01 Ιουλίου 2022

ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ

 

«Μη στενοχωριέστε, εάν έχετε ελαττώματα κληρονομικά, αλλ’ ούτε και να καμαρώνετε για τις κληρονομικές σας αρετές, διότι ο Θεός θα εξετάσει την εργασία που έκανε ο άνθρωπος στον παλαιό του άνθρωπο» (Π. Μ. Σωτήρχος, Γέρων Παΐσιος, Βίος, Διδαχές, Προφητείες, Θαύματα, εκδ. Παπαδημητρίου, 2009).

Η κληρονομικότητα είναι ένα θέμα που απασχόλησε, απασχολεί και θα απασχολεί μάλλον τον άνθρωπο εσαεί. Και οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, παλαιότεροι και νεότεροι, αλλά πολύ περισσότερο η σύγχρονη ψυχολογία και οι επιστήμες της αγωγής το θεωρούν ως καίριο ζήτημα για την ανάπτυξη του ανθρώπου και το λαμβάνουν πάντοτε σοβαρότατα υπ’ όψιν όταν μιλούν για την επίδραση της αγωγής ιδίως στον νέο άνθρωπο. Η αντίληψη που διατυπώθηκε τους περασμένους αιώνες από κάποιους φιλοσόφους της αγωγής (όπως ο Τζων Λοκ, 17ος αι.), ότι ο άνθρωπος έρχεται στον κόσμο για παράδειγμα ως tabula rasa, ως άγραφος χάρτης, οπότε το πιο καθοριστικό στοιχείο στην ανάπτυξη και την προαγωγή του ανθρώπου είναι η αγωγή που θα δεχτεί, δεν φαίνεται να έχει στη νεότερη εποχή πολλούς οπαδούς και υπερασπιστές. Η ίδια η πραγματικότητα επιβεβαιώνει τη δύναμη της κληρονομικότητας, των γονιδίων που έχει ο άνθρωπος όχι μόνο σωματικά αλλά και ψυχικά.

Εκείνος που συχνά τόνιζε τις κληρονομικές καταβολές αλλά και το πώς η ψυχική κατάσταση ιδίως της μάνας την εποχή της κυοφορίας επιδρά στον ψυχισμό των παιδιών ήταν ο όσιος μέγας Γέρων της εποχής μας Πορφύριος ο καυσοκαλυβίτης. Συχνά έπιανε το χέρι εκείνου που τον πλησίαζε με προβλήματα, κυρίως ψυχολογικά, για να του πει, όταν έκρινε ότι θα τον βοηθούσε, ότι τα προβλήματά του ανάγονται σε κάτι που συνέβη στη μάνα του και τη στενοχώρησε όταν ήταν στον τάδε μήνα της εγκυμοσύνης της σ’ αυτόν ή ακόμη πιο πίσω σε κάτι που σχετιζόταν με τη ζωή των προγόνων του. Η ίδια η Αγία Γραφή είναι εκείνη βεβαίως που σημειώνει μεταξύ άλλων πως «αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα» ή «οι γονείς έφαγαν τα άγουρα και των παιδιών τα δόντια ξίνισαν»! Και ο όσιός μας εν προκειμένω μέγας Παϊσιος δεν λέγει κάτι διαφορετικό. Όχι μόνο στο παραπάνω απόσπασμα αλλά και σε πολλά άλλα λόγια του και γραπτά του τονίζει το πώς αυτό που φέρει ο άνθρωπος λόγω καταβολών από τη γενιά του τον επηρεάζει αλλά και τον «σφραγίζει» κάποιες φορές σε μεγάλο βαθμό. Η κληρονομικότητα είναι μία πραγματικότητα που δεν μπορεί κανείς  να την αρνηθεί και να τη διαγράψει, χωρίς τελικώς να φεύγει από τα όρια της πραγματικότητας.

Παρ’ όλα αυτά όμως! Η χριστιανική πίστη ενώ αποδέχεται την πραγματικότητα αυτή – είναι η αποδοχή της αμαρτίας που λειτουργεί μέσα στον άνθρωπο του κόσμου τούτου  - δεν της προσδίδει απόλυτη και καταλυτική δύναμη. Για τον απλούστατο λόγο ότι ήλθε ο ενανθρωπήσας Θεός, ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο Οποίος προσέλαβε τον άνθρωπο, τον ενσωμάτωσε στον Εαυτό Του διά του αγίου βαπτίσματος και τον έκανε μέλος Του. Ο πιστός στον Χριστό πια δεν κινείται με τις δικές του μόνο δυνάμεις, τις ασθενικές και από τις προσωπικές του αμαρτίες και από τις κληρονομικές καταβολές. Ενδυναμωμένος από τον Κύριο μπορεί να φτάσει στο επίπεδο της παντοδυναμίας Εκείνου, γιατί Αυτός δίνει τη χάρη και την εξουσία αυτή. «Όλα είναι δυνατά σ’ εκείνον που πιστεύει» βεβαιώνει το αψευδές στόμα Του. «Σας δίνω την εξουσία να πατάτε πάνω σε φίδια και σκορπιούς και να νικάτε κάθε επίδραση του πονηρού διαβόλου. Και τίποτε δεν θα είναι αδύνατο για σας». «Είμαι πανίσχυρος με τον Χριστό που με δυναμώνει» βεβαιώνει από την προσωπική του εμπειρία και ο μέγας απόστολος Παύλος.

Οπότε, ναι! Μεγάλη η δύναμη των κληρονομικών καταβολών, αξεπέραστη για πολλούς τους εκτός της πίστεως, όμως όχι για τους συνεπείς χριστιανούς, τους αγωνιζομένους για την αγιότητα. Πολύ περισσότερο όταν γνωρίζει κανείς ότι στην κρίση του Θεού εκείνο που κατεξοχήν θα «μετρήσει» είναι «η εργασία που έκανε ο άνθρωπος στον παλαιό του άνθρωπο». Η εργασία δηλαδή για να ζει χάριτι Θεού την αιώνια ζωή ήδη από τη ζωή αυτή: τον αγώνα μεταστροφής του παλαιού ανθρώπου στον καινό άνθρωπο που έφερε ο Κύριος. Κι ο τρόπος είναι ένας: η τήρηση των αγίων εντολών Εκείνου. Στον βαθμό που ο πιστός δεν «ψωνίζει θάνατο με την αμαρτία του» αλλά κοινωνεί Θεό με την εφαρμογή του αγίου θελήματός Του, ναι, έχει «εξασφαλίσει» τον Παράδεισο ήδη από το εδώ και το τώρα. Γι’ αυτό και οι κληρονομικές καταβολές λειτουργούν, κατά τον άγιο Παΐσιο, ως ασκήσεις για να τον βοηθούν στον αγιασμό του. Ίσως συμβαίνει κάτι παρόμοιο μ’ αυτό που έλεγε για την επιλογή συντρόφου για τον άνδρα και τη γυναίκα. Ένας σύντροφος πιο δύσκολος και προβληματικός, σημείωνε με τον δικό του τρόπο, είναι για τον άλλον η μεγαλύτερη ευκαιρία που του δίνει ο Θεός για να αγιάσει περισσότερο.

Ο χριστιανός λοιπόν δεν επικεντρώνει την προσοχή του στα κληρονομικά του, με την έννοια που είπαμε, (ίσως η υπέρ το δέον αναφορά αυτή να υποκρύπτει μία πνευματική τεμπελιά προς δικαιολόγηση του εαυτού), αλλά στον αγώνα που έχει ενώπιον των οφθαλμών του – να βρίσκεται πάνω στις εντολές του Κυρίου. Και κατ’ αναλογία του αγώνα του ο Θεός τον ενισχύει περισσότερο ή λιγότερο. Είναι γνωστό μάλιστα το σχόλιό του για τις περιπτώσεις που άκουγε ότι κάποιος αδικήθηκε λόγω της μη χριστιανικής καλής οικογένειάς του. «Σ’ αυτόν χρωστάει περισσότερο ο Θεός», έλεγε, «και θα του πολλαπλασιάσει τις βοήθειες». Έφτανε μάλιστα ο φιλάνθρωπος όσιος Γέρων να λέει ότι «και φόνους να έχει κάνει κάποιος ο Θεός θα τον κρίνει με επιείκεια, όταν αγωνίστηκε να τους περιορίσει και όχι να επιτελέσει όσους μπορούσε!» Ούτε στενοχώρια λοιπόν ούτε καμάρι για ό,τι φέρνει το παρελθόν. Κοιτάμε μπροστά και «τρέχουμε με υπομονή έχοντας προσηλωμένα τα μάτια μας στον αρχηγό της πίστεώς μας, τον Κύριο Ιησού Χριστό».

ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΕΣΘΗΤΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΕΝ ΒΛΑΧΕΡΝΑΙΣ

 

«Δύο πατρίκιοι, ο Γάλβιος και ο Κάνδιδος που ήταν αδέλφια, πηγαίνοντας στα Ιεροσόλυμα να προσκυνήσουν έφτασαν στην Παλαιστίνη. Ευρισκόμενοι στη Γαλιλαία και βρίσκοντας την τιμία Εσθήτα της Θεοτόκου να τιμάται από κάποια Εβραία γυναίκα, σκέφτηκαν να της την πάρουν. Λοιπόν, όταν έφτασαν στα Ιεροσόλυμα και προσκύνησαν κάθε άγιο τόπο, παρήγγειλαν και έφτιαξαν μία όμοια σορό μ’  εκείνην που ήταν κατατεθειμένη η τιμία Εσθήτα της Θεομήτορος, οπότε κατά την επάνοδό τους έβαλαν τη δική τους άδεια σορό στη θέση της άλλης της Εβραίας γυναίκας. Παίρνοντας λοιπόν με τον τρόπο αυτόν το θείο και ιερό ένδυμα επέστρεψαν στον τόπο τους. Φτάνοντας στην Κωνσταντινούπολη απέθεσαν τη σορό με την Εσθήτα της Θεοτόκου στο προάστιό τους που ονομαζόταν Βλαχέρνες, έχοντας ως σκοπό να κρύψουν τον θησαυρό. Επειδή όμως δεν μπορούσαν να το κατορθώσουν, το φανέρωσαν στον Βασιλιά, ο οποίος όταν άκουσε τι έγινε γέμισε από άφατη χαρά κατασπαζόμενος την ιερά Εσθήτα, κι όχι μόνο αυτό αλλά οικοδόμησε και ναό στο προάστιο των Βλαχερνών, μέσα στον οποίο κατέθεσε την αγία σορό. Εκεί λοιπόν τώρα ευρισκόμενη η τιμία αυτή σορός, μέχρι και τώρα αποτελεί το φυλακτήριο της πόλεως και  τη σωτηρία από τις νόσους και τους εχθρούς». 

Το αποτέλεσμα μίας «κλεψιάς» εορτάζει κατ’  ουσίαν σήμερα η Εκκλησία μας. Μίας κλεψιάς που έχει όμως ιερό χαρακτήρα – έγινε κατ’  ευδοκίαν Θεού -  αφού η Εσθήτα (ή Μαφόρι) της Παναγίας, όπως και η τιμία Ζώνη της, ανήκουν σ’  εκείνους που τιμούν την Παναγία και την αποδέχονται ως την κατεξοχήν Μοναδική γυναίκα στον κόσμο, διαχρονικά και παγκόσμια, που καμία άλλη δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί της, αφού δι’  αυτής ήλθε ως άνθρωπος ο Υιός του Θεού στον κόσμο. Μόνον με άλλα λόγια εκείνος που πιστεύει στον Χριστό ως Θεό και άνθρωπο μπορεί να πιστέψει και την ιδιαίτερη και ξεχωριστή θέση της Πανάγνου Μαριάμ -  Χριστός και Παναγία Μητέρα Του πάντοτε συνθεωρούνται – οπότε και να τιμήσει οτιδήποτε σχετίζεται μ’  Αυτήν, είτε είναι η Ζώνη της είτε είναι η Εσθήτα της. Ο άγιος υμνογράφος Ιωσήφ, γι’ αυτό, δεν προβληματίζεται καθόλου για την ηθική ποιότητα της πράξεως των δύο πατρικίων αδελφών. Την θεωρεί ως εκ Θεού γενομένη, τόσο που την παραλληλίζει με τον χιτώνα του Κυρίου. Όπως, λέει στον στίχο του συναξαρίου, ο Θεός θέλησε ο χιτώνας Του να βρεθεί στα χέρια των δημίων Του φρουρών κάτω από τον Σταυρό Του, έτσι και η Εσθήτα της Παναγίας να βρεθεί στη Χριστοφρούρητο πόλη, την Κωνσταντινούπολη και δη στο προάστιό της τις Βλαχέρνες.

Απόδειξη βεβαίως της ευδοκίας του Θεού για την «παράνομη» ανθρωπίνως, αλλ’ έννομη θεϊκώς πράξη της μεταφοράς της σορού είναι τα άπειρα θαύματα που «σαν να τρέχουν ποτάμια» (κάθισμα όρθρου) γίνονται από τότε και μετέπειτα, καθώς μάλιστα παραμένουν αδιάφθορα από την επίδραση του χρόνου (απολυτ.). Όχι μόνο μεμονωμένα οι πιστοί ντύνονται τη δύναμη και τη χάρη της Θεοτόκου, αλλά και η Κωνσταντινούπολη δια της τιμίας σορού την έχει ως φρουρό και τείχος της (στιχ. εσπ., κ.α.).  Και ποια η αιτία για τη μεγάλη αυτή δύναμη και χάρη που κέκτηνται η Εσθήτα και η Ζώνη της Θεοτόκου; Πρώτον, το γεγονός ότι τα φόρεσε Εκείνη η Πρώτη και Μοναδική, η χάρη της Οποίας μεταγγίστηκε και στα ενδύματά της, τόσο που η κατοχή αυτών Εκείνην προβάλλει – τιμώντας την Εσθήτα και τη Ζώνη την Παναγία τιμάμε. «Ο ναός σου, Δέσποινα, που έχει το ιερό μαφόριό Σου ως θησαυρό αγιάσματος, κάθε φορά αγιάζει όλους εμάς που προστρέχουμε σε Σένα και Σε μακαρίζουμε κατά χρέος» (απόστ. εσπ.).

Και δεύτερον, γιατί με την Εσθήτα αγιάζεται και ο πιστός λαός, ο οποίος έρχεται σ’ επαφή, και «υλικά», με τον ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό: ο χιτώνας αυτός τύλιξε ως βρέφος και τον Κύριο! «Καθαγίασες την ιερή Εσθήτα λόγω της επαφής της μ’ Αυτόν που ήλθε ως άνθρωπος επί της γης για χάρη μας, όπως κι επειδή τύλιξες μ’ αυτήν το σώμα σου, Παρθένε. Μ’ αυτήν την Εσθήτα αγιάζεις όλους τους δούλους σου που σε υμνολογούμε» (ωδή α΄) – ο «υλισμός» της χριστιανικής πίστεως προβάλλεται κατά απόλυτο θα λέγαμε τρόπο, κάτι που παραπέμπει προς ιδιαίτερη θεμελίωση και στο γεγονός της Μεταμορφώσεως του Κυρίου, όπου και τα ενδύματά Του «μεταποιήθηκαν» και έγινα λευκά σαν το χιόνι!

Είναι πολύ συγκινητική η ιστορική αναφορά ότι και Βασιλείς δέχτηκαν πλούσια την ίαση και τη χάρη της Θεοτόκου διά της Εσθήτος και της Ζώνης της (βλ. την αντίστοιχη εορτή της 31ης Αυγούστου), με τη βασική σημείωση βεβαίως ότι η προσέγγισή τους γίνεται με πίστη και με καθαρότητα νου, που θα πει από εκείνους που μέσα στην Εκκλησία αγωνίζονται τον πνευματικό αγώνα, συλλειτουργώντας με τους Αγγέλους! Όπως το σημειώνει το δοξαστικό του εσπερινού και όχι μόνο: «Αφού καθαρίσουμε τις φρένες και τον νου μας, ας πανηγυρίσουμε και εμείς μαζί με τους Αγγέλους». 

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ ΚΟΣΜΑΣ ΚΑΙ ΔΑΜΙΑΝΟΣ ΟΙ ΕΚ ΡΩΜΗΣ

 

Μέσα στό πλῆθος τῶν ἁγίων ᾽Αναργύρων πού ἡ ᾽Εκκλησία μας ἔχει στό ἑορτολόγιό της, εἶναι καί οἱ σήμερον ἑορταζόμενοι, Κοσμᾶς καί Δαμιανός οἱ ἀπό Ρώμης, γιά νά διακρίνονται ἀπό τούς ἄλλους ᾽Αναργύρους τούς προερχομένους ἀπό τή Μ. ᾽Ασία. «Αὐτοί ζοῦσαν στή Ρώμη, ὅταν βασιλιάς ἦταν ὁ Καρίνος, ἰατροί στό ἐπάγγελμα, πού παρεῖχαν ἀμισθί τίς ὑπηρεσίες τους, θεραπεύοντας ἀνθρώπους καί κτήνη, μέ  μόνη ῾ἀπαίτησή᾽ τους τήν ὁμολογία καί πίστη τῶν θεραπευθέντων ἀνθρώπων στόν ᾽Ιησοῦ Χριστό. Διαβλήθηκαν ὅμως στόν βασιλιά ὅτι τίς θεραπεῖες τίς ἐπιτελοῦν μέ τήν τέχνη τῆς μαγείας, κι ἐπειδή ὁδηγοῦνταν ἄλλοι γιά χάρη τους στόν βασιλιά, οἱ ἴδιοι παρέδωσαν τούς ἑαυτούς τους. Οἱ ἅγιοι ὄχι μόνον βεβαίως δέν πείστηκαν νά ἀρνηθοῦν τόν Χριστό, ἀλλά καί τόν Καρίνο ἀπήλλαξαν ἀπό τή δυσσέβειά του, ὅταν πρόσφεραν τήν ἴαση καί σ᾽ ἐκεῖνον. Διότι τήν ὥρα πού τούς ἀνέκρινε καί τούς ἀπειλοῦσε γιά νά ἀρνηθοῦν τήν πίστη τους, ἡ θέση τοῦ προσώπου του ἄλλαξε θέση καί τό κεφάλι του ἔγειρε πρός τά πίσω, ὁπότε οἱ ἅγιοι τόν θεράπευσαν, γεγονός πού ἔκανε τούς παρευρισκομένους νά πιστεύσουν στόν Χριστό. Καί μαζί μέ αὐτούς ὁμολόγησαν τήν πίστη στόν Χριστό  καί ὁ βασιλιάς μέ ὅλους τούς οἰκείους καί συγγενεῖς του, κι ἀκόμη περισσότερο,  μέ τιμές πιά ἔστειλε πίσω τούς ἁγίους στό σπιτικό τους. Ὕστερα ὅμως ἀπό αὐτά, αὐτός πού ἐπιστατοῦσε τήν ἰατρική τους τέχνη, τούς φθόνησε, γι᾽ αὐτό, κι ὅταν τούς ἀνέβασε σ᾽ ἕνα βουνό, τάχα γιά συλλογή ἰατρικῶν βοτάνων, τούς ἐπιτέθηκε καί μέ λίθους τούς σκότωσε».

Ἡ ὑμνολογία τῆς ἡμέρας ἀφενός δέν φείδεται ἐπαίνων, προκειμένου νά προβάλει τό μέγεθος τῆς ἁγιότητάς τους – «οὐρανοπολῖται», «θεόφρονες», «δυάς ἱερά», «φωταυγής ξυνωρίς», «ὧν καί μόνα τά ὀνόματα νόσους ἐκ βροτῶν ἀπελαύνουσι» κ.π.ἄ. -  ἀφετέρου τονίζει μέ πολλές εἰκόνες καί ἀναφορές τά βασικά στοιχεῖα τῆς κατά Χριστόν βιοτῆς τους. Μία ἀπό τίς πολλές ἀναφορές πού φωτίζει μέ συνοπτικό τρόπο τήν πορεία τῆς ἁγιότητάς τους εἶναι καί αὐτή πού ἐπισημαίνει: «διά πάντων (οἱ ἅγιοι) ὑπήκοοι γενόμενοι Χριστῷ ἐν παρρησίᾳ πρεσβεύουσιν ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν».  Οἱ ἅγιοι Κοσμᾶς καί Δαμιανός δηλαδή  ἅγιασαν, πού σημαίνει δέχτηκαν στήν ὕπαρξή τους ὅλη τήν ἁγία Τριάδα, «Πνεύματι θείῳ χρυσωθέντες», διότι ἀποφάσισαν στή ζωή τους νά κάνουν ὑπακοή στόν Χριστό. Δέν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος ἁγιασμοῦ, κατά τήν πίστη μας, ζωντανῆς σχέσης δηλαδή μέ τόν Θεό,  πέραν τῆς ὑπακοῆς σέ ὅ,τι ὁ Χριστός ἐπιτάσσει καί παρακαλεῖ.  «Δεῦτε ὀπίσω μου». «Χριστός ἔπαθεν ὑπέρ ὑμῶν, ὑμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμόν, ἵνα ἐπακολουθήσητε τοῖς ἴχνεσιν Αὐτοῦ».

Ποιά τά σημάδια τῆς ὑπακοῆς στόν Χριστό; Μά τίποτε ἄλλο, πέρα ἀπό αὐτά πού βλέπουμε στή ζωή τοῦ ῎Ιδιου: τήν ἀγάπη στόν ἄνθρωπο καί τήν ταπείνωση. Οἱ ἅγιοι Κοσμᾶς καί Δαμιανός ἀποτελοῦν κυριολεκτικά τή συνωνυμία τῆς ἀγάπης. Ὅπου ὑπῆρχε νόσημα καί πρόβλημα, ἐκεῖ καί ἡ παρουσία τους λειτουργοῦσε ἰαματικά καί θεραπευτικά, πάντοτε εἰς εὐεργεσίαν. Κι ὄχι μόνον ὅσο ἦταν ἐν ζωῇ, ἀλλά καί μετά θάνατον. Κι ἡ ἀγάπη τους αὐτή, ὡς συνέχεια τῆς ἀγάπης τοῦ ἴδιου τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἐνεργοῦσε καί σέ ἀνθρώπους καί σέ κτήνη: «ἀνθρώποις τε καί κτήνεσι, τάς εὐεργεσίας μετέδωκαν». ῎Ισως εἶναι οἱ κατεξοχήν ἅγιοι, τῶν ὁποίων ἡ ζωή ἀποτελεῖ ὑπομνηματισμό τῆς ἐπισήμανσης τοῦ ὁσίου ᾽Ισαάκ τοῦ Σύρου περί τοῦ τί εἶναι ἡ ἐλεήμων καρδία. «Καρδία ἐλεήμων ἐστί καῦσις καρδίας ὑπέρ πάσης τῆς κτίσεως...». Ἡ ἀγάπη τους αὐτή ἀπό τήν ἄλλη ἐπιβεβαιωνόταν ὅτι ἦταν καθαρή, ξένη ἀπό προσμείξεις ἐγωϊσμοῦ, λόγω τῆς μεγάλης ταπείνωσής τους. Οἱ ἅγιοι ποτέ δέν κόμπασαν γιά τά κατορθώματά τους, γιά τά θαύματα πού γίνονταν διαρκῶς μέσω αὐτῶν. Διότι γνώριζαν ὅτι ἦταν ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πού ἔδινε τή συγκεκριμένη δύναμη. Γι᾽ αὐτό καί ἡ ὑμνολογία μας σημειώνει: «Μεγάλων ἀξιωθέντες δωρεῶν πανεύφημοι, ἐν ταπεινότητι βίου ἐν τῇ γῇ ἐπολιτεύσασθε».

Τό ἀποτέλεσμα μίας τέτοιας ἁγίας βιοτῆς εἶναι πάντοτε τό ἴδιο: ἡ παρρησία πού ἔχουν οἱ ἅγιοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μας. Παρρησία, δύναμη καί θάρρος δηλαδή μπροστά στόν Θεό,  γιά νά πρεσβεύουν ἀδιάκοπα γιά μᾶς, πού χειμαζόμαστε ἀκόμη στό πέλαγος τοῦ βίου αὐτοῦ. Εἶναι ἡ ὑπόσχεση πού ἔχει δώσει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὅτι ἐκεῖνος πού θά Τόν ἀκολουθεῖ μέ συνέπεια, θά γίνεται ἕνα μ᾽ Αὐτόν καί θά εἰσπράττει τίς  δυνάμεις Του. Οἱ ἅγιοι γίνονται κατά κάποιο τρόπο παντοδύναμοι, λόγω τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. «Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ» πού λέει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Κυρίως ὅμως τονίζουν τήν ἀλήθεια αὐτή τά λόγια τοῦ Κυρίου: «᾽Εάν μείνητε ἐν ἐμοί καί τά ρήματά μου ἐν ὑμῖν μείνῃ, ὅ ἐάν θέλῃτε αἰτήσασθε, καί γενήσεται ὑμῖν».