10 Ιανουαρίου 2026

«ΕΥΡΕΙΝ ΧΑΡΙΝ ΕΝΩΠΙΟΝ ΣΟΥ…»

«Λειτουργούσαμε πριν από αρκετά χρόνια στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου του Αγίου Όρους μαζί με τον μακαριστό καθηγούμενο σοφό Γέροντα της Μονής  Γρηγόριο. Ήταν απόλυτα προσηλωμένος στα τελούμενα, και μάλιστα σε ορισμένα επέμενε και τα επαναλάμβανε πολλές φορές. Όπως στην ευχή της προσκομιδής: καθώς εναποθέσαμε τα άγια σκεύη στην Αγία Τράπεζα μετά τη μεγάλη είσοδο, εκείνος λέγοντας τη συγκεκριμένη ευχή «Κύριε, ο Θεός ο παντοκράτωρ, ο μόνος Άγιος…», στο τελευταίο τμήμα της «Και καταξίωσον ημάς ευρείν χάριν ενώπιόν σου…», άρχισε ψιθυριστά να επαναλαμβάνει αρκετές φορές με μεγάλη συναίσθηση το «ευρείν χάριν ενώπιόν σου».

Για τον μακαριστό Γέροντα Γρηγόριο μπορεί κάποιος που τον γνώρισε να έχει επιφυλάξεις ως προς κάποιες εξάρσεις της συμπεριφοράς του – μπορεί να σου έκανε παρατήρηση, και οξεία μάλιστα, εκεί που δεν το περίμενες ή να σχολίαζε κάποιες συμπεριφορές με απότομο τρόπο – όμως κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει σοβαρά την καθαρότητα των προθέσεών του, την ολοκάρδια πίστη και αγάπη του προς τον Κύριο Ιησού Χριστό και τα θέσμια της Εκκλησίας, την ασκητικότητα και την εργατικότητά του, τη σοφία και τη βαθιά γνώση της πνευματικής ζωής, όλα εκείνα δηλαδή που τον έκαναν να «λειτουργεί» ως αληθινός Γέροντας, δίνοντας πρώτος το παράδειγμα στους αγαπημένους του μοναχούς. Δεν είναι άγνωστο για παράδειγμα το γεγονός ότι συχνά έστελνε τους υποτακτικούς του σε βαριά σωματικά διακονήματα, εφόσον έβλεπε ότι τα αντέχουν, «πάλιν και πολλάκις», ακόμη κι όταν θα έλεγε κανείς δεν «χρειάζονταν», διότι εκείνος ενδιαφερόταν για το πρώτιστο: την καλλιέργεια της πνευματικής τους ζωής, η οποία απαιτεί χωρίς συμβιβασμούς κτύπημα της σαρκολατρείας και της υπερηφάνειας. Να υποτάξουν το σαρκικό φρόνημα στον ηγεμόνα νου, τον υποταγμένο όμως στο θέλημα του Θεού λόγω αγάπης προς Αυτόν ήταν ό,τι οραματιζόταν ο έμπειρος Γέροντας για τον εαυτό του και τα καλογεροπαίδια του – κι αυτό δεν το άλλαζε με τίποτε, έστω κι αν κάποιοι τον παρεξηγούσαν.

Κι ήταν η σοφία του αυτή απόρροια και της δικής του ασκητικής εμπειρίας πολλών χρόνων, είτε ως υποτακτικού είτε ως ηγουμένου, αλλά και της λειτουργικής ζωής που καθημερινά ζούσε και με αυτήν ανέπνεε. Διότι ο μακαριστός ηγούμενος πορεύτηκε κατά Χριστόν αφενός κάτω αρχικά από την εποπτεία των αγαπημένων του Γερόντων  οσίων Αμφιλοχίου Μακρή και Φιλοθέου Ζερβάκου – τον όσιο Αμφιλόχιο μάλιστα είχε ενώπιόν του αδιάκοπα και αισθητά, έχοντας βάλει μία τεράστια αφίσα του στο εσωτερικό της Μονής – αφετέρου κάτω από τη «δοκιμασία» πολλών χρόνων   που ήταν ηγούμενος στη Μονή Μυρτιάς πρώτα στην Αιτωλοακαρνανία, έπειτα στη Μονή Προυσσού και τέλος στο Άγιον Όρος στη Μονή Δοχειαρίου. Εκείνο όμως που έδινε τον «τόνο» στην πορεία του αυτή ήταν η καθημερινή λειτουργική ζωή. Πρώτος ο Γρηγόριος ως λειτουργός στην Αγία Τράπεζα, πρώτος όμως και στην ψαλμωδία των υμνολογημάτων του Μοναστηριού – κι αυτό όσο βεβαίως δεν τον είχαν επισκεφτεί οι πολλές ασθένειές του. Ποιος είχε τη μοναδική εμπειρία να μετάσχει σε ακολουθία της Δοχειαρίου και να μη συγκλονιστεί και να μην αισθανθεί ρίγη συγκινήσεως, ιδίως όταν άκουγε καθημερινά τον Γέροντα στην Παράκληση προς την έφορο της Μονής, την Παναγία Γοργουπήκοο, να ξεκινά πρώτος το κάθε  τροπάριο, με το απήχημα του προηγουμένου ακόμη «ζωντανό», με την ξεχωριστή όντως φωνή του, τη γεμάτη πάθος και ένταση, σαν να μην ήταν η φωνή αλλά η καρδιά του το όχημα των αγιασμένων λόγων του ύμνου!

Λοιπόν η λειτουργική ζωή, η συνυφασμένη με την ένταση της πνευματικής ζωής, ήταν το καθοριστικό στοιχείο της κατά Χριστόν βιοτής του μακαριστού. Και πέραν των άλλων είχαμε την ευκαιρία να το διαπιστώσουμε ιδίοις όμμασι και ωσίν και με το παραπάνω περιστατικό. Διότι τι αποκαλύπτει; Την αίσθηση που αποκόμιζες ότι ο Γέροντας που λειτουργούσε δίπλα σου στεκόταν ενσυνείδητα ενώπιον του Παντοκράτορος Κυρίου με αληθινό φόβο Θεού. Σαν να φαινόταν ανοικτή η καρδιά του κι έβλεπες το πόσο μικρός και «αχρείος δούλος» του Κυρίου αισθάνεται, το πόσο διψά η ψυχή του τη χάρη Του, το πόσο πρέπει να επιμείνει κανείς για να «αποσπάσει» τη χάρη αυτή, καλύτερα: το πόσο πρέπει να βρίσκεται σε αδιάκοπη νήψη και προσοχή, ώστε καθαρός ο νους να δέχεται τα ενεργήματα της ήδη υπάρχουσας χάρης λόγω του «εγκατεστημένου» εκεί Κυρίου από το άγιο βάπτισμα και το άγιο χρίσμα. Κι αυτό σημαίνει ασφαλώς ότι το πρόβλημα στη σχέση με τον Κύριο δεν είναι Εκείνος που είναι η Ίδια η Αγάπη και χαρά Του έχει την παράδοσή Του στον κάθε άνθρωπο, αλλά εμείς οι ταλαίπωροι άνθρωποι, που το θέλημά μας γίνεται «χάλκινο τείχος», για να θυμηθούμε τον αββά του Γεροντικού, που εμποδίζει τη χάρη Του στην ύπαρξή μας.

Και θυμίζει η επιμονή του αγίου μακαριστού ηγουμένου, με την επανάληψη των στίχων της προσευχής, την τακτική πολλών αγίων της Εκκλησίας μας, οι οποίοι ακριβώς εκκινώντας από την ίδια βάση της αμαρτητικής ροπής του ανθρώπου επανελάμβαναν αδιάκοπα τον λόγο του Κυρίου, προκειμένου αυτός να τους διαποτίσει μέχρις ότου παγιωθεί και «κτισθεί» μέσα τους. Σαν την περίπτωση του αγίου Ιωάννου της Κροστάνδης, ο οποίος περιστοιχιζόμενος από πλήθη κόσμου ως συνήθως, κρατούσε ακέραιο τον νου του στη «σκοπιά» του Κυρίου. Πώς; Επαναλαμβάνοντας την εντολή Του: «Ο Χριστός αγάπη εστί». Λοιπόν και ο μακαριστός Γρηγόριος δεν ξεπερνούσε εν στιγμή χρόνου και απνευστί τις ευχές που ο Κύριος μας χάρισε – «ο τας κοινάς ταύτας και συμφώνους ημίν χαρισάμενος προσευχάς» - αλλά όσο του επέτρεπε η ροή της θείας Λειτουργίας παρέμενε σε ό,τι τον προκαλούσε για να ορά τον Κύριο.

Κι αυτό είναι το σημαντικό τελικώς και για εμάς: να μάθουμε ότι η με επίγνωση λειτουργική ζωή είναι το ουσιαστικότερο γεγονός της ζωής μας, αφού πρόκειται για την αισθητή παρουσία του ίδιου του Θεού μας μπροστά στα ανοιγμένα από την πίστη μάτια μας, χωρίς τη συμμετοχή της οποίας ζωή δεν υφίσταται. «Όποιος δεν φάει το σώμα μου και δεν πιει το αίμα μου ζωή μέσα του δεν έχει». Και το κρίσιμο σημείο στην αλήθεια αυτή είναι το «με επίγνωση». Δηλαδή με προσπάθεια τηρήσεως των αγίων εντολών του Κυρίου. Διότι συμμετοχή στη Θεία Ευχαριστία χωρίς ταυτόχρονη βίωση των εντολών Του οδηγεί σίγουρα σε αρνητικό γεγονός. Να μη γίνεται η θεία Ευχαριστία «εις κρίμα ή εις κατάκριμα».