28 Ιουνίου 2022

ΤΟ ΟΠΛΟ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

Η εορτή των «πρωταποστόλων» Πέτρου και Παύλου αλλά και των άλλων μαθητών του Κυρίου προ(σ)καλεί σε ορθή αυτοσυνειδησία της πίστεώς μας και μας δίνει το γνήσιο παράδειγμα ώστε να «ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν τοῦ Κυρίου». Διότι βεβαίως αυτό έκαναν και όλοι οι απόστολοι: περιπατούσαν «ἐν Κυρίῳ».

Ο άγιος υμνογράφος μάλιστα στην προσπάθειά του να μας υποδείξει τον δρόμο των αποστόλων και πώς κινήθηκαν στον κόσμο ως  απεσταλμένοι του Χριστού σημειώνει κάτι ιδιαιτέρως σημαντικό, το οποίο αποτελεί παρακαταθήκη και για εμάς που θέλουμε να βρισκόμαστε στη δική τους πορεία: Ποιο ήταν το όπλο που χρησιμοποίησαν μέσα στον εχθρικό γι’ αυτούς κόσμο που βρέθηκαν. Διότι είναι δεδομένο – το είδαμε στη ζωή του ίδιου του Κυρίου Ιησού – ότι ο κόσμος ο πεσμένος στην αμαρτία εναντιώνεται σε κάθε τι που δεν είναι της δικής του «γραμμής» και της δικής του «οσμής», συνεπώς κάθε τι που δεν εκφράζει το αμαρτωλό φρόνημά του το θεωρεί ξένο σώμα και προσπαθεί να το αποβάλει. Δυστυχώς αυτή είναι η τραγωδία του κόσμου: να δέχεται την ευεργεσία της χάρης του Θεού και να ανταποδίδει την κακότητα και τη σταύρωση!

Λοιπόν, στην γ΄ ωδή του κανόνα για τους κορυφαίους των αποστόλων αναφέρει: «Γυμνούς καί ἀόπλους εἰς τά ἔθνη ἀπέστειλας σοῦ τούς Μαθητάς, ἀνθ’ ὅπλων σοῦ τό ὄνομα βαστάζοντας τό ἅγιον∙ καί τόν τῆς πλάνης πόλεμον, Χριστέ, τῇ πίστει διέλυσαν» (Χριστέ, απέστειλες τους μαθητές σου  στα ειδωλολατρικά έθνη γυμνούς και άοπλους, έχοντας σαν όπλο τους το άγιο όνομά σου. Και με την πίστη τους σ’ αυτό διέλυσαν τον πόλεμο της πλάνης).

Οι απόστολοι πίστεψαν και ακολούθησαν τον Ιησού Χριστό, Αυτόν που απεκαλύφθη ως ο ενανθρωπήσας Θεός. Η Βασιλεία του Θεού που έφερε δεν είχε εγκόσμιο χαρακτήρα (αυτή ήταν και η απάντηση του Κυρίου στον Πιλάτο που του έθεσε παρόμοιο ερώτημα: «ἡ Βασιλεία ἡ ἐμή οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου»), γι’ αυτό και τα όπλα των αποστόλων ήταν μόνον πνευματικά: η πίστη στο άγιο όνομα του Χριστού. Ο κόσμος τούς αντιμετώπισε με τον δικό του τρόπο, χρησιμοποιώντας δηλαδή ό,τι βίαιο και εχθρικό είχε κατασκευάσει για τους αντιπάλους του, εκείνοι δε στάθηκαν άοπλοι και εντελώς ανυπεράσπιστοι μπροστά στα όπλα αυτά. Γι’ αυτό και γεύτηκαν βεβαίως το φυσικό και αυτονόητο που επέτρεψε και επιτρέπει συνήθως ο Θεός: τα βασανιστήρια και τον θάνατο.

 Κι εδώ βεβαίως διαπιστώνεται το παράδοξο της ύπαρξης του χριστιανού στον κόσμο: δεν εναντιώνεται στον αντίπαλο, δεν παίρνει κι αυτός όπλα να του αντιπαρατεθεί, αλλά κατά το παράδειγμα του αρχηγού της πίστεως «ὡς πρόβατον ἐπί σφαγήν ἄγεται καί ὡς ἀμνός ἄμωμος ἐναντίον τοῦ κείροντος αὐτόν ἄφωνος, οὕτως οὐκ ἀνοίγει  τό στόμα αὐτοῦ». Μία διαφορετική στάση θα σήμαινε αλλοίωση του φρονήματος του Χριστού, ο Οποίος είχε προειδοποιήσει τους μαθητές Του: «εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσιν». Στον κόσμο τούτο με άλλα λόγια ο θεωρούμενος νικητής είναι πάντα ο εχθρός της πίστεως – αυτός που οδηγεί στον σταυρό και τον θάνατο!

Αλλ’ ακριβώς στο σημείο αυτό αναδύεται πια η άλλη λογική που διέπει τη χριστιανική πίστη: κινητοποιείται η παντοδυναμία του Θεού που λειτουργεί «ανάποδα» προς τη λογική του κόσμου. Εκεί που ο κόσμος θεωρεί ότι νίκησε, εκεί πια επέρχεται η πλήρης και ολοσχερής διάλυσή του. Ό,τι συνέβη και με τον Σταυρό του Κυρίου: «Ἰδού γάρ ἦλθε διά τοῦ Σταυροῦ χαρά ἐν ὅλῳ τῶ κόσμῳ»∙ «Θαρσεῖτε, ἐγώ νενίκηκα τόν κόσμον». Ο Σταυρός δηλαδή έφερε την Ανάσταση και οι δυνάμεις του σκότους, ο ίδιος ο θάνατος και ο παμπόνηρος διάβολος, καταργήθηκαν. Ο Θεός δεν «δουλεύει» κατά τα ανθρώπινα αμαρτωλά πρότυπα – δεν θα ήταν ο Θεός μας! Κι αυτό θα πει ότι τελικώς η παντοδυναμία που φέρνει τα πάνω κάτω είναι η ταπείνωση και η αγάπη, αυτή που προσωρινά φαίνεται ότι είναι η χαμένη.

Λοιπόν, για να επανέλθουμε στο τροπάριο: οι μαθητές του Κυρίου χωρίς όπλα, γυμνοί, εκτεθειμένοι σε κάθε κακότητα του αμαρτωλού φρονήματος του κόσμου, βρέθηκαν στο τέλος νικητές. Γιατί είχαν στα χέρια τους το ισχυρότερο όπλο που υπάρχει στον κόσμο, αόρατο και «αδύναμο» για τους πολλούς: το παντοδύναμο όνομα του Χριστού. Το δικό Του όνομα είναι «τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα», μπροστά στο οποίο κλίνουν γόνυ τα επουράνια, τα επίγεια και τα καταχθόνια, όλες οι σκοτεινές δυνάμεις του κόσμου. Ψελλίζει κανείς το «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ» και τρέμουν τα σύμπαντα. Γιατί στο όνομα αυτό περικλείεται η ενέργεια του Τριαδικού Θεού, του Δημιουργού Παντοκράτορος Θεού, Αυτού δηλαδή από τον Οποίον έχουν προέλθει τα πάντα, διακρατούνται τα πάντα, κατευθύνονται προς Αυτόν τα πάντα. Κι είναι το όπλο του ονόματος του Χριστού, που ο Ίδιος έβαλε στα χέρια των μαθητών Του, καθώς τους το έδωσε και ως εντολή. «Ἔως ἄρτι οὐκ ἠτήσασθε οὐδέν ἐν τῷ ὀνόματί μου. Αἰτεῖτε καί λήψεσθε, ἵνα ἡ χαρά ὑμῶν ᾖ πεπληρωμένη» (Μέχρι τώρα δεν ζητήσατε τίποτε εξ ονόματός μου. Ζητείτε και θα πάρετε, για να είναι η χαρά σας πλήρης και ολοκληρωμένη).

Το όνομα του Χριστού: το παντοδύναμο όπλο μας στον κόσμο τούτο. Αρκεί να το επικαλούμαστε όπως και οι απόστολοι και οι άγιοί μας: με πίστη στην προσωπική παντοδύναμη και πανταχού παρουσία Του∙ με θερμή αγάπη προς την ποθητή μορφή Του.

ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΕΝΔΟΞΩΝ ΚΑΙ ΠΑΝΕΥΦΗΜΩΝ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΚΟΡΥΦΑΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ

«Ποιός θά ἐπινοοῦσε μεγαλύτερη ὑπόθεση ἐγκωμίων γι’ αὐτούς, ἀπό τή μαρτυρία καί ἀνακήρυξη τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος τόν μέν Πέτρο μακάρισε καί χαρακτήρισε ὡς πέτρα πάνω στήν ὁποία εἶπε ὅτι ἵδρυσε τήν Ἐκκλησία, γιά δέ τόν Παῦλο προεῖπε ὅτι θά γίνει σκεῦος ἐκλογῆς Του, προκειμένου νά βαστάσει τό ὄνομά Του ἐνώπιον τυράννων καί βασιλέων;

Τά περί τοῦ Πέτρου

ἅγιος Πέτρος ἦταν ἀδελφός τοῦ πρωτοκλήτου Ἀνδρέου καί  καταγόταν ἀπό ἄσημη καί ὄχι σπουδαία πόλη, τή Βαθσαϊδά· ἦταν υἱός τοῦ Ἰωνᾶ ἀπό τή φυλή τοῦ Συμεών, ἐπί Ὑρκανοῦ ἀρχιερέως, ζώντας σέ ἔσχατη πενία καί βγάζοντας τά πρός τό ζῆν μέ τή χειρωνακτική του ἐργασία. Ὅταν πέθανε ὁ πατέρας του Ἰωνᾶς, ὁ Πέτρος νυμφεύθηκε κι ἔλαβε ὡς γυναίκα του τή θυγατέρα τοῦ Ἀριστόβουλου, ἀδελφοῦ τοῦ ἀποστόλου Βαρνάβα, μέ τήν ὁποία ἔκανε παιδιά, ἐνῶ ὁ ἀδελφός του Ἀνδρέας ἀφιερώθηκε στόν δρόμο τῆς ἁγνότητας καί τῆς ἄγαμης ζωῆς. Κατά τόν καιρό πού ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής ἦταν φυλακισμένος, ἔφτασε ὁ Ἰησοῦς στή λίμνη τῆς Γεννησαρέτ καί βρῆκε τόν Ἀνδρέα καί τόν Πέτρο νά φτιάχνουν τά δίχτυα τους· τούς κάλεσε ὡς μαθητές Του κι αὐτοί ἀμέσως Τόν ἀκολούθησαν.  

Ἐν συνεχείᾳ ὁ Πέτρος ἀφοῦ κήρυξε τό Εὐαγγέλιο στήν Ἰουδαία, τήν Ἀντιόχεια, τόν Πόντο, τή Γαλατία, τήν Καππαδοκία, στήν Ἀσία καί τή Βιθυνία, ἔφτασε μέχρι καί τήν ἴδια τή Ρώμη. Κι ἀφοῦ ξεπέρασε στή φήμη καί στή δύναμη μέ τά θαύματα πού ἐπιτελοῦσε τόν Σίμωνα τόν μάγο, ἐκεῖ στή Ρώμη πού βασίλευε ὁ Νέρων, συνελήφθη καί σταυρώθηκε μέ τό κεφάλι κάτω, ὅπως ὁ ἴδιος ζήτησε, ὁπότε καί δέχτηκε ἔτσι τό μακάριο τέλος. Κατά τόν χαρακτήρα τοῦ σώματος ἦταν λευκός, λίγο ὠχρός, φαλακρός στό κεφάλι, έχοντας σγουρά τά ὑπόλοιπα μαλλιά καί ὀφθαλμούς κατά τήν ἐπιφάνεια αἱματώδεις καί ὅμοιους μέ τό χρῶμα τοῦ κρασιοῦ. Ἦταν λευκός στά μαλλιά τῆς κεφαλῆς, μέ τό γένι λευκό καί δασύ, ἔχοντας μακριά τή ρίνα καί σηκωμένα τά φρύδια, μέτριος κατά τό ὕψος, ὄρθιος στό σχῆμα τοῦ σώματος. Ἦταν συνετός καί φρόνιμος, ἐνῶ κινεῖτο μέ ὀξύτητα ἀπό θεϊκό ζῆλο ἐναντίον τῆς ἀδικίας. Συγχωρητικός στούς μετανοοῦντες, μεταβαλλόταν εὔκολα καί γρήγορα ἄλλαζε χωρίς φόβο τίς πρότερές του ἀποφάσεις.

Τά περί τοῦ Παύλου

Ὁ ἅγιος Παῦλος ἦταν Ἐβραῖος κατά τό γένος καί αὐτός, καταγόμενος ἀπό τή φυλή Βενιαμίν, Φαρισαῖος κατά τή θρησκευτική αἵρεση, καί μαθήτευσε στόν Γαμαλιήλ. Εἶχε ἐκπαιδευθεῖ ἐξαιρετικά στόν Μωσαϊκό νόμο καί κατοικοῦσε στήν Ταρσό. Ἐπειδή ἦταν φανατικά προσκολημμένος στόν νόμο τοῦ Μωϋσῆ, δίωκε μέ μανία τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ και μέ τη δική του θέληση καί πρόθεση  φονεύεται ὁ πρωτομάρτυρας Στέφανος. Καταμεσήμερο, μέσα στό πλαίσιο τῆς ἀγάπης καί τῆς βούλησης τοῦ Θεοῦ, κι ἀφοῦ ἔχασε τήν ὅρασή του, ἄκουσε θεία φωνή νά τοῦ ἔρχεται ἐξ οὐρανοῦ, ἡ ὁποία τόν ἔστειλε στόν Ἀνανία, ἀρχαῖο μαθητή πού κατοικοῦσε στή Δαμασκό, ὁ ὁποῖος καί κατήχησε τόν Παῦλο καί τόν βάπτισε.

Ἐπειδή ἔγινε σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ Θεοῦ, σάν νά εἶχε φτερά γύρισε ὅλη τήν οἰκουμένη καί τή σαγήνευσε στό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Ἔφτασε καί στή Ρώμη, κι ἀφοῦ δίδαξε πολλούς, στόν τόπο αὐτόν τελείωσε τή ζωή του – τοῦ κόψανε τό κεφάλι - μετά ἀπό κάποιο διάστημα ἀπό τήν τελευτή τοῦ Πέτρου. Εἶπαν ὅτι ἀπό τήν πληγή τοῦ κτυπήματος ἔρευσε ἐκτός ἀπό αἷμα καί γάλα. Μολονότι ὁ μακάριος Παῦλος τελειώθηκε χρονικά μετά τόν Πέτρο, ὅμως καί τῶν δύο τά λείψανα τά ἔθεσαν σέ ἕναν τόπο. Ἦταν δέ κατά τήν ἐμφάνιση ὁ μακάριος ἀπόστολος Παῦλος φαλακρός στό κεφάλι καί λεπτός, ἔχοντας χαροποιούς ὀφθαλμούς, μέ στροφή πρός τά κάτω τῶν φρυδιῶν, λευκός κατά τήν ὄψη, καί φαινόταν νεώτερος ἀπό ὅ,τι πράγματι ἦταν. Τά γένια του ἔστρωναν ὄμορφα, ἐνῶ ἡ μύτη του ἦταν κυρτή καί καθώς ἔπρεπε σέ ὅλο του τό πρόσωπο. Στό κεφάλι καί στόν πώγωνα κοσμεῖτο ἀπό μαῦρες καί λευκές τρίχες, ἦταν κυρτός στό σῶμα, καί εὔρωστος καί μικρόσωμος, συνεσταλμένος κατά τά ἤθη καί φρόνιμος, καί γεμάτος ἀπό θεῖα χαρίσματα. Εἶχε σεμνά κινήματα, καί λόγους γλυκεῖς καί προσείλκυε στήν ἀγάπη του ὅλους ὅσοι πρόστρεχαν κοντά του μέ τή δύναμη τῶν θαυμάτων. Καί οἱ δύο αὐτοί κορυφαῖοι ἀπόστολοι ἦταν γεμάτοι ἀπό Ἅγιον Πνεῦμα καί θεία χάρη. Τελεῖται δέ ἡ σύναξή τους στόν Ναό τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί στό Ὀρφανοτροφεῖο, καί στόν σεπτό ναό τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Πέτρου, πού εἶναι πλησίον τῆς ἁγιωτάτης μεγάλης ἐκκλησίας, καί σέ ὅλες τίς κατά τόπον ἅγιες τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίες».   

«Τούς ἀσφαλεῖς καί θεοφθόγγους κήρυκας, τήν κορυφήν τῶν Μαθητῶν σου, Κύριε, προσελάβου εἰς ἀπόλαυσιν τῶν ἀγαθῶν σου καί ἀνάπαυσιν· τούς πόνους γάρ ἐκείνων καί τόν θάνατον ἐδέξω ὑπέρ πᾶσαν ὁλοκάρπωσιν, ὁ μόνος γινώσκων τά ἐγκάρδια» (Κοντάκιον ἑορτῆς).

(Τούς κήρυκες πού κήρυξαν μέ ἀσφάλεια τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, τήν κορυφή τῶν Μαθητῶν σου, Κύριε, τούς πῆρες κοντά Σου γιά νά ἀπολαύσουν τά ἀγαθά Σου καί ν’ ἀναπαυθοῦν. Διότι τούς κόπους τους καί τόν θάνατό τους τούς δέχτηκες σάν ὁλοκληρωτική προσφορά πάνω ἀπό ὅλα, Σύ πού εἶσαι ὁ μόνος πού γνωρίζεις τά κρυφά τῆς καρδιᾶς).

Τό κοντάκιο τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῶν ἁγίων ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου, (ἡ ὁποία σημειωτέον ἀποτελεῖ καί τόν σκοπό τῆς συνδεδεμένης μέ αὐτούς νηστείας), συνοψίζει ἐν πολλοῖς τά κύρια στοιχεῖα πού προβάλλει ἡ Ἐκκλησία μας γι’ αὐτούς: 1. Ἀποτελοῦν οἱ ἅγιοι  τήν κορυφή ὅλων τῶν ἁγίων ἀποστόλων· 2. Συνιστοῦν τούς ἀσφαλεῖς καί θεοφθόγγους κήρυκες τῆς πίστεως τοῦ Κυρίου· 3. Οἱ κόποι τους γιά τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καί ὁ μαρτυρικός τους θάνατος ἔγιναν ἀποδεκτά ἀπό τόν Κύριο ὡς ἡ πληρέστερη προσφορά πού θά μποροῦσε νά προσφερθεῖ σ’ Αὐτόν· 4. Συνεπῶς ὁ καρδιογνώστης Κύριος τούς πῆρε κοντά Του, προκειμένου νά ἀναπαυτοῦν ἀπό τούς κόπους τους καί ν’ ἀπολαύσουν τά αἰώνια ἀγαθά Του.

Πράγματι: 1. Ἡ Ἐκκλησία μας διαρκῶς τονίζει ὅτι οἱ συγκεκριμένοι ἀπόστολοι συνιστοῦν τήν «ἀφρόκρεμα» τῶν ἀποστόλων, εἶναι οἱ πρωτοκορυφαῖοι καί οἱ πρωτόθρονοι, οἱ πρωτοστάτες τῶν ὑπολοίπων. Κι αὐτό γιατί; Διότι ὁ μέν Πέτρος ὑπῆρξε «ὁ προεξάρχων τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου» (στιχηρό ἑσπερινοῦ) - ἡ Καινή Διαθήκη ἀρκούντως φανερώνει τό ἡγεμονικό καί τό ἀρχηγικό του χάρισμα μεταξύ τῶν δώδεκα ἀποστόλων, ταυτόχρονα βέβαια μέ τίς ἀστοχίες του -, ὁ δέ Παῦλος ὑπῆρξε «ὁ κοπιάσας ὑπέρ πάντας τούς ἀποστόλους» (στιχ. ἑσπ.) - ἡ οἰκουμενική δραστηριότητά του ὄντως ὑπερκέρασε κάθε ἄλλη δράση τῶν ἄλλων ἀποστόλων. Κι ἐνῶ τονίζεται ἀπό τήν ὑμνολογία μας ἡ πρωτοστασία τους, σπεύδουν οἱ ὑμνογράφοι μας ἀπαρχῆς νά σημειώσουν ὅτι δέν ὑπῆρξε κάποια ἀντιπαλότητα μεταξύ τους, δέν δημιουργήθηκε κάποιος διχασμός που τους χώρισε, (ὅπως θά σημειώσει κάτι παρεμφερές ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν Α΄ πρός Κορινθίους ἐπιστολή του: στήν Κόρινθο δυστυχῶς ὑπῆρξε ὁμαδοποίηση γύρω ἀπό κάποια ὀνόματα ἀποστόλων, ὁπότε ὁ ἅγιος Παῦλος ὑπῆρξε «καταπέλτης» στό σχίσμα αὐτό)· ἀλλά καί οἱ δύο ἦταν τόσο ἑνωμένοι μεταξύ τους, σάν νά εἶχαν μόνον μία ψυχή πού βρισκόταν ἁπλῶς σέ δύο σώματα. «Μέ ποιά στέμματα ἐπαίνων νά στεφανώσουμε τόν Πέτρο καί τόν Παῦλο; Αὐτούς πού ἦταν διηρημένοι ὡς πρός τά σώματα, ἀλλά ἑνωμένοι ὡς πρός τό Πνεῦμα» (Ποίοις εὐφημιῶν στέμμασιν ἀναδῂσωμεν Πέτρον καί Παῦλον; Τούς διῃρημένους τοῖς σώμασι, καί ᾑνωμένους τῶ Πνεύματι) (στιχηρό ἑσπερινοῦ).

2. Οἱ ἅγιοι Πέτρος καί Παῦλος ὑπῆρξαν αὐτοί πού κήρυξαν τόν θεῖο λόγο μέ ἀσφάλεια  – «οἱ ἀσφαλεῖς καί θεοφθόγγοι κήρυκες».  Κι αὐτό σημαίνει, ὅπως βεβαίως ἀντιστοίχως ἐπισημαίνουμε καί στούς ἄλλους Ἀποστόλους, ὅτι ὁ λόγος πού κήρυσσαν δέν ἦταν καρπός μίας δικῆς τους διανοητικῆς προσπάθειας ἤ φαντασίωσης, κάτι πού διαπιστώνει κανείς σέ ὅλους δυστυχῶς τούς αἱρετικούς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἦταν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ λόγος πού ἐρχόταν ὡς φωτισμός τοῦ ἁγίου Πνεύματος στήν κεκαθαρμένη καρδία τους. Πρόκειται γιά τόν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, πού κατανοήθηκε ἐπακριβῶς καί μέ ἀκρίβεια ἀπό τούς ἀγίους ἀποστόλους, λόγω τῆς ἐπελεύσεως ἐπ’ αὐτούς τῆς χάρης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Διότι μέ τό Ἅγιον Πνεῦμα πού εἶναι ἡ ψυχή τῆς Ἐκκλησίας κατανοεῖται πάντοτε ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ὁ λόγος τῶν πρωτοκορυφαίων ἀποστόλων, λόγος καί ὅλων τῶν ὑπολοίπων, παρέχει καί τή μόνη ἀσφάλεια γιά νά βεβαιώνεται ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου ὅτι δέχεται ὄντως τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, δηλαδή ἡ ἀσφαλής διδασκαλία ἔχει πάντοτε ἀποστολικό χαρακτήρα. Ἐκτός τῆς ἀποστολικῆς διδασκαλίας δέν ὑφίσταται ἀληθινή εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, συνεπῶς ἐκτός τῆς σχέσεώς μας μέ αὐτούς διακυβεύεται καί ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. «Πιστεύω εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν», ὁμολογοῦμε πάντοτε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Ἡ ἀποστολική διδασκαλία λοιπόν εἶναι ἡ διδασκαλία πού φέρνει καί τή μόνη ἀληθινή θεογνωσία. «Οἱ πτέρυγες τῆς θεογνωσίας» (στιχ. ἑσπ.) χαρακτηρίζονται μεταξύ τῶν ἄλλων οἱ πρωτοκορυφαῖοι ἀπόστολοι.

3. Οἱ ἀπόστολοι Πέτρος καί Παῦλος κοπίασαν ὑπερβαλλόντως γιά τή διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου, γι’ αὐτό καί ὁ Κύριος ἀποδέχτηκε ὡς τήν ἀνώτερη προσφορά σ’ Αὐτόν τό ἔργο τους, ἔργο βεβαίως τῆς ἀπέραντης καί θερμῆς πίστεως καί ἀγάπης τους. Τό σύντομο συναξάρι τους καταγράφει ὄντως ὅλες τίς περιπέτειες πού ὑπέστησαν μέχρι τόν μαρτυρικό θάνατό τους, ὁ δέ ἀπόστολος Παῦλος εἶναι ἐκεῖνος πού σέ στιγμές «ἐκτός ἑαυτοῦ» ἀναγκάζεται νά πεῖ καί τό τί πέρασε χάριν τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλά καί τό τί τοῦ προσέφερε ὁ Κύριος στή διακονία του αὐτή. Ἡ ἀποδοχή ἀπό τόν Κύριο τῆς ὅλης μαρτυρικῆς πορείας τους θυμίζει καί αὐτό πού λέει ἡ Παλαιά Διαθήκη γιά τήν ἀποδοχή τῆς προσφορᾶς τοῦ Ἄβελ, σέ ἀντιπαραβολή πρός τόν Κάϊν. Καί οἱ δύο πρόσφεραν θυσία στόν Θεό, ἀλλά ἀποδεκτή ἔγινε ἡ θυσία μόνον τοῦ Ἄβελ, γιατί προερχόταν ἀπό καθαρή καρδιά, γεμάτη ἀγάπη πρός Ἐκεῖνον. Κατά παρόμοιο τρόπο, ὁ ὑμνογράφος βάζει, χωρίς νά κατονομάζει βέβαια, στή θέση τοῦ Ἄβελ τήν προσφορά τῶν μεγάλων ἀποστόλων.

 Γι’ αὐτό καί 4. Ὁ Κύριος ἀποδέχεται ὡς εὐωδία τό ὅλο ἔργο τους, μέ ἀποτέλεσμα νά παρέχει μετά καί τό μαρτύριό τους τήν ἀνάπαυση καί τήν ἀπόλαυση τῶν ἀγαθῶν Του. Οἱ ἅγιοι ἑορτάζοντες ἀπόστολοι ἀπολαμβάνουν τώρα τόν Παράδεισο, ὡς ἐν ἀγάπῃ σχέση μέ τόν Κύριο πού τούς ἀγάπησε, ὅπως ἤδη τό εἶχε σημειώσει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν λίγο πρίν τό τέλος τῆς ζωῆς του, κάνει μία ἐπισκόπηση αὐτῆς, θεωρώντας ὅτι «τόν δρόμον τετέλεκεν, τήν πίστιν τετήρηκεν, λοιπόν ἀπόκειται αὐτῷ ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος». Εἶναι εὐνόητο ὅτι ὁ ἀπόστολος δέν κινεῖτο στή ζωή του ὡς μισθωτός, δηλαδή ἔχοντας στή σκέψη του τίς ἀπολαυές τοῦ Παραδείσου, ἀλλά ἔχοντας ὡς μοναδικό κριτήριό του τή θερμή ἀγάπη του πρός τόν Χριστό. «Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ;» Ἀλλά ἀπό τήν ἄλλη εἶναι βέβαιος ὅτι ὁ Κύριος θά τόν στεφανώσει, μέ τήν ἔννοια ὅτι θά τόν ἔχει μέσα στήν ἀγκαλιά Του, γιατί ἀκριβῶς Τόν ἀγάπησε καί πρόσφερε καί τή ζωή του γιά χάρη Του. Κι αὐτό ἰσχύει βεβαίως καί γιά τόν ἀπόστολο Πέτρο. «Σύ, Κύριε, οἶδας ὅτι φιλῶ Σε». Κι αὐτή ἡ ἀγαπητική σχέση τοῦ Κυρίου μέ τούς ἀποστόλους Του τούς δίνει τή δύναμη ἀφενός νά πρεσβεύουν καί ὑπέρ ἡμῶν τῶν περιλειπομένων – οἱ ἅγιοι ζώντας τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι στραμμένοι ἀδιάκοπα καί σέ μᾶς πού ταλαιπωρούμαστε ἀκόμη μέσα στίς θλίψεις αὐτῆς τῆς ζωῆς - ἀφετέρου νά προσδοκοῦν τήν ἀκόμη πιό ἔντονη σχέση τους μέ Ἐκεῖνον, ἀφοῦ μέχρι τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου καί οἱ ἴδιοι δέν μποροῦν νά φτάσουν στήν ὁριστική τελείωσή τους. «Ἵνα μή χωρίς ἡμῶν τελειωθῶσι». Κι εἶναι ἡ τελευταία αὐτή ἀλήθεια ἡ μεγαλύτερη ἴσως παρηγοριά πού ἔχουμε: ὄχι μόνον ὁ Κύριος ὡς ἡ πηγή τῆς ἀγάπης ἔχει δεδομένη τήν ἀγάπη καί τήν εὐεργετική στάση Του ἀπέναντί μας, ἀλλά καί ὅλοι οἱ ἅγιοί μας, μέ πρώτη τήν Παναγία μας κι ἔπειτα τούς ἁγίους ἀποστόλους, δέν μποροῦν νά «ἡσυχάσουν» μέχρις ὅτου καί ἐμεῖς βροῦμε τόπο καταπαύσεως μαζί τους. Ἔτσι κι ἀλλιῶς ἡ σωτηρία μας εἶναι «σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις», γιατί ὅλοι ἀποτελοῦμε ἕνα σῶμα, τό σῶμα τοῦ Κυρίου μας, εἴτε ἐνεργείᾳ εἴτε δυνάμει. «Ἄς παρευρίσκεστε ἀνάμεσά μας ἀοράτως, καθιστώντας μας ἀξίους γιά τίς ἄυλες δωρεές, ἐμᾶς πού δοξολογοῦμε μέ ἄσματα τήν ἑορτή σας» («Πάρεστε μέσον ἡμῶν ἀοράτως, καταξιοῦντες δωρεῶν ἀΰλων, τούς τήν ἡμῶν ἑορτήν εὐφημοῦντας ᾄσμασι») (Δοξαστικό αἴνων).

ΔΕΝ ΒΡΙΣΚΟΥΝ ΠΟΥΘΕΝΑ ΑΝΑΠΑΥΣΗ

«Όσοι άνθρωποι απομακρύνονται από τον Θεό, επόμενο είναι να μη βρίσκουν πουθενά ανάπαυση. Γι’ αυτό γυρίζουν ανήσυχοι γύρω και από το φεγγάρι ακόμη, γιατί ολόκληρος ο πλανήτης μας δεν χωράει την πολλή τους ανησυχία, και γυρίζουν σαν το λουρί της μηχανής γύρω από την τρελή ρόδα και καταξοδεύουν πολλά (λεφτά στον αέρα)» (Οσίου Παϊσίου Αγιορείτου, Επιστολές, έκδ. Ι. Ησυχ. «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, Σουρωτή Θεσσαλονίκης).

Ο όσιος Παΐσιος διαπιστώνει αυτό που διαλαλεί η Αγία Γραφή και όλη η Πατερική Παράδοση: ο άνθρωπος μακριά από τον Θεό δεν μπορεί να βρει καθόλου ανάπαυση, να γαληνέψει δηλαδή η ψυχή του, να μπορεί να χαρεί γιατί βρήκε την πνευματική ισορροπία του. Ο εκτός Θεού άνθρωπος, ας είναι και χριστιανός – ο όσιος μιλούσε πάντοτε για τους «χριστιανούς κατ’ όνομα» - πάντοτε πελαγοδρομεί μέσα στη δίνη των παθών του, τα οποία τον κάνουν να λειτουργεί κυριολεκτικά ως «φτερό στον άνεμο». Ο ίδιος δεν ήταν που έλεγε ότι αν δεν τον κρατούσε η χάρη του Θεού θα ζούσε και ο ίδιος, έστω και καλόγερος, ως κοσμικός άνθρωπος, που αναλώνεται μέσα στα καταγώγια και τους τόπους της αμαρτίας; Πόσο άμεσα εκφράζει την αλήθεια αυτή η υμνολογία της Εκκλησίας μας, όπως για παράδειγμα στο γνωστό τροπάριο από την Παρακλητική, που ο πιστός απευθύνεται στην Παναγία να γίνει ο κυβερνήτης της ψυχής του, γιατί κινδυνεύει να χαθεί μέσα στον βυθό της απώλειας λόγω της αμαρτίας; «Κυβέρνησε, Αγνή, την άθλια ψυχή μου και ελέησέ την που γλιστράει στον βυθό της απώλειας από το πλήθος των αμαρτιών της».

Αιτία για την τραγική αυτή κατάσταση είναι ότι ο άνθρωπος, και ο χριστιανός, που αμαρτάνει αμετανόητα χάνει το κέντρο της ζωής του, την ίδια τη ρίζα και το σπίτι του, χάνει την ίδια την ταυτότητά του. Ποιο το κέντρο και η αναφορά του ανθρώπου; Ο ίδιος ο Θεός, ο Δημιουργός Χριστός εν Πατρί και Πνεύματι, ο Οποίος έπλασε τον κόσμο με αποκορύφωμα τον άνθρωπο. «Κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Εκείνου δημιουργήθηκε, ως σύνοψη όλης της Δημιουργίας, υλικής και πνευματικής, «ένας δεύτερος κόσμος» για να θυμηθούμε τους Καππαδόκες Πατέρες. Ο Χριστός ως «εξ Ου και δι’ Ού και εις Ον τα πάντα έκτισται» είναι η πηγή της Ζωής, χωρίς Αυτόν δεν έχει τίποτε νόημα στη ζωή – πώς να νιώσεις καλά αφού έχει κοπεί η ρίζα που σε κρατάει ζωντανό; Χωρίς Θεό όλα αναπνέουν θάνατο! Γι’ αυτό και προ Χριστού ο άνθρωπος διαρκώς αναζητούσε και νοσταλγούσε Αυτόν που έχασε, χωρίς όμως επιτυχία, με κύριο γνώρισμα της ζωής του ακριβώς την ταραχή. Μια βαθιά μελαγχολία ήταν ό,τι τον χαρακτήριζε, γιατί του έλειπε το Ένα που είχε ανάγκη.

Αλλά το ίδιο συμβαίνει και μετά τον ερχομό του ενανθρωπήσαντος Θεού, του Ιησού Χριστού, όταν ο άνθρωπος έστω και βαπτισμένος Τον διαγράφει από τη ζωή του. Δεν υπάρχει απολύτως τίποτε που να γεμίσει την ταραγμένη καρδιά του. Σχέσεις, υλικά αγαθά, ταξίδια, κατανάλωση όλων των «αγαθών» του κόσμου δεν μπορούν να επαρκέσουν στο πλήρωμα της καρδιάς που κατά κυριολεξίαν τα «θέλει» όλα! Και τα θέλει όλα γιατί η καρδιά θέλει τον Θεό της. Φτιαγμένοι όπως είπαμε από τον Θεό για να ζούμε μαζί Του και να καταλήξουμε σ’ Εκείνον μόνον με την απειρία Του μπορούμε να είμαστε ικανοποιημένοι! «Ολόκληρος ο πλανήτης δεν χωράει την πολλή ανησυχία τους», κατά τον λόγο του οσίου. Γι’ αυτό τριγυρνάει ο άνθρωπος «σαν τον λουρί της μηχανής γύρω από την τρελή ρόδα» χωρίς αποτέλεσμα! Και ξοδεύει χρήματα, ξοδεύει, ξοδεύει, χωρίς να καταλαβαίνει ότι τα ρίχνει σ’ ένα βαρέλι που δεν έχει πάτο.

Ο Κύριος το είπε με απόλυτα σαφή τρόπο: «Μάθετε από Εμένα ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά. Και θα βρείτε έτσι την ανάπαυση στις ψυχές σας». Η ανάπαυση και η γαλήνη της ψυχής υπάρχει μόνο στον Κύριο. Όταν όμως ο άνθρωπος δημιουργήσει προσωπική και άμεση σχέση μαζί Του, γνώρισμα της οποίας είναι η πραότητα και η ταπείνωση. Όπου ο πιστός έχει τους οφθαλμούς του σ’ Εκείνον και αγωνίζεται να ζει με την ταπείνωση και την αγάπη Του, που θα πει να ζει ορθά μέσα στην εκκλησιαστική κοινότητα, τόσο η εμπειρία του θα αποτελεί εξαγγελία της «πάντα νουν υπερεχούσης ειρήνης του Χριστού». Κι η ειρήνη αυτή που θα έχει βρει και θα ζει θα τον κάνει και τον μεγαλύτερο ιεραπόστολο για τους άλλους συνανθρώπους του. «Απόκτησε την ειρήνη του Χριστού μέσα σου και χιλιάδες άνθρωποι θα την αποκτήσουν μαζί σου» (άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ). 

ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΕΥΡΕΣΕΩΣ ΤΩΝ ΤΙΜΙΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ ΚΥΡΟΥ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΟΥ

«Αυτοί οι μάρτυρες του Χριστού και θαυματουργοί άγιοι έζησαν επί Διοκλητιανού του βασιλέως. Από αυτούς ο μεν Κύρος καταγόταν από την Αλεξάνδρεια, ο δε Ιωάννης από την πόλη της Εδέσσης. Οι άγιοι αυτοί λόγω της κοινής πίστεως και ζωής τους ενώθηκαν και περιέρχονταν διάφορες περιοχές, ιατρεύοντας και θεραπεύοντας κάθε νόσο και ασθένεια. Επειδή όμως παράλληλα ετοίμαζαν και πολλούς πιστούς ώστε να είναι έτοιμοι για το μαρτύριο, έγιναν φανεροί από τον άρχοντα του τόπου που βρέθηκαν, ο οποίος τους συνέλαβε και τους υπέβαλε σε ποικίλα βασανιστήρια. Στο τέλος διέταξε να κοπούν τα κεφάλια τους με ξίφος. Τα σώματά τους τα πήραν και τα φρόντισαν ιδιαίτερα οι πιστοί, οι οποίοι και τα έκρυψαν λόγω της ασέβειας και απιστίας που επικρατούσε τότε. Αργότερα όμως επί της βασιλείας του Αρκαδίου κι ενώ πατριάρχευε στην Αλεξάνδρεια ο Θεόφιλος, βρέθηκαν τα τίμια και άγια αυτά λείψανά τους, οπότε την πανήγυρη για την εύρεσή τους εορτάζουμε σήμερα.

Κι ο λόγος είναι ότι κατά την ημέρα αυτή που οι άσυλοι αυτοί θησαυροί βγήκαν από τη γη, έγιναν πολλές θεραπείες και ιάσεις σε αναρίθμητα πλήθη πιστών που έτρεξαν εκεί γιατί ταλαιπωρούνταν από διάφορα νοσήματα. Για παράδειγμα, δαιμονισμένοι θεραπεύτηκαν, άρρωστοι βρήκαν την υγειά τους, τυφλοί απέκτησαν το φως τους, χωλοί μπόρεσαν να περπατήσουν, και γενικώς οι άγιοι πρόσφεραν κάθε ίαση και θεραπεία σε όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους. Κι όχι μόνο τότε που βρέθηκαν τα λείψανα, αλλά και μετέπειτα και σε κάθε χρόνο, όσοι προσέρχονται σ’ αυτούς με πίστη λαμβάνουν γρήγορα τη θεραπεία τους, εις δόξαν και αίνο Χριστού του Θεου μας που τους δόξασε».

Ο υμνογράφος των αγίων Αναργύρων Κύρου και Ιωάννου όσιος Ιωσήφ δεν αναλίσκεται σε πολλά θέματα. Η προσοχή του είναι στραμμένη σχεδόν αποκλειστικά στο χάρισμα της ανάργυρης και δωρεάν θαυματουργίας που ο Κύριος χάρισε στους δούλους Του προκειμένου να διακονούν με τον τρόπο αυτόν τους πιστούς της κάθε εποχής. Θαυματουργίας όμως που δεν εξαντλείται μόνον στα σώματα των πιστών, αλλά και στις ψυχές των ανθρώπων. Ο άγιος Ιωσήφ είναι κατεξοχήν αποκαλυπτικός και ως προς τον ίδιο του τον εαυτό: «Και μετά το τέλος σας», σημειώνει για παράδειγμα στον οίκο του συναξαρίου, «πηγάζετε τα θεία χαρίσματα σ’ αυτούς που ταλαιπωρούνται από ποικίλες νόσους και από πολλά αρρωστήματα, από τους οποίους ένας και πρώτος είμαι εγώ ο δυστυχής. Διότι πονώ και οδυνώμαι και στο σώμα και στην ψυχή από βαριά τραύματα και φωνάζω με πίστη: Γιατρέψτε με, γιατί εσείς είστε θείοι ιατροί». Κι αλλού μεταξύ πολλών άλλων: «Βρίσκομαι κάτω από τη νόσο μεγάλων αμαρτημάτων, άγιοι, και ταλαιπωρούμαι από τις αρρώστιες και τους πόνους της σάρκας. Από αυτά σώστε με, ικετεύοντας τον αγαθοδότη Χριστό» (ωδή ε΄).

Κι είναι ευνόητη η διπλή αναφορά του υμνογράφου: και ο ίδιος και όλοι οι άνθρωποι ως ψυχοσωματικές υπάρξεις χειμαζόμαστε και ψυχικά και σωματικά λόγω της αμαρτίας που αγκαλιάζει όλο το ανθρώπινο γένος απαρχής και έως εσχάτου της γης – διά της αμαρτίας των προπατόρων μας εισήλθε η φθορά και ο θάνατος, και στην ψυχή και στο σώμα. Οπότε κάθε θεραπεία και ίαση είναι θεραπεία στον βαθμό που ιατρεύει τη διπλότητα αυτήν του ανθρώπου. Τι νόημα θα είχε μία θεραπεία σωματικής μόνο τάξεως, όταν η ψυχή ασθενεί; Ένας ασθενής ψυχικά άνθρωπος - και δεν εννοούμε τον έχοντα ψυχική ασθένεια κατά την έννοια της νεώτερης εποχής αλλά τον μη πνευματικά ισορροπημένο άνθρωπο, συνεπώς τον ζώντα μέσα στην πονηρία και την αμαρτία – δεν μπορεί να ησυχάσει και να γαληνέψει, έστω κι αν είναι σαν ταύρος στο σώμα του. Το αντίθετο: όπου και να βρεθεί και να σταθεί θα περιφέρει την ανισορροπία του. Από την άλλη, ένας υγιής ψυχικά και πνευματικά, που θα πει με τα δεδομένα της χριστιανικής πίστεως ένας άγιος πιστός στον Χριστό άνθρωπος, και σωματικά να μην είναι καλά, αυτός θα είναι «εντάξει» όπου και να βρεθεί, γιατί η χάρη του Χριστού στην καρδιά του θα τον κάνει να βλέπει την όποια σωματική αρρώστια του ως ευκαιρία για αύξηση της πίστης και της υπομονής του και της προκοπής του – «όταν ασθενώ, τότε είμαι δυνατός», κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου.

Οι άγιοι Ανάργυροι λοιπόν θεράπευαν τα σώματα, αλλά και τις ψυχές των ανθρώπων, κατά το πρότυπο του Κυρίου που ήταν και είναι «ὁ ἰατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων». Και ο σκοπός τους στην προσφορά αυτή ήταν οι άνθρωποι να ξυπνήσουν πνευματικά, ώστε να μετανοήσουν και να ενωθούν σωστά με τον Χριστό – η σωματική θεραπεία να οδηγήσει στην πνευματική ίαση. Δεν είναι τυχαίο που ο υμνογράφος ήδη από τον πρώτο ύμνο γι’ αυτούς στην εσπερινή ακολουθία τους τούς χαρακτηρίζει ως «θεμελίους της πίστεως» και «τα άνθη που απέπνεαν την αληθινή οσμή της επίγνωσης του Θεού». Κι αυτό θα πει βεβαίως ότι οι άγιοι απέκτησαν το χάρισμα της διπλής ιάσεως των ανθρώπων, γιατί προσφέρθηκαν ολοκληρωτικά στον Κύριο και Θεό τους – «έλαμψαν με τη λαμπρότητα της ζωής τους και με την πνευματική άσκησή τους» (στιχ. εσπ.). «Αναθέσατε τους εαυτούς σας στον Θεό, άγιοι, και υπομείνατε κάθε πείρα φοβερών βασανιστηρίων για χάρη Του, οπότε πεθαίνοντας με προθυμία, πηγάζετε και μετά το τέλος σας σε όλους τα θεία χαρίσματα» (οίκος συναξαρίου).

Είναι συγκινητική ωστόσο η επιμονή του αγίου υμνογράφου να επικεντρώνει στη θεραπεία των ψυχικών παθών από τους μεγάλους αυτούς αγίους, των οποίων μάλιστα ο τάφος κι ο ναός ακτινοβολεί περισσότερο και από τις λαμπρές ακτίνες του ηλίου (ωδή θ΄). Ενώ δηλαδή προβάλλει τη ιατρική δύναμη των Αναργύρων αγίων ως προέκταση της ιατρικής δύναμης του Κυρίου, δύναμη κι απέναντι σε «ἀνίατα πάθη», όμως καταλήγει σε ό,τι κατ’ αυτόν είναι όντως ανίατο: «τά πάθη τῆς καρδίας» που είναι «ἄλογα πάθη». «Συντρίψατε με την άθλησή σας τον δυσμενή εχθρό (τον Πονηρό και τα όργανά του), αφού δεχτήκατε τη χάρη του Θεού να θεραπεύετε πάθη ανίατα. Γι’ αυτό, σοφοί, γιατρέψτε τώρα τα πάθη της καρδιάς» (ωδή α΄). Και: «σώστε εμάς που σας μακαρίζουμε με λόγια, από τα άλογα πάθη, μέσω των προσευχών σας» (ωδή α΄).

Μία τέτοια θεραπεία από τους αγίους, πνευματικής κυρίως τάξεως, οδηγεί τον πιστό,  κατά τον ποιητή,  στην ωραίωση της καρδιάς του. Όπως συνηθίζουν οι υμνογράφοι να ομιλούν για τους αγίους ως εκείνους που «ουράνωσαν τη γη» (βλ. ακολουθία των αγίων Πάντων), έτσι και οι άγιοι Ανάργυροι: έχοντας και οι ίδιοι «ωραϊσθεί» από τις θείες καλλονές και κυρίως από τον Χριστό «τόν ὡραῖον ἐν κάλλει», μπορούν με τις προσευχές τους να «πείσουν» τον Κύριο να κάνει ωραίες και τις δικές μας καρδιές. Ωραίος άνθρωπος δηλαδή, που λέμε μερικές φορές, είναι ο άγιος που έκανε θρόνο την καρδιά του για να αναπαυθεί η πηγή της ωραιότητος, ο Κύριος. «Είστε μαζί τώρα με τις ιερότατες χορείες των ιερών αθλοφόρων μαρτύρων κι έχετε καλλωπιστεί κι εσείς από τις θείες καλλονές, άγιοι. Γι’ αυτό και τον ωραίο ως προς το κάλλος Του Ιησού παρακαλείτε αδιάκοπα, ώστε να ωραιώσει και τις δικές μας τις καρδιές, ενδοξοι μάρτυρες» (ωδή θ΄).

27 Ιουνίου 2022

ΜΙΑ… «ΑΛΛΗ» ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ!

Ο ιερέας περίμενε όρθιος τον επόμενο για την εξομολόγηση. Είδε ένα νεαρό παιδί, γύρω στα δεκαπέντε, να προχωρά διστακτικό. Τον καλωσόρισε και του υπέδειξε να καθίσει στην καρέκλα απέναντί του. Ο Εσταυρωμένος πάνω στο μικρό τραπεζάκι με το μικρό καντήλι τούς κοίταζε στοργικά και προστατευτικά. Η ατμόσφαιρα μύριζε λιβάνι από τον εσπερινό που μόλις είχε προηγηθεί.

Ο νεαρός με κατεβασμένο το κεφάλι δεν μιλούσε. Ο ιερέας περίμενε κι αυτός κάνοντας μία σύντομη προσευχή, όπως συνήθιζε να κάνει και για όλους τους πιστούς που έβρισκαν το κουράγιο να έλθουν στο μυστήριο της μετανοίας.

«Πάτερ», είπε κάποια στιγμή το παλληκαράκι. «Δεν θέλω να εξομολογηθώ. Η μητέρα μου που περιμένει έξω με έφερε σχεδόν με το ζόρι. Είναι της Εκκλησίας άνθρωπος και με «πρήζει» κάθε φορά με την εξομολόγηση. Είναι καλή γυναίκα και γι’ αυτό δεν θέλω να τη στενοχωρήσω. Υπάκουσα λοιπόν για χάρη της και γι’ αυτό βρίσκομαι εδώ. Αλλά εγώ δεν νιώθω έτοιμος για κάτι τέτοιο».

Ο ιερέας δεν έσπευσε να απαντήσει. Ύψωσε νοερά το βλέμμα του στον Εσταυρωμένο και προσευχήθηκε πιο έντονα για το νεαρό παιδί.

«Παιδί μου», είπε στοργικά. «Όπως ξέρεις η εξομολόγηση είναι μυστήριο της Εκκλησίας μας και προϋποθέτει την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Μόνον όποιος έρχεται ελεύθερα, μόνον όποιος έχει νιώσει την ανάγκη να ανοίξει την καρδιά του στον Χριστό, μπορεί και να εξομολογηθεί. Αν ο ίδιος ο Κύριος είπε «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν», τότε κανείς με καταναγκασμό δεν μπορεί να Τον ακολουθήσει ή να επιτελέσει οποιοδήποτε λόγο Του. Η ελευθερία, παιδί μου, είναι το οξυγόνο της Εκκλησίας. Χωρίς αυτήν, οτιδήποτε κι αν γίνεται, έστω κι αν φαίνεται καλό, δεν είναι τελικά καλό. Δεν το δέχεται ο Θεός».

«Ναι, πάτερ», είπε το παιδί και ύψωσε λίγο το κεφάλι του αναθαρρημένο. «Χαίρομαι που ακούω να λέτε αυτά τα λόγια, και μακάρι και η μάνα μου να το καταλάβαινε. Αλλά, σας είπα, είναι καλή γυναίκα, μόνη στη ζωή – ο πατέρας μου έχει πεθάνει – και γι’ αυτό όσο μπορώ δεν θέλω να την κακοκαρδίζω».

«Λοιπόν», είπε ο παπάς, νιώθοντας μια απέραντη τρυφερότητα για το καλόκαρδο αυτό νεαρό παλληκάρι που έδειχνε μία μεγάλη ωριμότητα με τη στάση του, «δεν χρειάζεται να εξομολογηθείς τώρα. Κάτσε λίγα λεπτά ακόμη, ώστε η μητέρα σου να πιστέψει ότι εξομολογείσαι, κι έπειτα φύγε και πήγαινε στην ευχή του Θεού. Μέχρι τότε όμως, πες μου το όνομά σου, την τάξη στο σχολείο που φοιτάς, ό,τι άλλο νομίζεις ότι μπορούμε να πούμε για να καλυφθεί η ώρα».

Μετά από λίγο το παιδί σηκώθηκε να φύγει. Ο ιερέας το αγκάλιασε και του ευχήθηκε τα καλύτερα για τη ζωή του. Η μητέρα του ήταν έξω και φαινόταν ευχαριστημένη για τον «εξομολογημένο» γιο της. Ο ιερέας όμως ήταν βέβαιος ότι ήταν θέμα χρόνου το παιδί να έλθει και πάλι, αλλά αυτήν τη φορά μόνο του. «Τέτοια παιδιά, με τόσο καλή καρδιά, δεν χάνονται ποτέ», μουρμούρισε ο ιερέας, την ώρα που παραμέριζε για να περάσει ο επόμενος πιστός. «Δεν τα αφήνει ποτέ ο Κύριος, και μάλλον φαίνεται να είναι από τα αγαπημένα Του».

(Από το βιβλίο των εκδ. "ακολουθείν", Δι' εμού του αμαρτωλού, Ιστορίες καινές και παλαιές με φόντο το πετραχήλι, 2017)

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΣΑΜΨΩΝ Ο ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ

«Αὐτός ὁ ἅγιος καταγόταν ἀπό τή Ρώμη καί ἔζησε τόν 6ο αἰώνα. Τόν πλοῦτο πού τοῦ ἄφησαν οἱ γονεῖς του τόν μοίρασε στούς πτωχούς καί ἀναγκεμένους συνανθρώπους του καί στή συνέχεια ἦλθε στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου περνοῦσε τόν καιρό του ὡς ἡσυχαστής μέσα στόν κόσμο, δηλαδή ζώντας τό μεγαλύτερο μέρος τῆς ἡμέρας μέσα στούς ναούς, προσευχόμενος διαρκῶς καί μελετώντας τίς ῞Αγιες Γραφές. Ἡ ἁγία βιοτή του ἔγινε γνωστή στόν πατριάρχη Μηνᾶ, ὁ ὁποῖος τόν κάλεσε στήν ἱερωσύνη καί τόν χειροτόνησε πρεσβύτερο. ᾽Από κεῖ καί πέρα, ὡς κληρικός πιά ὑπῆρξε σωτήριο λιμάνι γιά ὅλους τούς πτωχούς καί τούς ἔχοντες ἀνάγκη, θέτοντας μάλιστα στήν ὑπηρεσία τῶν συνανθρώπων του καί τήν ἐμπειρία του στήν ἰατρική ἐπιστήμη. Τήν ἀγάπη του καί τίς ἰατρικές του γνώσεις ἔνιωσε καί ὁ ἴδιος ἀκόμη ὁ αὐτοκράτορας ᾽Ιουστινιανός, ὁ ὁποῖος θεραπεύτηκε ἀπό τόν ἅγιο, ὅταν προσῆλθε σέ αὐτόν, λόγω κάποιου ἀνιάτου πάθους πού τόν διακατεῖχε. ᾽Από τό γεγονός αὐτό ὁρμώμενος ὁ βασιλιάς, θαυμάζοντας ὑπέρμετρα τήν ἀρετή τοῦ ἄνδρα καί ἀπονέμοντας σεβασμό σ᾽ αὐτόν, μετά τόν ναό τῆς ῾Αγίας Σοφίας κατασκεύασε ξενώνα καί κατέστησε τόν ἅγιο σκευοφύλακα τῆς μεγάλης ᾽Εκκλησίας. Ὁ Σαμψών ἀφοῦ ἔζησε μέ καλό καί θεοφιλή τρόπο καί ἔγινε πρόξενος σωτηρίας γιά πολλούς, μέ τό νά τούς ὁδηγεῖ σέ ζῆλο καί μίμηση τοῦ δικοῦ του χριστιανικοῦ τρόπου ζωῆς, ἐκεῖ καί ἀναπαύτηκε. Τό τίμιο λείψανό του κατατέθηκε στόν μέγιστο ναό τοῦ ἁγίου Μωκίου, βρύοντας καθημερινά ἰαματοφόρα νάματα, ῾εἰς δόξαν καί αἶνον Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν».

Μυροβλήτης λοιπόν καί ὁ ὅσιος αὐτός, προσφέροντας μέ τή χάρη τοῦ Χριστοῦ  τήν ἴαση στούς ἐν πίστει προσερχομένους στόν τάφο του. Κατά τον ιερό υμνογράφο μάλιστα, τον άγιο Ιωσήφ, το μύρο το προχεόμενο από τον τάφο του ήταν σαν το μέλι που πήρε ο Σαμψών, ο κριτής της Παλαιάς Διαθήκης,  από τη γνάθο του λιονταριού όταν το  σκότωσε με τα χέρια του και το βρήκε έπειτα με πλήθος μελισσών μέσα στο κουφάρι του. «Έβγαλε να πιει μέλι ο Σαμψών παλιά από τη γνάθο, ενώ ο Σαμψών τώρα αναβρύει μύρο από τον τάφο» (στίχοι συναξαρίου). Η μυροβολία ἐκ τοῦ τάφου του  ἦταν βεβαίως συνέχεια τῆς μυροβολίας τῆς καρδιᾶς του, ἐνόσω ζοῦσε. Μόνον ἕνας πού μυροβολεῖ ἐν ζωῇ, δηλαδή ἔχει πλούσια ἀγάπη στήν καρδιά, μπορεῖ νά χαριτωθεῖ ἀπό τόν Χριστό, ὥστε νά μυροβολεῖ καί μετά θάνατο.  Τόν πλοῦτο τοῦ μύρου τῆς καρδιᾶς του, τήν ἀγάπη του, τόν εἰσέπραξαν καθ᾽ ὅλη τή ζωή του ὅσοι τόν προσήγγισαν, ἀδιακρίτως θέσεως καί τάξεως, πλούτου, μόρφωσης ἤ ἡλικίας. Εἴτε πτωχός εἴτε καί ὁ ἴδιος ὁ βασιλιάς, ἀνεξαιρέτως ὅλοι, μέσω τοῦ ἁγίου ἔρχονταν σέ ἐπαφή μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μας. Ὁ ἅγιος ἦταν τό ὄργανο τοῦ Θεοῦ, προκειμένου νά θεραπευτεῖ καί στήν ψυχή καί στό σῶμα ὁ κάθε ἄνθρωπος. Κατά τον ιερό υμνογράφο «Φάνηκες η συμπαθέστατη βοήθεια των πτωχών και ο άριστος ιατρός των ασθενών, όσιε, και των ταλαιπωρουμένων η βοήθεια» (ωδή α´).

Ἡ ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο πού τόν διακατεῖχε, ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς ἀγάπης του πρός τόν Θεό. «Μιμήθηκε (ο Σαμψών) την ευσπλαχνία του Θεού και έγινε συμπαθής στους αρρώστους και το ένδυμα όλων των γυμνών» (ωδή γ´). Κι εἶναι γνωστό: κανείς δέν μπορεῖ νά ἀγαπήσει σωστά τόν συνάνθρωπό του, ἀκόμη καί τόν ἐχθρό του, ἄν δέν ἔχει στραφεῖ πρός τόν Θεό καί δέν ἔχει ἐξαρτήσει τήν ὕπαρξή του ἀπό Αὐτόν. Διαφορετικά, ἡ ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο, παρόλες ἴσως τίς καλές διαθέσεις πού μπορεῖ κάποιος νά ἔχει, θά εἶναι μέ ἡμερομηνία λήξεως. Ποιός θά μποροῦσε, γιά παράδειγμα, νά ἀγαπήσει τόν ἐχθρό του χωρίς λόγο; Μόνον ὁ ἀγαπῶν τόν Θεό ἔχει λόγο νά ἀγαπήσει καί τόν κάθε πλησίον του. Κι ἡ ἀγάπη τοῦ ὁσίου πρός τόν Θεό ἦταν ὁρατή ῾μακρόθεν᾽: ἐντρυφοῦσε ἀδιάκοπα στήν προσευχή καί τή μελέτη τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, χαρά του ἦταν ἡ διαμονή μέσα στίς ἐκκλησίες. Ὁπότε καί τά ῾μάτια᾽  του ἀνοίχτηκαν, γιά νά βλέπει τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ καί στά πρόσωπα τῶν εἰκόνων ᾽Εκείνου, τῶν συνανθρώπων του. «Ανέθεσες τον εαυτό σου, Σαμψών, ολοκληρωτικά στον Κύριο» (εξαποστειλάριο όρθρου).

Ἡ ἀγάπη ὅμως πρός τόν Θεό δέν γεννιέται αὐτόματα οὔτε εἶναι ἕνα χάρισμα πού δίνεται ἀπό τόν Θεό ῾τυφλά᾽. Πρέπει καί ὁ ἄνθρωπος νά συνεργήσει σέ αὐτό. Καί συνεργεῖ, ὅταν κι ὁ ἴδιος θέλει νά εἶναι μέ τόν Θεό – τό «κάτι» πού ζητάει ὁ Θεός ἀπό τόν ἄνθρωπο, ὅπως ἔλεγε ὁ ὅσιος Γέροντας Πορφύριος. Πότε διατηρεῖται ἡ ἐπιθυμία αὐτή στόν ἄνθρωπο; Ὅταν δέν ἀφήνει τόν ἑαυτό του νά παρασυρθεῖ ἐντελῶς ἀπό τόν πονηρό, ὅταν, ἔστω καί λίγο, προσπαθεῖ νά διατηρήσει τόν νοῦ του καθαρό ἀπό ἐμπαθεῖς λογισμούς. Ὁπότε ὁ Θεός, παίρνοντας ἀφορμή ἀπό τήν καλή αὐτή διάθεση, δίνει τή χάρη Του πλούσια γιά νά καθαριστεῖ ἐντελῶς ὁ νοῦς, νά γίνει θεοειδής καί νά βλαστάνει διαρκῶς τήν ἀγάπη πρός Αὐτόν καί πρός τόν συνάνθρωπο, κάτι πού τό βλέπουμε στούς ἁγίους μας, καί ἰδίως στόν σήμερα ἑορταζόμενο ὅσιο Πατέρα Σαμψών. «Φάνηκες καθαρός ναός του παναγίου και σεπτού Πνεύματος, επειδή καθάρισες τον εαυτό σου πραγματικά από τη λάσπη των παθών, θεοφόρε Πατέρα» (ωδή ε´). 

25 Ιουνίου 2022

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

«Οἱ δέ εὐθέως ἀφέντες τά δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ»

Στήν περίοδο τῆς κλήσης τῶν πρώτων μαθητῶν τοῦ Κυρίου μᾶς μεταφέρει τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς Β´ Ματθαίου. Ὁ Κύριος περιδιαβαίνοντας τά παράλια τῆς λίμνης τῆς Γαλιλαίας καλεῖ τόν ᾽Ανδρέα καί τόν ἀδελφό του Σίμωνα Πέτρο, καί λίγο ἀργότερα τόν ᾽Ιάκωβο καί τόν ἀδελφό του ᾽Ιωάννη, πού ἦταν ὅλοι ψαράδες, νά Τόν ἀκολουθήσουν, ὥστε νά γίνουν ἁλιεῖς τῶν ἀνθρώπων. «Δεῦτε ὀπίσω μου, καί ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Κι ἐκεῖνοι «εὐθέως ἀφέντες τά δίκτυα ἠκολούθησαν Αὐτῷ».

1.  Ὁ ᾽Ανδρέας καί ὁ Σίμων Πέτρος, ὁ ᾽Ιάκωβος καί ὁ ᾽Ιωάννης,  ἀκολούθησαν τόν Χριστό ὄχι διότι ἐκεῖνοι Τόν διάλεξαν, μέσα στά πλαίσια ἴσως μίας μεταφυσικῆς ἀναζήτησής τους, ὥστε νά ἔχουν τήν καύχηση τῆς δικῆς τους πρωτοβουλίας, ἀλλά διότι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τούς διάλεξε καί τούς κάλεσε, ὅπως σέ ἄλλη περίπτωση τούς τό σημείωσε: ῾οὐχ ὑμεῖς με ἐξελέξασθε, ἀλλ᾽ ἐγώ ἐξελεξάμην ὑμᾶς᾽. Κι αὐτό σημαίνει πολύ περισσότερο ὅτι κανείς ἀπό μόνος του δέν ἀκολουθεῖ τόν Χριστό, κανείς ἀπό μόνος του δηλαδή δέν γίνεται χριστιανός, ἄν δέν δεχθεῖ τήν κλήση ἀπό τόν Θεό, συνεπῶς ἄν δέν μπεῖ στόν ῾ζυγό᾽ τῆς ὑπακοῆς σ᾽ ᾽Εκεῖνον. ῾Οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν᾽. Κι ἐννοοῦμε κλήση, ἡ ὁποία θά μιλήσει στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί ὄχι θά κρούσει ἁπλῶς τά τύμπανα τῶν αὐτιῶν του. ῾Πολλοί γάρ οἱ κλητοί, ὀλίγοι δέ ἐκλεκτοί᾽. Μέ ἄλλα λόγια μιλᾶμε γιά μία κλήση, ἡ ὁποία συναντᾶ τόν ἄνθρωπο σέ κατάσταση ἑτοιμότητας πρός ἀνταπόκριση, σέ κατάσταση δηλαδή ὡριμότητας γιά σχέση μέ τόν Θεό.

2. Πολύ συχνά, ἰδίως στό εὐαγγέλιο τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη, ἡ κατάσταση αὐτή χαρακτηρίζεται ὡς ῾ὥρα᾽, πού προσδιορίζεται ἐπακριβῶς: εἶναι ἡ ὥρα τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Κύριος κατέληγε σχεδόν πάντα τόν ὅποιο λόγο Του πρός τούς ἀνθρώπους μέ τήν ἐπισήμανση: ῾ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω᾽. ῏Ωτα βεβαίως πνευματικά καί ὄχι σωματικά. Εἶναι εὐνόητο λοιπόν ὅτι οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ὁ ᾽Ανδρέας καί ὁ Σίμων Πέτρος, ἦταν ἕτοιμοι νά κληθοῦν, διότι εἶχαν ἑτοιμαστεῖ γι᾽ αὐτό καί ἀπό τή δική τους τή διάθεση ἀναζήτησης καί ἀπό τόν μέχρι τότε δάσκαλό τους μέγα ᾽Ιωάννη Πρόδρομο, ὁ ὁποῖος εἶχε ὡς ἔργο τήν κλήση πρός μετάνοια τῶν ἀνθρώπων καί τήν ἀναγγελία τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Μεσσία.

3. Ποιό τό χαρακηριστικό τῆς ἀκολουθίας τοῦ Χριστοῦ; Πῶς διακρίνει κανείς τή γνησιότητα τῆς κλήσης Του ; Ὁ Κύριος ἀπαντᾶ: ῾ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων᾽. Ἡ ἀκολουθία τοῦ Χριστοῦ δηλαδή ὁδηγεῖ ἀμέσως στό ἄνοιγμα πρός τόν συνάνθρωπο καί σέ ἱεραποστολική δράση. Δέν μπορεῖ εἰδικά ἕνας ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ νά εἶναι καί νά παραμένει ἀπόστολος, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀπέκτησε ἕνα ἀξίωμα πρός προσωπική ἀπόλαυσή του. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει μία κοσμικοῦ τύπου κατανόηση τοῦ ἀξιώματος, πού ὁ Κύριος τό ἔλεγξε μέ ἰδιαίτερη βδελυγμία. ῾Οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν. Οὐχ οὕτως ἔσται ἐν ὑμῖν᾽. Ὁ Κύριος καλεῖ τόν ἄνθρωπο νά Τόν ἀκολουθήσει, γιά νά ἀγκαλιάσει καί νά διακονήσει τόν συνάνθρωπό του μέ σκοπό τή σωτηρία του, πού σημαίνει ὅτι ὁ ἀπόστολος γίνεται συνεργός τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτό συμβαίνει ὄχι μόνο στούς ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά σέ ὅλους τούς πιστούς Του, ἀνεξάρτητα ἀπό τό διακόνημα πού μπορεῖ νά ἔχουν ἀναλάβει: εἶναι μαθητές, ἀκολουθοῦν τόν Χριστό, στό βαθμό πού ἀγαποῦν μέ ὅλη τή δύναμη τῆς ψυχῆς τους τόν ὅποιο συνάνθρωπό τους, ἀκόμη καί τόν ἐχθρό τους. Διότι ῾ὁ ἀγαπῶν τόν Θεόν και μισῶν τόν πλησίον ψεύστής ἐστι᾽.

4. Κατανοεῖ κανείς ὅτι μία τέτοια κατάσταση ἔχει τόν χαρακτήρα τῆς θυσίας. Διότι συνήθως οἱ ἄνθρωποι, μπροστά στήν ἀγάπη τοῦ χριστιανοῦ - συνέχεια τῆς ἀγάπης του πρός τόν Θεό - πού ἐκφράζεται πρωτίστως μέ τή συμπεριφορά του καί δευτερευόντως μέ τά λόγια του, ἀντιδροῦν καί ἐναντιώνονται, συχνά δέ τούς ὁδηγοῦν καί στό μαρτύριο. Ὁ Κύριος δέν ὑποσχέθηκε στούς ἀκολούθους Του δάφνες καί ροδοπέταλα. Τούς εἶπε ὅτι θά ὑποστοῦν βάσανα καί διωγμούς, ἀλλά μέ τόν τρόπο αὐτό θά παραμένουν ἑνωμένοι μέ ᾽Εκεῖνον καί θά βοηθοῦν οὐσιαστικά τούς ἀνθρώπους - ὅ,τι συνέβη δηλαδή καί στόν ῎Ιδιο: ῾ἰδού γάρ ἦλθε γιά τοῦ σταυροῦ χαρά ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ᾽. ῾᾽Ιδού ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων᾽. ῾᾽Εν τῷ κόσμῳ θλίψιν ἕξετε᾽. Καί κυρίως: ῾Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι᾽. Γι᾽ αὐτό καί ἡ χριστιανική πίστη δέν εἶναι πρός λαϊκή κατανάλωση καί δέν μπορεῖ ποτέ νά γίνει τοῦ ῾συρμοῦ᾽. ᾽Απαιτεῖ γενναιότητα καί πραγματική ἀγάπη πρός τόν Χριστό, κάτι πού ἐξηγεῖ καί τή συρρίκνωσή της σέ στατιστικά στοιχεῖα παγκοσμίως.

5. Ποιές οἱ προϋποθέσεις αὐτῆς τῆς ἀκολουθίας τοῦ Χριστοῦ; Στήν κλήση τῶν πρώτων μαθητῶν παίρνουμε ἐπίσης τήν ἀπάντηση:

(α)ἀφέντες τά δίκτυα᾽. Μπορεῖ καί ἀκολουθεῖ κανείς τόν Χριστό, ὅταν προβεῖ σέ ἀποταγή ὁποιουδήποτε στοιχείου τόν δένει μέ τόν κόσμο, ἔστω κι ἄν αὐτό θεωρεῖται, κοσμικά, καλό. Τό ζητούμενο δηλαδή πάντοτε γιά τόν Χριστιανό δέν εἶναι ἄλλο ἀπό αὐτό πού συνιστᾶ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. ῎Αν τό θέλημα ᾽Εκείνου περνᾶ μέσα ἀπό τό ῾ἄφημα᾽ ἀκόμα καί τῆς δουλειᾶς του, τῶν πάντων καλύτερα - ῾ἰδού ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καί ἠκολουθήσαμέν σοι᾽ θά ποῦν ἀλλοῦ οἱ ἀπόστολοι στόν Χριστό – τότε αὐτή εἶναι ἡ προτεραιότητα τοῦ πιστοῦ. Μέ ἄλλα λόγια, ἄν κάτι μέ ῾δένει᾽ παθολογικά μέ τόν κόσμο, ὅσο κι ἄν θεωρεῖται κοντινό καί ἀπαραίτητο σέ μένα, πρέπει νά εἶμαι ἕτοιμος νά τό ἀφήσω. Κι αὐτή ἡ ἀποταγή πού γίνεται πρός χάρη τοῦ Θεοῦ συνιστᾶ καί τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. ᾽Αρκεῖ βεβαίως νά ἔχω τή διάκριση νά καταλαβαίνω κάθε φορά ποιό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

(β)εὐθέως᾽, δηλαδή χωρίς ἀναβολή, ἀμέσως. Ὅταν μέ καλεῖ ὁ Θεός, ὅταν γνωρίζω τό ἅγιο θέλημά Του, ἀλλά ἀναβάλλω τήν ἀνταπόκρισή μου καί τήν ἐφαρμογή αὐτοῦ τοῦ θελήματος στή ζωή μου, ἀπό κεῖ καί πέρα ἀρχίζει ἡ εὐθύνη τῆς ἐναντίωσής μου στόν Θεό. Γίνομαι, κατά κάποιο τρόπο, θεομάχος, συνεπῶς θέτω ἐμπόδιο στήν αἴσθηση τῆς χάρης Του στήν ὕπαρξή μου. Καί συνήθως συμβαίνει τό ἑξῆς: διαρκῶς καί μεταθέτω τήν ἀπόφαση ἀκολουθίας τοῦ Χριστοῦ γιά...ἀργότερα, ἄρα δέν Τόν ἀκολουθῶ ποτέ. ῞Ενα παλιό γνωμικό ἐπισημαίνει: ῾Ἡ ἀναβολή ὁδηγεῖ στή χώρα τοῦ ποτέ᾽. Ἡ κατάσταση αὐτή συνιστᾶ ἕνα ἐκ δεξιῶν λεγόμενο ὅπλο τοῦ διαβόλου. Δέν πολεμᾶ ὁ πονηρός κατευθεῖαν τόν πιστό, μέ ἄρνηση τοῦ Θεοῦ, ἀλλά μέ ἀποδοχή τοῦ θελήματός Του, ἀλλά γιά ἀργότερα. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή, ἡ χριστιανική ζωή ἔχει τό στοιχεῖο τῆς ἀποφασιστικότητας. ῎Ανθρωπος πού ἔχει πειστεῖ γιά τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ καί γιά τή σωτηρία πού προσφέρει ὡς ζωντανή σχέση μέ τόν Θεό, δέν μπορεῖ νά ἀναβάλλει. ᾽Εκτός ἀπό τούς ἀποστόλους πού ἀνταποκρίθηκαν ἄμεσα, βλέπουμε τήν ἀμεσότητα ἀνταπόκρισης σέ ὅλους τούς ἁγίους, οἱ ὁποῖοι καί γι᾽ αὐτό ἅγιασαν. ᾽Εν προκειμένῳ ἄς θυμηθοῦμε καί τόν ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος, μετά τή θαυμαστή συνάντησή του μέ τόν ἀναστημένο Χριστό, τήν ὥρα πού δίωκε τούς χριστιανούς στόν δρόμο τῆς Δαμασκοῦ, ἀμέσως ἀλλάζει ζωή, καί τήν ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία, ἡ ὁποία μόλις καί αὐτή συνειδητοποιεῖ τήν κατάντια τῆς ζωῆς της καί ποῦ βρίσκεται ἡ ἀλήθεια, ἀμέσως φεύγει γιά τήν ἔρημο, χωρίς ποτέ νά ἐπιστρέψει στόν κόσμο.

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (Ματθ. 4, 18-23)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, περιπατῶν ὁ Ἰησοῦς παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε  δύο ἀδελφούς,  Σίμωνα  τὸν  λεγόμενον  Πέτρον  καὶ Ἀνδρέαν  τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς·  καὶ λέγει  αὐτοῖς·  δεῦτε ὀπίσω  μου  καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ. Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν  καταρτίζοντας  τὰ δίκτυα  αὐτῶν,  καὶ ἐκάλεσεν  αὐτούς.  Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ. Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ

Ἐκεῖνο τὸν καιρό, καθώς ὁ Ἰησοῦς περπατοῦσε στήν ὄχθη τῆς λίμνης τῆς Γαλιλαίας, εἶδε δύο ἀδέρφια, τόν Σίμωνα, πού τόν ἔλεγαν καί Πέτρο, καί τόν ἀδερφό του τόν Ἀνδρέα, νά ρίχνουν τά δίχτυα στή λίμνη, γιατί ἦταν ψαράδες.  «Ἀκολουθῆστε  με»,  τούς  λέει,  «καί  θά  σᾶς  κάνω  ψαράδες ἀνθρώπων». Κι αὐτοί ἀμέσως ἄφησαν τά δίχτυα καί τόν ἀκολούθησαν. Προχωρώντας πιό πέρα ἀπό 'κεῖ, εἶδε δύο ἄλλους ἀδερφούς, τόν Ἰάκωβο, γιό  τοῦ Ζεβεδαίου,  καί  τόν ἀδερφό  του  τόν Ἰωάννη.  Βρίσκονταν  στό ψαροκάικο μαζί μέ τόν πατέρα τους τό Ζεβεδαῖο καί τακτοποιοῦσαν τά δίχτυα τους. Τούς κάλεσε, κι αὐτοί ἄφησαν ἀμέσως τό καΐκι καί τόν πατέρα τους καί τόν ἀκολούθησαν. Ὁ Ἰησοῦς  περιόδευε ὅλη  τή  Γαλιλαία.  Δίδασκε  στίς  συναγωγές  τους, κήρυττε τό χαρμόσυνο μήνυμα γιά τόν ἐρχομό τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, καί γιάτρευε τούς ἀνθρώπους ἀπό κάθε ἀσθένεια καί κάθε ἀδυναμία.

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (Ρωμ. 2, 10-16)

Ἀδελφοί, δόξα καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν, Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καὶ Ἕλληνι· οὐ γάρ ἐστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ. Ὅσοι γὰρ ἀνόμως ἥμαρτον, ἀνόμως καὶ ἀπολοῦνται· καὶ ὅσοι ἐν νόμῳ ἥμαρτον, διὰ νόμου κριθήσονται. Οὐ γὰρ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ νόμου δίκαιοι παρὰ τῷ Θεῷ, ἀλλ ̓ οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου δικαιωθήσονται. Ὅταν γὰρ ἔθνη τὰ μὴ νόμον ἔχοντα φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιῇ, οὗτοι νόμον μὴ ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσι νόμος, οἵτινες ἐνδείκνυνται τὸ ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς  καρδίαις  αὐτῶν,  συμμαρτυρούσης  αὐτῶν  τῆς  συνειδήσεως  καὶ μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ ἀπολογουμένων ἐν ἡμέρᾳ ὅτε κρινεῖ ὁ Θεὸς τὰ κρυπτὰ τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ

Ἀδελφοί, δόξα, τιμή καί εἰρήνη προσμένουν ὅποιον κάνει τό καλό, πρῶτα τόν Ἰουδαῖο ἀλλά καί τόν ἐθνικό· γιατί ὁ Θεός δέν κάνει διακρίσεις. Ἔτσι, λοιπόν, ὅσοι ἁμάρτησαν  χωρίς  νά  ξέρουν  τόν  νόμο  τοῦ Θεοῦ,  θά καταδικαστοῦν ὄχι  μέ  κριτήριο  τόν  νόμο.  Κι ἀπό  τήν ἄλλη, ὅσοι ἁμάρτησαν γνωρίζοντας τόν νόμο, θά δικαστοῦν μέ κριτήριο τόν νόμο. Γιατί στό θεϊκό δικαστήριο δέν δικαιώνονται ὅσοι ἄκουσαν ἁπλῶς τόν νόμο ἀλλά  μόνο ὅσοι  τήρησαν  τόν  νόμο. Ὅσο  γιά  τά ἄλλα ἔθνη,  πού  δέν γνωρίζουν  τόν  νόμο,  πολλές  φορές  κάνουν ἀπό  μόνοι  τους  αὐτό  πού ἀπαιτεῖ ὁ νόμος. Αὐτό δείχνει πώς, ἄν καί δέν τούς δόθηκε ὁ νόμος, μέσα τους ὑπάρχει νόμος. Ἡ διαγωγή τους φανερώνει πώς οἱ ἐντολές τοῦ νόμου εἶναι γραμμένες στίς καρδιές τους· καί σ' αὐτό συμφωνεῖ καί ἡ συνείδησή τους, πού ἡ φωνή της τούς τύπτει ἤ τούς ἐπαινεῖ, ἀνάλογα μέ τή διαγωγή τους. Ὅλα αὐτά θά γίνουν τήν ἡμέρα πού ὁΘεός θά κρίνει διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τίς κρυφές σκέψεις τῶν ἀνθρώπων, ὅπως λέει τό εὐαγγέλιό μου.

Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΤΑ ΕΙΧΕ… ΤΕΤΡΑΚΟΣΙΑ!

Συγκινημένη η νέα γυναίκα κοίταξε το σπίτι, όταν έφτασε και πάρκαρε το αυτοκίνητό της. Αγκάλιασε τη θέα του με μεγάλη στοργή και τρυφερότητα – εκεί ζούσαν οι γονείς της, τα μικρότερα αδέλφια της, αλλά και ο παππούς και η γιαγιά της, εκεί έζησε και η ίδια βεβαίως μέχρι που παντρεύτηκε και απέκτησε τη δική της οικογένεια. Ένα δάκρυ πήγε να κυλίσει απ’ τα μάτια της μα το ’κρυψε βιαστικά. Δεν ήθελε να την κατακλύσουν τα συναισθήματά της, πολύ περισσότερο που τώρα ερχόταν για να δει κυρίως τον παππού της.

«Ψυχραιμία, Ευτυχία» είπε στον εαυτό της. Το είπε, μα ήξερε πως δεν θα το πολυτηρούσε. Γιατί ο παππούς της, υπέργηρος πια, ενενήντα τριών ετών, μόλις και είχε ξεπεράσει τον κίνδυνο από μία βαριά ίωση που τον ταλαιπώρησε και τον καθήλωσε για αρκετό καιρό. Όλοι είχαν πει πως μάλλον ο παππούς θα τους άφηνε χρόνους – μέσα τους είχαν ήδη ετοιμαστεί για το ενδεχόμενο, που λόγω ηλικίας έτσι κι αλλιώς μπορούσε να συμβεί ανά πάσα στιγμή. Όμως ο παππούς ήταν «σκληρό καρύδι» που λένε, ξεπέρασε τον κίνδυνο, επανήλθε.

Κι ήταν ένας παππούς… σπάνιος! Εξήντα τόσα χρόνια παππάς, σεβάσμιος, με ήθος ιερατικό τέτοιο που αποτελούσε φάρο για πολλούς άλλους κληρικούς και όχι μόνο. «Σαν τον παπα Σταύρο θα ήθελα να γίνω κι εγώ» είχε ακούσει με τ’ αυτιά της η Ευτυχία αρκετά χρόνια πριν από νέο άνθρωπο που πράγματι έγινε κι αυτός κληρικός έχοντας ως όραμα τον λειτουργό και πνευματικό παπα Σταύρο. Η εικόνα του παππού της ορθώθηκε τεράστια μπροστά της! Μπροστά στην αγία Τράπεζα να λειτουργεί όλα τα χρόνια – ακόμη και μέχρι πριν λίγο καιρό με τη βοήθεια και των άλλων ιερέων είναι αλήθεια τα κατάφερνε μια χαρά! - με τέτοια αίσθηση και κατάνυξη που έκανε πολλούς να κλαίνε και μόνο που τον έβλεπαν και τον άκουγαν. Και τα μάτια του! Τόσο ήρεμα και γαλήνια, αντιφέγγιζαν ένα φως που ήσουν βέβαιος ότι ήταν το φως του ουρανού!

Επανήλθε στο τώρα και σκούπισε τα μάτια της με την ανάστροφη του χεριού της – η συγκίνησή της την είχε συνεπάρει! Άνοιξε την πόρτα με το κλειδί που πάντοτε κρατούσε κι έσπευσε στο δωματιάκι του παππού της χωρίς κανείς άλλος να την πάρει είδηση.

«Παππού!» είπε και γρήγορα έσκυψε να πάρει την ευχή του βλέποντάς τον καθισμένο στην πολυθρόνα του.

«Καλώς την Ευτυχία μου, καλώς το παιδάκι μου!» πήγε να σηκωθεί ο ηλικιωμένος παπάς και παππούς καθώς είδε την αγαπημένη εγγόνα του. «Τι κάνεις; Πώς και τα κατάφερες και ήλθες, με τη δουλειά σου, με την οικογένειά σου;»

 Δεν τον άφησε η Ευτυχία να σηκωθεί. Βυθίστηκε στα γεμάτα στοργή και γαλήνη μάτια του. «Παππού, τι κάνεις; Πώς είσαι με την υγεία σου;»

Τον κοίταξε και διαπίστωσε πως ήταν αδυνατισμένος και λίγο χλωμός. «Πόσο άραγε θα ζήσει ακόμα;» έκανε τη σκέψη που γρήγορα θέλησε να τη σβήσει από το μυαλό της. «Πού είναι η γιαγιά;» ρώτησε ήσυχα.

«Εδώ γύρω θα τριγυρίζει, όπως πάντα. Την ξέρεις τη γιαγιά σου…».

 Κάθισε και η Ευτυχία. Δεν πρόλαβε να ρωτήσει οτιδήποτε άλλο και ο παππούς με διάθεση και φόρα άρχισε να της διηγείται τα… κατορθώματά του!

«Ξέρεις, Ευτυχία μου, πήγα δύο μέρες εκδρομή στην Αίγινα, στον άγιο Νεκτάριο! Τον άγιό μας!»

 Ο παππούς πράγματι είχε από πολλά χρόνια ένα εξοχικό στο ιερό νησί και έτρεφε ξεχωριστή αγάπη για τον μεγάλο αυτόν άγιο της Εκκλησίας μας. Μα αρκετά χρόνια τώρα η αδυναμία του λόγω ηλικίας και διαφόρων προβλημάτων υγείας τον έκανε να παραμένει καθηλωμένος στην Αθήνα – μόνο με τη σκέψη του μπορούσε να πηγαίνει˙ το εξοχικό του χρησιμοποιείτο από τα παιδιά και τα εγγόνια του. Ένα αγκάθι σαν να καρφώθηκε στην καρδιά της Ευτυχίας. Δεν μίλησε όμως.

Ο παππούς συνέχισε ακάθεκτος: «Λοιπόν, Ευτυχία μου, πήγαμε στην Αίγινα και όχι μόνο πήγαμε, αλλά και λειτούργησα στον άγιο και χάρηκα πάρα πολύ. Και μετά επισκεφτήκαμε και μία γνωστή μας ταβέρνα και φάγαμε τα ορεκτικά που μας πρόσφερε ο αγαπητός μας κυρ-Κώστας. Τον θυμάσαι, έτσι δεν είναι;» είπε ο παππούς και σαν να αγαλλίασε με τη θύμηση – τα μάτια του πλανήθηκαν λίγο ψηλά Κι ένα χαμόγελο ζωγράφισε το χλωμό πρόσωπό του.

Το αγκάθι στην Ευτυχία προχώρησε… βαθύτερα! «Όχι, Θεέ μου!» ύψωσε νοερά το βλέμμα της στον Κύριο. «Μην επιτρέψεις ο παππούς μου να χάσει το μυαλό του!» Ήξερε ασφαλώς ότι στην ηλικία αυτή η άνοια είναι σχεδόν αναμενόμενη – ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των υπερηλίκων χάνεται στο παρελθόν και το παρόν παρουσιάζεται εντελώς ξεθωριασμένο στη ζωή τους. Ο παππούς βέβαια παπα Σταύρος δεν είχε συμπτώματα μη αναγνώρισης των προσφιλών του προσώπων, τους αναγνώριζε όλους, μα η άνοια έχει διαφόρους βαθμούς εξέλιξης! «Όχι, Θεέ μου!» ψιθύρισε. «Δεν μπορώ να το αντέξω!» - ο παππούς ήταν τόσο αγαπημένος, δεν ήθελε να τον δει να χάνει την επαφή μαζί του.

Σηκώθηκε απότομα. «Παππού, θα σε δω λίγο αργότερα. Πάω να δω τους γονείς μου» είπε τρέμοντας η Ευτυχία, περισσότερο για να προλάβει το ξέσπασμα της καρδιάς της – τα δάκρυά της δεν μπορούσε να τα κρατήσει άλλο!

Ήταν και οι δύο εκεί. Οι γονείς της. Που χάρηκαν πολύ με την απρόσμενη επίσκεψή της αλλά και που ανησύχησαν με το σχεδόν κλαμένο πρόσωπό της.

 «Τι έχεις Ευτυχία μου; Τι έχεις παιδί μου;» έσπευσε να την αγκαλιάσει στοργικά η μητέρα της. «Συνέβη κάτι με την οικογένειά σου; Με τη δουλειά σου; Γιατί είσαι έτσι;»

Πήγε γρήγορα να της φέρει ένα νερό – η μάνα της ήταν η «προσωποποίηση» της προσφοράς και της φιλοξενίας. Ανήσυχος και ο πατέρας της την κοίταξε εξίσου ερωτηματικά. «Τι συμβαίνει;» είπε απαλά.

«Πέρασα από το δωμάτιο του παππού!» είπε χαμηλόφωνα και σχεδόν… συνωμοτικά!

«Ε, και;» ξανάπε εκείνος. «Κάθισε, όμως!» Κάθισε.

«Είναι καλά;» με δισταγμό βγήκε η φωνή της.

«Ναι, γιατί; Πέρασε την ίωση, λίγο βαριά πράγματι, όλοι σκεφτήκαμε μήπως μας αποχαιρετίσει ο παππούς, μα όπως είδες τον φοβήθηκε κι ο… χάρος!»

Χαμογέλασαν οι γονείς και μία γκριμάτσα βγήκε ως χαμόγελο και στην Ευτυχία.

«Το μυαλό του πώς είναι;» δεν το έβαζε κάτω η Ευτυχία. Είδε το ερωτηματικό βλέμμα των γονιών της και συνέχισε: «Τον είδα προηγουμένως τον παππού, μα άρχισε να μου λέει… περίεργα πράγματα!»

«Δηλαδή;»

«Να, ότι μετά από χρόνια πήγε εκδρομή στην Αίγινα, ότι λειτούργησε στον άγιο Νεκτάριο, ότι πήγε σε ταβέρνα και έφαγε με παρέα…». «Μπαμπά», ξέσπασε η Ευτυχία, «έχει… φαντασιώσεις ο παππούς; Το μυαλό του έχει αρχίσει τα ξεστρατίσματα; Είναι αρχή ή προχωρημένη άνοια;» - πάλευε να ελέγξει τη συγκίνησή της, τα δάκρυά της δεν κρύβονταν πια.

Οι γονείς της άρχισαν να γελάνε. Δεν κατάλαβε.

«Αλήθεια είναι ό,τι σου είπε», βεβαίωσε ο πατέρας της. «Ήρθε ο θείος σου, τον πήρε με το «ζόρι» μαζί με τη γιαγιά -  καλά δεν σου είπε εκείνη; - και τους πήγε ένα διήμερο στην Αίγινα. Πράγματι λειτούργησε στον άγιο Νεκτάριο και μετά πήγαν για φαγητό στην ταβέρνα του κυρ-Κώστα. Ό,τι λοιπόν σου διηγήθηκε είναι τα γεγονότα όπως έγιναν!»

Η Ευτυχία έπεσε από τα σύννεφα! Το αγκάθι στην καρδιά της έφυγε και σαν να απελευθερώθηκε. Χαρά και αγαλλίαση γέμισαν τα στήθη της. Σηκώθηκε και αγκάλιασε αυθόρμητα τους γονείς της, που την έκλεισαν στην αγκαλιά τους μέσα.

«Και μην ξανατολμήσεις να… αμφισβητήσεις και πάλι το μυαλό του παππού σου!» σχολίασε γελώντας ο πατέρας της. «Ο παππούς τα είχε, τα έχει και μάλλον θα τα έχει για πολύ ακόμη… τετρακόσια!»