Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28 Ιανουαρίου 2026

ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΟΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΥΠΟΜΟΝΗ

«Ελεεινός και ταλαίπωρος είναι αυτός που δεν απέκτησε υπομονή, επειδή για τέτοιους ανθρώπους εξαπέλυσε τα «ουαί» η θεία Γραφή. Αλίμονο, λέει, σ’ αυτούς που έχουν χάσει την υπομονή. Πραγματικά, λοιπόν, πραγματικά, αλίμονο σ’ αυτόν που δεν έχει υπομονή, διότι ένας τέτοιος άνθρωπος μεταφέρεται εδώ και κει, όπως ένα φύλλο από τον αέρα. Δεν ανέχεται προσβολή, στις θλίψεις λιποψυχεί. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι εύκολος στις φιλονεικίες, μεμψίμοιρος στην υπομονή και αντιρρησίας στην υπακοή. Στις προσευχές είναι οκνηρός και στις αγρυπνίες κατακουρασμένος. Στις νηστείες είναι σκυθρωπός και στην εγκράτεια απρόσεκτος. Στις αποστολές είναι απρόθυμος και στις εργασίες κακός εργάτης. Στην πονηρία είναι αξεπέραστος και στις ενέργειές του αυταρχικός. Στις λογομαχίες είναι ανδρείος και στην ερημική ζωή αδύνατος. Ένας τέτοιος άνθρωπος εχθρεύεται αυτούς που έχουν καλή φήμη, και φθονεί αυτούς που προοδεύουν. Εκείνος που δεν έχει υπομονή υποφέρει πολλές τιμωρίες, και ένας τέτοιος αδυνατεί να πλησιάσει την αρετή. Διότι με την υπομονή τρέχουμε το αγώνισμα του δρόμου που είναι μπροστά μας, λέει ο Απόστολο. Εκείνος που δεν έχει υπομονή είναι ξένος προς την ελπίδα που προέρχεται απ’ αυτήν. Γι’ αυτό παρακαλώ, όσοι όπως εγώ είστε χωρίς υπομονή, αποκτήστε υπομονή, για να σωθείτε» (Όσιος Εφραίμ ο Σύρος, Λόγος για τις αρετές και τις κακίες, εκδ. Το Περιβόλι της Παναγίας, Μετάφραση: Κ. Γ. Φραντζολά).

Σπάνια βρίσκεται γραφίδα που να αποδίδει τόσο βαθιά και διεισδυτικά, αλλά και τόσο συνοπτικά και με τέτοια ρυθμικότητα, το τι συμβαίνει με τον άνθρωπο της αρετής αλλά και της κακίας, όσο η γραφίδα του θαυμασίου και σπουδαιοτάτου Πατέρα της Εκκλησίας οσίου Εφραίμ του Σύρου. Δεν είναι τυχαίο ότι «απέκτησε πολύ ενωρίς μεγάλη φήμη και αναγνωρίστηκε Διδάσκαλος της Οικουμένης», ενώ «τα συγγράμματά του άρχισαν σε κάποιες εκκλησίες να αναγινώσκονται μετά την Αγία Γραφή, και το όνομά του το ανέφεραν με θαυμασμό οι Χριστιανοί, διότι κατά τον Γρηγόριο Νύσσης “εις πάσαν την γην το φέγγος του βίου και της θεωρίας αυτού εξέλαμψεν”». Ένα δείγμα της δεινότητας του λόγου του και του εμπνευσμένου από το Πνεύμα του Θεού νου του είναι και το παραπάνω απόσπασμα για τον άνθρωπο που δεν έχει υπομονή στη ζωή του.

Η εκτίμηση του αγίου καταρχάς περί της ελεεινότητας και της ταλαιπωρίας του ανυπόμονου ανθρώπου δεν είναι δική του. Η ίδια η αγία Γραφή αξιολογεί με φοβερά «ουαί» την κατάστασή του, που θα πει ότι η εκτίμηση είναι του ίδιου του Θεού και όχι κάποιου ανθρώπου. Και γίνεται δραματική πράγματι η καταγραφή από τον όσιο της άθλιας αυτής καταστάσεως, διότι στο τέλος αποκαλύπτει: «και εγώ ανήκω σ’ αυτούς που δεν έχουν υπομονή»! Γνωρίζουμε δε ότι η συμπερίληψη και του ίδιου στην αθλιότητα της ανυπομονησίας δεν γίνεται για λόγους ταπεινολογίας – η ταπεινολογία θεωρείται χριστιανικά ως η χειρότερη έκφραση του υπερήφανου και εγωιστικού ανθρώπου - αλλά για λόγους αληθινής ταπεινοφροσύνης και σοφού παιδαγωγικού τρόπου γραφής. 

Και ποια η αιτία της ελεεινότητας για την έλλειψη της υπομονής; Η αδυναμία ευρέσεως του δρόμου της σωτηρίας. Ο ανυπόμονος άνθρωπος, επισημαίνει ο όσιος Εφραίμ βασισμένος στην αγία Γραφή αλλά και την εμπειρία του, έχει χάσει τον δρόμο για τη σχέση του με τον Θεό. Γιατί κατά τον απόστολο «με υπομονή τρέχουμε το αγώνισμα του δρόμου που είναι μπροστά μας» - ο ανυπόμονος έχει χάσει κάθε ελπίδα ζώντας σε κατάσταση απόγνωσης και απελπισίας που είναι τα σημάδια της κόλασης ήδη από τη ζωή αυτή. Γι’ αυτό και ένας τέτοιος άνθρωπος χαμένος, δηλαδή ευρισκόμενος στην κατάσταση του ασώτου υιού της γνωστής παραβολής του Κυρίου, έχει όλα τα σημάδια της διαστροφής και της τιμωρίας για την ίδια του τη ζωή. Ως προς τον Θεό δεν έχει καθόλου αγάπη, που αποδεικνύεται από την οκνηρία που επιδεικνύει στις προσευχές και εν γένει στην πνευματική ζωή. Ως προς τον συνάνθρωπό του το ίδιο: όχι μόνο δεν τον αγαπά, αλλά τον εχθρεύεται, τον φθονεί, θέλει να τον υποτάσσει με την αυταρχικότητά του, λογομαχεί μαζί του έτοιμος πάντα να τον προσβάλει. Ως προς δε τον εαυτό του, βρίσκεται σε αέναη ταραχή, αγόμενος σαν ένα φύλλο από τον αέρα, πέρα δώθε – η ψυχική γαλήνη είναι γι’ αυτόν πολύ μακρινό όνειρο! Κι ακόμη: ενώ παρουσιάζεται στη σχέση του με τους άλλους αρνητικά «δυναμικός», ο ίδιος βρίσκεται μέσα στον φόβο και στη λιποψυχία, ιδίως όταν έρχεται αντιμέτωπος με τις θλίψεις – αυτό που ονομάζουμε «φοβισμένο ανθρωπάκι» σε ρόλο όμως «νταή»! Πρόκειται λοιπόν για άνθρωπο, κατά τον άγιο Εφραίμ, που σέρνει επάνω του όλες τις τιμωρίες. Γιατί δεν έχει Θεό μέσα του! Όπως είπαμε: Ήδη από τώρα ζει την κόλασή του.

Η λύση είναι μονόδρομος: η εκζήτηση της υπομονής και η απόκτηση μαζί της και της ελπίδας. Γιατί, όπως θα πει κάπου αλλού ο ίδιος ιερός Πατέρας μεταφέροντας και πάλι το πνεύμα και το γράμμα της Γραφής: «στην υπομονή παρουσιάζεται ο Θεός». Είναι ο αξιωματικός λόγος και του ίδιου του Κυρίου Ιησού Χριστού: «Όποιος κάνει υπομονή μέχρι το τέλος αυτός και θα σωθεί».

27 Ιανουαρίου 2026

ΡΥΘΜΙΣΗ ΝΟΥ

Κατά την Αγία Γραφή και την Πατερική παράδοση ο νους του ανθρώπου θεωρείται ότι συνιστά το κέντρο της ύπαρξής του. Αυτός είναι ο οφθαλμός που θεάται την πραγματικότητα, όχι μόνο την αισθητή αλλά και την υπεραισθητή, οπότε και η κατάσταση της υγείας του καθορίζει την ποιότητα της ορθής ή μη λειτουργίας του – «εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον;» κατά τον λόγο του Κυρίου (Ματθ. 6, 24). Και όσο βεβαίως ο άνθρωπος βρισκόταν στην ομαλή κατάσταση της υπακοής του προς τον Θεό, τόσο και ο νους του, αναπαυόμενος στον «τόπο» του, την καρδιά, και φωτιζόμενος από το φως του Θεού έβλεπε τα πάντα, με προοπτική μάλιστα βαθύτερης και διεισδυτικότερης λειτουργίας του. Από τη στιγμή όμως που διέσπασε τη σχέση με τον Δημιουργό του, το σκοτάδι έγινε πια η «κανονικότητά» του, περιήλθε στην κατάσταση της ζόφωσης που σημειώνουν οι άγιοί μας, ή με διαφορετική διατύπωση, το «κατ’ εικόνα Θεού» της δημιουργίας του βουτήχτηκε μέσα στις  φλόγες των παθών του, ενώ χάθηκε κατ’ ανάγκην και η φυσιολογική εξέλιξή του, η πορεία προς το «καθ’ ομοίωσιν».

Επήλθε διάσπαση του ανθρώπου μετά την αμαρτία του, δηλαδή ο άνθρωπος όχι μόνο «έχασε» τον Πατέρα του Θεό, αλλά έχασε και τον εαυτό του,  όπως και τον συνάνθρωπό του και την όποια σχέση του με την αδελφή του φύση. «Χαμένος και νεκρός» είναι η αποτίμηση που κάνει ο Δημιουργός- Χριστός μιλώντας για τον απομακρυσμένο από τον Θεό άσωτο υιό της γνωστής παραβολής του ασώτου (πρβλ. Λουκ. 15, 11-32). Ο άνθρωπος χωρίς Θεό είναι ο εν σκότει ευρισκόμενος άνθρωπος, χωρίς ταυτότητα και προοπτική, και με μοναδικό ουσιαστικό προσόν του τη δίψα του για τον απολεσθέντα Παράδεισο. Ζει μεν, αλλά χωρίς σύνδεση με την πηγή της Ζωής, μία επιφάνεια ζωής που τον καθιστά έρμαιο των παθών του και δούλο του φόβου του μπροστά στην όποια απειλή του δημιουργεί ο περίγυρός του αλλά και ο άγνωστος πια βαθύς και ζοφερός εαυτός του. «Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος» διεκτραγωδεί την κατάσταση ο απόστολος Παύλος. «Ποιος θα με σώσει από το σώμα του θανάτου αυτού;» (Ρωμ. 7, 24).

Η μυστήρια και υπέρλογη κίνηση του Θεού μέσα στο πλαίσιο της άπειρης αγάπης Του για τον κόσμο να γίνει άνθρωπος αποκαθιστά τον άνθρωπο. Η ανθρώπινη φύση ενταγμένη πια στον Θεάνθρωπο Χριστό, συνεπώς δεχόμενη τις θεοποιές ενέργειες της θεότητάς Του  – διότι ο Χριστός είναι «διπλούς την φύσιν αλλ’ ου την υπόστασιν» - αποκτά και πάλι την ολοκληρία και την αρτιότητά της, «ο άρτιος του Θεού άνθρωπος» θα πει ο απόστολος Παύλος. Ό,τι πληγή και τραύμα είχε δεχτεί με την αμαρτία θεραπεύτηκε, με αποτέλεσμα η ζόφωση του κατ’ εικόνα να εξαφανιστεί μέσα στο φως Εκείνου και το καθ’ ομοίωσιν να ανοίξει εκ νέου τις πύλες του με άπειρη επέκταση και προοπτική. Ο άνθρωπος μετά Χριστόν είναι πια ο αληθινός και γνήσιος άνθρωπος, αυτός που βγήκε από τα χέρια του Δημιουργού του και έτι πλέον, με το φως του Χριστού να φωτίζει και πάλι το κέντρο του, την καρδιά, και να καθιστά την ενέργεια (του φωτισμένου και αναπαυόμενου στην καρδιά αυτή νου του) κίνηση απλανή στον χώρο της διάνοιάς του.

Θέλουμε να πούμε ότι ο άνθρωπος εν Χριστώ ενοποιήθηκε και πάλι, γι’ αυτό και χαίρεται την παρουσία του Θεού στην ύπαρξή του, χαίρεται που η ψυχή και το σώμα του λειτουργούν σε συνεργασία μέσα στο φως του Δημιουργού, χαίρεται που ο συνάνθρωπος ανακαλύπτεται ως ο άγνωστος εαυτός του, χαίρεται που το όλο φυσικό περιβάλλον του κατανοείται ως το σπίτι ακριβώς του Πατέρα του. Ο εν Χριστώ άνθρωπος έγινε έ ν α  δηλαδή με τον Θεάνθρωπο Χριστό, ή αλλιώς: ο Χριστός επεκτείνεται μέσα από τον κάθε άνθρωπο που θα τον αποδεχτεί εννοείται και θα τον πιστέψει στη ζωή του. Γιατί αυτό είναι το κρίσιμο σημείο που αναδεικνύεται η τεράστια σημασία της ελευθερίας για τον άνθρωπο.

Ο Δημιουργός δηλαδή μας αποκατέστησε, μα απαιτείται προς ενεργοποίηση της άπειρης αυτής δωρεάς  η θέληση και η διάθεση του ανθρώπου, που κι αυτή ακόμα υποκινείται από τη δύναμη Εκείνου. Διότι «ου του θέλοντος ουδέ του τρέχοντος αλλά του ελεούντος Θεού» (Ρωμ. 9, 16). Το «ναι» του ανθρώπου, έστω και το μηδαμινό για μια τέτοια δωρεά, είναι καθοριστικό. Αν ο άνθρωπος σταθεί αρνητικά απέναντι στον πλούτο προσφοράς του Θεού του, τότε ο πλούτος αυτός παραμένει στα «αζήτητα» για τον ίδιο – να είσαι πάμπλουτος και να σέρνεσαι στα λασπονέρια της έσχατης πενίας και ένδειας! Αλλά χρειάζεται προσοχή! Και «ναι» να υφίσταται από τον άνθρωπο, το οποίο θα τον εντάξει μέσα στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, οπότε θα αναδυθεί εκεί ο χαρισματικός εαυτός ως συνέχεια του Χριστού – όλες οι δωρεές για τις οποίες μιλήσαμε ακροθιγώς παραπάνω – το «ναι» αυτό θα πρέπει να βρίσκεται εσαεί «υπ’ ατμόν»! Εννοούμε ότι η θετική στάση μας απέναντι στον Κύριο και Θεό μας δεν εξαντλείται σε μία ή δύο ή μερικές έστω στιγμές της ζωής μας. Η κάθε στιγμή και ώρα, η κάθε ημέρα της όλης ζωής μας, αποκαλύπτει το ποιόν μας και την αγάπη μας προς τον Κύριο. Αν με άλλα λόγια η κάθε στιγμή δεν μας βρίσκει σε ετοιμότητα αποδοχής και εφαρμογής του αγίου θελήματός Του, η ίδια αυτή στιγμή μας κρίνει ως μη αξίους Εκείνου! Η κάθε στιγμή αποτελεί δηλαδή το πεδίο όπου μας παραχωρείται από τη χάρη Του για να δείξουμε αν υφίσταται και η δική μας αγάπη προς Αυτόν. «Γίνεσθε έτοιμοι ότι η ώρα ου δοκείτε ο Υιός του ανθρώπου» (Ματθ. 24, 44). «Ιδού ο νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός και μακάριος ο δούλος ον ευρήσει γρηγορούντα, ανάξιος δε πάλιν ον ευρήσει ραθυμούντα».

Ακριβώς για τον λόγο αυτό το πιο ανώτερο και σημαντικό στη ζωή του ανθρώπου είναι το εκάστοτε «τώρα». Δεν είναι τα σχέδια που πλάθουμε στο μυαλό μας για μία μεγάλη προσφορά μας και δράση μας στο έργο του Κυρίου! Ούτε ασφαλώς τα όσα σπουδαία και «φοβερά» επιτελέσαμε στη μέχρι τώρα ζωή μας. Το «τώρα» είναι το «σημείο» που ή θα συντονιστούμε με τον Κύριο και θα Τον κοινωνήσουμε ή θα βρεθούμε εκτός της παρουσίας Του «άθεοι». Οπότε κατανοεί κανείς ότι δεν μπορεί να επαναπαυτεί ούτε για λίγο. Η όποια χαλάρωση και «ανάπαυση» αποτελεί την ίδια στιγμή οπισθοχώρηση και πτώση. «Ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστι» (Ματθ. 12, 30). Η νήψη και η εγρήγορση λοιπόν για τον πιστό χριστιανό είναι το «δεδομένο» της ζωής του. Δεν τόνιζε τυχαία ο μεγάλος σύγχρονος όσιος Σωφρόνιος ο Αθωνίτης (του Έσσεξ) ότι ο χριστιανός, πολύ περισσότερο ο μοναχός, πρέπει να βρίσκεται αδιάκοπα στη μεγαλύτερη δυνατή πνευματική ένταση.

Κι από την άποψη αυτή ο πιστός βρίσκεται εσωτερικά, μέσα στην καρδιά του, στη συνεχή διαδικασία ρυθμίσεως του νου του – να βρίσκεται πάντοτε στη φορά της υπακοής προς τις εντολές του Κυρίου του. Γιατί ο Κύριος τον αποκατέστησε, αλλά υφίσταται όσο ζει στον κόσμο τούτο το στοιχείο της «τρεπτότητος» του νου του, να ξεφύγει δηλαδή από τις εντολές και τον λόγο Του,  λόγω των παθών που ακόμη υφίστανται στην ύπαρξή του, λόγω της περιρρέουσας ατμόσφαιρας του κόσμου που «κείται εν τω πονηρώ», λόγω της κατά παραχώρηση Κυρίου ενέργειας του πονηρού διαβόλου, που «ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» (Α΄ Πέτρ. 5, 8). «Ουκ έδωκα τοις βλεφάροις μου νυσταγμόν» (Ψαλμ. 131, 4) σημειώνει ο προφητάναξ Δαβίδ αποκαλύπτοντας τον πνευματικό του αγώνα, κάτι που επαναλαμβάνεται και σε όλα τα συναξάρια των αγίων της Εκκλησίας. Και η λέξη «ρύθμιση» του νου εξίσου βλέπουμε πως έρχεται και επανέρχεται στις εκκλησιαστικές ακολουθίες, αποδίδοντας και με τη διατύπωση αυτή την κεντρική εργασία του ανθρώπου, την εργασία κατά τον Κύριο «την μένουσαν εις ζωήν αιώνιον» (Ιω. 6, 27), δηλαδή την επιμονή μέχρι θανάτου πάνω στην πίστη στον αληθινό Θεό.

«Ρυθμιζόμενος τον νουν επί ταις εντολαίς του Κυρίου», «ρυθμιζόμενος ταις Παύλου διδαχαίς», «ρυθμίζων εαυτόν και τους παίδας αυτού επί ταις εντολαίς του Δεσπότου», είναι μερικές από τις φράσεις που αποδίδουν για πολλούς αγίους, στην ουσία για όλους,  την παραπάνω αλήθεια. Αλλά και ποιος δεν έχει διαβάσει και δεν έχει προσευχηθεί, από την τόσο ψυχωφελή ακολουθία της θείας μεταλήψεως, με τα λόγια του αγίου Συμεών του Μεταφραστού, ο οποίος απευθύνεται προς τον Κύριο για να τον παρακαλέσει με αίσθηση ψυχής μετά τη θεία κοινωνία, «να τον κρατάει αγνό και καθαρό και ρυθμισμένο στον λόγο Του;» «Άγνιζε και κάθαρε και ῥ ύ θ μ ι ζ έ  με» - η αγνότητα και η κάθαρση ως αποτέλεσμα διαρκούς ρύθμισης του νου, από τον Κύριο αλλά και από τη βούληση του καθενός.

Ίσως να θυμηθούμε εν τέλει και αυτό που έλεγε με τον δικό του χαριτωμένο τρόπο και ο μεγάλος όσιος Παΐσιος ο αγιορείτης σε  ταλαιπωρημένους γονείς που θλίβονταν και απελπίζονταν από κάποιες συμπεριφορές των επαναστατημένων παιδιών τους, ιδίως των εφήβων: «μα, αφήστε και κανένα κατσαβίδι για τον Χριστό. Όλα εσείς θα τα κάνετε;» Το «κατσαβίδι» του Χριστού για όλους μας και όχι μόνο τα παιδιά μας. Απλώς να θυμόμαστε ότι μερικές φορές – ή μήπως πάντα; - το «ρύθμισμα» από το «κατσαβίδι» αυτό περνάει από την παραχώρηση πειρασμών που κρίνει Εκείνος μέσα στην αγάπη και την πρόνοιά Του ότι θα μας φέρουν στα «ίσα» μας!

26 Ιανουαρίου 2026

ΡΥΘΜΙΣΗ ΝΟΥ

 

Ο πιστός βρίσκεται εσωτερικά, μέσα στην καρδιά του, σε συνεχή διαδικασία ρυθμίσεως του νου του – να βρίσκεται πάντοτε στη φορά της υπακοής προς τις εντολές του Κυρίου του. Γιατί ο Κύριος τον αποκατέστησε από την αναγκαστική ροπή προς την αμαρτία, αλλά υφίσταται όσο ζει στον κόσμο τούτο το στοιχείο της «τρεπτότητος» του νου του, να ξεφύγει δηλαδή από τις εντολές και τον λόγο Του,  λόγω των παθών που ακόμη υφίστανται στην ύπαρξή του, λόγω της περιρρέουσας ατμόσφαιρας του κόσμου που «κείται εν τω πονηρώ», λόγω της κατά παραχώρηση Κυρίου ενέργειας του πονηρού διαβόλου, που «ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» (Α΄ Πέτρ. 5, 8). «Ουκ έδωκα τοις βλεφάροις μου νυσταγμόν» (Ψαλμ. 131, 4) σημειώνει ο προφητάναξ Δαβίδ αποκαλύπτοντας τον πνευματικό του αγώνα, κάτι που επαναλαμβάνεται και σε όλα τα συναξάρια των αγίων της Εκκλησίας. Και η λέξη «ρύθμιση» του νου εξίσου βλέπουμε πως έρχεται και επανέρχεται στις εκκλησιαστικές ακολουθίες, αποδίδοντας και με τη διατύπωση αυτή την κεντρική εργασία του ανθρώπου, την εργασία κατά τον Κύριο «την μένουσαν εις ζωήν αιώνιον» (Ιω. 6, 27), δηλαδή την επιμονή μέχρι θανάτου πάνω στην πίστη στον αληθινό Θεό.

«Ρυθμιζόμενος τον νουν επί ταις εντολαίς του Κυρίου», «ρυθμιζόμενος ταις Παύλου διδαχαίς», «ρυθμίζων εαυτόν και τους παίδας αυτού επί ταις εντολαίς του Δεσπότου», είναι μερικές από τις φράσεις που αποδίδουν για πολλούς αγίους, στην ουσία για όλους,  την παραπάνω αλήθεια. Αλλά και ποιος δεν έχει διαβάσει και δεν έχει προσευχηθεί, από την τόσο ψυχωφελή ακολουθία της θείας μεταλήψεως, με τα λόγια του αγίου Συμεών του Μεταφραστού, ο οποίος απευθύνεται προς τον Κύριο για να τον παρακαλέσει με αίσθηση ψυχής μετά τη θεία κοινωνία, «να τον κρατάει αγνό και καθαρό και ρυθμισμένο στον λόγο Του;» «Άγνιζε και κάθαρε και ῥ ύ θ μ ι ζ έ  με» - η αγνότητα και η κάθαρση ως αποτέλεσμα διαρκούς ρύθμισης του νου, από τον Κύριο αλλά και από τη βούληση του καθενός.

Ίσως να θυμηθούμε εν τέλει και αυτό που έλεγε με τον δικό του χαριτωμένο τρόπο και ο μεγάλος όσιος Παΐσιος ο αγιορείτης σε  ταλαιπωρημένους γονείς που θλίβονταν και απελπίζονταν από κάποιες συμπεριφορές των επαναστατημένων παιδιών τους, ιδίως των εφήβων: «μα, αφήστε και κανένα κατσαβίδι για τον Χριστό. Όλα εσείς θα τα κάνετε;» Το «κατσαβίδι» του Χριστού για όλους μας και όχι μόνο τα παιδιά μας. Απλώς να θυμόμαστε ότι μερικές φορές – ή μήπως πάντα; - το «ρύθμισμα» από το «κατσαβίδι» αυτό περνάει από την παραχώρηση πειρασμών που κρίνει Εκείνος μέσα στην αγάπη και την πρόνοιά Του ότι θα μας φέρουν στα «ίσα» μας!

Ο ΟΣΙΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΥ ΑΜΜΩΝΑΣ

«Ζωῆς Ἀμμωνᾶς νῆμα πληρώσας ἅπαν, ζωήν ἐφεῦρεν, οὔποτε πληρουμένην» (στίχος συναξαρίου)

(Ο Αμμωνάς αφού ολοκλήρωσε όλο το νήμα της επίγειας ζωής του, βρήκε τη ζωή που ποτέ δεν τελειώνει).

Δεν έχουμε πολλά ιστορικά στοιχεία και για τον μεγάλο αυτόν όσιο του Γεροντικού. Το μόνο βέβαιο, βάσει των σωζομένων γι’ αυτόν λογίων και περιστατικών των Αποφθεγμάτων Γερόντων, έντεκα τον αριθμό, (αναφέρονται και άλλα πνευματικά κείμενά του και επιστολές, εκτός όμως του βιβλίου των Αποφθεγμάτων), είναι ότι έζησε την εποχή του αγίου μεγάλου Αντωνίου (251-356), υπήρξε μαθητής του κι ίσως διάδοχός του στη μοναχική σκήτη, έγινε δε επίσκοπος παρουσιάζοντας μία ζωή ελεύθερη κάθε εμπαθείας και κακίας.

Θα δούμε στη συνέχεια τα όσα αναφέρει γι’ αυτόν ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης στον Συναξαριστή του, επιλέγοντας κι ένα μικρό κεφάλαιο του Γεροντικού στο τέλος για να το σχολιάσουμε δι’ ολίγων. Πρέπει να πούμε εξαρχής ότι ο άγιος Νικόδημος στον προβληματισμό αν πρόκειται για τον επίσκοπο Αμμωνά, τον σχετιζόμενο όπως είπαμε με τον άγιο Αντώνιο, ή για τον ιερέα του Λαυσαϊκού που «είδε» άγγελο Κυρίου να καταγράφει τους ευρισκομένους στη Θεία Λειτουργία και να διαγράφει τους απόντες, επιλέγει σαφώς την πρώτη εκδοχή: ο συγκεκριμένος Αμμωνάς είναι ο επίσκοπος. Τι σημειώνει λοιπόν περί αυτού;

«Ο όσιος Αμμωνάς ήταν ο επίσκοπος για τον οποίο προφητεύοντας ο μέγας Αντώνιος είπε ότι θα προκόψει στον φόβο του Θεού. Όταν δηλαδή του έδειξε μία πέτρα, του είπε: Βρίσε και κτύπησέ την. Κι αυτός το έκανε. Και του λέγει  ο Αντώνιος: έτσι και συ θα φθάσεις στο μέτρο αυτό, πράγμα που έγινε. Έφτασε σε τόση ανεξικακία και αγαθότητα ο αοίδιμος Αμμωνάς, ώστε δεν γνώριζε εντελώς τι θα πει κακία. Γι’ αυτό όταν έγινε επίσκοπος τού έφεραν μία κόρη παρθένο, η οποία διαφθάρηκε από κάποιον και έμεινε έγκυος∙ επίσης του έφεραν και αυτόν που την διέφθειρε, οπότε του ζητούσαν να τιμωρήσει και τους δύο. Ο όσιος όμως όχι μόνο δεν τους τιμώρησε, αλλά ούτε καν τους κατέκρινε. Κι ακόμη περισσότερο, αντί να επιτιμήσει τη γυναίκα, σφράγισε δι’ ευλογίας την κοιλιά της και της έδωσε έξι ζευγάρια σεντόνια, λέγοντας μη τυχόν και  πεθάνη κατά τον καιρό της γέννας αυτή ή το παιδί, γι’ αυτό να έχουν σεντόνια ώστε να τη σαβανώσουν.

Άλλοτε πάλι πήγε ο όσιος αυτός σ’ έναν τόπο για να φάει ψωμί, κι εκεί ήταν κάποιος αδελφός μοναχός, για τον οποίο υπήρχε η φήμη ότι πορνεύει με μία γυναίκα. Έτυχε δε να είναι η γυναίκα αυτή εκεί, μέσα στο κελί του μοναχού. Όταν έμαθαν λοιπόν οι ντόπιοι ότι έφθασε ο όσιος εκεί, πήγαν και τον παρακάλεσαν να μπει στο κελί, ώστε μπροστά του να πιαστεί και να ρεζιλευτεί ο μοναχός, κι έτσι να μπορέσουν να τον διώξουν από τον τόπο τους. Ο μοναχός όμως πρόφθασε και έκρυψε τη γυναίκα σ’ ένα πυθάρι, πράγμα που κατάλαβε ο όσιος. Και τι έκανε; Μπήκε στο κελί, πήγε και κάθισε πάνω στο στόμιο του πυθαριού και στη συνέχεια πρόσταξε να ερευνήσουν το κελί για να βρουν τη γυναίκα. Οι κατήγοροι λοιπόν έψαξαν παντού αλλά δεν την βρήκαν. Τότε τους είπε: ο Θεός να σας συγχωρήσει για την κατηγορία που κάνατε κατά του μοναχού, οπότε αφού προσευχήθηκε τούς έκανε όλους να αναχωρήσουν. Έπειτα έπιασε το χέρι του μοναχού και του είπε: Πρόσεχε τον εαυτό σου, αδελφέ. Κι αφού το είπε, έφυγε κι αυτός.

Έλεγε δε ο όσιος αυτός ότι όταν βρισκόταν επί δεκατέσσερα χρόνια στη σκήτη, παρακαλούσε τον Θεό νύκτα και ημέρα να του δώσει τη χάρη να νικήσει το πάθος της οργής».

Ας δούμε τώρα ένα μικρό περιστατικό (κεφ. 4) από τα γραφόμενα του Γεροντικού:

 «Διηγήθηκε κάποιος από τους πατέρες ότι υπήρχε ένας γέρων φιλόπονος στα Κελλία που φορούσε ψαθί. Και πήγε να επισκεφτεί τον αββά Αμμωνά. Ο Γέρων Αμμωνάς τον είδε να φοράει το ψαθί και του λέει: «Το ψαθί σε τίποτε δεν σε ωφελεί». Τον ρώτησε τότε ο γέροντας αυτός: «τρεις λογισμοί με ενοχλούν∙ ή να γυρίζω στις ερήμους ή να πάω σε ξένη χώρα όπου κανείς  δεν με γνωρίζει ή να κλειστώ σε κελί και να μη συναντώ κανέναν, τρώγοντας κάθε δύο ημέρες». Του λέγει ο αββάς Αμμωνάς: «Τίποτε από τα τρία δεν σε συμφέρει να κάνεις, αλλά μάλλον να κάθεσαι στο κελί σου και να τρως λίγο κάθε ημέρα, και να έχεις πάντοτε στην καρδιά σου τον λόγο του τελώνη, και τότε μπορείς να σωθείς».  

Ασκητικός στο έπακρον λοιπόν ο γέροντας των Κελλίων, ταλαιπωρώντας το σώμα του με τη σκληρή ενδυμασία του – ψάθα φορούσε που προφανώς τον έγδερνε – κι όμως μη αναπαυμένος: οι λογισμοί του δεν τον αφήνουν σε ησυχία. Τον σπρώχνουν  σε αύξηση της άσκησής του, γιατί νιώθει ότι δεν κάνει αρκετά για τον «Θεό» του. Και τι σκέφτεται; Να μην έχει ούτε καν κελί ή να ασκήσει την απόλυτη ξενιτεία σε άλλους άγνωστους τόπους ή να επιλέξει τον απόλυτο εγκλεισμό με αύξηση της νηστείας. Δεν θα υποκλινόμασταν σε μία τέτοια μορφή που υπέρκειται πάρα πολύ όχι μόνο των απλών μέτρων των κοσμικών χριστιανών, αλλά και μεγάλων ακόμη ασκητών; Θα μιλάγαμε για έναν μεγάλο ίσως άγιο, του οποίου η ευχή θα μας ήταν πολύτιμη – πολλοί από εμάς τους απλοϊκούς χριστιανούς θα κάναμε τα πάντα προκειμένου να τον συναντήσουμε, παίρνοντας ως φυλακτό και τη σκόνη της πατημασιάς του.

Αλλά αυτά για εμάς, όχι όμως για τον μεγάλο όσιο Αμμωνά. Διότι ο διακριτικός όσιος, ο οποίος είχε το χάρισμα μεταξύ άλλων προφανώς να διακρίνει τα πνεύματα – τι υπάρχει κρυμμένο στην ψυχή του ανθρώπου ώστε να αποτελεί το κίνητρο της ζωής του -, «βλέπει» τον κίνδυνο στον γέροντα που τον επισκέφτηκε και του εμπιστεύτηκε τους λογισμούς του. Ποιον κίνδυνο; Της υπερβολής∙ που θα πει τον κίνδυνο της πλάνης από «τα δεξιά» λεγόμενα όπλα του διαβόλου. Δεν λένε οι άγιοί μας ότι πάντοτε οι υπερβολές είναι του διαβόλου; Αν κάποιον δεν μπορεί να τον ρίξει με τρόπο αρνητικό, να τον απομακρύνει δηλαδή από τον Θεό και την κατά Θεόν άσκησή του, προσπαθεί να τον ρίξει με την υπερβολή στο θεωρούμενο καλό! Ο όσιος Αμμωνάς λοιπόν επισημαίνει αμέσως τον ύπουλο τρόπο δράσης του πονηρού. Και με σεμνό και απλό τρόπο, τον τρόπο της αγάπης, δίνει την απάντηση: Οι «ακρότητες» αυτές δεν σε ωφελούν, γέροντα! Δηλαδή δεν τις ευλογεί ο Θεός. Θα σου κάνουν κακό.  

Ως γνήσιος όμως παιδαγωγός, με γνώση της βαθειάς πνευματικής ζωής, δεν μένει μόνο στην αποτροπή και την άρνηση. Δίνει τη διέξοδο και ανοίγει τα μάτια στον αγωνιστή, αλλά «αδιάκριτο» ασκητή. «Συνέχισε την άσκηση που κάνεις – είναι σαν να του λέει - μ’ έναν μετριοπαθή τρόπο: μένε στο κελί σου, (γιατί το κελί είναι αυτό που ισορροπεί πάντοτε, λένε οι άγιοι, τον μοναχό), τρώγε λίγο κάθε ημέρα, (γιατί ο άνθρωπος έχει και σώμα που τρέφει να του προσφέρει αυτό που είναι αναγκαίο), κυρίως όμως να αγωνίζεσαι στον δρόμο της ταπείνωσης, (γιατί δεν υπάρχει περίπτωση σωτηρίας του ανθρώπου έξω από αυτήν).

Και στην τελευταία συμβουλή του οσίου Αμμωνά βρίσκεται το σημαντικότερο εξ όλων. Διότι σωτηρία σημαίνει ζωντανή σχέση με τον Θεό εν Χριστώ, που σημαίνει ότι ο πιστός πρέπει να αγωνίζεται, χάριτι Θεού πάντοτε άρα με εκκλησιαστικό τρόπο, να βρίσκεται στο ρεύμα ζωής του Χριστού, στο ποτάμι που ξεκινά από Εκείνον για να πάρει στο διάβα του και κάθε έναν που θα θελήσει να είναι μαζί Του. Κι αυτό το ρεύμα του Χριστού έχει το χαρακτηριστικό της αγάπης βεβαίως, αλλά της θεμελιωμένης στο φρόνημά Του που είναι το φρόνημα της ταπείνωσης. «Αυτό να φρονείτε κι εσείς, όπως και ο Χριστός - σημειώνει ο απόστολος Παύλος - ο Οποίος αν και Θεός πήρε μορφή δούλου κι έγινε άνθρωπος. Και τόσο πολύ ταπείνωσε έτσι τον Εαυτό Του, ώστε έγινε υπάκουος στον Θεό μέχρι σημείου θανάτου». Κι είναι αυτό που ο Χριστός μας πάντοτε «ψιθυρίζει» στον κάθε μαθητή Του: «μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾶός εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ». Εκείνο λοιπόν που συνιστά «σημείο» ορθής πορείας που μαγνητίζει τον Θεό στην ύπαρξη του ανθρώπου είναι πρωτίστως η ταπείνωση, η αγία ταπείνωση, κατά τον άγιο Πορφύριο. Η τέλεια μορφή της διαφεύγει από εμάς τους ανθρώπους, γιατί μιλάμε για το μυστήριο του Ίδιου του Τριαδικού Θεού, όμως εκείνο που απαιτείται από εμάς είναι να στρεφόμαστε πάντοτε εκεί που υπάρχει η αγία οσμή της και σταδιακά νά την προσεγγίζουμε.

Προφανώς, ο γέρων ασκητής με τη ζέουσα διάθεση της σχέσης του με τον Θεό άκουσε τον όσιο αββά Αμμωνά. Έκανε υπακοή και σώθηκε, γενόμενος κι αυτός ένας από τους πολλούς αφανείς οσίους της ερήμου. Και πώς ξέρουμε την εξέλιξη αυτή, για την οποία δεν λέει τίποτε το ασκητικό κείμενο; Μα πήγε να ρωτήσει τον όσιο αββά. Δηλαδή έμπρακτα έδειξε ότι έχει ένα ποσοστό ταπείνωσης, γιατί κανείς χωρίς ταπείνωση δεν ρωτάει τους πρεσβυτέρους και τους άλλους πνευματικούς και πιο έμπειρους. Και δεν ρωτάει, γιατί εκείνος «όλα τα ξέρει» και δεν έχει επομένως ανάγκη από καθοδήγηση. Ο καλός όμως γέροντας με το ψαθί είχε ταπεινή καρδιά. Κι ο μέγιστος Αμμωνάς τού έδωσε την κατεύθυνση της πνευματικότερης οδού της χριστιανική πίστεως: την τελωνική κραγυγή «ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» ή αλλιώς «τό ἔχειν ἑαυτόν ὑποκάτω πάσης τῆς κτίσεως». Της οδού που οδηγεί τον άνθρωπο με κάθετο τρόπο στα ύψη του Ουρανού.    

22 Ιανουαρίου 2026

Ο «ΕΝΟΧΛΗΤΙΚΟΣ» ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΑΣ!

Προσπαθούμε συχνά να απαλλαγούμε από την παρουσία ανθρώπων που μας φαίνονται ενοχλητικοί. Διότι ίσως μας έχουν αδικήσει, μας έχουν υβρίσει, μας έχουν κατακρίνει, μας έχουν ελέγξει είτε με τον λόγο τους είτε με τη συμπεριφορά τους. Κι ακόμη διότι, χωρίς προφανή λόγο, η παρουσία τους μας απωθεί. «Δεν μ’ αρέσουν τα μούτρα του» ακούγεται πολλές φορές ως αιτιολογία της ενόχλησής μας για κάποιους συνανθρώπους μας. Υπάρχει, πέραν αυτών,  και η αντιπάθεια προς συνανθρώπους μας, για τον λόγο ότι δεν εκδηλώνονται θετικά απέναντί μας, κρατούν μία στάση λίγο απόμακρη, δεν μας «επαινούν» ή δεν μας «γλύφουν», όταν μάλιστα τους θεωρούμε «υποκάτω» μας. Και γι’ αυτό λοιπόν χαιρόμαστε όταν έρχεται κάποια στιγμή που απαλλασσόμαστε από την παρουσία τους. Αναπνέουμε ελεύθερα, γιατί γλιτώσαμε.

Κι είναι τούτο βεβαίως η πιο τρανή φανέρωση της αθεΐας μας. Της απουσίας του Θεού στη ζωή μας. Της κυριαρχίας του εγωισμού μας, δηλαδή της αμαρτίας μας που μας «παίζει» χωρίς καμία αντίσταση. Στην ουσία μάς «παίζει» ο πονηρός διάβολος που ήδη μας έχει υποτάξει στη δική του δυστυχία, τη δική του ταραχή, τη δική του σκοτεινιά. «Σε ό,τι κανείς έχει ηττηθεί, σ’ αυτό έχει υποδουλωθεί» (απ. Πέτρος). Διότι ποια μεγαλύτερη απόδειξη της δουλείας στον πονηρό υπάρχει από την απουσία της αγάπης; Περίτρανο έλλειμμα αγάπης δεν είναι η εχθρότητα και η αντιπάθεια προς όποιον συνάνθρωπό μας, τον οποίο θεωρούμε ενοχλητικό για τα δεδομένα μας; Ποια η βασική, και η μόνη θα έλεγε κανείς, εντολή του Θεού μας; «Αγαπάτε αλλήλους». Κατά τον τρόπο βεβαίως που έχει καθορίσει ο ερχομός Του στη γη: «Καθώς ηγάπησα υμάς. Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού». Να αγαπάς τον άλλον, αν θέλεις να είσαι χριστιανός, με τη θυσιαστική αγάπη του Ίδιου του Χριστού.

Και ποιος είναι ο άλλος; Ο κάθε συνάνθρωπος, ακόμη και ο εχθρός. Διότι «αγαπάτε τους εχθρούς υμών, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, προσεύχεσθε υπέρ των διωκόντων και επηρεαζόντων υμάς». Κάθε άλλη αγάπη δεν είναι σωτήρια, γιατί συναντάται και στους απίστους και τους αθέους. Οπότε το κρίσιμο σημείο πάνω στο οποίο κρινόμαστε είναι ακριβώς αυτή η αγάπη: προς τον θεωρούμενο εχθρό, προς αυτόν που αποστρεφόμαστε, προς αυτόν που δεν τον χωνεύουμε και η «φάτσα» του δεν μας αρέσει. Εκεί μετράμε τον εαυτό μας. Εκεί βλέπουμε τα πνευματικά μέτρα μας. Κι αν δεν υφίσταται η αγάπη αυτή ή δεν υπάρχει αγώνας αποκτήσεώς της, τότε το έλλειμμα είπαμε είναι τεράστιο. Και καλύπτεται από το σκοτεινό πνεύμα του πονηρού, την ίδια την κόλαση. Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος μας το λέει και με άλλον απόλυτο τρόπο: «Πας ο παραβαίνων και μη μένων εν τη διδαχή του Χριστού, Θεόν ουκ έχει» - δεν κρατάς την αγάπη, είσαι άθεος.

Αλλά υπάρχει και άλλη συνέπεια της απαλλαγής από τον «ενοχλητικό» άλλον – τι χειρότερη άραγε από τη δαιμονική παρουσία; Υπάρχει αυτό που φαίνεται να λειτουργεί ως πνευματικός ψυχολογικός νόμος. Τότε δηλαδή που λες ότι απαλλάχτηκα από τον «αντιπαθητικό» πλησίον μου, γιατί «χάθηκε» από το οπτικό μου πεδίο είτε το επαγγελματικό είτε ακόμη και το οικογενειακό είτε το οποιοδήποτε άλλο, ακριβώς τότε κάνει την εμφάνισή του αυτός υπόγεια και «ύπουλα»! Έρχεται η παρουσία του ως λογισμός που σε κυνηγάει, μπορεί να έρχεται και στα όνειρά σου ως εφιάλτης, έρχεται οπωσδήποτε «επιθετικά» την ώρα που πας να σταθείς στην προσευχή – δεν ησυχάζεις με τίποτε. Διότι εν τέλει αυτός ο άλλος που θέλεις να τον πετάξεις από πάνω σου, είναι ο κρυμμένος Χριστός, είναι ο… άγνωστος εαυτός σου! «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Ο Κάιν θέλησε να απαλλαγεί διαμιάς και ακραία από τον «ενοχλητικό» αδελφό του Άβελ, λόγω ζήλειας, και από κει και πέρα δεν μπορούσε ούτε στιγμή να ησυχάσει. Η «παρουσία» του ήταν πολύ πιο έντονη που κινδύνευε να χάσει τα μυαλά του. «Το αίμα του που τον σκότωσες φωνάζει μέσα από τη γη» του αποκαλύπτει Κύριος ο Θεός του.

Η θεραπεία είναι μονόδρομος και αναφέρθηκε παραπάνω. Η μετάνοιά μας ως επιστροφή προς τον Θεό, δηλαδή ο αγώνας εφαρμογής του αγίου Του θελήματος, της αγάπης. Την ώρα που θα ξεκινήσουμε να βλέπουμε τον συνάνθρωπό μας, και μάλιστα τον «ενοχλητικό και αντιπαθητικό», στο βάθος του, ως τον κρυμμένο Χριστό και τον άγνωστο εαυτό μας, την ώρα συνεπώς που θα κάνουμε χώρο μέσα μας για να τον «χωρέσουμε» ως κάτι δικό μας - συγχώρηση το λέμε – εκείνη την ώρα εξορίζουμε τον πονηρό και πράγματι ελευθερωνόμαστε. Γιατί γινόμαστε άρτιοι και ολόκληροι, καθώς αναδύεται ο εν χάριτι εαυτός μας που μας δόθηκε ως απαρχή στο άγιο βάπτισμά μας. Αυτό είπε και ο Δημιουργός στον Κάιν: «μετανόησε και ξεκίνα να κάνεις το καλό, οπότε θα βρεις και πάλι τη χαμένη χαρά σου»!

20 Ιανουαρίου 2026

ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

«Είπε ο μακαριστός μεγάλος αγιορείτης Γέρων Γεώργιος Γρηγοριάτης (Καψάνης): “Κριτήριο γνήσιας χριστιανικής πίστης είναι για εμάς τους ορθοδόξους η στάση απέναντι στην Υπεραγία Θεοτόκο. Οι ετερόδοξοι είτε την αναβιβάζουν σε επίπεδο θεότητος είτε την υποβαθμίζουν θεωρώντας την μία απλή γυναίκα όπως όλες τις άλλες”. Σε ερώτηση δε κάποιου προσκυνητή, έλληνα της διασποράς που βρέθηκε στο Άγιον Όρος, πώς εξηγεί την κατάνυξη που βλέπει να ζουν στις προσευχές τους πολλοί ετερόδοξοι, ο μακαριστός Γέρων που είχε ζήσει κι εκείνος τη Διασπορά στην Αμερική απάντησε: οι προσευχές αυτές με τις εξάρσεις τις ψυχοσωματικές δεν χαρακτηρίζονται από το βίωμα της κατανύξεως. Η κατάνυξη είναι αγιοπνευματικό γεγονός που βασίζεται στην ταπείνωση. Αυτό που βλέπει κανείς στους ετεροδόξους αυτούς είναι απλώς ένα συναίσθημα”».

Για τον μεγάλο μακαριστό Γέροντα Γεώργιο, καθηγούμενο της Ι. Μονής Γρηγορίου του Αγίου Όρους, δεν χρειάζεται κανείς να πει πολλά. Όσοι έχουν κάποια σχέση με την εκκλησιαστική ζωή και το Άγιον Όρος γνωρίζουν τη μεγάλη εμβέλειά του που διαπερνούσε όλους σχεδόν τους χώρους, ακόμη και τους εκτός της Εκκλησίας. Διότι πέραν της σπουδαίας θεολογικής και λοιπής κατάρτισής του – πανεπιστημιακός ήταν που τα άφησε όλα για να βρεθεί στο Όρος – διακρινόταν για την ιεραποστολική δράση του όσο ήταν στον κόσμο, μάλιστα στην περιοχή της Νέας Σμύρνης, κυρίως όμως για τη βαθιά πνευματική κατά Χριστόν ζωή του, την οποία αναγνώριζαν μεγάλες μορφές της Ορθοδοξίας σαν τους οσίους Πορφύριο, Παΐσιο, Εφραίμ τον Κατουνακιώτη.

Και χρειάζεται να υπενθυμίζουμε αδιάκοπα το τελευταίο, ότι δηλαδή η καλλιέργεια της πνευματικής ζωής ως κατά Χριστόν ζωής είναι το ζητούμενο και από την όποια θεολογική κατάρτιση και από την οποιαδήποτε ιεραποστολική και λοιπή δράση, διότι χωρίς τον προσανατολισμό αυτόν όλα μένουν μετέωρα και άνευ σημασίας. Εννοούμε ότι η θεολογική μόρφωση και η ιεραποστολική δραστηριότητα δεν καταξιώνονται από μόνες τους στον χώρο της Εκκλησίας˙ καταξιώνονται από τον βαθμό που προάγουν πνευματικά τον θεολόγο και τον ιεραπόστολο, κατά την προτροπή του αποστόλου Παύλου: «είτε εσθίετε είτε πίνετε είτε τι άλλο ποιείτε, πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε». Οπότε η όποια μελέτη και η όποια δράση εκεί κατατείνουν: στο να στρέψουν τον άνθρωπο μέσα στην καρδιά του και με τα όπλα της πίστεως: την προσευχή, την αγάπη, την ταπείνωση, να καθαρίσει το «έδαφός» της ώστε να βρει τόπο καταπαύσεως ο Τριαδικός Θεός μας. Η διακράτηση του Θεού στην ύπαρξή μας δεν συνιστά τον σκοπό; Το «μορφωθήναι Χριστόν εν ημίν»! «Ο Χριστός δεν μακάρισε εκείνον που γνωρίζει κάτι για τον Θεό, αλλά αυτόν που έχει μέσα του τον Θεό» (άγιος Γρηγόριος Νύσσης).

Ο μακαριστός καθηγούμενος Γεώργιος λοιπόν αυτό είχε ως προτεραιότητα της ζωής του, γι’ αυτό και θεωρείτο άνθρωπος φωτισμένος και χαριτωμένος από τον Θεό, του οποίου τη γνώμη σέβονταν οι πάντες. Κι έχουμε την εντύπωση ότι τον φωτισμό και τη χάρη αυτή τα απέκτησε γιατί είχε φρόνημα ταπεινό, που θα πει φρόνημα υπακοής. Κατανύσσεται κανείς και ισορροπεί πνευματικά όταν τον ακούει ή τον διαβάζει για παράδειγμα στις υποθήκες του προς τους μοναχούς και υποτακτικούς του. «Δεν ήρθαμε στο Άγιον Όρος – συνήθιζε να τους λέγει – για να πάρουμε την «εξουσία» από τους παλαιοτέρους καλογέρους που βρήκαμε στο μοναστήρι. Το αντίθετο: ήρθαμε να κάνουμε υπακοή, έστω κι αν είμαστε τώρα εμείς στα πράγματα. Κι έγνοια μας πρέπει να έχουμε πάντοτε να αναπαύουμε τα γεροντάκια». Τον είχα ακούσει δε και προσωπικά να τονίζει ότι «μπορεί να βρήκαμε από τους παλαιοτέρους κάτι ως παράδοση ακατανόητη για τα δικά μας δεδομένα, όμως δεν το αλλάξαμε, γιατί με την πάροδο του χρόνου ίσως μας αποκαλυφθεί η σημασία του».

Ένας τέτοιος άνθρωπος με τέτοιο φρόνημα υπακοής, δηλαδή με τέτοια ταπείνωση είναι επόμενο να ελκύει τη χάρη του Θεού και μάλιστα πλούσια. Διότι «ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν». Γι’ αυτό και τα πνευματικοπαίδια του, έστω και οι πιο «δύσκολοι» χαρακτήρες, κάμπτονταν μπροστά στη χάρη αυτή και «σιγά σιγά», όπως έλεγε, «η δυσκολία γινόταν ευκολία. Γιατί αδειάζουμε από τον εγωισμό μας, για να γεμίσουμε με Θεό. Όταν ο Θεός βρίσκει εγωισμό μέσα μας δεν έχει χώρο να σταθεί. Λοιπόν παλεύουμε τον εγωισμό να τον μεταποιήσουμε σε φιλοθεΐα και φιλανθρωπία». Και στο σημείο αυτό, του αγώνα μεταστροφής μας, θέση έχουν τα παραπάνω στοιχεία του αποσπάσματος. Διότι χωρίς τη βοήθεια του Κυρίου, συνεπώς χωρίς και τη μεσιτεία των αγίων μελών του σώματός Του, της Εκκλησίας, τίποτε απολύτως δεν μπορούμε να καταφέρουμε. «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» απεκάλυψε το αψευδές στόμα Του, όπως και «ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ, σώσον ημάς».

Για την Εκκλησία μας, η παρουσία της Θεοτόκου στον πνευματικό αγώνα του πιστού είναι μοναδική. Ό,τι εμείς δεν καταφέρνουμε λόγω αδυναμίας, το καταφέρνει Εκείνη που μας βλέπει και μας παρακολουθεί γεμάτη στοργή και αγάπη – οι Παρακλητικοί Κανόνες της αποτελούν επιβεβαίωση απόλυτη της αλήθειας αυτής. Ας θυμηθούμε μεταξύ άπειρων άλλων παρομοίων γεγονότων την επέμβαση της Παναγίας για τη διόρθωση της ζωής του νεαρού Συμεών, μετέπειτα οσίου Σιλουανού του Αθωνίτου. Εκείνη επέβλεψε πάνω του και συνετίστηκε. Κι αργότερα, μέσω Εκείνης του δόθηκε το χάρισμα της αδιάκοπης καρδιακής προσευχής. Τι προϋποθέτει όμως τούτο; Την ορθή θέση και πίστη προς την Παναγία Μητέρα του Κυρίου. Χωρίς η Παναγία να είναι «θεά», όμως λόγω της προσφερθείσας και προσφερομένης σ’ αυτήν αέναα χάρης του Υιού και Θεού της, καθίσταται κατά την υμνολογία της Εκκλησίας μας «θεός μετά Θεόν». Με την έννοια ότι υπήρξε η Θεοτόκος. Η Μοναδική που γέννησε ως άνθρωπο τον Υιό του Θεού. Κι αυτό είναι αναντικατάστατο και κατοχυρωμένο και δογματικά (Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος). Η συμβολή επ’ αυτού του μεγάλου Πατέρα και Οικουμενικού Διδασκάλου αγίου Κυρίλλου αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας είναι πολύ σημαντική. Οπότε, η ορθή θεώρηση της Παναγίας φανερώνει και την ορθή πίστη προς τον Κύριο Ιησού Χριστό. Αν η πίστη προς την Παναγία χωλαίνει, χωλαίνει ταυτοχρόνως και η πίστη προς τον Κύριό μας. Χριστός και Παναγία «συνθεωρούνται». Κριτήριο λοιπόν κατά τον σοφό Γέροντα Γεώργιο ορθοδοξίας  η στάση έναντι της Παναγίας.

Αλλά τούτο, όπως και τα άλλα σημεία της χριστιανικής πίστεως, έχουν νόημα, όπως είπαμε, για εκείνον που αγωνίζεται τον καλόν αγώνα της κατά Χριστόν ζωής˙ που η ορθοδοξία γίνεται ορθοπραξία. Ο άγιος Ιωάννης ο  Θεολόγος το λέει με τρόπο αναμφισβήτητο. «Πας ο παραβαίνων και μη μένων εν τη διδαχή του Χριστού, Θεόν ουκ έχει. Ο μένων εν τη διδαχή του Χριστού ούτος και τον Πατέρα και τον Υιόν έχει» (Β΄ Καθ. επ.). Ποιος μπορεί μετά από τέτοιον λόγο «καταπέλτη» να πει ότι είναι χριστιανός χωρίς να καταβάλλει το μέγιστο των δυνάμεών του; Χωρίς να ζει με την «ένταση» που ζητάει και ο άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ; Η ένταση όμως αυτή που συνιστά τη στροφή του ανθρώπου μέσα στην καρδιά του για να την καθαρίσει το Πνεύμα του Θεού ονομάζεται αλλιώς μετάνοια, με τα συνοδευτικά στοιχεία της που είναι η αδιάλειπτη προσευχή, τα δάκρυα, η αυτομεμψία, η έλλειψη της κατάκρισης, η συγχωρητικότητα, η ταπείνωση – ό,τι φανερώνει την ατμόσφαιρα και το βίωμα της κατανύξεως, η οποία δεν έχει καμία σχέση όντως με καταστάσεις που προκαλούν απλώς το συναίσθημα του ανθρώπου. Με το συναίσθημα βρισκόμαστε σε ανθρώπινο απλώς επίπεδο, αποδεκτό ασφαλώς και ίσως χαλαρωτικό, αλλ’ όχι σωτήριο – ο άνθρωπος περιδινίζεται τελικώς μέσα στα πάθη του. Με την κατάνυξη βρισκόμαστε σε χαρισματικό επίπεδο – η χάρη του Θεού είναι αυτή που έχει την πρωτοβουλία και βαθαίνει το πνεύμα του ανθρώπου, οδηγώντας τον σε άμεση και προσωπική κοινωνία με τον Χριστό. Η διαφορά καταλαβαίνουμε είναι τεράστια.  

19 Ιανουαρίου 2026

ΟΛΟΣ ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΑΙ ΜΑΤΙΑ!

«Η ψυχή που αξιώθηκε να ενωθεί πνευματικά με το φως του Χριστού και φωτίστηκε από την ηθική ωραιότητα της απερίγραπτης δόξας Του, αφού την ετοίμασε για τον εαυτό του για θρόνο και κατοικία, γίνεται ολόκληρη φως και ολόκληρη πρόσωπο και ολόκληρη μάτι∙ και δεν υπάρχει κανένα μέρος αυτής της ψυχής που να μην είναι γεμάτο από τα πνευματικά μάτια του φωτός, δηλαδή κανένα μέρος της δεν είναι σκοτεινό, αλλ’  ολόκληρη αφού έγινε φως και πνεύμα και όλη αφού γέμισε μάτια, δεν υπάρχει μέρος σ’ αυτή που να χαρακτηρίζεται κάτω ή πίσω, αλλά από παντού είναι πρόσωπο, διότι έχει έρθει και έχει καθίσει πάνω σ’ αυτήν η απερίγραπτη ηθική ωραιότητα της δόξας του φωτός του Χριστού» (Όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, ομιλία α΄).

Δεν είναι μόνον ο Χριστός το Φως του κόσμου, κατά την αποκάλυψη του Ίδιου. Φως γίνεται και κάθε άνθρωπος, ως δεύτερο φως, όταν ενωθεί με την πηγή του, τον Κύριο Ιησού Χριστό. Το είπε απερίφραστα: «Εγώ ειμι το φως του κόσμου. Ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήσει εν τη σκοτία αλλ’ έξει το φως της ζωής». Ακολουθείς δηλαδή το Φως; Γίνεσαι και εσύ φως που το νιώθεις στην ύπαρξή σου ως την ίδια τη ζωή. Διότι Φως και Ζωή είναι ένα και το αυτό - ο Κύριος. «Εγώ ειμι η οδός, η αλήθεια και η ζωή». «Εγώ ειμι η Ζωή και η Ανάστασις». Οπότε, αφότου ο Κύριος εισήλθε στον κόσμο και ως άνθρωπος, «τα πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε, η γη και τα καταχθόνια». Εν Χριστώ το μόνο που υφίσταται είναι το φως – το τρισήλιον φως της άκτιστης Θεότητας. «Φως ο Πατήρ, φως ο Υιός, φως και το άγιον Πνεύμα».

Και πρέπει να διευκρινίσουμε ότι το φως του Χριστού που γίνεται φως και των ανθρώπων και λάμπει σε όλη τη δημιουργία, είναι η άκτιστη ενέργειά Του, ενέργεια όλου του Τριαδικού Θεού στην πραγματικότητα αφού είναι κοινή η ενέργεια στη Θεότητα – αλλιώς φως και δόξα και ζωή - που θα πει ότι είναι «πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης Αυτού» κατά την όραση του προφήτη Ησαῒου, χωρίς να υπάρχει σύγχυση με τη φύση ή την ουσία του Θεού – δεν υπάρχει κανένας πανθεϊσμός στη χριστιανική πίστη. Λοιπόν, «εν τω Χριστώ τω Θεώ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν» και η πανταχού παρουσία Του και η ενέργειά Του αγκαλιάζει τους πάντες και τα πάντα μεταδίδοντάς τους τη ζωή και την αγάπη Του – ζωή και φως και οτιδήποτε άλλο δεν υφίσταται εκτός του Θεού∙ χωρίς Αυτόν τα πάντα είναι ανύπαρκτα, είναι κυριολεκτικά ένα «μηδέν». «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν». «Ότι παρά Σοί πηγή ζωής, εν τω φωτί Σου οψόμεθα φως».

Κι ακόμη πρέπει να διευκρινίσουμε ότι μιλώντας ο όσιος Μακάριος  για το φως του Χριστού που το δέχεται ο άνθρωπος δεν εννοεί εκείνη την ενέργεια του Θεού που προσφέρεται σε κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο, κατά τον άγιο Ιωάννη τον θεολόγο: «ο Χριστός ήταν το φως το αληθινό που φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο» - κάθε άνθρωπος οπουδήποτε στον κόσμο εφόσον έρχεται στην ύπαρξη είναι «σφραγισμένος» από τον Δημιουργό Χριστό. Αυτό είναι πράγματι φως Χριστού που αντανακλά την κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Εκείνου δημιουργία του ανθρώπου, που όμως πρέπει, μετά την πτώση του στην αμαρτία, να αυξηθεί δραστικά με την πίστη στον Χριστό για να φτάσει να γίνει σωτηριώδες φως για την ύπαρξή του. Με άλλα λόγια, ναι μεν κάθε άνθρωπος έχει φως Χριστού, διότι δεν υφίσταται ζωή χωρίς Εκείνον, όμως δεν είναι το φως της θεοποιού ενέργειάς Του ώστε να μπορεί να έχει μία ζωντανή αληθινή σχέση μαζί Του. Για να υπάρξει αυτό το σωτηριώδες φως απαιτείται η πίστη σ’ Εκείνον διά της εντάξεως στο σώμα Του με το βάπτισμα και την εν γένει εκκλησιαστική ζωή. Έτσι ο χριστιανός μόνο μπορεί ως μέλος πια Χριστού να δει Θεού πρόσωπο και να είναι φωτισμένος από την «ηθική ωραιότητα της απερίγραπτης δόξας Του».

Φως λοιπόν ο Χριστός, φως δεύτερο και ο κάθε εν επιγνώσει χριστιανός, ο οποίος ζει στην ύπαρξή του, την ψυχή και το σώμα του, το φως αυτό με τέτοιον τρόπο, που γίνεται, κατά τον λόγο του οσίου Μακαρίου, «όλος πρόσωπο και όλος μάτια» χωρίς να υφίσταται σ’ αυτόν οτιδήποτε σκοτεινό. Κι είναι ευνόητο ότι ο μέγας όσιος αναφέρεται στον «τέλειο» χριστιανό, εκείνον που με τη διαρκή πνευματική του άσκηση έχει φτάσει στο σημείο της πλήρους, κατ’ άνθρωπο, ψυχικής καθαρότητας, ζει δηλαδή αυτό που ο Κύριος μακάρισε: «μακάριοι οι καθαροί στην καρδιά, γιατί αυτοί θα δουν τον Θεό». Πώς το λέει με τον δικό του τρόπο  ο άγιος; Ο πιστός γίνεται φωτισμένος όταν «έχει ετοιμάσει την ψυχή του για θρόνο και κατοικία του Χριστού». Η ετοιμασία της ψυχής ως κάθαρσή της από οποιαδήποτε κηλίδα που εμποδίζει την ανάκλαση του φωτός του Χριστού είναι ο αγώνας της για τήρηση των αγίων εντολών Εκείνου. Όσο προσανατολίζεται κανείς και στρέφει την ύπαρξή του στον λόγο του Χριστού κάνοντάς τον πράξη, τόσο και καθαρίζει το κάτοπτρο της ψυχής για να αστράψει μέσα της το φως και η δόξα του Κυρίου της.

Από την άποψη αυτή όλα τα ψυχολογικά και λοιπά προβλήματα του ανθρώπου εξαφανίζονται. Διότι όλα αυτά πηγή έχουν τη σκοτεινιά της ψυχής από την ύπαρξη και τη λειτουργία των παθών μέσα της. Η έλλειψη του φωτός του Χριστού στον άνθρωπο προκαλεί όλες τις δυσλειτουργίες σ’ αυτόν, γι’ αυτό και είναι μονόδρομος η απόκτηση της ψυχικής υγείας του και η πλήρης αποθεραπεία του: η στροφή προς τον Χριστό. Απλώς τούτο γίνεται σταδιακά, σιγά σιγά, στον βαθμό που ο πιστός εφαρμόζει στη ζωή του, όπως είπαμε, το θέλημα του Θεού. Κι είμαστε ευγνώμονες στον μεγάλο Μακάριο, γιατί με τον εμπνευσμένο λόγο του δίνει το στίγμα της πορείας μας, υποδεικνύοντάς μας την τελειότητα: την ολοφώτεινη εν Χριστώ ύπαρξή μας, τη γεμάτη μάτια από το φως και το πνεύμα Χριστού – ο χριστιανός, ένας άλλος Χριστός μέσα στον κόσμο!

18 Ιανουαρίου 2026

ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ

Είναι γνωστά τα λόγια του Κυρίου Ιησού Χριστού σχετικά με τα κλειδιά που θα έδινε στον απόστολο Πέτρο: «Και δώσω σοι τας κλεις της Βασιλείας των Ουρανών». Παραθέτουμε το κείμενο σε νεοελληνική απόδοση μέσα στην όλη συνάφειά του: «Όταν ήρθε ο Ιησούς στα μέρη της Καισάρειας του Φιλίππου, ρώτησε τους μαθητές του: “Ποιος λένε οι άνθρωποι πως είναι ο Υιός του ανθρώπου;” Αυτοί απάντησαν: “Άλλοι λένε πως είναι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, άλλοι ο Ηλίας, άλλοι ο Ιερεμίας ή ένας από τους προφήτες”. “Εσείς, ποιος λέτε πως είμαι;” τους λέει. Ο Σίμων Πέτρος απάντησε: “Εσύ είσαι ο Μεσσίας, ο Υιός του αληθινού Θεού”. Τότε ο Ιησούς του αποκρίθηκε: “Μακάριος είσαι, Σίμων, γιε του Ιωνά, γιατί αυτό δεν σου το αποκάλυψε άνθρωπος, αλλά ο ουράνιος Πατέρας μου. Κι εγώ λέω σ’ εσένα πως εσύ είσαι ο Πέτρος, και πάνω σ’ αυτήν την πέτρα θα οικοδομήσω την εκκλησία μου, και δεν θα την κατανικήσουν οι δυνάμεις του άδη. Θα σου δώσω τα κλειδιά που ανοίγουν την πόρτα της βασιλείας  των ουρανών, και ό,τι κρατήσεις ασυγχώρητο στη γη, θα είναι ασυγχώρητο και στους ουρανούς˙ και ό,τι συγχωρήσεις στη γη, θα είναι συγχωρημένο και στους ουρανούς”» (Ματθ. 16, 13-19).

Τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών υπήρξαν βεβαίως αντικείμενο σχολιασμού από πολλούς πατέρες της Εκκλησίας μας, οι οποίοι στο σύνολό τους σχεδόν είδαν ότι επρόκειτο για τη διδασκαλία του Ευαγγελίου που ανέλαβαν οι Απόστολοι στα πέρατα της οικουμένης, όπως και στη διαχείριση των μυστηρίων που τους ανέθεσε – ανοίγεται η Βασιλεία του Θεού στον πιστό που θα πιστέψει στον λόγο του Ευαγγελίου μετέχοντας στα μυστήρια της Εκκλησίας ως σώματος του Χριστού. Κι αναφερόμαστε σε όλους τους Αποστόλους, διότι ο Κύριος στην παραπάνω συνάφεια απευθύνθηκε στον απόστολό Του Πέτρο, μετά την Ανάστασή Του όμως όταν επρόκειτο να αναληφθεί, την εξουσία αυτή, και μάλιστα του «δεσμείν και αφιέναι τας αμαρτίας» την έδωσε σε όλους τους αποστόλους, οι οποίοι με φωτισμό του αγίου Πνεύματος την παρέδωσαν και στους διαδόχους τους επισκόπους και εν γένει τους ιερείς.

Πιο συγκεκριμένα μάλιστα η ορθόδοξη παράδοση είδε αυτά τα «κλειδιά» σε σχέση με την ομολογία του Πέτρου που προηγήθηκε των συγκεκριμένων λόγων του Κυρίου για «τας κλεις της βασιλείας». Τι ομολόγησε ο απόστολος Πέτρος; Ότι ο Χριστός είναι ο Μεσσίας, ο Υιός του αληθινού Θεού. Αυτή λοιπόν η ομολογία, η πίστη ότι ο Χριστός είναι το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Υιός και Λόγος του Θεού που έγινε άνθρωπος «δι’ ημάς τους ανθρώπους και διά την ημετέραν σωτηρίαν», απετέλεσε και αποτελεί και θ’ αποτελεί εσαεί την κρηπίδα της χριστιανικής πίστεως, το κριτήριο της εντάξεως ή όχι κάποιου στη Βασιλεία του Θεού, δηλαδή της αληθινής και θετικής σχέσεως του ανθρώπου με τον Χριστό και όλον τον Τριαδικό Θεό. Πάνω στην ομολογία αυτή κρίθηκε πάντοτε η αλήθεια από το ψεύδος, όπως το εξέφρασε με απόλυτο και μοναδικό τρόπο εν Πνεύματι ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος στην Α΄ Καθολική επιστολή του: «Παν πνεύμα ο ομολογεί Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα, εκ του Θεού εστιν. Και παν πνεύμα ο μη ομολογεί τον Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα εκ του Θεού ούκ εστιν». Δεν δέχεται κανείς την αλήθεια αυτή; Δεν έχει πνεύμα Θεού και χαρακτηρίζεται από τον απόστολο «αντίχριστος». Κι είναι ευνόητο βεβαίως με βάση τον λόγο του Θεού ότι δεν μιλάμε για μία «ψιλή» και ιδεολογική αποδοχή της πίστεως στον Χριστό, αλλά για την πίστη που κινητοποιεί όλη την ύπαρξη του ανθρώπου και τον καθιστά «κατοικητήριον» όντως του Αγίου Πνεύματος και μία συνέχεια του Χριστού στον κόσμο – ό,τι επισημαίνουμε σε όλους τους αγίους της Εκκλησίας.

Πέραν τούτων όμως: έρχεται η υμνολογία της Εκκλησίας, κάθε φορά που δίνεται αφορμή για να μιλήσει για τον απόστολο Πέτρο, όπως με την εορτή της προσκυνήσεως της τιμίας αλύσεώς του (16 Ιανουαρίου), για να προσθέσει και μία ακόμη διάσταση ερμηνευτική της «κλειδουχίας» του Πέτρου και των άλλων   Αποστόλων. Κι αξίζει να παραθέσει κανείς τον συγκεκριμένο ύμνο από τους αίνους της εορτής: «Πρεσβείαις σου ως θείαις κλεισί, Πανεύφημε, ευτρέπισον ουρανίους τας εισόδους και ημίν, τας πύλας διανοίξας, ως έχων παρρησίαν τοις κορυφαίόν σε δοξάζουσι» (Πανεύφημε Πέτρε, με τις πρεσβείες σου σαν θεϊκά κλειδιά, ετοίμασε και για εμάς που σε δοξολογούμε ως κορυφαίο απόστολο, τις ουράνιες εισόδους, ανοίγοντάς μας τις πύλες, γιατί έχεις παρρησία στον Κύριο).

Για τον άγιο υμνογράφο δηλαδή ως στόμα της Εκκλησίας η προσευχή, όταν είναι αληθινή, όπως του αποστόλου Πέτρου, πράγματι λειτουργεί ως κλειδί που ανοίγει τον Παράδεισο, ανοίγει δηλαδή την αγκαλιά του Θεού απέναντί μας. Κι αυτό σημαίνει ότι αφενός οι άγιοί μας με τις μεσιτείες τους μας ωθούν να εισέλθουμε μαζί τους στη Βασιλεία του Θεού, διότι «πολύ ισχύει δέησις δικαίου» - ας θυμηθούμε πόσες φορές οι ύμνοι της Εκκλησίας τονίζουν για τους αγίους ότι αυτοί κρατούν την οικουμένη όλη, που θα πει τη βοηθούν για να βρει τον αληθινό της προορισμό που είναι η γνήσια μετάνοια ως αδιάκοπη πορεία προς τον Θεό – αφετέρου η δική μας, του καθενός, προσευχή όταν γίνεται με πόνο και εν καρδία, δημιουργεί τις συνθήκες για να ανοιχτεί η κλεισμένη θύρα της βαθειάς καρδιάς μας, εκεί που κατά τον Κύριο είναι «η βασιλεία του Θεού».

Οπότε, η ερμηνεία αυτή που εξίσου τονίζεται από την πατερική παράδοση, καθιστά τον κάθε πιστό υπεύθυνο «κλειδούχο». Δεν είναι μόνο οι απόστολοι, αλλά και κάθε πιστός, «κλειδοκράτορας». Γιατί η προσευχή, όπως μας καθοδηγεί ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, «ως συνουσία και ένωση του ανθρώπου με τον Θεό, είναι σύσταση και διατήρηση του κόσμου, συμφιλίωση με τον Θεό, μητέρα των δακρύων καθώς επίσης και θυγατέρα, συγχώρηση των αμαρτημάτων, γέφυρα που σώζει από τους πειρασμούς, τοίχος που μας προστατεύει από τις θλίψεις, συντριβή των πολέμων, έργο των αγγέλων, τροφή όλων των ασωμάτων, η μελλοντική ευφροσύνη, εργασία που δεν τελειώνει, αφανής πρόοδος, τροφή της ψυχής, φωτισμός του νου, πέλεκυς που κτυπά την απόγνωση, απόδειξη της ελπίδας, διάλυση της λύπης, πλούτος των μοναχών, θησαυρός των ησυχαστών, μείωση του θυμού, καθρέπτης της πνευματικής προόδους, φανέρωση των μέτρων, δήλωση της πνευματικής καταστάσεως, σημάδι της πνευματικής δόξας που έχει κανείς».

17 Ιανουαρίου 2026

Η ΟΡΑΣΗ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΑΝΤΩΝΙΟ

«Ενοικούντά σοι έχων τον τα πάντα βλέποντα Θεόν μακάριον, εκδιδάσκοντά σε και φωτίζοντα και συνετίζοντα, των ψυχών, τρισμάκαρ, των καθαρών και μακαρίων τας ανόδους οράν κατηξίωσαι» (ωδή ε΄ όρθρου αγίου Αντωνίου).

(Τρισμακάριε Αντώνιε, έχοντας ένοικο της ψυχής σου τον μακάριο Θεό που βλέπει τα πάντα να σε διδάσκει, να σε φωτίζει και να σε συνετίζει, αξιώθηκες να βλέπεις τις ανόδους προς τον Θεό των καθαρών και μακαρίων ψυχών).

Ο άγιος υμνογράφος της Εκκλησίας μας Θεοφάνης εξηγεί με τις βαθιές  πνευματικές του προϋποθέσεις αυτό που συνέβαινε στον όσιο μέγα Αντώνιο: να βλέπει τις ψυχές των ανθρώπων, όχι μόνο ενόσω ζούσαν, ως διορατικός που ήταν, αλλά και την ώρα που έβγαιναν οι ψυχές από το σώμα τους - γινόταν χάριτι Κυρίου μέτοχος της μυστηριακής ώρας που η ψυχή χωρίζεται από το σώμα! Και ποια η συμβολή του αγίου ποιητή εν προκειμένω; Δεν πρόκειται, σημειώνει, για κάποια φυσική ιδιότητα «περίεργη» που είχε ο ψυχισμός του οσίου Αντωνίου κι ούτε για κάτι που απέκτησε ως ανάπτυξη των δεξιοτήτων του μετά από τα πολλά χρόνια της ασκητικής του διαγωγής, αλλά για την όντως  χαρισματική εκ Θεού πραγματικότητα που ζούσε ευρισκόμενος σε διαρκή επικοινωνία και σχέση με τον Ιησού Χριστό ως μέλος Εκείνου.

 Όλοι οι χριστιανοί βεβαίως ως μέλη Χριστού έχουμε, καλύτερα: μπορούμε  να έχουμε, μία άμεση προσωπική σχέση μ’ Εκείνον, αλλά τις περισσότερες φορές επειδή δεν ζούμε με την πνευματική ένταση που πρέπει, το «εξ όλης της ψυχής, της καρδίας, της διανοίας, της ισχύος» που ζητά ο Κύριος, δεν γνωρίζουμε τον Θεό μας, η σχέση μας κινείται σε πολύ αναιμικά και «επιδερμικά» επίπεδα. Ο άγιος Αντώνιος όμως είχε καταθέσει πλήρως τον εαυτό του στον Κύριο. Οι εντολές Εκείνου, μέσα στις οποίες κρύβεται ο Ίδιος όπως έχει αποκαλύψει, ήταν η αέναη επιδίωξή του, ο σφοδρός πόθος της καρδιάς του, γι’ αυτό και ο Κύριος σαρκωνόταν μέσα του κάνοντάς τον μία δική Του επέκταση, γινόταν δηλαδή ο άγιος ένας άλλος Χριστός επί της γης. Στο πρόσωπο του μεγάλου οσίου φανερωνόταν η ίδια η Βασιλεία του Θεού, μία «ουράνωση» της γης συνιστούσε η βιοτή του, γι’ αυτό και «ουράνιος άνθρωπος και επίγειος άγγελος» χαρακτηρίζεται.

Λοιπόν τηρώντας το άγιο θέλημα του Θεού βίωνε εν αισθήσει ό,τι ο Κύριος έχει επαγγελθεί: να ζει ο πιστός μέσα σ’ Εκείνον και Εκείνος μέσα στον πιστό Του. «Αυτός που με αγαπάει τηρεί τις εντολές μου και θα δει ότι ο Πατέρας θα τον αγαπήσει κι εγώ θα τον αγαπήσει και θα του φανερωθώ μέσα του – «μονήν παρ’ αυτώ ποιήσομεν». Ο άγιος Ιωάννης Θεολόγος το σημειώνει με τον δικό του τρόπο: «Ο τηρών τας εντολάς του Θεού εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν Αυτώ» - μία διαρκής θεία κοινωνία για τον τηρούντα τον λόγο Του. Ο Χριστός λοιπόν γίνεται ένοικος της ψυχής του εν χάριτι ευρισκομένου αυτού ανθρώπου, κατά το αγιογραφικό εξίσου «ενοικήσω εν αυτοίς και εμπεριπατήσω και έσομαι αυτών Θεός και αυτοί έσονταί μοι λαός». Ο ένοικος όμως Αυτός είναι ο παντοδύναμος και παντοκράτωρ Θεός, Αυτός που είναι ο Δημιουργός, ο Συντηρητής, ο Προνοητής, ο Κυβερνήτης των πάντων, για τον Οποίο «ουκ έστιν κτίσις αφανής», διότι «πάντα γυμνά και τετραχηλισμένα τοις οφθαλμοίς Αυτού». Οπότε, κατά την κρίση του Κυρίου που γνωρίζει τα μέτρα του καθενός, σ’ έναν τέτοιο άνθρωπο, άγιο που ζει τη μεγάλη αυτή χάρη, μπορεί Εκείνος να του διανοίγει τους οφθαλμούς και να τον φέρει σ’ επαφή με ό,τι ο Ίδιος φέρει: με τα σύμπαντα, το παρελθόν, το κάθε παρόν, το μέλλον, τις ψυχές των ανθρώπων, όλη τη φύση. «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας»!

Ο άγιος Αντώνιος από την άποψη αυτή ήταν κι ένα είδος Παναγίας: «βαστούσε Αυτόν που βαστάζει τα πάντα», η «διαπλάτυνση» της ύπαρξής του ήταν τέτοια που η ανθρώπινη νόηση αδυνατεί έστω και να υποψιαστεί, μας δίνει δε το δικαίωμα να κατανοήσουμε εν πίστει και τα παράδοξα και «περίεργα» που βίωναν και άλλοι, πολλοί, άγιοι παλαιότεροι και νεώτεροι, όπως ο σύγχρονος  άγιος Πορφύριος που απεκάλυπτε σε κάποιες στιγμές της ζωής του ότι ο Κύριος του ανοίγει «δρόμους» και «γνώσεις» στο σύμπαν όλο, στο παρελθόν, στο μέλλον, καταστάσεις δηλαδή που εκφεύγουν των ορίων και των πιο «χαρισματικών» θεωρουμένων ανθρώπων. Κι αυτό γιατί; Διότι όλοι αυτοί οι άγιοι, με πρώτο ή από τους πρώτους τον άγιο μέγα Αντώνιο, χαρακτηρίζονταν καθώς είπαμε από τη διάθεση να είναι με τον Κύριο με τον τρόπο του Κυρίου: την αγάπη και κυρίως την ταπείνωση.    

13 Ιανουαρίου 2026

ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΗ... ΣΥΝΗΘΕΙΑ!

«Μη συνηθίζεις να ηττάσαι στον πνευματικό πόλεμο, γιατί η συνήθεια γίνεται δεύτερη φύση στον άνθρωπο» (όσιος Εφραίμ ο Σύρος).

Μία βαθειά ψυχολογική αλλά και πνευματική παρατήρηση κάνει με τη φράση του ο μέγας όσιος Πατήρ Εφραίμ ο Σύρος. Μία παρατήρηση που την αλήθεια της τη διαπιστώνουμε όλοι στην καθημερινότητά μας: ποιος αμφιβάλλει για τη δύναμη της συνήθειας; Ό,τι κάναμε μία φορά και το επαναλάβαμε έπειτα, είναι δύσκολο να το σταματήσουμε. Τόσο που η επανάληψή του που μας έγινε συνήθεια καταστάθηκε τελικώς δεύτερη φύση μας – η προσπάθεια να σταματήσουμε μία συνήθειά μας βιώνεται συχνά ως... ξεριζωμός! Κι εδώ αναδεικνύεται η σημασία της συνήθειας στον πνευματικό πόλεμο, τον αγώνα δηλαδή του πιστού ανθρώπου να πορεύεται κατά το θέλημα του Θεού και όχι κατά το δικό του αμαρτωλό θέλημα: αν ο πιστός είναι χαλαρωμένος πνευματικά και ηττάται διαρκώς ή πολύ συχνά στη χριστιανική του πορεία – δεν μιλάμε για μία ήττα περιστασιακή που υφίσταται σε όλους και έχει γρήγορη μετάνοια -, τότε δυστυχώς η συνήθεια της ήττας του τον κάνει να βρίσκεται σχεδόν μόνιμα σε αντίθεση προς τον Θεό, που θα πει ότι τα πάθη και οι αδυναμίες του τον έχουν υποδουλώσει, όπως το δηλώνει και ο λόγος του αποστόλου: «σε ό,τι κανείς έχει ηττηθεί, σ’ αυτό και έχει υποδουλωθεί». Συμβαίνει κάτι παρόμοιο με το ξερίζωμα ενός φυτού: όσο είναι μικρό εύκολα ξεριζώνεται, όσο βγάζει ρίζες βαθειές και μεγαλώνει, τα πράγματα δυσκολεύουν μέχρι πλήρους αδυναμίας. Οπότε καταλαβαίνει κανείς την αξία του λόγου του οσίου Εφραίμ: μη συνηθίζεις την πτώση στην αμαρτία σου, γιατί όταν θελήσεις να την ξεπεράσεις θα δυσκολευτείς απεριόριστα – είναι σαν να πολεμάς πια τον βαθύτερο εαυτό σου!

Από την άλλη όμως υπάρχει το θετικό στοιχείο: όταν κανείς επιμένει στο θέλημα του Θεού, έστω και διά της βίας, τότε η συνήθεια της επιμονής και της υπομονής του αυτής τον κάνει να νικά τον εαυτό του, οπότε η πνευματική του ζωή γίνεται διαρκώς και ευκολότερη. Μπορεί ο πονηρός διάβολος, κατά θεία παραχώρηση, να πολεμά περισσότερο έναν τέτοιο χριστιανό, όμως και η χάρη του Θεού τον ενισχύει αντιστοίχως, συνεπικουρούμενη από την αυτοκυριαρχία πια του χριστιανού – η συνήθεια της θετικής προς τον Θεό πορείας του καθιστά τη χριστιανοσύνη του πορεία από δόξης εις δόξαν, μία άνοδο δηλαδή χωρίς σταματημό.

Κι ένα στοιχείο που συντελεί στην αδιάκοπη καλή συνήθεια του «γενηθήτω το θέλημά Σου» και όχι στην επιπόλαιη χαλαρή αντιμετώπιση της πνευματικής ζωής είναι η υπενθύμιση ότι στην πνευματική αυτή ζωή διαλείμματα και στάσεις δεν υπάρχουν – ή προχωρεί κανείς μαζί με τον Χριστό ή Τον εγκαταλείπει και αρχινά την κατακρύλα ως δέσμιος του πονηρού. Ο λόγος του Ίδιου ακούγεται με τον πιο ηχηρό τρόπο και επιβεβαιώνεται καθημερινά από κάθε πιστό: «όποιος δεν είναι μαζί Μου είναι εναντίον Μου και όποιος δεν μαζεύει μαζί Μου σκορπίζει».

 Και το παρήγορο βεβαίως στοιχείο: ακόμη και στη μεγαλύτερη κακή συνήθεια υπάρχει ελπίδα, όταν ο άνθρωπος μετανοήσει με την καρδιά του. Τότε αν ζητήσει τη βοήθεια του Θεού με πόνο και πόθο, τότε η δύναμη Εκείνου θα επιτελέσει το ακατόρθωτο: ο άνθρωπος θα απεμπλακεί από το κακό στρεφόμενος προς το Αγαθό. Διότι «τα αδύνατα στους ανθρώπους είναι δυνατά στον Θεό».

10 Ιανουαρίου 2026

«ΕΥΡΕΙΝ ΧΑΡΙΝ ΕΝΩΠΙΟΝ ΣΟΥ…»

«Λειτουργούσαμε πριν από αρκετά χρόνια στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου του Αγίου Όρους μαζί με τον μακαριστό καθηγούμενο σοφό Γέροντα της Μονής  Γρηγόριο. Ήταν απόλυτα προσηλωμένος στα τελούμενα, και μάλιστα σε ορισμένα επέμενε και τα επαναλάμβανε πολλές φορές. Όπως στην ευχή της προσκομιδής: καθώς εναποθέσαμε τα άγια σκεύη στην Αγία Τράπεζα μετά τη μεγάλη είσοδο, εκείνος λέγοντας τη συγκεκριμένη ευχή «Κύριε, ο Θεός ο παντοκράτωρ, ο μόνος Άγιος…», στο τελευταίο τμήμα της «Και καταξίωσον ημάς ευρείν χάριν ενώπιόν σου…», άρχισε ψιθυριστά να επαναλαμβάνει αρκετές φορές με μεγάλη συναίσθηση το «ευρείν χάριν ενώπιόν σου».

Για τον μακαριστό Γέροντα Γρηγόριο μπορεί κάποιος που τον γνώρισε να έχει επιφυλάξεις ως προς κάποιες εξάρσεις της συμπεριφοράς του – μπορεί να σου έκανε παρατήρηση, και οξεία μάλιστα, εκεί που δεν το περίμενες ή να σχολίαζε κάποιες συμπεριφορές με απότομο τρόπο – όμως κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει σοβαρά την καθαρότητα των προθέσεών του, την ολοκάρδια πίστη και αγάπη του προς τον Κύριο Ιησού Χριστό και τα θέσμια της Εκκλησίας, την ασκητικότητα και την εργατικότητά του, τη σοφία και τη βαθιά γνώση της πνευματικής ζωής, όλα εκείνα δηλαδή που τον έκαναν να «λειτουργεί» ως αληθινός Γέροντας, δίνοντας πρώτος το παράδειγμα στους αγαπημένους του μοναχούς. Δεν είναι άγνωστο για παράδειγμα το γεγονός ότι συχνά έστελνε τους υποτακτικούς του σε βαριά σωματικά διακονήματα, εφόσον έβλεπε ότι τα αντέχουν, «πάλιν και πολλάκις», ακόμη κι όταν θα έλεγε κανείς δεν «χρειάζονταν», διότι εκείνος ενδιαφερόταν για το πρώτιστο: την καλλιέργεια της πνευματικής τους ζωής, η οποία απαιτεί χωρίς συμβιβασμούς κτύπημα της σαρκολατρείας και της υπερηφάνειας. Να υποτάξουν το σαρκικό φρόνημα στον ηγεμόνα νου, τον υποταγμένο όμως στο θέλημα του Θεού λόγω αγάπης προς Αυτόν ήταν ό,τι οραματιζόταν ο έμπειρος Γέροντας για τον εαυτό του και τα καλογεροπαίδια του – κι αυτό δεν το άλλαζε με τίποτε, έστω κι αν κάποιοι τον παρεξηγούσαν.

Κι ήταν η σοφία του αυτή απόρροια και της δικής του ασκητικής εμπειρίας πολλών χρόνων, είτε ως υποτακτικού είτε ως ηγουμένου, αλλά και της λειτουργικής ζωής που καθημερινά ζούσε και με αυτήν ανέπνεε. Διότι ο μακαριστός ηγούμενος πορεύτηκε κατά Χριστόν αφενός κάτω αρχικά από την εποπτεία των αγαπημένων του Γερόντων  οσίων Αμφιλοχίου Μακρή και Φιλοθέου Ζερβάκου – τον όσιο Αμφιλόχιο μάλιστα είχε ενώπιόν του αδιάκοπα και αισθητά, έχοντας βάλει μία τεράστια αφίσα του στο εσωτερικό της Μονής – αφετέρου κάτω από τη «δοκιμασία» πολλών χρόνων   που ήταν ηγούμενος στη Μονή Μυρτιάς πρώτα στην Αιτωλοακαρνανία, έπειτα στη Μονή Προυσσού και τέλος στο Άγιον Όρος στη Μονή Δοχειαρίου. Εκείνο όμως που έδινε τον «τόνο» στην πορεία του αυτή ήταν η καθημερινή λειτουργική ζωή. Πρώτος ο Γρηγόριος ως λειτουργός στην Αγία Τράπεζα, πρώτος όμως και στην ψαλμωδία των υμνολογημάτων του Μοναστηριού – κι αυτό όσο βεβαίως δεν τον είχαν επισκεφτεί οι πολλές ασθένειές του. Ποιος είχε τη μοναδική εμπειρία να μετάσχει σε ακολουθία της Δοχειαρίου και να μη συγκλονιστεί και να μην αισθανθεί ρίγη συγκινήσεως, ιδίως όταν άκουγε καθημερινά τον Γέροντα στην Παράκληση προς την έφορο της Μονής, την Παναγία Γοργουπήκοο, να ξεκινά πρώτος το κάθε  τροπάριο, με το απήχημα του προηγουμένου ακόμη «ζωντανό», με την ξεχωριστή όντως φωνή του, τη γεμάτη πάθος και ένταση, σαν να μην ήταν η φωνή αλλά η καρδιά του το όχημα των αγιασμένων λόγων του ύμνου!

Λοιπόν η λειτουργική ζωή, η συνυφασμένη με την ένταση της πνευματικής ζωής, ήταν το καθοριστικό στοιχείο της κατά Χριστόν βιοτής του μακαριστού. Και πέραν των άλλων είχαμε την ευκαιρία να το διαπιστώσουμε ιδίοις όμμασι και ωσίν και με το παραπάνω περιστατικό. Διότι τι αποκαλύπτει; Την αίσθηση που αποκόμιζες ότι ο Γέροντας που λειτουργούσε δίπλα σου στεκόταν ενσυνείδητα ενώπιον του Παντοκράτορος Κυρίου με αληθινό φόβο Θεού. Σαν να φαινόταν ανοικτή η καρδιά του κι έβλεπες το πόσο μικρός και «αχρείος δούλος» του Κυρίου αισθάνεται, το πόσο διψά η ψυχή του τη χάρη Του, το πόσο πρέπει να επιμείνει κανείς για να «αποσπάσει» τη χάρη αυτή, καλύτερα: το πόσο πρέπει να βρίσκεται σε αδιάκοπη νήψη και προσοχή, ώστε καθαρός ο νους να δέχεται τα ενεργήματα της ήδη υπάρχουσας χάρης λόγω του «εγκατεστημένου» εκεί Κυρίου από το άγιο βάπτισμα και το άγιο χρίσμα. Κι αυτό σημαίνει ασφαλώς ότι το πρόβλημα στη σχέση με τον Κύριο δεν είναι Εκείνος που είναι η Ίδια η Αγάπη και χαρά Του έχει την παράδοσή Του στον κάθε άνθρωπο, αλλά εμείς οι ταλαίπωροι άνθρωποι, που το θέλημά μας γίνεται «χάλκινο τείχος», για να θυμηθούμε τον αββά του Γεροντικού, που εμποδίζει τη χάρη Του στην ύπαρξή μας.

Και θυμίζει η επιμονή του αγίου μακαριστού ηγουμένου, με την επανάληψη των στίχων της προσευχής, την τακτική πολλών αγίων της Εκκλησίας μας, οι οποίοι ακριβώς εκκινώντας από την ίδια βάση της αμαρτητικής ροπής του ανθρώπου επανελάμβαναν αδιάκοπα τον λόγο του Κυρίου, προκειμένου αυτός να τους διαποτίσει μέχρις ότου παγιωθεί και «κτισθεί» μέσα τους. Σαν την περίπτωση του αγίου Ιωάννου της Κροστάνδης, ο οποίος περιστοιχιζόμενος από πλήθη κόσμου ως συνήθως, κρατούσε ακέραιο τον νου του στη «σκοπιά» του Κυρίου. Πώς; Επαναλαμβάνοντας την εντολή Του: «Ο Χριστός αγάπη εστί». Λοιπόν και ο μακαριστός Γρηγόριος δεν ξεπερνούσε εν στιγμή χρόνου και απνευστί τις ευχές που ο Κύριος μας χάρισε – «ο τας κοινάς ταύτας και συμφώνους ημίν χαρισάμενος προσευχάς» - αλλά όσο του επέτρεπε η ροή της θείας Λειτουργίας παρέμενε σε ό,τι τον προκαλούσε για να ορά τον Κύριο.

Κι αυτό είναι το σημαντικό τελικώς και για εμάς: να μάθουμε ότι η με επίγνωση λειτουργική ζωή είναι το ουσιαστικότερο γεγονός της ζωής μας, αφού πρόκειται για την αισθητή παρουσία του ίδιου του Θεού μας μπροστά στα ανοιγμένα από την πίστη μάτια μας, χωρίς τη συμμετοχή της οποίας ζωή δεν υφίσταται. «Όποιος δεν φάει το σώμα μου και δεν πιει το αίμα μου ζωή μέσα του δεν έχει». Και το κρίσιμο σημείο στην αλήθεια αυτή είναι το «με επίγνωση». Δηλαδή με προσπάθεια τηρήσεως των αγίων εντολών του Κυρίου. Διότι συμμετοχή στη Θεία Ευχαριστία χωρίς ταυτόχρονη βίωση των εντολών Του οδηγεί σίγουρα σε αρνητικό γεγονός. Να μη γίνεται η θεία Ευχαριστία «εις κρίμα ή εις κατάκριμα».