Η ιστοσελίδα μετακόμισε!

Ανακατευθύνεστε αυτόματα στη νέα διεύθυνση...

Πατήστε εδώ αν δεν ανακατευθυνθείτε αυτόματα
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23 Δεκεμβρίου 2025

«ΠΗΡΑΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΣΤΑ ΣΟΒΑΡΑ!»

 «Έτυχε λίγο πριν από τον θάνατο του μακαριστού αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου, να βρεθώ παρέα με τον Αναστάσιο και μου λέει:

 “Πάρε τηλέφωνο τον Χρήστο (Γιανναρά)”.

Τον παίρνω και του λέω: “κ. Χρήστο, είναι στο τηλέφωνο ο μακαριώτατος και θέλει να σας μιλήσει”.

Βουτάει το τηλέφωνο και λέει: “Χρήστο, δεν είμαι ο μακαριώτατος, είμαι ο Τάσος”.

 Και είπανε δυο λόγια. Και στο τέλος λέει:

“Τουλάχιστον, Χρήστο μου, πήραμε τον Χριστό στα σοβαρά”.

 Και νομίζω η καθημερινότητα του μακαριστού Αναστασίου κάπως έτσι ήτανε».

 (π. Σπυρίδων Τσιμούρης, πρωτοπρεσβύτερος, θεολόγος – σε εκπομπή «Ενορία εν δράσει», αφιέρωμα στον μακαριστό αρχιεπίσκοπο Τυράννων και πάσης Αλβανίας Αναστάσιο, 21-12-2025).

 Για τον μακαριστό αρχιεπίσκοπο Αλβανίας κυρό Αναστάσιο (Γιαννουλάτο) έχουν πει, λέγονται και θα λέγονται πάρα πολλά, τόσο για το μεγάλο επιστημονικό έργο του, όσο βεβαίως και για την ιεραποστολική και ποιμαντική διακονία του όπου βρέθηκε και εργάστηκε είτε στην Ελλάδα είτε στην Αφρική είτε τέλος στην Αλβανία. Άνθρωπος διεθνούς εμβέλειας, καταξιωμένος από κάθε είδους επίσημο φορέα: επιστημονικό, εκκλησιαστικό, διαθρησκειακό, μία προσωπικότητα πράγματι χαρισματική, κι όχι μόνο με την έννοια την πνευματικά ορθόδοξη, που «ανάγκασε» και ανθρώπους που τον γνώρισαν αλλά δεν ήταν της ίδιας «συχνότητας» με αυτόν να υποκλιθούν μπροστά στο μεγαλείο του και να ομολογήσουν την ανυπέρβλητη ανθρωπίνως μεγαλοσύνη του. Και δεν θα ήθελα να προσθέσω κι εγώ κάτι άλλο, μολονότι ευλογήθηκα, όπως και πάμπολλοι μαζί με εμένα, να τον έχω καθηγητή στο Πανεπιστήμιο επί διετία, να βρεθώ κοντά του στο σπίτι του παρέα με μικρή ομάδα συμφοιτητών μου, να συμφάγουμε, να συζητήσουμε, να μας μοιράσει έπειτα στις στάσεις των λεωφορείων για την επιστροφή στο σπίτι μας με το δικό του παλιό αυτοκίνητο – μία μικρή μετοχή στην ακτινοβολία της χάρης που εξέπεμπε το φωτεινό του πρόσωπο και ο εμπνευσμένος κατά πάντα λόγος του.

Δεν θα ήθελα λοιπόν να προσθέσω κάτι άλλο, άλλωστε καθένας που τον γνώρισε και τον έζησε, θα είχε πολλά να πει και να διηγηθεί. Ακόμα και για τις περιπτώσεις που δεχόταν την αρνητική κριτική, την εμπαθή δυστυχώς τις περισσότερες φορές, (γιατί κατανοεί κανείς ότι δεν είναι εύκολο να μην αναπτυχθεί η ζήλεια, το τόσο περιεκτικό αυτό πάθος, όταν γίνεται σύγκριση με τέτοιου είδους προσωπικότητα – νιώθεις τόσο νάνος μπροστά σ’ έναν γίγαντα), θα άκουγες την απάντηση: «Δεν πειράζει, είναι αναμενόμενο. Ο Θεός να τους ελεήσει. Εμείς θα κάνουμε αυτό που νομίζουμε σωστό». Θυμίζει – ας επιτραπεί η παρέκβαση – το περιστατικό όπου μία ομάδα προσκυνητών, προ αρκετών ετών, είχαμε βρεθεί στο Πατριαρχείο και ο Πατριάρχης μάς κράτησε για φαγητό στη δική του τράπεζα. Και σε κάποια στιγμή κάποιος από τους συνδαιτυμόνες του έθεσε το ερώτημα: «Παναγιώτατε, κάποιοι σας αμφισβητούν και λένε διάφορα εναντίον σας. Τι λέτε γι’ αυτό;». Και θαυμάσαμε όλοι τη στάση και την απάντηση του Πατριάρχη μας. Χωρίς καμία έκπληξη, χωρίς να χάσει την ηρεμία του, με γαλήνιο τρόπο απάντησε: «Δουλειά τους αυτοί, δουλειά μας εμείς». Η απάντηση δηλαδή του ανθρώπου που έχει πλήρη αυτοσυνειδησία για το τι είναι και τι κάνει και η πορεία του καθορίζεται από το όραμα που τρέφεται από τον Ουρανό!

Στο προκείμενο τώρα, τη συνομιλία του μακαριστού Αναστασίου με τον εξίσου μακαριστό Χρήστο Γιανναρά. Έχουμε την εντύπωση πως αυτό που απεκάλυψε ο γνωστός, συμπαθής και λίαν αξιόλογος και αξιοσέβαστος πρωτοπρεσβύτερος π. Σπυρίδων για το περιεχόμενο της συνομιλίας των δύο σπουδαίων αυτών ανδρών, αποτελεί το «στίγμα» της ζωής και της όλης βιοτής του μακαριστού αρχιεπισκόπου. Αν δηλαδή ήθελε κανείς με έναν λόγο να χαρακτηρίσει τον άνθρωπο, τον μεγάλο κατά πάντα Αναστάσιο, και να ερμηνεύσει την όλη πορεία του, είναι ακριβώς η φράση του – μία ομολογία πίστεως και αυτοσυνειδησίας: «Τουλάχιστον, πήραμε τον Χριστό στα σοβαρά!»

Τον Χριστό δηλαδή πίστευε ο μακαριστός, Αυτόν εμπιστευότανε σε κάθε επιμέρους διάσταση της ζωής του, Αυτός ήταν το κέντρο της ύπαρξής του, κάτω από το βλέμμα Του λειτουργούσε και δραστηριοποιείτο πάντοτε, Εκείνος νοηματοδοτούσε το οτιδήποτε, μικρό ή μεγάλο, έκανε. Ο Χριστός δεν ήταν το «περιθώριο» της ζωής του, δεν ήταν το διακοσμητικό στοιχείο του, έτσι να λέει ότι είναι χριστιανός – η πιο βροντερή φανέρωση της εκκοσμίκευσης ενός θεωρούμενου χριστιανού, δηλαδή της πρακτικής αθεΐας του! Η ομολογία του αυτή: «πήραμε τον Χριστό στα σοβαρά!»  συνιστά υπομνηματισμό της προτροπής του αποστόλου Παύλου «είτε εσθίετε είτε πίνετε είτε τι ποιείτε, πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε». Κι έτσι καταλαβαίνουμε ότι η προτεραιότητά του δεν ήταν απλώς να κάνει έργα, δεν ήταν να κηρύσσει κατά περίπτωση το Ευαγγέλιο, δεν ήταν να κτίζει Εκκλησιές, δεν ήταν να οικοδομεί φιλανθρωπικά ιδρύματα, δεν ήταν να πηγαίνει από δω κι από κει κάνοντας τον ιεραπόστολο˙ αλλά να βρίσκεται στο πιο οριακό σημείο που υπάρχει στον κόσμο: εκεί που είναι το θέλημα του Χριστού προκειμένου Αυτόν να διακρατεί στη ζωή του. «Εμοί το ζην Χριστός» δηλαδή θα έλεγε κανείς και για τον μακαριστό αρχιεπίσκοπο. Τον Χριστό «αεί ανέπνεε» κατά το πατερικό λόγιο, Εκείνον ήθελε στη ζωή του, γι’ αυτό και με το «κυνηγητό» αυτό «μετανάστευε» όπου έβλεπε ότι Τον καλεί Εκείνος – είτε στην Ελλάδα είτε στην Αφρική είτε στην Αλβανία. Οπότε χωρίς την επισήμανση αυτή, την πιο καίρια και σημαντική όλα τα υπόλοιπα στη ζωή του θα έμεναν μετέωρα. Γιατί έργο μπορεί να αφήσει κανείς, το ζητούμενο όμως πάντα είναι το κίνητρο, το ποιητικό αίτιο της κάθε ενέργειάς του – αυτό που θα ζητηθεί από τον Κύριο την ημέρα της κρίσεως.

Ο μακαριστός Αναστάσιος – το πιστεύουμε βαθύτατα – επειδή τον Χριστό είχε κέντρο της ζωής του, όπως είπαμε, είναι από εκείνους που αγάλλονται τώρα στη Βασιλεία του Θεού. Ο Κύριος που ήταν ο έρωτας της ζωής του όσο βρισκόταν στον κόσμο τούτο, ο Ίδιος πολλαπλασίως πιστεύουμε ότι είναι και τώρα και πάντα. Γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος, βεβαιωμένα από τα στοιχεία της ζωής του, ζούσε έχοντας ξεπεράσει και τον ίδιο τον θάνατο. Θα ήταν παντελώς ακατανόητη η ζωή και η δράση του χωρίς την παράμετρο αυτή, η οποία συνιστά το πιο δομικό στοιχείο της ύπαρξης ενός χριστιανού. Διότι «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε». Και «εις τον θάνατον Αυτού εβαπτίσθημεν». Ο Αναστάσιος ήταν και είναι ένας από τους «συγγενείς» του Κυρίου μας.      

20 Δεκεμβρίου 2025

ΔΙΑΠΡΕΠΗΣ ΚΥΡΙΩΣ ΣΤΗΝ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

«Ο μακαριστός αδελφός μας, Μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κυρός Ιερεμίας (Φούντας), διέπρεψε στην ζωή του για πολλά, αλλά κυρίως για την γνήσια ταπείνωση και την απλότητά του» (Ιερώνυμος Β΄, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος).

Με δύο λόγια ο σοφός αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος - καθώς προλογίζει το σπουδαίο πόνημα του αρχιμ. Ιακώβου Κανάκη, (πνευματικού αναστήματος του μακαριστού αρχιερέα Ιερεμίου), για τον πνευματικό του πατέρα: «Πατήρ και Διδάσκαλος. Προσέγγιση στην ζωή και το έργο του Μακαριστού Μητροπολίτου Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κυρού Ιερεμίου, Αθήνα 2025» - διαγράφει τη μεγαλοσύνη του προ ολίγων μόλις ετών (2021) εκλιπόντος διαπρεπούς Μητροπολίτη (γεν. 1941). Και τι σημειώνει; Ότι ο μακαριστός δεν ήταν κάποιος απλός άνθρωπος. Μολονότι βασικό γνώρισμα της όλης βιοτής του ήταν η απλότητα, η οποία συνιστά γνώρισμα του ίδιου του Θεού μας, που σημαίνει συγκεφαλαιώνει όλες τις αρετές, δεν ήταν απλός με την έννοια του απλοϊκού και κοινού ανθρώπου. Γιατί; Διότι σε όποιον χώρο κι αν εργάστηκε διέπρεψε. «Διέπρεψε στην ζωή του για πολλά». Είτε στον χώρο τον επιστημονικό είτε στον χώρο τον εκκλησιαστικό ως ιερέας και αρχιερέας το βεληνεκές του υπερακόντιζε κατά πολύ τα κοινά μέτρα.

Υπήρξε σπουδαίος και σοφός επιστήμονας, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο, με ερευνητικές και ερμηνευτικές εργασίες, κυρίως στον τομέα της Βιβλικής Ιστορίας και Θεολογίας, κατεξοχήν δε στην Παλαιά Διαθήκη, ου τις τυχούσες. Και σ’ αυτό συνέτεινε η πολυγλωσσία του - γνώριζε πολύ καλά Γερμανικά, Γαλλικά, Αγγλικά, Ιταλικά, Ρωσικά, Εβραϊκά - η οποία τον έκανε να κινείται στη διεθνή βιβλιογραφία με τεράστια άνεση. Αλλά ο σοφός καθηγητής ήταν ταυτοχρόνως ιερέας κι έπειτα αρχιερέας και εκινείτο από Πνεύμα Θεού που είναι Πνεύμα αγάπης, οπότε όλη αυτήν τη γνώση του ήθελε να τη διοχετεύει στον απλό λαό με εκλαϊκευμένες εργασίες. Όχι μόνο το πάθος του που ήταν η Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή Διαθήκη, αλλά και ο έρωτας που έτρεφε προς την Πατερική Παράδοση, τον έκαναν να θέλει να μεταποιήσει τον αγιογραφικό και πατερικό θησαυρό σε απλή τροφή για τον λαό του Θεού, το σώμα του Χριστού, τους ανθρώπους που τους έβλεπε με το βλέμμα του Κυρίου Ιησού: ως ατίμητες ψυχές λόγω της κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού δημιουργίας τους. Οι ομιλίες του και τα γραπτά του απέπνεαν το άρωμα της ορθόδοξης θεολογίας και ζωής, ήξερες ακούγοντάς τον ή διαβάζοντάς τον ότι μπορείς να επαναπαυτείς για μία ζωή με νόημα και ευθύνη.  

Κι ένιωθε την ευθύνη ως ποιμένας που ήταν και αναλωνόταν νυχθημερόν στη διακονία της ιερουργίας του Ευαγγελίου, με κέντρο όμως πάντοτε τη Θεία Λειτουργία, καίριο γνώρισμα της οποίας είναι και η εξαγγελία του λόγου του Θεού. Ο μακαριστός αρχιερέας και καθηγητής δηλαδή πρώτιστα ήταν «παπάς» κι έπειτα όλα τα άλλα, γι’ αυτό με βεβαιότητα μπορούμε να πούμε ότι η λειτουργική ζωή έδινε νόημα και «νεύρο» και στην όλη λοιπή δραστηριότητά του. Μπορώ να το βεβαιώσω κι εγώ ο ίδιος, ο οποίος ευλογήθηκα στα χρόνια που βρισκόταν ως ιεροκήρυκας στη Μητρόπολη Πειραιά (1983-1987) αλλά και μετέπειτα, να τον «ξελειτουργήσω» αρκετές φορές, να συλλειτουργήσω μαζί του, να διαπιστώσω το μοναδικό σεμνό ιερατικό του ήθος, να νιώσω μπροστά του τη δική μου μικρότητα, αρχικά ως λαϊκός κι έπειτα ως κληρικός.

Και να προσθέσω: ουκ ολίγες φορές αυτό που αποτελεί εμπειρία και μαρτυρία όλων όσοι τον γνώρισαν, δηλαδή η τεράστια αγάπη του, η ελεήμων και φιλόξενη διάθεσή του, η αδιάκοπη επιθυμία του να προσφέρει οτιδήποτε έχει, ακόμη και τα ράσα του και τα προσωπικά του αντικείμενα, κατά το αγιογραφικό: «μακάριόν εστι διδόναι μάλλον ή λαμβάνειν», το είχα ζήσει κι εγώ και πολλοί γνωστοί μου. Θυμάμαι περίπτωση ενός ευσεβούς ανθρώπου, ο οποίος ήθελε να τον βοηθάει στις διάφορες εξωτερικές εργασίες του και αναγκάστηκε, γιατί δεν είχε κάτι άλλο ο μακαριστός να του δώσει, να πάρει με το ζόρι έναν τενεκέ λάδι, παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες του ότι έχει άνεση υλικών αγαθών. Σε άλλη περίπτωση, παρόντος κι εμού, θέλησε να προσφέρει κάτι σε μία νέα κοπέλα που βρέθηκε στην οικία του για κάποια καθοδήγηση, οπότε μη έχοντας πρόχειρο κάτι άλλο της έδωσε το μαγνητόφωνό του – δεν μιλάμε για τα «χαρτονομίσματα» που πήγαιναν κι έρχονταν όποτε είχε από την τσέπη του στις τσέπες των άλλων! Κι όλα αυτά υπό το βλέμμα και το χαμόγελο και την ενθάρρυνση της κυριολεκτικά αγίας μητέρας του, της μακαριστής Ιωάννας.

Για πολλά λοιπόν ήταν διαπρεπής ο μακαριστός ιεράρχης. Και ως διαπρεπής επιστήμονας και ως διαπρεπής κληρικός. Και σε όλες τις αρετές, γιατί ζούσε με πνεύμα Θεού, ήταν πρώτος. Μα η βάση όλων, εκείνο που όντως χωρίς αυτό δεν γίνεται τίποτε, ήταν η ταπείνωσή του. Δεν είναι τυχαία η επισήμανση του αρχιεπισκόπου. Τον ήξερε πολύ καλά τον μακαριστό, υποκλινόταν στα πάμπολλα χαρίσματά του, τον σεβόταν απεριόριστα, μα το έβλεπε: αυτός ο τόσο ταλαντούχος άνθρωπος είχε το μεγαλύτερο εξ όλων χάρισμα, τη γνήσια ταπείνωση. Δεν λέμε ότι δεν είχε και αδυναμίες – άνθρωπος γαρ – αλλά όλες σβήνονταν μπροστά στο αδάμαστο θάρρος της μετανοίας του. Μόλις έβλεπε κάποια αστοχία ή αμαρτία του ο μακαριστός Ιερεμίας έσπευδε αμέσως χωρίς «ναι μεν, αλλά» να το παραδεχτεί και να το διορθώσει. Κι ήταν μία πραγματικότητα αυτή που «έσπαζε κόκκαλα». Γιατί μετάνοια βλέπεις σε πολλούς ανθρώπους. Μα τέτοια συναίσθηση μετανοίας ως ζωντανό βίωμα σπάνια συναντάς. Και μπορώ να το βεβαιώσω κι εγώ πάλι ο ίδιος, πέραν βεβαίως της μαρτυρίας άλλων «απείρων» ανθρώπων. Τι εννοώ;

Δεν είχαν περάσει δύο μήνες από τη χειροτονία μου σε πρεσβύτερο και ο μακαριστός πρώην Πειραιώς κυρός Καλλίνικος ήλθε στην ενορία μου βράδυ Κυριακής των ΒαΪων, στην πρώτη ακολουθία του Νυμφίου. Και περί το τέλος της ακολουθίας, έρχεται ο μετέχων κι εκείνος κυρός π. Ιερεμίας με έναν ακόμη κληρικό, για να με πάρουν και να με οδηγήσουν ενώπιον του Μητροπολίτη, ο οποίος θέλησε εκείνην την ώρα να με καταστήσει «πνευματικό». Γιατί το αναφέρω; Όχι απλώς γιατί αυτός με οδήγησε, αλλά γιατί μετά από κάποιο σύντομο διάστημα, μετά το Πάσχα, δέχτηκα τηλεφώνημά του για να συναντηθούμε στον Ναό μου – έμενε πολύ κοντά και ο μακαριστός. Συναντηθήκαμε, μα ήταν λίγο περασμένη η ώρα και ο Ναός ήταν κλειστός με συναγερμό. Παραμείναμε έξω από τον Ναό στο πλατύσκαλο της κλίμακας. Κι εκεί μου απεκάλυψε πως θέλει να εξομολογηθεί. Είχε φέρει μάλιστα και ευχολόγιο και πετραχήλι, τα οποία έπειτα μου τα δώρισε. Πριν προλάβω να αντιδράσω, μου φόρεσε το πετραχήλι, γονάτισε μπροστά μου, έξω από τον Ναό, την ώρα που διέρχονταν και κόσμος και αμάξια, και άρχισε την εξομολόγησή του. Με βαθιά συναίσθηση, με στεναγμούς και δάκρυα, χωρίς δικαιολογίες και περιστροφές. Λίγα λόγια, μα φορτισμένα με τέτοια μετάνοια που σπάνια, όπως ανέφερα, συναντά κανείς. Και τι αμαρτίες είχε; Τέτοιες που άλλος δεν θα τις θεωρούσε ούτε κατά διάνοιαν ως αμαρτίες κι ίσως γελούσε. Αυτός όμως ήταν ο Ιερεμίας: ο άνθρωπος του Θεού, ο γνήσιος λειτουργός του Υψίστου, ο βαθύς μελετητής της Γραφής και των Πατέρων, ο ασκητής που δεν «έπαιζε» με τα θεία. Δύο λεπτά κράτησε η εξομολόγησή του αλλά ήταν αρκετή να με συγκλονίσει. Και μέχρι τώρα σκέπτομαι, μετά σαράντα χρόνια, πως θέλησε μάλλον έτσι να με ενισχύσει, να δείξει την εμπιστοσύνη του απέναντί μου, να μάθω τι σημαίνει αληθινή εξομολόγηση.

Κι έκτοτε, όποτε συναντιόμασταν, και μετά την αρχιερωσύνη του, μου έδειχνε τέτοιο σεβασμό – νομίζω τέτοιον τελικά που έδειχνε προς όλους! – που με έκανε πάντα να νομίζω πως «είμαι κάτι σημαντικό». Η μεγαλωσύνη της ταπείνωσης που εξυψώνει τους άλλους και σμικρύνει τον εαυτό της. «Τη ταπεινοφροσύνη αλλήλους ηγούμενοι υπερέχοντας εαυτών» (απ. Παύλος). Και με σύστηνε πάντοτε στους άλλους χαμογελώντας με την καρδιά του: «Ο πνευματικός μου, ο πνευματικός μου!» χωρίς οι άλλοι να καταλαβαίνουν τι γίνεται. Μέσα στο πλαίσιο αυτό να πω κι ένα περιστατικό από επίσκεψη της ενορίας μου σε μοναστήρι της Μητροπόλεώς του. Έμαθε το προσκύνημά μας και ανέτρεψε όλα τα προγράμματά του προκειμένου να βρεθεί κι εκείνος εκεί, να μας περιποιηθεί, να μας κάνει το τραπέζι. Κι ήταν η στιγμή, όταν βρεθήκαμε στο «αρχονταρίκι» που η γερόντισσα της Μονής παρά… τρίχα «γλίτωσε» το εγκεφαλικό! Γιατί ο ίδιος με το ζόρι με έπαιρνε και με κάθιζε στην πολυθρόνα που είχαν φέρει οι μοναχές για τον Δεσπότη. Με κρατούσε με το ζόρι εκεί, καθήμενος ο ίδιος δίπλα μου ως απλός διάκος. Κι όταν κάποιες φορές μιλώντας μας εκείνος και καλωσορίζοντάς μας λίγο «ξέφευγε» από τη θέση του, η γερόντισσα «κατακόκκινη» μου έκανε νόημα να σηκωθώ. Σηκωνόμουν, εκείνος αμέσως έσπευδε να με ξανακαθίσει στη… θέση μου! Τούτο επαναλήφθηκε τρεις φορές. Ευτυχώς δεν έπαθε τίποτε η καημένη η γερόντισσα.

Γιατί θυμηθήκαμε τον μακαριστό μεγάλο Ιεράρχη; Γιατί το σπουδαίο πνευματικό του τέκνο αρχιμ. Ιάκωβος Κανάκης έγραψε βιβλίο γι’ αυτόν ως έκφραση ευγνωμοσύνης απέναντί του, το οποίο κυκλοφορήθηκε προ ολίγου μόλις καιρού. Βιβλίο που το διαβάζει κανείς στις τριακόσιες και σελίδες του και δεν καταλαβαίνει πώς το τελειώνει. Γιατί σε απορροφά. Γιατί σε κάνει να μετέχεις της χαρισματικής ζωής και της πνευματοφόρας προσωπικότητάς του. Γιατί διαβάζεις ένα σαρκωμένο Ευαγγέλιο. Κι οι φωτογραφίες και οι λοιπές εικόνες που το πλαισιώνουν το καθιστούν πραγματικό εκδοτικό γεγονός. Ευχαριστούμε τον π. Ιάκωβο κι ευχόμαστε ο Κύριος να τον δυναμώνει και να τον χαριτώνει πάντοτε, με τις πρεσβείες του αγίου του πνευματικού μακαριστού Μητροπολίτη Ιερεμίου. Είθε όλοι να έχουμε τις ευχές του τώρα που βρίσκεται στην αγκαλιά του αγαπημένου του Κυρίου.