06 Ιουνίου 2022

Ο ΟΣΙΟΣ ΙΛΑΡΙΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΩΝ ΔΑΛΜΑΤΩΝ

«Ο όσιος Ιλαρίων ήκμασε κατά τον ένατο αιώνα, καταγόταν δε από την Καππαδοκία. Ο πατέρας του ονομαζόταν Πέτρος και ήταν προμηθευτής του άρτου των ανακτόρων, η δε μητέρα του ονομαζόταν Θεοδοσία. Και οι δύο διακρίνονταν για την ευσέβειά τους, φρόντισαν δε να μεταδώσουν αυτήν και στον υιό τους. Ακόμη τον εκπαίδευσαν και είχαν την ευτυχία να τον δουν να προκόπτει λαμπρά στη θρησκευτική και θεολογική μάθηση.

Φλεγόμενος ο Ιλαρίων να αναδειχθεί υπηρέτης της πίστεως και της Εκκλησίας χωρίς κανένα κοσμικό περισπασμό, εισήλθε στο μοναστήρι του Ξηρονησίου στην Κωνσταντινούπολη. Μοίρασε εκεί τον χρόνο του μεταξύ της μελέτης και της πνευματικότερης ασκήσεως και εξυψώσεως της ψυχής του, κι ύστερα πήγε στη Μονή των Δαλμάτων, όπου και περιβλήθηκε το αξίωμα του μεγαλόσχημου. Δέκα χρόνια έζησε εκεί, υπήρξε δε πρότυπο ταπεινοφροσύνης, φιλαδελφίας και ολόψυχης προσήλωσης στα θεία. Η χάρη του Θεού κατασκήνωσε πλούσια σ᾽ αυτόν, αξιώθηκε δε κάποια ημέρα να θεραπεύσει με την προσευχή του έναν δαιμονισμένο νέο. Και τότε ο ηγούμενος με καθημερινή επιμονή πέτυχε να τον χειροτονήσει ιερέα.

Επειδή οι συνάδελφοί του της Μονής των Δαλμάτων ήταν περισσότερο από ό,τι έπρεπε κολακευτικοί προς αυτόν, διακηρύσσοντας ενώ ήταν παρών τις πολλές αρετές του, ο Ιλαρίων αποφάσισε να τους αποφύγει, λέγοντας ότι τέτοιοι φίλοι καταντούν ακούσιοι εχθροί. Αναχώρησε λοιπόν, χωρίς να δηλώσει ότι δεν θα επέστρεφε, και έφτασε στη Μονή των Καθαρών. Οι μοναχοί της Μονής των Δαλμάτων, βλέποντας ότι παρατεινόταν η απουσία του, άρχισαν να κυριεύονται από ανησυχία και τράπηκαν σε αναζήτησή του. Και έμαθαν μεν επιτέλους ότι ήταν στο μοναστήρι των Καθαρών, αλλά δεν μπόρεσαν να τον μεταπείσουν να επιστρέψει.

Η γνήσια όμως αγάπη δεν υπομένει μόνον, αλλά και επιμένει. Δεν ήθελε να έλθει; Αποφάσισαν να τον εξαναγκάσουν. Και λοιπόν απευθύνθηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Πατριάρχευε τότε ο ευσεβέστατος Νικηφόρος, ο οποίος με μεγάλη συγκίνηση και χαρά είδε μοναχούς να αγωνίζονται τόσο πολύ, για να επαναφέρουν κοντά τους τον καλύτερό τους. Παρομοίως συμπάθησε τον πόθο τους και ο βασιλιάς Νικηφόρος, και με διαταγή και των δύο επανέφερε τον Ιλαρίωνα στο μοναστήρι των Δαλμάτων. Με κοινή μάλιστα ψήφο αναδείχθηκε ηγούμενός του.

Πέρασε οκταετία στη νέα αυτή υπηρεσία του Ιλαρίωνα κι ήταν τερπνότατο θέαμα η συμβίωση των υπό την πνευματική του επιστασία αδελφών. Την αδελφότητα δεν την έλεγε κανείς μόνον εκεί, αλλά την ψηλαφούσε. Κάθε ατομικό θέλημα ήταν εξορισμένο και όλοι συναντώντο στο θέλημα του Θεού.

Αλλά στην Εκκλησία ενέσκηψε καταιγίδα. Ο Λέων ο Αρμένιος κήρυξε επί της πατριαρχίας του Νικηφόρου τον γνωστό πόλεμο κατά των αγίων εικόνων. Τότε μεταξύ των μονών που πρωτοστάτησαν  στην αντίδραση, υπήρξε και η Μονή των Δαλμάτων.

Ο βασιλιάς διέταξε τον ηγούμενο Ιλαρίωνα να έλθει στην Κωνσταντινούπολη και να παρουσιασθεί ενώπιόν του. Ο Ιλαρίων το έπραξε. Αλλά ο Λέων δεν επέτυχε τον σκοπό του. Ο πιστός καλόγερος δεν θαμπώθηκε από τη βασιλική αίγλη ούτε πτοήθηκε από το αυτοκρατορικό σκήπτρο. Με παρρησία είπε προς τον βασιλιά ότι ασεβεί και ότι ξεκινώντας τον κατά των αγίων εικόνων πόλεμο αδικούσε την Εκκλησία και τάρασσε άσκοπα το κράτος.

Ο διάδοχος του Πατριάρχη Νικηφόρου Θεόδοτος ο Μελισσηνός μάταια επίσης αποπειράθηκε να παραπείσει τον Ιλαρίωνα. Και τότε άρχισε ο διωγμός του αγίου. Τον περιόρισαν επανειλημμένως σε μοναστήρια, που ανήκαν στη μερίδα των εικονομάχων, όπου τον καθυπέβαλαν και σε στερήσεις και πολλές ταλαιπωρίες. Και σε κοινές φυλακές τον έβαλαν και στο φρούριο Προτείχιο τον έκλεισαν.

Ο Λέων ο Αρμένιος φονεύθηκε σε μάχη και ο άγιος Ιλαρίων ανέκτησε την ελευθερία επί του διαδόχου βασιλιά Μιχαήλ του Τραυλού. Αλλά επί του βασιλιά Θεοφίλου άρχισε νέος κατά των αγίων εικόνων διωγμός. Και τότε ο Ιλαρίων έπεσε σε νέο χειμώνα και βαριά και σφοδρά κύματα. Είπε με θάρρος την αλήθεια στον Θεόφιλο, γι᾽ αυτό και ραβδίστηκε σκληρά και εξορίστηκε στη νήσο Αφουσία. Οκτώ ολόκληρα  χρόνια πέρασε εκεί με μεγάλη και πολλή ταλαιπωρία, όταν ο Θεός ανάδειξε την Εκκλησία νικήτρια της καταιγίδας και του σάλου. Ο Θεόφιλος πέθανε, η δε σύζυγός του βασίλισσα Θεοδώρα πρωτοστάτησε στην αναστήλωση των αγίων εικόνων. Τότε οι ομολογητές όλοι της ορθοδοξίας ήλθαν πλήρεις τιμών στη βασιλεύουσα, κι επιδόθηκαν ο καθένας στις προηγούμενες υπηρεσίες του. Την ικανοποίηση αυτή έλαβε και ο Ιλαρίων. Η ιερή Μονή του που τόσο πολύ τον ποθούσε, τον επανείδε ανάμεσά της. Μέσα σ᾽αυτήν, μετά από τρία χρόνια, άφησε την τελευταία πνοή του, αφού αναδείχτηκε τέλειος χριστιανός όχι μόνο κατά τις ώρες της ειρήνης, αλλά και κατά τις θύελλες των κινδύνων και των υπέρ Χριστού αγώνων» (Μιχαήλ Γαλανού, Οι βίοι των αγίων).

Δεν φείδεται επαίνων ο υμνογράφος του οσίου Ιλαρίωνος του νέου  προκειμένου να αναδείξει το πνευματικό μεγαλείο αυτού. Στο πρόσωπο του οσίου βλέπει όχι έναν απλό άνθρωπο, αλλά έναν άγγελο που έζησε εδώ στη γη με το σώμα του, έναν επίγειο άγγελο και επουράνιο άνθρωπο. «Ως άγγελος εβίωσας επί της γης μετά σώματος, Ιλαρίων μακάριε». «Επίγειος άγγελος και επουράνιος άνθρωπος εχρημάτισας, όσιε» (στιχηρά εσπερινού). Είναι εύλογο λοιπόν να επισημαίνει όλες τις αρετές στην αγία ύπαρξη και ζωή του. «Απέκτησες, Πάτερ, βίο ακηλίδωτο, υπομονή και πραότητα και αγάπη ανόθευτη, άμετρη εγκράτεια, ολονύκτια στάση, θεία κατάνυξη, πίστη κι ελπίδα αληθινή με συμπάθεια» (στιχηρό εσπερινού). Κι ακόμη: «Υπήρξες πηγή κατανύξεως, ποταμός συμπαθείας, πέλαγος θαυμάτων, εγγυητής αμαρτωλών, κατάκαρπη πράγματι ελιά του Θεού που γλυκαίνει τα πρόσωπα με το λάδι των κόπων σου, Ιλαρίων μακάριε» (στιχηρό εσπερινού).

Τι ήταν εκείνο που απετέλεσε κανόνα ζωής στον όσιο, ώστε εκεί προσβλέποντας να μένει σταθερός σε ό,τι ήταν πάντοτε θέλημα του Θεού, συνεπώς να δέχεται πλούσια τη χάρη Αυτού; Ο υμνογράφος δίνει πολλαπλώς την απάντηση: Ο όσιος κράτησε το όμμα της καρδιάς του ακοίμητο πάνω στις θείες εντολές. Τα βήματα της καρδιάς του τα έκανε πάνω στην πέτρα της πίστης του Χριστού. Κι αυτό γιατί αποφάσισε να αφιερώσει τη ζωή του στον ίδιο τον Θεό, προφανώς κινούμενος από θερμή αγάπη προς Αυτόν. Όπως τα σημειώνει ο ίδιος ο υμνογράφος: «Κράτησες το όμμα της καρδιάς σου ακοίμητο πάνω στις θείες εντολές, χωρίς να παρεκκλίνεις ποτέ, σεβάσμιε» (ωδή ε´). «Έστησες τα βήματα της καρδιάς σου πάνω στην πέτρα της πίστης και διέμεινες ασάλευτος, χωρίς να πτοείσαι καθόλου από τις προσβολές των δαιμόνων» (ωδή δ´).

Είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει περίπτωση κάποιος πιστός να προχωρήσει στην πνευματική ζωή, να φθάσει σαν τον όσιο Ιλαρίωνα στο μέτρο της ηλικίας του Χριστού, στην τελειότητα δηλαδή, χωρίς την ασκητική προσπάθεια της τήρησης των εντολών του Χριστού – «θήλασες από βρέφος την αρετή και με τους κόπους της εγκράτειας και τους ασκητικούς ιδρώτες έφτασες σε άνδρα και μέτρο της πνευματικής ηλικίας του Χριστού» (ωδή α´). Είναι εξίσου αλήθεια όμως ότι για να μπορέσει κανείς να προχωρήσει έτσι, απαιτείται και το έμπρακτο παράδειγμα. Χωρίς το παράδειγμα, τη ζωντανή επιβεβαίωση του ευαγγελικού τρόπου ζωής, μόνος του κάποιος θα δυσκολευτεί πάρα πολύ. Και το ζωντανό παράδειγμα προσφέρεται είτε με κάποιον που συνυπάρχει μαζί μας και τον ακολουθούμε κατά πόδας στην πνευματική ζωή είτε μέσα από τους βίους των αγίων μας. Η μελέτη των βίων των αγίων αποτελεί το ισχυρότερο ερέθισμα για να υποκινείται κανείς διαρκώς στον δρόμο του Χριστού. Αυτό δηλαδή που έζησαν οι άγιοι: τη ζωή του Χριστού, αυτό μαθαίνουμε κι εμείς πρακτικά και αναλυτικά βλέποντας τη δική τους ζωή.

Το ίδιο συνέβη και στον όσιο Ιλαρίωνα τον νέο. Ο υμνογράφος δεν χάνει την ευκαιρία να σημειώσει ότι πρότυπο στη χριστιανική ζωή του ήταν ο ομώνυμός του άγιος Ιλαρίων ο μέγας. Κι όπως αυτός είχε ως πρότυπο και καθοδηγητή του τον όσιο Μέγα Αντώνιο, με τον οποίο έζησε αρκετά χρόνια, έτσι και ο Ιλαρίων ο νέος θέλησε τη ζωή του ομωνύμου του αγίου να μιμηθεί, καθώς την είχε ακούσει και την είχε μελετήσει. «Ζήλεψες τον μέγα στην αρετή Ιλαρίωνα και ακολουθώντας τον πνευματικά στα ίχνη της εγκράτειας, φάνηκες, όσιε, κορυφαίος και παράδειγμα στην ποίμνη σου» (ωδή ς´). Μακάρι κι εμείς, έστω και επ᾽ ελάχιστον, να μιμηθούμε τη ζωή του οσίου Ιλαρίωνα, στην εγκράτεια και «τον έλεον της καρδίας» του.