διπλή δυνατότητα: ή να ακολουθήσει την προτροπή του Δημιουργού του να ζει μαζί με Εκείνον που είναι ο Πατέρας του και τον αγαπά, τηρώντας τις άγιες εντολές Του, ώστε να φθάσει στο απώγειο της ύπαρξής του: να γίνει ένα με τον Δημιουργό, ή να Τον διαγράψει μέσα στο πλαίσιο της ελευθερίας που του χάρισε, γευόμενος όμως ό,τι του είχε επισημάνει: την έκπτωσή του στη φθορά και τον θάνατο, την εξορία του στην κατάσταση της θλίψης, των οδυρμών και της κόλασης. Η πρώτη επιλογή είναι η φυσιολογική πορεία του και χαρακτηρίζεται ως ευ είναι∙ η δεύτερη είναι η παρά φύσιν πορεία που χαρακτηρίζεται ως φευ είναι.

 Κι έκτοτε αυτή πράγματι είναι η πορεία του κάθε ανθρώπου: ανάλογα με το πού θα κλίνει η θέλησή του, ανάλογα δηλαδή με τον «έρωτα» που θα κυριαρχήσει στη ζωή του, είτε προς το θέλημα του Θεού είτε προς το αμαρτωλό θέλημα το δικό του, η ζωή του θα είναι είτε ευλογημένη είτε δυστυχισμένη. Είτε ευ είναι είτε φευ είναι. Κι έρχεται ο άγιος Ιωάννης ο υμνογράφος για να μας θυμίσει σήμερα: οι τρεις μεγάλοι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Οικουμένης είναι οι ευεργέτες μας, διότι με τη ζωή τους πρώτα και με τον λόγο τους έπειτα μάς καθοδηγούν και μας φωτίζουν τη ζωή, ώστε να μην πλανηθούμε και βρεθούμε στη δυστυχία και την κόλαση του φευ! Μας χειραγωγούν δηλαδή δραστικά ώστε μπροστά μας να βλέπουμε έντονα ζωγραφισμένο το πρόσωπο του Χριστού, χωρίς αλλοιώσεις και σκιάσεις – μας φέρνουν πάνω στα χνάρια του Ίδιου για να νιώθουμε την ευεργετική δική Του παρουσία και χάρη. Διότι αυτό ήταν το έργο τους και το κήρυγμα και η βαθιά επιθυμία τους: πώς να προβάλουν «Ἰησοῦν Χριστόν καί τοῦτον ἐσταυρωμένον καί ἀναστάντα». Οπότε είναι ευεργέτες μας, γιατί μας συνδέουν με τον Πρώτο και Μοναδικό και Απόλυτο Ευεργέτη του ανθρωπίνου γένους, τον Δημιουργό Θεό μας Ιησού Χριστό. Δέχτηκαν με άλλα λόγια την ευεργεσία Εκείνου οι τρεις αυτοί μεγάλοι Πατέρες μας, γι’ αυτό και ευεργετημένοι θέλουν να μοιράζονται την αγία εμπειρία τους και με κάθε άλλον συνάνθρωπό τους – κανείς δεν μπορεί να κρατήσει μόνο για τον εαυτό του τη δωρεά του Θεού ή αλλιώς, όπως έχει ειπωθεί, το δώρο του Θεού μόνον ως αντίδωρο μπορεί να διακρατηθεί και να κατανοηθεί. Η ευγνωμοσύνη μας απέναντί τους έτσι είναι δεδομένη και αιώνια.  

29 Ιανουαρίου 2023

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΑΙ: ΕΝΩΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΣΩΣΜΕΝΟΙ!

«Σήμερον τῷ οἴκῳ τούτῳ περιφανής σωτηρία˙ δύο γάρ καί τρεῖς συνηγμένους, Χριστός εἰς τό ὄνομα αὐτοῦ τιμῶν, μέσος πάρεσι τούτων» (ωδή ς΄ α΄ κανόνα τριών Ιεραρχών).

(Σήμερα στον οίκο αυτό, στην κοινή δηλαδή εορτή των τριών ιεραρχών, κηρύσσεται ένδοξα η σωτηρία. Διότι ο Χριστός τιμώντας δύο και τρεις που είναι μαζεμένοι στο όνομά Του, βρίσκεται ανάμεσά τους).

Ο άγιος Ιωάννης των Ευχαΐτων, ο άγιος που ευλογήθηκε από τον Κύριο να δεχτεί την επέμβαση (11ος αι.), από κοινού και μεμονωμένα, των τριών ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου, προκειμένου να διαλυθεί η δαιμονική ενέργεια της διαιρέσεως και της διασπάσεως των πιστών της εποχής του – διότι ο Πονηρός στο όνομα τάχα των τριών αυτών αγίων κατάφερε να τους χωρίσει σε τρεις ομάδες, τους Βασιλίτες, τους Γρηγορίτες και τους Ιωαννίτες: η κάθε ομάδα απολυτοποιούσε ως τάχα μεγαλύτερο τον «δικό» της άγιο – ο άγιος Ιωάννης ο υμνογράφος λοιπόν δεν παύει να τονίζει στους ύμνους του και για τους τρεις Πατέρες αφενός το σπουδαίο θεολογικό έργο τους με το οποίο οχυρώθηκε η Εκκλησία απέναντι στους διαφόρους αιρετικούς, αφετέρου τη μεγάλη αγιότητά τους, η οποία κατεξοχήν φάνηκε και στην εποχή που ζούσαν αλλά και στην εποχή του ίδιου του αγίου υμνογράφου.

Και τι βεβαίωσε την αγιότητά τους αυτή κυρίως κατά τον ενδέκατο αιώνα, τον αιώνα που ζούσε όπως είπαμε ο άγιος Ευχαΐτων; Η ενότητά τους, όπως φανέρωσαν οι άγιοι με το όραμα στον άγιο Ιωάννη. Διότι τι του είπαν μέσα στο περιβάλλον το διχαστικό που ζούσε; Ότι και οι τρεις τους είναι ένα και η τιμή του καθενός αντανακλά στον άλλον – «Δεν υπάρχει δεύτερη θέση μεταξύ των τριών. Διότι ο καθένας  φέρει τα πρεσβεία» (ωδή θ΄). Κι αυτό γιατί αποτελούν μέλη του ίδιου Σώματος, του Σώματος του Χριστού. Μέσα στον Χριστό ευρισκόμενοι, και όσο ζούσαν, πολύ περισσότερο μετά την έξοδό τους από τη ζωή αυτή, πώς ήταν δυνατόν να θεωρούνται ξεχωριστά; Ο ίδιος ο Κύριος δεν είπε, και μάλιστα εκφράζοντας τον βαθύ πόθο Του και το σπουδαιότερο όραμά Του για την τραυματισμένη και διχασμένη ανθρωπότητα, ότι θέλει όλοι να είναι ένα; Κατά το πρότυπο μάλιστα της αγίας Τριάδος που η κάθε υπόστασή Της φέρει όλο το κοινό της μίας θεϊκής φύσεως και ουσίας, «μονάς εν Τριάδι και Τριάς εν μονάδι». «Ίνα πάντες εν ώσιν, καθώ συ Πάτερ εν εμοί καγώ εν Σοι».

Κι είναι πολύ θλιβερή η αυτονόητη αναγωγή: απαρχής του χριστιανισμού παρουσιάζονταν τέτοια διχαστικά και διασπαστικά φαινόμενα, κι απ’ ό,τι φαίνεται θα συνεχίζουν να υφίστανται άχρι του τέλους των αιώνων μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου – το σχίσμα του Δυτικού χριστιανισμού και οι σημερινές σχισματικές τάσεις και μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία επιβεβαιώνουν την πρόβλεψη αυτή. Το μυαλό όλων μας πηγαίνει στον μερισμό που έζησε η Κόρινθος την εποχή των αγίων αποστόλων. Μας το λέει ο απόστολος Παύλος στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή του: Χωρισμένοι οι Κορίνθιοι σε ομάδες, που η καθεμία απολυτοποιούσε είτε τον Παύλο είτε τον Πέτρο είτε τον Απολλώ. Κι ο απόστολος λειτούργησε ως «καταπέλτης»: Ο Χριστός κομματιάστηκε; Μήπως ο Παύλος ή ο Πέτρος σταυρώθηκαν για σας; Μήπως στο όνομα του Παύλου ή κάποιου άλλου βαπτιστήκατε; Για τον άγιο Παύλο δηλαδή ο μερισμός και διχασμός αυτός ήταν σχέδιο του Πονηρού που καλυμμένος κάτω από τον μανδύα του ονόματος κάποιου αποστόλου ήθελε να απομακρύνει τους πιστούς από τη ζωντανή σχέση τους με τον αρχηγό της πίστεως τον Ιησού Χριστό.

 Κι είναι μία πνευματική πραγματικότητα που πρέπει να γνωρίζουμε οι χριστιανοί: ο διάβολος δεν μας πολεμά τόσο με την ίδια την απροκάλυπτη κακία, όσο με την καμουφλαρισμένη μορφή της – τα λεγόμενα εκ δεξιών όπλα του Πονηρού. Οπότε ο αρχάριος χριστιανός, ο μη δοκιμασμένος και άπειρος εύκολα πέφτει στην παγίδα: νομίζει ότι αγωνίζεται για θέματα πίστεως λατρεύοντας τον Πονηρό! Η αξιωματική πνευματική αρχή είναι δεδομένη και αδιαπραγμάτευτη: όπου υπάρχει διχασμός και διαίρεση εκεί υπάρχει το βασίλειο του Πονηρού˙ όπου υπάρχει η εν ταπεινώσει και αγάπη ενότητα εκεί υπάρχει το βασίλειο του Πνεύματος του Θεού. Η μόνη πολεμική και ο μόνος διχασμός που επιτρέπεται για τον χριστιανό είναι προς την αμαρτία. Διότι «η σαρξ επιθυμεί κατά του Πνεύματος και το Πνεύμα κατά της σαρκός». Εκεί όντως ο διχασμός είναι απαραίτητος που υπηρετεί την αληθινή ενότητα.

Οπότε, ο άγιος Ιωάννης ο Ευχαΐτων, και με τον παραπάνω ύμνο του μεταξύ πολλών άλλων, αυτό ακριβώς διατρανώνει: στους αγίους τρεις Ιεράρχες ο μόνος που κυριαρχούσε ήταν ο ίδιος ο Κύριος. Κάθε σκέψη και λογισμός του καθενός, κάθε επιθυμία του, κάθε αίσθημά του ήταν προσανατολισμένα στον Κύριο. Γι’ αυτό και χρησιμοποιεί για να εκφράσει την αλήθεια αυτή δύο Καινοδιαθηκικά στοιχεία: πρώτον, τον λόγο του ίδιου του Κυρίου που αποκαλύπτει ότι «όπου είναι δύο ή τρεις μαζεμένοι στο όνομά μου εκεί είμαι ανάμεσά τους»˙ δεύτερον, τον λόγο πάλι του Ίδιου που αξιολογεί την πίστη του Ζακχαίου απέναντί Του όταν βρέθηκε στο σπίτι του και δέχτηκε τη μετάνοιά του: «σήμερα σωτηρία έγινε στο σπίτι αυτό».

Λοιπόν, η κοινή εορτή των τριών Ιεραρχών με τη θέληση του Κυρίου και των αγίων «παιανίζει» με τον πιο δυνατό τρόπο, πέραν άλλων, τα δύο αυτά: την εν πίστει και αγάπη ενότητα των πιστών και το τι σημαίνει τελικώς σωτηρία του ανθρώπου. Όπου δηλαδή δεν υπάρχει ενότητα εκεί δεν υφίσταται σχέση με τον Σωτήρα Χριστό, έστω κι αν υπάρχει η εν αμαρτίαις πρόφαση της επίκλησης σ’ Εκείνον ή στους αγίους Του!  

ΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΑΙ: ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ, ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ, ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

«Η αιτία της σημερινής εορτής είναι αυτή: Επί της βασιλείας του Αλεξίου Κομνηνού, ο οποίος πήρε τα σκήπτρα της βασιλείας μετά τον Βοτανειάτη, υπήρξε διαφωνία στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ των λογίων και εναρέτων ανδρών:  Άλλοι εκθείαζαν τον μέγα Βασίλειο, λέγοντας ότι είναι μεγαλοπρεπής στον λόγο, αφού ερεύνησε με αυτόν  τη φύση των όντων και συναγωνιζόταν ως προς τις αρετές σχεδόν και τους αγγέλους, κι επίσης ότι δεν συγχωρούσε τις αμαρτίες των ανθρώπων με πρόχειρο τρόπο, κι ήταν σπουδαίος στο ήθος του, χωρίς να έχει κάτι το γήινο, από την άλλη δε υποβίβαζαν τον θείο Χρυσόστομο, διότι τάχα ήταν αντίθετος προς τον Βασίλειο λόγω της προχειρότητάς του να συγχωρεί εύκολα και να γίνεται ευχάριστος στους ανθρώπους. Άλλοι πάλι υπερύψωναν τον θεϊκό Χρυσόστομο και έλεγαν ότι προηγείται του Μεγάλου Βασιλείου και του Γρηγορίου του Θεολόγου, διότι στεκόταν πιο κοντά στον άνθρωπο με τις διδασκαλίες του, καθοδηγώντας και προσκαλώντας όλους με την πιο απλή γλώσσα του στη μετάνοια, όπως και με το πλήθος των γλυκών σαν μέλι λόγων του και την ερμηνευτική του δεινότητα. Άλλοι τέλος έπαιρναν το μέρος του Θεολόγου Γρηγορίου, λόγω της κομψότητας και της φροντισμένης φράσης του, της διεισδυτικότητας των λόγων του και της ζωντάνιας των λέξεων, ο οποίος υπερέβαινε όλους τους φημισμένους για την ελληνική παιδεία τους, αλλά και τους δικούς μας της Εκκλησίας, και έδιναν σ’ αυτόν την ψήφο της νίκης και βεβαίως τον έθεταν υπεράνω των άλλων. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να διαιρεθούν τα πλήθη και άλλοι να ονομάζονται Ιωαννίτες, άλλοι Βασιλείτες και οι υπόλοιποι Γρηγορίτες.

Επειδή λοιπόν διαφωνούσαν έντονα και ήταν χωρισμένοι οι λόγιοι, λίγα χρόνια αργότερα φανερώνονται σε όραμα οι μέγιστοι αυτοί Πατέρες, ο καθένας χωριστά κι έπειτα όλοι μαζί, όχι σε όνειρο αλλά όταν ήταν ξύπνιος,  στον Επίσκοπο Ιωάννη τον μεγάλο, τον δάσκαλο των ιερών γραμμάτων της πόλεως των Ευχαΐτων, άνδρα λόγιο μεν κατά τα άλλα, με παιδεία ελληνική όχι ευκαταφρόνητη (όπως δείχνουν τα κείμενά του), ενάρετο δε σε μέγιστο βαθμό. Και με μια γλώσσα λένε προς αυτόν: Εμείς είμαστε ένα, όπως βλέπεις, ενώπιον του Θεού, και δεν υπάρχει τίποτε ενάντιο και εχθρικό μεταξύ μας, αλλά ο καθένας μας στον δικό του καιρό, με φωτισμό του θείου Πνεύματος, συγγράψαμε τις διδασκαλίες που οδηγούν στη σωτηρία των ανθρώπων, και τους δώσαμε όσα είχαμε μυηθεί από τον Θεό. Πρώτος μεταξύ μας δεν υπάρχει, γι’ αυτό βεβαίως και ούτε δεύτερος. Αλλά αν θα πεις για τον ένα, είναι σαν να λες και για τους άλλους. Γι’ αυτό σήκω και διάταξε αυτούς που μαλώνουν να μη χωρίζονται εξ αιτίας μας. Διότι η έγνοια και η φροντίδα μας, και όσο ζούσαμε και τώρα στη μετάστασή μας στους ουρανούς, ήταν και είναι  να ειρηνεύουν οι πάντες και να είναι μονοιασμένοι μεταξύ τους. Κι ακόμη: σε μία ημέρα βάλε τη μνήμη μας και, όπως εσύ ξέρεις, φτιάξε τα σχετικά με την εορτή μας και κάνε το τούτο παράδοση για τους μεταγενεστέρους, διότι εμείς είμαστε ένα στον Θεό. Οπωσδήποτε δε και εμείς θα βοηθήσουμε στη σωτηρία αυτών  που θα εκτελούν τη μνήμη μας, αφού νομίζουμε ότι έχουμε κάποια δύναμη μπροστά στον Θεό. Αυτά είπαν και φάνηκαν πάλι να ανεβαίνουν προς τον ουρανό, μέσα σε άπειρο φως λάμψης, προσφωνώντας ο ένας τον άλλον με τα ονόματά τους.

Ο δε θεϊκός εκείνος άνδρας σηκώθηκε, ο Ιωάννης Ευχαΐτων δηλαδή, και έκανε όπως τον προέτρεψαν οι άγιοι: και το πλήθος και τους διαφωνούντες ησύχασε (διότι ο άνδρας θεωρείτο φημισμένος για την αρετή του), και την εορτή αυτή παρέδωσε στην Εκκλησία, ώστε να την εορτάζουν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Και πρόσεξε το φρόνημα του άνδρα: Επειδή βρήκε τον μήνα Ιανουάριο να έχει και τους τρεις αυτούς, δηλαδή κατά την πρώτη του μηνός, τον μέγα Βασίλειο, κατά την εικοστή Πέμπτη, τον θείο Γρηγόριο, και κατά την εικοστή έβδομη, τον θείο Χρυσόστομο, τους μάζεψε πάλι κατά την τριακοστή, στέφοντάς τους με κανόνες και τροπάρια και εγκώμια, όπως τους αρμόζει. Κι όλα αυτά -  που έγιναν, όπως νομίζω, και με τη σύμφωνη γνώμη τους - δεν υπολείπονται διόλου από τίποτε που  είναι άξιο επαίνου, ώστε να ξεπερνούν και όλα όσα από εκείνον και έγιναν και θα γίνουν».


Ο άγιος Ιωάννης ο Ευχαῒτων είναι όχι μόνον αυτός που δέχτηκε την κατά χάρη Θεού εμφάνιση των αγίων τριών Ιεραρχών, ώστε να επιλυθεί η διαφωνία των λογίων της Κωνσταντινουπόλεως περί του ποιος είναι ο μεγαλύτερος από τους τρεις, αλλά και αυτός που εμπνεύστηκε να γράψει «κανόνες και τροπάρια και εγκώμια» κατά το συναξάρι. Και πράγματι, η σημερινή υμνολογία αποτελεί εν πρώτοις έναν εγκωμιασμό από τον άγιο Ευχαΐτων του πνευματικού ύψους και των τριών Ιεραρχών, οι οποίοι υπήρξαν μεταξύ άλλων «άλλοι άγγελοι μετά σαρκός», «κατά μέθεξιν θεοί, διότι είχαν μέσα τους ζωντανό και λαλούντα τον από τη φύση Του μόνο αληθινό Θεό», «οι διορθωτές των ηθών και οι φροντιστές των ψυχών, οι κοινοί σωτήρες όλων, αυτοί που έδειξαν σε εμάς τα παραδείγματα των πράξεων και των λόγων, οι εκπαιδευτές του βίου μας, όπως και «οι μεγάλοι φωστήρες, οι αρραγείς πύργοι της Εκκλησίας», «οι λαβόντες σοφίαν παρά Θεού, ως άλλοι τρεις απόστολοι του Χριστού». Δεν υπάρχει εγκώμιο που δεν χρησιμοποιεί ο άγιος υμνογράφος, για να αποδώσει πρώτον, αυτό που οραματικά και θεοπτικά έζησε: την παρουσία των αγίων στη ζωή του, δεύτερον, την τεράστια θεολογική συμβολή τους στη ζωή της Εκκλησίας.

Κι ως προς το πρώτο. Η υπέρ φύσιν εμπειρία του να δει οραματικά τους αγίους προβάλλεται δεόντως από τον άγιο. Προκειμένου μάλιστα να προβάλει την ισότητά τους, όπως ήταν και ο κύριος σκοπός του οράματος, χρησιμοποιεί φράσεις που αναφέρονται στη συζυγία του άνδρα με τη γυναίκα. «Ους ο Θεός συνέζευξε, άνθρωπος μη χωριζέτω», λέει ο λόγος του Θεού, «αυτούς που ο Θεός συνένωσε σε ομότιμη ένωση, άνθρωπος εγκωμιαστής ας μη τους χωρίζει», λέει ο υμνογράφος. Για να συνεχίσει: «θεωρώντας τους ίσους στα χαρίσματά τους,  ας τους καθιστά με τους ύμνους του άξιους και ίσων ύμνων».   Μπορεί να φαίνεται υπερβολική η σύγκριση, αλλά ο υμνογράφος στηρίζεται στην προσωπική του εμπειρία και κάνει υπακοή: εξαγγέλλει ό,τι οι άγιοι, συνεπώς και ο Κύριος, του είπαν. Και προχωρεί και σε άλλη εικόνα για να αποδώσει και πάλι την ίδια αλήθεια: «Από τον Ουρανό δύο μεγάλα λυχνάρια φωτίζουν όλον τον κόσμο με διαδοχή του ενός προς το άλλο: ο ήλιος και η σελήνη. Από τη γη με πολύ φανερό τρόπο φωτίζουν όλη την οικουμένη τρεις ίδιοι υπερμεγέθεις ήλιοι, που λάμπουν μαζί: ο Βασίλειος, ο Γρηγόριος, ο Ιωάννης Χρυσόστομος».

Και ως προς το δεύτερο: η τεράστια θεολογική συμβολή τους στην Εκκλησία. Ο υμνογράφος βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για τον αγώνα των αγίων υπέρ της αληθούς πίστεως: τη διακράτηση της αλήθειας για την αγία Τριάδα. Και οι τρεις αγωνίστηκαν να φανερώσουν ανόθευτη την αποκάλυψη του Χριστού και το κήρυγμα των Αποστόλων περί του Θεού. Για παράδειγμα: «Διδαχθήκαμε να θεολογούμε την Μοναδική Τριάδα και παραλάβαμε να υμνούμε την Τριαδική Μονάδα. Μάθαμε να προσκυνούμε από τους Πατέρες μία τρισυπόστατη Φύση». «Ο Υιός και Λόγος του Θεού ήταν από την αρχή συνάναρχος με τον Πατέρα. Συνυπήρχε το άγιον Πνεύμα με τον Λόγο του Θεού, αλλά προερχόμενο από τον Γεννήτορα Πατέρα. Απλή, ομοούσια, συμφυής Θεότητα, όπως κηρύσσουν οι θείοι Κήρυκες, οι τρεις Ιεράρχες».

Ο άγιος υμνογράφος όμως εν προκειμένω προβαίνει σε μία σημαντική επισήμανση: Βεβαίως οι άγιοι Πατέρες αυτοί εξήγγελλαν  ό,τι ο Κύριος απεκάλυψε και οι Απόστολοι κήρυσσαν, αλλά με τη σοφία που τους δόθηκε από τον Θεό και τη βοήθεια βεβαίως των ανθρωπίνων γνώσεών τους, αυτό που οι απόστολοι κήρυσσαν με απλό τρόπο, εκείνοι το στερέωσαν και το περιχαράκωσαν, ώστε να είναι απρόσβλητο από τις φιλοσοφικές ενστάσεις της εποχή τους. Με άλλα λόγια την αλήθεια που αποκαλύφθηκε εν Χριστώ, οι άγιοι Πατέρες προσπάθησαν να  την διατυπώσουν με τέτοιον ισχυρό ανθρώπινο λόγο, ώστε να μην μπορούν οι διάφοροι αιρετικοί να την αλλοιώσουν με τα φληναφήματά τους – κάτι που έγινε δεκτό από την Εκκλησία μας, διά του στόματός της, της Οικουμενικής Συνόδου, και της συνειδήσεως της Εκκλησίας, του φρονήματος των πιστών.  Κι είναι αυτοί συνεπώς που προέβησαν στη σύνθεση αυτού που λέμε «ελληνορθοδοξία». Ελληνορθοδοξία δηλαδή είναι η αποκαλυμμένη από τον Χριστό πίστη, δοσμένη όμως με κατηγορίες ελληνικές και με όρους φιλοσοφικούς. Περιεχόμενο ο χριστιανισμός, ένδυμα ο ελληνισμός. Κι αυτό το έκαναν, διότι αυτή τότε ήταν η πρόκληση της εποχής: να δοθεί η πίστη μέσω του ελληνισμού. Δεν ήταν σκοπός τους η διάσωση του ελληνισμού. Αυτό που τους ενδιέφερε ήταν η προβολή της αληθινής πίστεως, της ίδιας της αλήθειας, δηλαδή ο Χριστός. Στην εποχή τους όμως το ένδυμα για να διατυπωθεί αυτή η αλήθεια ήταν ο ελληνισμός. Κι από την άποψη αυτή ο ελληνισμός αναβαπτίστηκε και εσαεί παραμένει λαμπρυσμένος, λόγω ακριβώς της σύνδεσής του με τη χριστιανική πίστη. Σ’ ένα από τα καθίσματα του όρθρου λοιπόν λέει ο υμνογράφος: «Λάβατε τη σοφία από τον Θεό, σαν άλλοι τρεις Απόστολοι του Χριστού, και με τον λόγο της γνώσεως στερεώνετε τα δόγματα με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος, τα οποία προηγουμένως με απλά λόγια αλλά και με γνώση έδωσαν οι αλιείς απόστολοι του Χριστού. Διότι έπρεπε και με αυτόν τον τρόπο ο απλός σεβασμός μας να γίνει στέρεος και να αποκτήσει σύσταση, μέσα από σας, πανσεβάσμιοι Πατέρες».

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)

“Ταύτας οὖν ἔχοντες τάς ἐπαγγελίας, ἀδελφοί, καθαρίσωμεν ἑαυτούς ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ” (Β´Κορ. 7, 1)

 

 Τό μικρό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς ἀπό τήν Β´ πρός Κορινθίους ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου συμπυκνώνει σέ λίγες μόνο γραμμές τίς ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο, τήν μεγαλειώδη δηλαδή προοπτική πού τοῦ ἔχει ὁρίσει, ἀλλά καί τό πῶς ὁ ἄνθρωπος θά μπορέσει νά φτάσει αὐτό τό ὅριο, δεδομένου ὅτι ἡ σωτηρία ὡς πραγμάτωση τοῦ τεθειμένου σ᾽ αὐτόν σκοποῦ ἀπό τόν Δημιουργό ἀπαιτεῖ καί τήν δική του συμμετοχή, τήν δική του συνέργεια. ῾῎Εχοντας αὐτές τίς ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ, ἀδελφοί, ἄς καθαρίσουμε τούς ἑαυτούς μας ἀπό κάθε τι πού μολύνει τό σῶμα καί τήν ψυχή. ῎Ας ζήσουμε μία ἁγία ζωή μέ φόβο Θεοῦ᾽.

 

 1. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος δέν παύει σέ κάθε εὐκαιρία πού τοῦ δίνεται νά δείχνει  στούς πιστούς χριστιανούς τόν σκοπό γιά τόν ὁποῖο μᾶς δημιούργησε ὁ Θεός. Καί ὁ σκοπός αὐτός δέν εἶναι νά είμαστε οἱ χριστιανοί ἁπλῶς οἱ καθώς πρέπει ἄνθρωποι, οἱ καλοί καί νομοταγεῖς πολίτες, ἐκεῖνοι πού θά σκύβουν τό κεφάλι στούς ἑκάστοτε ἄρχοντες τοῦ κόσμου τούτου, προκειμένου νά ἐπιτελοῦν αὐτοί τά ὅποια δίκαια ἤ ἄδικα σχέδιά τους. Οὔτε βέβαια εἶναι νά γίνει ὁ χριστιανός ἕνας ἠθικός ἄνθρωπος, κατά τόν τύπο τοῦ ῾καλοῦ κἀγαθοῦ᾽ ἀνθρώπου πού συνιστοῦσε τήν προοπτική τῆς ἀρχαιοελληνικῆς ἀνθρωπολογίας. Τέτοια ὁράματα καί τέτοιοι τύποι ἀνθρώπων μπορεῖ νά ἐξυπηρετοῦν μία κοινωνία πού κατανοεῖ τόν ἑαυτό της ὁριζόντια καί ἐπίπεδα, ἀλλά πόρρω ἀπέχει ἀπό τήν μεγαλειώδη προοπτική, ὅπως εἴπαμε, πού ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἔχει θέσει γιά τόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ζεῖ βεβαίως μέσα στόν κόσμο τοῦτο, ἀλλά ταυτοχρόνως ὑπέρκειται αὐτοῦ, διότι ἔχει βάθος αἰώνιο.

 

2. Ἡ προοπτική τοῦ ἀνθρώπου, κατά τόν ἀπόστολο πού ἐκφράζει την ἐμπειρία τῆς ᾽Εκκλησίας, εἶναι ὁ ἄνθρωπος νά γίνει ἕνα μέ τόν αἰώνιο καί παντοδύναμο Θεό. Αὐτός πού φαίνεται τόσο ἀδύναμος καί μικρός ἔχει κληθεῖ νά εἶναι ὁ βασιλέας τῆς κτίσης, ἐκεῖνος πρός τόν ὁποῖο κατατείνουν τά ὑπόλοιπα δημιουργήματα, κι αὐτό γιατί ὁ ἴδιος ὁ Θεός θέλησε νά τόν δημιουργήσει ῾κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν᾽ ᾽Εκείνου, πού σημαίνει ὅτι στά ὅρια τῆς δικῆς του ὕπαρξης ὁ ἄνθρωπος μποροῦσε νά φανέρωνε τόν ἴδιο τόν Δημιουργό του. Καί ναί μέν, ὡς γνωστόν, ἡ ἀπαρχῆς αὐτή προοπτική χάθηκε, λόγω τῆς πτώσης του στήν ἁμαρτία, ὁ ἐνανθρωπήσας ὅμως Θεός, ὁ Κύριος ᾽Ιησοῦς Χριστός, ἐρχόμενος στόν κόσμο, τοῦ ξανάνοιξε αὐτήν τήν προοπτική, ἐνσωματώνοντάς τον στόν ἴδιο Του τόν ἑαυτό, κάνοντάς τον συνεπῶς μέλος τοῦ ἴδιου τοῦ σώματός Του. Μέσα στήν ᾽Εκκλησία, τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἕνα μέ τόν Χριστό, διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, τοῦ ἁγίου χρίσματος, τῆς συμμετοχῆς του στήν Θεία Εὐχαριστία, κι ἀρχίζει νά λειτουργεῖ κατά τά ἴχνη ᾽Εκείνου. Ὁ ἀπόστολος λοιπόν Παῦλος τονίζει γιά μία ἀκόμη φορά στούς Κορινθίους ὅτι αὐτή εἶναι ἡ κλήση τους: ῾῾Υμεῖς γάρ ναός Θεοῦ ἐστε ζῶντος᾽, συνεπῶς αὐτό πού ὁ Θεός εἶχε ὑποσχεθεῖ ἀπαρχῆς τώρα βρίσκει τήν ἐκπλήρωσή του: ὁ ἴδιος θά κατοικήσει μέσα τους καί θά περπατήσει στήν ὕπαρξή τους. ῾᾽Ενοικήσω ἐν αὐτοῖς καί ἐμπεριπατήσω, καί ἔσομαι αὐτῶν Θεός καί αὐτοί ἔσονταί μοι λαός᾽. Μέ ἄλλα λόγια, ὁ χριστιανός κατανοεῖ τόν ἑαυτό του χαρισματικά: συνιστᾶ προέκταση τοῦ Χριστοῦ, νιώθει ὡς κλῆμα στήν ἄμπελο ᾽Εκείνου, λίθος στό οἰκοδόμημα τοῦ Χριστοῦ. Μπορεῖ καί αὐτός νά πεῖ, σάν τόν ἀπόστολο, ῾ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ ἐν ἐμοί Χριστός᾽.

 

3. Εἶναι εὐνόητο ὅτι ἡ αὐτοσυνειδησία αὐτή τοῦ χριστιανοῦ τόν καθιστᾶ στόν κόσμο ῾ἐν σαρκί περιπολοῦντα Θεόν᾽. Κανείς καί τίποτε δέν ὑπέρκειται αὐτοῦ, πέραν τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ σώματός Του. Ὁ χριστιανός ζεῖ μέσα στήν ἀτμόσφαιρα τῆς ἐλευθερίας τῆς χάρης τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ. Μπορεῖ τό σῶμα του νά τό δεσμεύσουν καί ἴσως νά τό σκοτώσουν, ἀλλά τό πνεῦμα του παραμένει πάντοτε ἐλεύθερο. ῾Μή φοβηθῆτε ἀπό τῶν ἀποκτεννόντων τό σῶμα, τήν δέ ψυχήν μή δυναμένων τι ποιῆσαι᾽, κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου. ῞Οπως θά τό διατυπώσει καί ἀλλοῦ ὁ ἀπόστολος Παῦλος, πού δίνει τήν ὀρθή ἱεράρχηση στή ζωή τοῦ πιστοῦ: ῾Τά πάντα ὑμῶν ἐστι, ὑμεῖς δέ Χριστοῦ, Χριστός δέ Θεοῦ᾽. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ὁ χριστιανός εἶναι μέν κομμάτι αὐτοῦ τοῦ κόσμου, προσδιοριζόμενος ἀπό αὐτόν σ᾽ ἕναν βαθμό, ὑποτάσσεται βεβαίως στήν κοσμική ἐξουσία, πού ὡς θεσμός εἶναι μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, δέν καθορίζεται ὅμως ἀπό τόν κόσμο καί τήν ἐξουσία ὡς πρός αὐτό πού συνιστᾶ τόν βαθύτερο ἑαυτό του. Ὁ χριστιανός ζεῖ ὅπως καί ὁ Χριστός, γιατί ἀκριβῶς σ᾽ αὐτό κλήθηκε.

 

4. ῎Αν ὅμως ἡ ἑνότητα μέ τόν Χριστό ἐν ᾽Εκκλησία ἀποτελεῖ τήν πραγματικότητα καί τήν προοπτική τοῦ κάθε πιστοῦ, αὐτό δέν ὑπάρχει χωρίς προϋποθέσεις. Οἱ ὑποσχέσεις καί οἱ δωρεές τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο ἀπαιτοῦν καί τή δική του συγκατάθεση καί συνέργεια. Χωρίς αὐτήν τήν συνέργεια οἱ δωρεές τοῦ Θεοῦ παραμένουν ἀνενέργητες, κι αὐτό σημειώνει ἐπίσης ὁ ἀπόστολος Παῦλος στό κείμενό του. ῾Μπροστά στίς ὑποσχέσεις πού μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός, ἄς καθαρίσουμε τόν ἑαυτό μας ἀπό κάθε τι πού μολύνει τό σῶμα καί τήν ψυχή᾽. Προκειμένου δηλαδή νά ἐνεργοποιεῖται ἡ ἑνότητα τοῦ χριστιανοῦ μέ τόν Χριστό, ἀπαιτεῖται ὁ χριστιανός νά ἀγωνίζεται γιά τήν κάθαρση τοῦ ἑαυτοῦ του, καί τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματός του. Διότι ἡ ζωή στόν κόσμο τοῦτο, παρ᾽ ὅλη τή δύναμη πού πῆρε ὁ πιστός ἀπό τό βάπτισμα ὥστε νά μή ἁμαρτάνει, κατά τόν λόγο τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννου τοῦ Θεολόγου (῾πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Θεοῦ ἁμαρτίαν οὐ ποιεῖ, ὅτι σπέρμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ μένει᾽(Α´ ᾽Ιωάν. 3, 9) εἶναι γεμάτη παγίδες πού καθιστοῦν εὐάλωτο τόν χριστιανό, ἄν λίγο χαλαρώσει τήν ἔνταση τοῦ πνευματικοῦ του ἀγώνα. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ναί μέν τό βάπτισμα, ὡς ἐνσωμάτωση στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μᾶς δίνει τή δύναμη τῆς ἀναμαρτησίας, ὅμως δέν μᾶς παγιώνει καί σ᾽ αὐτήν. Ἡ τρεπτότητα τῆς ἐλεύθερης βούλησής μας στό καλό ἤ στό κακό ἐξακολουθεῖ καί ὑφίσταται – στόν βαπτισμένο δέν ὑπάρχει ἀναγκαστική ροπή πρός τήν ἁμαρτία - πού σημαίνει ὅτι ἄν κανείς ξεχαστεῖ, ἐμπλεκόμενος στίς μέριμνες τοῦ κόσμου τούτου, ὁπωσδήποτε θά ἁμαρτήσει, συνεπῶς θά χάσει τή χάρη τῆς ἑνότητάς του μέ τόν Κύριο. Κι ἐπειδή ὑπάρχουν ἁμαρτίες πού ἀνάγονται στό πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου καί ἁμαρτίες πού ἀνάγονται στό σῶμα του, ὅ,τι χαρακτηρίζουν οἱ ἅγιοι ψυχικά καί σωματικά πάθη, γι᾽ αὐτό καί ἡ λησμοσύνη τοῦ Θεοῦ θά φέρει τόν μολυσμό καί στό πνεῦμα καί στό σῶμα. Γιά παράδειγμα: ἡ κενοδοξία καί ἡ ὑπερηφάνεια συνιστοῦν μολυσμό τοῦ πνεύματος, ἡ γαστριμαργία καί ἡ πορνεία καί ἡ μοιχεία συνιστοῦν μολυσμό τοῦ σώματος. ᾽Εννοεῖται βεβαίως ὅτι λόγω τῆς ἑνότητας τοῦ ἀνθρώπου ὡς ψυχοσωματικῆς ὀντότητας ἡ κάθε ἁμαρτία μολύνει καί τά δύο στοιχεῖα του ταυτόχρονα: ὁ μολυσμός τῆς ψυχῆς ἀντανακλᾶ καί στό σῶμα  – ἡ γαστριμαργία γιά παράδειγμα σημαίνει ὅτι πρωτίστως τό πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου ἁλώθηκε ἀπό τά σαρκικά πάθη - ὁ τόνος ὅμως εἴτε στήν ψυχή εἴτε στό σῶμα πέφτει ἀνάλογα μέ τό εἶδος τῆς ἁμαρτίας. Γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς καί ἡ ᾽Εκκλησία μας ἐπιμένει πάντοτε στήν ἄσκηση τοῦ πιστοῦ καί πνευματικά καί σωματικά. Βεβαίως δηλαδή θά κάνει ὁ πιστός ἄσκηση γιά ταπείνωση, προκειμένου νά κρατήσει καθαρή τήν ψυχή του ἀπό τήν ὑπερηφάνεια, ἀλλά χωρίς τήν παράλληλη ἄσκηση στή νηστεία καί τήν ἐγκράτεια, γιά τήν ὑπέρβαση τῶν σωματικῶν παθῶν, δέν πρόκειται τελικῶς νά καταφέρει τίποτε.

 

5. ῾Ο ἀπόστολος ὅμως ἐπιμένει στήν ἄσκηση γιά τή διακράτηση τῆς καθαρότητας τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν μολυσμό τῶν ψυχικῶν καί τῶν σωματικῶν παθῶν. ῾῎Ας ζήσουμε ἁγία ζωή – λέει – μέ φόβο Θεοῦ᾽. Μέ ἄλλα λόγια τότε κανείς μπορεῖ νά κρατήσει τήν καθαρότητα τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, νά κρατήσει δηλαδή τή χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐνεργοῦσα στήν καρδιά του, ὅταν ἀγωνίζεται νά ἐπιτελεῖ τήν ἁγιωσύνη: νά ζεῖ ἁγία ζωή ἐν φόβω Θεοῦ. Κι αὐτό σημαίνει: ὁ πνευματικός ἀγώνας δέν ἔχει χαρακτήρα ἀρνητικό – νά μήν κάνω ἁπλῶς κάτι ἁμαρτωλό - ἀλλά χαρακτήρα θετικό. Τότε δηλαδή δέν ἁμαρτάνω καί δέν μολύνομαι ἀπό τά ψυχικά καί τά σωματικά πάθη, ὅταν εἶμαι προσανατολισμένος στήν ἁγία ζωή πού φέρνει ἡ ὑπακοή στίς ἐντολές τοῦ Κυρίου. Στόν βαθμό πού μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ ὡς μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας τηρῶ τίς ἐντολές ᾽Εκείνου, φανερώνοντας ἔτσι ὅτι Τοῦ ἀνήκω καί Τόν ἀγαπῶ - ῾ἐάν ἀγαπᾶτε με τάς ἐντολάς τάς ἐμάς τηρήσατε᾽, εἶπε – στόν βαθμό αὐτό εἶμαι ἑνωμένος μαζί Του καί νιώθω τή ζωντανή παρουσία Του στήν ὕπαρξή μου. Δέν πυροβολῶ τό σκοτάδι γιά νά φύγει, ἀλλά ἀνάβω τό φῶς, ὅπως σημείωνε τόσο ὄμορφα ὁ ὅσιος Πορφύριος, θέλοντας ἀκριβῶς νά τονίσει μέ τόν ἁπλό αὐτόν τρόπο τόν θετικό χαρακτήρα, ὅπως εἴπαμε, τῆς πνευματικῆς ζωῆς.

 

 Τό πρόβλημα ἡμῶν τῶν χριστιανῶν, ἀπό ὅ,τι φαίνεται, εἶναι ὅτι δέν πιστεύουμε τό τί ὁ Θεός μᾶς ἔχει δώσει καί τί ἀκόμη μᾶς ἔχει ἑτοιμάσει. Τίς ὑποσχέσεις Του τίς ἀντιμετωπίζουμε ὡς κάτι θεωρητικό καί ῾παραμυθένιο᾽. Γι᾽ αὐτό καί μένουμε στή μιζέρια τῶν παθῶν καί τῶν ἀδυναμιῶν μας. Κάνουμε τό λάθος – καρπό τῆς ὀλιγοπιστίας κι ἴσως τῆς ἀπιστίας  μας – νά βλέπουμε τή δική μας μικρότητα κι ὄχι τή μεγαλωσύνη τοῦ δωρεοδότου. ᾽Αλλά ὁ Χριστός μᾶς δίνει ἄλλη ὅραση. Μᾶς προσανατολίζει στήν  ἀγάπη Του πού τήν ἐξέφρασε ἔμπρακτα κυρίως μέ τόν Σταυρό Του καί τή συνεχίζει ἀδιάκοπα στήν ᾽Εκκλησία Του, κατεξοχήν μέσα ἀπό τό μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας, ὅπου συνεχίζει νά μελίζεται καί νά προσφέρεται στόν κάθε ἐν μετανοία προσερχόμενο πιστό. Τοῦ Θεοῦ τήν ἀγάπη μᾶς ὑπενθυμίζει σήμερα καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος, τίς ἄπειρες δωρεές Του στά πλάσματά Του καί τίς χωρίς ὅριο ὑποσχέσεις Του: νά γίνουμε κι ἐμεῖς ἕνα μ᾽ Εκεῖνον.  Εἶναι ἤδη δοσμένα ἀγαθά, ἀρκεῖ νά θελήσουμε νά τά πάρουμε καί νά τά κρατήσουμε. Αὐτή εἶναι καί ἡ ἔννοια τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα γιά κάθαρσή μας στήν ᾽Εκκλησία.

Η ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΤΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΦΟΡΟΥ

«Ο άγιος Ιγνάτιος ήταν διάδοχος των αγίων Αποστόλων και  χρημάτισε επίσκοπος Αντιοχείας. Μαζί με τον άγιο Πολύκαρπο, τον Πρόεδρο της Εκκλησίας των Σμυρναίων, υπήρξε μαθητής του ευαγγελιστή Ιωάννου του Θεολόγου. Οδηγήθηκε λοιπόν ενώπιον του βασιλιά Τραϊανού κι αφού υπέστη όλα τα είδη των βασανιστηρίων, δεν κάμφθηκε, γι’ αυτό και εστάλη στη Ρώμη, προκειμένου να ριχτεί στα θηρία. Όταν έγινε αυτό, κάποιοι άνδρες Χριστιανοί μάζεψαν και έφεραν τα άγια λείψανά του από τη Ρώμη στην Αντιόχεια και τα δώρισαν στους αδελφούς Αντιοχείς που τα ήθελαν με μεγάλο πόθο. Αυτοί λοιπόν τα έβαλαν κάτω από τη γη  με κάθε τιμή και σεβασμό. Χάριν τούτου η Εκκλησία πανηγυρίζει εορτή χαρμόσυνη».


Τον άγιο Ιγνάτιο τον θεοφόρο τον εορτάζει η Εκκλησία μας κατεξοχήν την ημέρα του μαρτυρίου του, την 20ή Δεκεμβρίου. Και γίνεται αφορμή η εορτή να τονίζονται αφενός το θεολογικό ύψος των επιστολών που μας άφησε – σημαντική συμβολή πράγματι στην υπέρβαση εκκλησιαστικών διαστρεβλώσεων – αφετέρου ο βαθύς έρωτας και η αγάπη του προς τον Κύριο Ιησού Χριστό.  Κι είναι αυτή η αγάπη του που και σήμερα προβάλλουν οι ύμνοι της Εκκλησίας μας εξ αφορμής της ανακομιδής των τιμίων λειψάνων του. Δεν είναι άλλωστε δυνατόν να μιλάει κανείς, με οποιαδήποτε αφορμή,  για τον άγιο Ιγνάτιο και να μη συγκινείται με το καμίνι της καρδιάς του -  τον έρωτα που έτρεφε για τον Χριστό μέσα στο στήθος του! Όπως το λέει ο άγιος υμνογράφος: «Θεοφόρε Ιγνάτιε, είχες στο στήθος σου τον έρωτά σου, τον Χριστό» (δοξ. εσπ.).

Κι αλλού: «Αξιομακάριστε Ιγνάτιε! Εσύ λοιπόν έχοντας σταθερή την έφεσή σου προς τον αληθινό εραστή σου έλεγες: Δεν υπάρχει μέσα μου φλόγα που να με σπρώχνει στα υλικά, αλλά μάλλον ζωντανό νερό που μιλάει μέσα μου και μου λέει: Πήγαινε στον Πατέρα» (δοξ. εσπ). Και από τον κανόνα του όρθρου: Αγάπησες την ωραιότητα του Δεσπότου Χριστού και Αυτόν ανυποχώρητα επιθυμούσες»∙ «Ο θειότατος έρωτας, μακάριε, κυριάρχησε στην ψυχή σου».

Ο άγιος Θεοφάνης ο υμνογράφος σχετίζει την αγάπη του αγίου προς τον Χριστό με το ίδιο το μαρτύριό του. Θεωρεί ότι η επιθυμία του για το μαρτύριο ήταν ο μισθός που έλαβε από τον Θεό λόγω ακριβώς της αγάπης του αυτής και της διακονίας του στην Εκκλησία να ιερουργεί το ευαγγέλιο Εκείνου. «Έβαλες στο στήθος σου τον έρωτά σου, τον Χριστό, και πήρες σαν μισθό της ιερουργίας του Ευαγγελίου Του το να φτάσεις στην τελείωση με το μαρτύριο του αίματος». Με άλλα λόγια το μαρτύριο – ό,τι χειρότερο για έναν άνθρωπο που κινείται με κοσμικά και όχι χριστιανικά κριτήρια – είναι η χάρη που δίνει ο Θεός για να ανέβει στην τελείωσή του ο άνθρωπος, όπως το διατυπώνει μάλιστα και ο απόστολος Παύλος: «ημίν εχαρίσθη ου μόνον το εις Αυτόν πιστεύειν, αλλά και το υπέρ Αυτού πάσχειν», δηλαδή, δόθηκε σε εμάς ως χάρη όχι μόνον να πιστεύουμε στον Χριστό, αλλά και να πάσχουμε γι’ Αυτόν. Κι αυτό συμβαίνει, διότι το μαρτύριο στη ζωή αυτή – κι όχι μόνον του αίματος, αλλά και οι διάφορες θλίψεις και δοκιμασίες που με πίστη αντιμετωπίζονται από τον χριστιανό -αποτελεί συμμετοχή στο μαρτύριο του πρώτου Μάρτυρα, του ίδιου του Κυρίου: Σταυρός η ζωή Εκείνου, σταυρός και η ζωή του Χριστιανού, εφόσον «επακολουθεί τοις ίχνεσιν Αυτού». Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι «μιμητήν του πάθους του Χριστού» τον χαρακτηρίζει η Εκκλησία μας.

Δεν μπορούμε να μη μνημονεύσουμε και έναν παραλληλισμό που κάνει ο άγιος Θεοφάνης για τον ιερομάρτυρα του Χριστού. Τον παραλληλίζει, στον οίκο του κοντακίου, με τον προφήτη Ιερεμία, τον οποίο ο Θεός αγίασε εκ μήτρας, προκειμένου να αναγγείλει τον ερχομό Του στον κόσμο. Κι όταν ήλθε στον κόσμο βρήκε το βρέφος Ιγνάτιο άξιο της χάρης Του – και μάλλον εννοεί ο υμνογράφος αυτό που διασώζει η παράδοση της Εκκλησίας, ότι δηλαδή το νήπιο που κράτησε ο Κύριος στην αγκαλιά Του και είπε ότι σαν κι αυτό πρέπει να γίνουν οι άνθρωποι για να εισέλθουν στη Βασιλεία του Θεού, ήταν ο άγιος Ιγνάτιος – προκειμένου να γίνει αργότερα ο κήρυκας του Ευαγγελίου Του. «Ο Θεός που αγίασε από την κοιλιά της μάνας του τον προφήτη Ιερεμία, και πριν ακόμη γεννηθεί σαν προγνώστης που είναι γνώριζε ότι αυτός θα είναι δοχείο του αγίου Πνεύματος, τον γεμίζει αμέσως με το Πνεύμα αυτό ήδη από νεαρή ηλικία, και τον στέλνει προφήτη και κήρυκά Του σε όλους, για να προαναγγείλει την αγία στη γη παρουσία Του. Όταν γεννήθηκε λοιπόν ο ίδιος ο Θεός από την Παρθένο Μαρία και ήλθε στο κήρυγμα, βρήκε από τη βρεφική ηλικία άξιο κήρυκα της χάρης Του τον θεοφόρο και θείο Ιγνάτιο». Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι στα πρόσωπα τέτοιων αγίων σαν τον άγιο Ιγνάτιο βλέπουμε τη συνέχεια των μεγάλων αναστημάτων της Παλαιάς Διαθήκης, των Πατριαρχών και των Προφητών. Ό,τι διαβάζουμε στην Παλαιά Διαθήκη γι’ αυτούς, για την πνευματοφορία και τη χάρη τους, το έχουμε άμεσα μπροστά μας με τους αγίους μας, ίσως δε και περισσότερο, αφού οι άγιοί μας ευτύχησαν να ζήσουν την οντολογική αμεσότητά τους με τον Χριστό, ως ηγιασμένα από Εκείνον μέλη Του.

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΣΥΡΟΣ (28 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)

«Ὁ ὅσιος Ἐφραίμ ἦταν ἀπό τήν Ἀνατολή, Σύρος στήν καταγωγή. Διδάχτηκε τήν εὐσέβεια καί τήν κατά Χριστόν πίστη ἀπό τούς προγόνους του κι ἔζησε στούς χρόνους τοῦ Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου. Ἀσπάστηκε ἀπό τά παιδικά του χρόνια τόν μοναχικό βίο, καί λέγεται ὅτι ἐκχύθηκε χάρη ἀπό τόν Θεό πάνω του, διά τῆς ὁποίας, ἀφοῦ ἔγραψε πάρα πολλά κατανυκτικά συγγράμματα, καθοδήγησε πολλούς πρός τήν ἀρετή κι ἔγινε παράδειγμα ἀσκητικῆς ἀρετῆς στίς ἑπόμενες γενιές. Τελεῖται δέ ἡ σύναξή του στό Μαρτύριο τῆς ἁγίας Ἀκυλίνας, στόν τόπο τοῦ Φιλόξενου, πλησίον τοῦ φόρου».

Ὁ ὅσιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος εἶναι ἀπό τούς γνωστότερους ὁσίους καί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, μέ τήν ἔννοια ὅτι τόν γνωρίζουν καί ἐκεῖνοι πού δέν τόν γνωρίζουν. Τί θέλουμε νά ποῦμε; Μπορεῖ κανείς νά μήν ἔχει ὑπ’ ὄψιν του ὅτι ἡ κατεξοχήν προσευχή τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, τό «Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου», εἶναι δική του προσευχή, σίγουρα ὅμως τήν ἔχει ἀκούσει, τήν ἔχει καί αὐτός ψιθυρίσει, μπορεῖ νά τήν ἔχει ἐντάξει καί στίς δικές του προσευχές. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἔχει προκληθεῖ καί προκαλεῖται κάθε φορά μέ τήν προσευχή αὐτή νά ζήσει τή μετάνοια, ὡς ἀγώνα ἀποφυγῆς τῶν κακῶν παθῶν: τῆς ἀργίας, τῆς περιεργείας, τῆς φιλαρχίας, τῆς ἀργολογίας, καί ἀποκτήσεως τῶν ἀρετῶν: τῆς σωφροσύνης, τῆς ταπεινοφροσύνης, τῆς ὑπομονῆς καί τῆς ἀγάπης, διά τῶν ὁποίων ζεῖ κανείς τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Δέν εἶναι τυχαῖο λοιπόν πού ὁ ὑμνογράφο του ἅγιος Θεοφάνης ἀφενός τόν προβάλλει ὡς κήρυκα τῆς μετανοίας, ἀφετέρου ὡς «θεῖον κρατῆρα τῆς κατανύξεως». Ὅπως τονίζει τό κοντάκιο καί ὁ οἶκος τοῦ κοντακίου μάλιστα «ἐν τοῖς λόγοις καί ἔργοις σου ραθύμους ἐγείρεις πρός μετάνοιαν» (μέ τά λόγια καί μέ τά ἔργα σου ξυπνᾶς ὅλους γιά νά μετανοήσουν).  

Τά δάκρυα τῆς κατανύξεως ἀποτελοῦσαν τό κύριο στοιχεῖο τῆς ζωῆς τοῦ ὁσίου, ὅπως καί δάκρυα κατανύξεως προκαλοῦσαν καί προκαλοῦν τά συγγράμματα πού ἔγραψε. Κατά τόν ἅγιο Θεοφάνη «ἀμέμπτως ἤνυσας τόν βίον δάκρυσι σεαυτόν ἀποπλύνας» (Πέρασες τή ζωή σου μέ ἄμεμπτο τρόπο, ἀφοῦ ξέπλυνες τόν ἑαυτό σου μέ τά δάκρυά σου). Ἐκεῖνο πού ἔκανε τόν ὅσιο νά ζεῖ μέ δάκρυα καί νά ἔχει τήν κατάνυξη κυριολεκτικά σύνοικο τῆς ζωῆς του ἦταν ἡ διαρκής μνήμη τοῦ θανάτου καί τῆς κρίσεως πού τόν ἀκολουθεῖ. Πράγματι, ὅποιος ἐνθυμεῖται τόν θάνατό του μέ ἐπίγνωση, ὅποιος ἔχει τή μνήμη ὅτι ἀκολουθεῖ ἡ κρίση, ἐκεῖνος εἶναι πού φτάνει σέ μεγάλα ὕψη ἁγιότητας, διότι ἔχει διαρκή ἀφορμή στό νά μή ἁμαρτάνει. Ὅπως τό λέει καί ἡ Γραφή: «Μιμνῄσκου τά ἔσχατά σου καί οὐ μή ἁμάρτῃς εἰς τόν αἰῶνα» (Θυμήσου τό τέλος τῆς ζωῆς σου καί δέν θά ἁμαρτήσεις ποτέ).

Κι ἀσφαλῶς ὁ ὅσιος δέν ζοῦσε σέ μία φοβική, δηλαδή ἀρρωστημένη, ἀτμόσφαιρα. Ὁ φόβος τῆς κρίσεως δέν λειτουργοῦσε γι’ αὐτόν ὡς μία πνευματική τρομοκρατία, ἡ ὁποία ἀλλοιώνει ἀρνητικά τήν ψυχή, ἀλλά καί τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ φόβος αὐτός ἦταν καρπός τῆς ἀγάπης του πρός τόν Κύριο, μή τυχόν δηλαδή ἐκπέσει ἀπό τήν ἀγκαλιά Του, μήπως χάσει τή χάρη Του. «Πληγώθηκες ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Παντοκράτορος Κυρίου, γι’ αὐτό καί πέρασες ὅλη τή ζωή σου μέ θρήνους, ὅσιε, φωνάζοντας μέ ἔκπληξη: πάρε μου πίσω, Σωτήρα, τά κύματα τῆς χάρης Σου, κρατώντας την γιά μένα πλούσια, κατά τή μέλλουσα ζωή». Ζητοῦσε ὁ ὅσιος νά μήν ἔχει τόσο μεγάλη χάρη στή ζωή αὐτή, μή τυχόν συμβεῖ καί μειωθεῖ αὐτή κατά τή μέλλουσα ζωή. Τό κύριο γνώρισμα τῆς ζωῆς του δηλαδή ἦταν ὁ βαθύς ἔρωτάς του πρός τόν Κύριο. Αὐτός ὁ ἔρωτας τόν ἔκανε νά δακρυρροεῖ διαρκῶς καί νά ζεῖ πάντοτε μέ τήν προσμονή τῆς συναντήσεώς του μέ τόν Κύριο.

Καί δέν πρέπει νά ἀφήσουμε κατά μέρος ἐκεῖνο πού ἔκανε τόν ὅσιο νά ζεῖ μέ καρδιακό πένθος καί μετάνοια, προκειμένου νά εἶναι στήν ἀγάπη τοῦ Κυρίου∙ τήν ἐγκράτεια. Ὁ ὅσιος ζοῦσε μέ ἀδιάκοπη ἐγκράτεια – τήν προϋπόθεση τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό καί τῆς χαρισματικῆς κατανύξεως – κάτι πού ὁ ὑμνογράφος ἐπισημαίνει στόν οἶκο τοῦ κοντακίου καί πάλι, μέ ἕνα συγκεκριμένο περιστατικό. «Θέλοντας νά ἀκολουθεῖς τά ἴχνη τοῦ δρόμου τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, ἔφυγες ἐσύ μόνος σου ἀπό τόν κόσμο καί κατοίκησες στήν ἔρημο. Βλέποντας λοιπόν ὁ ἐχθρός διάβολος ἐσένα τόν δίκαιο νά ζεῖς ἔτσι, ξεσήκωσε μία πολύ ἀναιδή γυναίκα τοῦ δρόμου, νομίζοντας ὅτι θά καταβάλει τήν ἀνδρεία σου μέ τό ἀρχαῖο ὅπλο, δηλαδή τή λαγνεία, καί θά μολύνει τήν ἁγνότητά σου». Τό περιστατικό δηλαδή εἶναι γνωστό: ὁ ἐχθρός διάβολος ἔβαλε στή σκέψη μίας πόρνης γυναίκας νά παρασύρει τόν ὅσιο. Πῆγε λοιπόν καί τοῦ ἔκανε ἀνήθικες προτάσεις. Κι ἐκεῖνος, μή πτοούμενος, μᾶλλον λυπούμενος βαθιά γιά τήν κατάντια της, τήν πῆρε καί τήν ὁδήγησε στό μέσο μίας πλατείας, κι ἐκεῖ τήν προέτρεψε νά τοῦ πεῖ τί ἀκριβῶς θέλει νά κάνει. Κι ἐκείνη ἐκφράζοντας τήν ἀπορία της ὅτι αὐτά δέν γίνονται στό μέσο τοῦ δρόμου, ἄκουσε τόν λόγο του: Πῶς λοιπόν νά κάνω κάτι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἐσύ ντρέπεσαι νά τό κάνεις μπροστά στούς ἀνθρώπους; Ἀμέσως τό μυαλό μας πηγαίνει ἐδῶ στόν ἅγιο Ἰωσήφ τόν πάγκαλο, τόν γιό τοῦ Ἰακώβ, πού προκαλούμενος παρομοίως ἀπό τή γυναίκα τοῦ ἀφεντικοῦ του στήν Αἴγυπτο, εἶπε τά ἴδια λόγια: «Πῶς ποιήσω τό ρῆμα τοῦτο τό γεγονός καί ἁμαρτήσομαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μου;»