02 Ιουνίου 2022

Ο… ΣΚΑΝΔΑΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑΣ!

 Η θεία Λειτουργία της Κυριακής μόλις είχε τελειώσει. Η ατμόσφαιρα στον ναό ήταν διάχυτη από τη χάρη του Θεού. Η οσμή ευωδίας από το λιβάνι και το κερί είχαν διαποτίσει ακόμα και τους τοίχους. Κοντά στους ιστορημένους αγίους που σε αγκάλιαζαν από παντού, ένιωθες ότι κολυμπάς στο… μέλι. Μελωμένες πράγματι και οι αγιογραφίες. Ποιος ξέρει τι συνέβαινε στην πραγματικότητα, κι ένα μικρό παιδάκι στην αγκαλιά του πατέρα του που πάσχιζε να το φέρει κοντά στις εικόνες να τις φιλήσει, εκείνο ήθελε και να τις… γλείφει! Οι άγιοι σού χαμογελούσαν, ευχαριστημένοι που είδαν για μία ακόμη φορά να έχουν τελεστεί τα μυστήρια του Θεού. Οι άγγελοι κρατούσαν συγχορδία στη συστολή του ιερέα: μάζευαν κι αυτοί τα φτερά τους! Ο Κύριος εν χαρά μεγίστη· που προκλήθηκε να μοιράσει τον εαυτό Του στους κοινωνημένους πιστούς, οι οποίοι θα Τον μετέφεραν στα σπίτια τους και στην καθημερινότητά τους.

Οι πιστοί, πλην ολίγων που είχαν κάποια επείγουσα εργασία, κατέβηκαν στο υπόγειο του ναού για τον καθιερωμένο καφέ. Το υπόγειο λειτουργούσε  ως αίθουσα πολλαπλών χρήσεων: προσφορά πρωινού καφέ μετά τη θεία Λειτουργία, προσφορά καφέ σε μνημόσυνα, τόπος πνευματικών συνάξεων για μελέτη Αγίας Γραφής, αίθουσα κατηχητικών… Μεγάλη ευλογία για τον ναό! Εκεί πραγματοποιείτο η λειτουργία μετά τη… Λειτουργία. Κι εκεί η ατμόσφαιρα πανηγυρική και ευχάριστη.

Ο ιερέας κατέλυσε και ξεφόρεσε. Κατέβηκε κι αυτός να συναντήσει τους ενορίτες του, να πιει κι αυτός τον καφέ του. Πριν καθίσει, έκανε ένα γύρο στα διάσπαρτα τραπέζια. Σε όλους είχε κάτι να πει: έναν ενθαρρυντικό λόγο, μία σύντομη παρατήρηση στο πρόβλημα που πεταχτά κάποιος του έλεγε, ένα αστείο. Σε κάποιους απλώς κτύπησε φιλικά την πλάτη. Ο αδελφός ανάμεσα στους αγαπημένους αδελφούς. Ο πατέρας μαζί με τα παιδιά του!

Κάθισε κι αυτός και σερβιρίστηκε. Οι γύρω του που είχαν προλάβει τις θέσεις χαίρονταν την παρουσία του. Ο καθένας ήθελε και κάτι να του πει. Όλους τους άκουγε με χαμόγελο και ευχαρίστηση. Ορισμένοι ήθελαν να τον… μονοπωλήσουν. Πάντα συμβαίνει κι αυτό. Οι άλλοι βεβαίως δεν τον άφησαν. Ο παπάς ήταν ο παπάς τους. Για όλους.

Είδε την ηλικιωμένη γυναίκα που πάντα ήταν πρώτη στη διακονία, να στέκεται παράμερα, σαν να τον περίμενε. Φαινόταν ότι κάτι την απασχολούσε, αλλά δίσταζε με όλους αυτούς που τον περιτριγύριζαν.

«Τι κάνετε, κ. Πηνελόπη;» τη ρώτησε ο παπάς. «Ελάτε πιο κοντά. Καθίστε κι εσείς λίγο μαζί μας. Μια ζωή μας υπηρετείτε όλους. Πιείτε κι εσείς το καφεδάκι σας».

Η κ. Πηνελόπη διστακτικά προχώρησε. Τα μάγουλά της ήταν λίγο κοκκινισμένα. «Πάτερ», είπε γέρνοντας λίγο προς τον ιερέα. «Πάτερ, θέλω έπειτα κάτι να σας ρωτήσω, που καιρό τώρα με απασχολεί και με ενοχλεί. Σαν αγκάθι τριβελίζει μέσα στο μυαλό μου. Κι ιδιαιτέρως σήμερα, δεν ξέρω γιατί, ήταν αυτό που απορρόφησε τόσο τη σκέψη μου, σαν λογισμός εκ του πονηρού σχεδόν, που δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ και στη Θεία Λειτουργία».

«Τι συμβαίνει, κ. Πηνελόπη;» είπε ψιθυριστά σχεδόν και ο ιερέας. «Θέλετε να ρωτήσετε τώρα, ή λίγο αργότερα, όταν φύγουν οι πολλοί;»

Φύγανε οι πολλοί, έμειναν ελάχιστοι, ο ιερέας έμεινε με την κ. Πηνελόπη.

«Τι συμβαίνει, κ. Πηνελόπη;» είπε στην αγαθή γυναίκα, η οποία μπορεί να μην ήξερε πολλά γράμματα, όμως στην καρδιά της είχε αναμμένο πυρσό  αγάπης του  Θεού. «Τι σας απασχολεί»;

«Όπως σας είπα, πάει πολύς καιρός που μ’ ενοχλεί αυτό που ακούω, αλλά σήμερα μου έχει καρφωθεί, όπως σας είπα, στο μυαλό. Λοιπόν, πατέρα μου, φταίτε… κι εσείς  για τον πειρασμό μου αυτόν, όπως και οι εκκλησιαστικοί σταθμοί που ακούω, όταν δεν έρχομαι στον ναό και ακούω από ραδιοφώνου τη Λειτουργία».

Ο ιερέας στενοχωρήθηκε. Ο ίδιος να γινόταν αιτία πειρασμού σε μία τόσο αγαθή γερόντισσα; Μία ρυτίδα αυλάκωσε για λίγο το μέτωπό του.

«Λοιπόν», συνέχισε η γυναίκα, «πρόκειται για κάτι  που σχετίζεται με την Παναγία μας. Νιώθω ότι μ’ αυτό που λέτε, όπως το λέτε, την… υποβαθμίζεται, την προσβάλλεται – πώς να το πω; Και η Παναγία είναι Παναγία. Είναι το λατρευτό μας πρόσωπο. Μετά τον Χριστό μας, όπως και σεις ο ίδιος λέτε, σ’ αυτήν αναφερόμαστε. Θυμάμαι μάλιστα και τη φράση που συνεχώς μας λέτε: Θεός μετά Θεό!»

Έπεφτε από τα σύννεφα ο παπάς. Υποβαθμίζει κ αυτός την… Παναγία και δεν το έχει πάρει είδηση; Μα τι συμβαίνει;  Δεν μίλησε. Άφησε την Πηνελόπη να ολοκληρώσει.

Η γυναίκα έκανε μία παύση. Σαν να δίσταζε να εκστομίσει τη… «βλασφημία»! Στο τέλος είπε αποφασιστικά.

«Πάτερ, γιατί την Παναγία Μάνα μας, που είναι η Δέσποινα του Κόσμου, εσείς και οι εκκλησιαστικοί σταθμοί τη λέτε «Δεσποινίς»;»

Κάτι άρχισε να καταλαβαίνει ο παπάς. «Πότε γίνεται αυτό, κ. Πηνελόπη μου;»

«Ε, να, τότε που λέτε «Της Παναγίας, αχράντου..», μετά αντί να πείτε Δέσποινας λέτε, «Δεσποινίς»!!»

Ένας αναστεναγμός ανακούφισης βγήκε από τα χείλη του ιερέα και χαμογέλασε πλατιά. Αγκάλιασε τη γερόντισσα και εξακολουθώντας να χαμογελά της είπε.

«Κυρία Πηνελόπη μου, φταίει που δεν ξέρετε καλά τη γραμματική της ελληνικής γ λ ώ σ σ η ς», είπε και τόνισε ιδιαιτέρως το «γλώσσης». Είδατε τι μόλις είπα κ. Πηνελόπη; Είπα όχι γλώσσας, αλλά γλώσσης. Είναι λάθος αυτό»;

«Όχι, πάτερ», μουρμούρισε η αγαθή γυναίκα, χωρίς να καταλαβαίνει την ερώτηση του ιερέα.

«Να, τι συμβαίνει κ. Πηνελόπη. Στην αρχαία ελληνική, η Δέσποινα κάνει γενική της Δεσποίνης και όχι της Δέσποινας. Όπως συμβαίνει και με το γλώσσα, με τη θάλασσα και με ένα σωρό ακόμη λέξεις. Δεν θέλω να κάνουμε τώρα μάθημα γραμματικής, αλλά δεν είναι λάθος αυτό που λέμε, κ. Πηνελόπη μου. Η Δέσποινα είναι της Δεσποίνης, δηλαδή της Δέσποινας. Οπότε λέμε στην αίτηση: «Της Παναγίας αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου», και όχι «Δεσποινίς». Επειδή μάλλον λέμε την αίτηση με τρόπο εμμελή, λίγο τραγουδιστά δηλαδή, ακούτε τον τόνο να κατεβαίνει στη λήγουσα που λέμε».

«Α!», είπε η κ. Πηνελόπη. «Να με συμπαθάτε, πάτερ, δεν ξέρω πολλά γράμματα, και γι’ αυτό το είχα παρεξηγήσει. Συγγνώμη, πάτερ, που σας στενοχώρησα».

«Να είστε καλά, κ. Πηνελόπη. Ό,τι θέλετε να ρωτάτε κι αν μπορώ θα σας απαντώ. Μάλλον όμως πρέπει κι εμείς οι ιερείς να προσέχουμε καλύτερα στο πώς λέμε τις αιτήσεις και τις ευχές, για να μη δημιουργούνται προβλήματα…».

(Από το βιβλίο των εκδ. "ἀκολουθεῖν", Δι' εμού του αμαρτωλού, Αληθινές ιστορίες με φόντο το πετραχήλι)

ΠΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΑΘΕΟΣ!

«Υπάρχει κίνδυνος, αν κανείς καταφρονεί τα μικρά, αυτή η καταφρόνηση να προχωρήσει και στα μεγαλύτερα και αγιώτερα, και χωρίς να το καταλάβει, δικαιολογώντας τον εαυτό του ότι αυτό δεν είναι τίποτε, το άλλο δεν πειράζει, να φθάσει, Θεός φυλάξοι, στην τελεία καταφρόνηση των θείων και να γίνει ανευλαβής, αναιδής και άθεος» (όσιος Παΐσιος αγιορείτης, από Ιερομ. Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου, Άγιον Όρος).

Ο σύγχρονος όσιος μεγάλος Γέροντας του Όρους επισημαίνει ένα καίριο πρόβλημα που αναπτύσσεται στην πνευματική ζωή ενός χριστιανού – το πονηρό αφανές μονοπάτι που παίρνει συχνά ένας πιστός για να καταλήξει, χωρίς να έχει επίγνωση, στην ανευλάβεια, την αναίδεια, την ίδια την αθεΐα! Και ποιο είναι το τραγικό στοιχείο εν προκειμένω; Ότι τη στιγμή που αυτός ο πιστός μπορεί να «κατακεραυνώνει» τους αθέους ανθρώπους ως άφρονες γιατί δεν έχουν ευλάβεια προς τον Θεό και λειτουργούν με αναίδεια απέναντι στους συνανθρώπους τους, την ίδια στιγμή εκείνος ήδη να «περπατάει» στο ίδιο με τους αθέους μονοπάτι, που θα πει σε μικρό ή μεγαλύτερο διάστημα θα τους συναντήσει για να «λατρέψουν» την ίδια θεότητα: τον εαυτό τους και τον εγωισμό τους - ο έλεγχός του είναι στην ουσία μία αυτοκαταδίκη και ένα αυτομαστίγωμα. Πρόκειται, είναι προφανές, για την πνευματική τύφλωση πολλών χριστιανών, των οποίων ο νους είναι μέσα στο σκότος της πλάνης, γιατί η πίστη τους είναι ιδεολογική και λειτουργεί με τον τρόπο τον «ευσεβίστικο» κατά τον όσιο – ο άγιος Παΐσιος διέκρινε την αληθινή ευλάβεια ως αίσθηση του ζώντος Θεού στην ύπαρξη του ανθρώπου από την κακή «ευσέβεια» την οποία κατανοούσε όχι ως την ορθή πίστη αλλά ένα τυπικό πλαίσιο που αποξηραίνει την αλήθεια κατά τον τύπο των Φαρισαίων της εποχής του Κυρίου.

Ποιο το γνώρισμα αυτού του πονηρού αφανούς δρόμου που οδηγεί «στην τελεία καταφρόνηση των θείων» και όλα τα άλλα αρνητικά και δαιμονικά; Η υποβάθμιση των μικρών θεωρουμένων εντολών του Θεού, η «καταφρόνησή» τους κατά τον λόγο του οσίου. Για παράδειγμα: η σχετικοποίηση της νηστείας της Τετάρτης και της Παρασκευής – πόσοι πιστοί εύκολα την ξεπερνούμε με τη σκέψη ότι «τα εξερχόμενα βρωμίζουν τον άνθρωπο και όχι τα εισερχόμενα», ένας λόγος του Κυρίου που τον ερμηνεύουμε κατά το πάθος της φιληδονίας μας και όχι κατά το δικό Του Πνεύμα και των Πατέρων μας. Ακόμη: πόσο εύκολα αφήνουμε την προσευχή, προσωπική ή κοινή με τη Θεία Λειτουργία, με τη δικαιολογία είτε ότι δεν προλαβαίνουμε είτε ότι είμαστε κουρασμένοι - ο εαυτός μας μάς έχει «καλύψει» πλήρως! Επίσης: πόσες φορές σε μία δύσκολη κατάσταση ή άδικη προσβολή μας από κάποιον δεν σπεύδουμε και εμείς να απαντήσουμε υβριστικά ή να θελήσουμε να εκδικηθούμε για την αδικία που υποστήκαμε; Η δικαιολογία πρόχειρη στα χείλη μας: αν δεν απαντήσω θα με κατασπαράξουν. «Με το σταυρό στο χέρι δεν γίνεται να πορευτούμε στην εποχή μας!» Και δεν είναι ασφαλώς τα μόνα.

Ο άγιος Παϊσιος όμως προχωρεί περαιτέρω τον λόγο του και με τον φωτισμό του Θεού αλλά και με την «τετράγωνη» λογική του: η καταφρόνια των μικρών φέρνει την καταφρόνια και των μεγαλυτέρων και των αγιοτέρων! Αν παραθεωρήσεις μία «μικρή» για εσένα εντολή του Θεού, με μαθηματική ακρίβεια θα προχωρήσεις στην παραθεώρηση και των μεγαλυτέρων! Το επισημαίνουν και τα λαϊκά ακόμη άσματα: «όταν παίρνω φόρα, φόρα κατηφόρα, κι ο Θεός ο ίδιος δεν με σταματά!» Διότι η καταφρόνια των όποιων αληθειών συνιστά πράγματι «κατηφόρα» που δεν έχει σταματημό, όπως γίνεται με μία χιονοστιβάδα. Βάση, το σκεπτικό του αγίου που επισημάναμε: ο άνθρωπος όσο διαγράφει και την παραμικρότερη αλήθεια τόσο και τυφλώνεται πνευματικά, γιατί γιγαντώνεται μέσα του ο εγωισμός του – γίνεται κυριολεκτικά υποχείριο του διαβόλου. Η αθεΐα και η ανευλάβεια και η αναίδεια κτίζονται σιγά σιγά μέσα του.

Το έλλειμμα της πίστεως όμως του πιστού αποκαλύπτεται περίτρανα από την αρχή. Διότι κατά τον λόγο του Θεού δεν υπάρχουν μεγάλες και μικρές εντολές. Όλες εφόσον πηγάζουν από τον λόγο του Θεού συνιστούν προσωπική ενέργεια Εκείνου και συνδέονται αμεσότατα μεταξύ τους. Η κάθε εντολή του Θεού δηλαδή μας ενώνει ή μας απομακρύνει από Εκείνον ανάλογα με τη διάθεσή μας και την πράξη μας. Τηρώ τον κάθε λόγο του Θεού; Θα βρω τον Θεό μέσα μου. Τον παραθεωρώ, γιατί «κρίνω» - όλος ο εγωισμός του ανθρώπου αποκαλύπτεται με τη λέξη αυτή! – ότι δεν έχει τόση «βαρύτητα»; Κάνω πέρα τον Θεό και κάθε θεοποιό σωτήρια ενέργειά Του. Ο ίδιος ο Κύριος μάς αποκάλυψε την αλήθεια αυτή και την κήρυξαν οι απόστολοι και οι άγιοί μας γιατί την έζησαν και την είδαν εμπειρικά. «Όποιος καταργήσει ακόμα και μία από τις πιο μικρές εντολές αυτού του νόμου και διδάξει έτσι τους άλλους, θα θεωρηθεί ελάχιστος στη βασιλεία του Θεού» (Ματθ. 5, 19). Κι ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος λοιπόν θα πει: «όποιος τηρήσει όλες τις διατάξεις του νόμου και παραβεί μία, θεωρείται παραβάτης όλου του νόμου. Γιατί αυτός που είπε μη μοιχεύσεις είπε και μη φονεύσεις. Αν όμως δεν μοιχεύσεις αλλά φονεύσεις, θεωρείσαι παραβάτης όλου του νόμου» (2, 10-11).

Πράγματι, ο Θεός να μας φυλάξει από την κατάντια και την αθεΐα αυτή!  

«ΕΓΩ ΕΙΜΙ ΜΕΘ’ ΥΜΩΝ ΚΑΙ ΟΥΔΕΙΣ ΚΑΘ’ ΥΜΩΝ»

«Τήν ὑπέρ ἡμῶν πληρώσας οἰκονομίαν, καί τά ἐπί γῆς ἑνώσας τοῖς οὐρανίοις, ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, οὐδαμόθεν χωριζόμενος, ἀλλά μένων ἀδιάστατος, καί βοῶν τοῖς ἀγαπῶσί σε· Ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν, καί οὐδείς καθ’ ὑμῶν» (Κοντάκιον Αναλήψεως).

(Ἀφοῦ ἐκπλήρωσες τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία μας κι ἕνωσες τά ἐπίγεια μέ τά ἐπουράνια, ἀναλήφθηκες, Χριστέ Θεέ μας, χωρίς νά χωριστεῖς καθόλου ἀπό ἐμᾶς καί χωρίς νά ἀπομακρυνθεῖς ἀπό ἐμᾶς, καί φωνάζοντας δυνατά σ’ αὐτούς πού σ’ ἀγαπᾶνε: ἐγώ εἶμαι μαζί σας, γι’ αὐτό καί κανείς δέν μπορεῖ νά εἶναι ἐναντίον σας).

Σέ πολύ λίγες γραμμές ὁ ἅγιος ὑμνογράφος μᾶς ἐπισημαίνει τό θεολογικό βάθος τῆς Δεσποτικῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σαράντα ἡμέρες μετά τήν ἁγία Του Ἀνάσταση ὁ Κύριος, κατά τήν ἐντολή πού ἤδη εἶχε δώσει, μάζεψε τούς μαθητές Του στό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, κι ἐκεῖ ἐνώπιόν Του, ἀφοῦ τούς ἐνεφύσησε τό ἅγιον Πνεῦμα καί τούς ἔδωσε τήν ἐξουσία «τοῦ ἀφιέναι ἁμαρτίας», προτρέποντάς τους νά παραμένουν ἐν προσευχῇ στόν τόπο πού τούς εἶχε ὑποδείξει μέχρι τή λήψη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, τούς εὐλόγησε καί ἀναλήφθηκε ἐν δόξῃ στούς Οὐρανούς, προκειμένου νά παρακαθήσει καί ὡς ἄνθρωπος στά δεξιά τοῦ Πατέρα.

Δύο εἶναι τά καίρια σημεῖα στά ὁποῖα ἐπιμένει ὁ ὑμνογράφος γιά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου. Πρῶτον· ἡ Ἀνάληψη σηματοδοτεῖ τήν ὁλοκλήρωση τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ, τοῦ σχεδίου Του δηλαδή γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου. Ὅ,τι εἶχε ὑποσχεθεῖ μετά τήν πτώση τῶν Πρωτοπλάστων καί εἶχε ἐξαγγείλει μέσω τῶν Προφητῶν Του στήν Παλαιά Διαθήκη, πραγματοποιήθηκε ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι ὁ Κύριος ἕνωσε καί πάλι μέ τόν Τριαδικό Θεό ἐν τῇ σαρκί Αὐτοῦ, δηλαδή στήν Ἐκκλησία τό ζωντανό σῶμα Του, τόν ἀπομακρυσμένο λόγω τῆς ἀνυπακοῆς του ἄνθρωπο. Μετά τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ «οὐκέτι ἐσμέν ξένοι καί πάροικοι, ἀλλ’ οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ». Μέ τόν Χριστό ἀκούσαμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὁ Πατέρας μας κι ὁ Ἴδιος εἶναι ὁ φίλος μας, ἡ ρίζα μας, τό σπίτι μας, τό ἔνδυμά μας, ὁ νυμφίος μας, ἡ τροφή μας, τά πάντα γιά τή ζωή μας.

Δεύτερον· ἡ πραγματικότητα αὐτή τῆς ἐν Χριστῶ σωτηρίας μας ὡς ἕνωσής μας μέ τόν Θεό δέν ἀποτελεῖ περιστασιακό γεγονός - ἕνα εἶδος παρένθεσης στή ζωή τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου - ἀλλά μόνιμη καί αἰώνια κατάσταση. Μετά τόν Χριστό, τόν ἐνανθρωπήσαντα Θεό, ὁ κόσμος ζεῖ ἀδιάκοπα τήν παρουσία Του, ποτέ δέν μπορεῖ νά χωριστεῖ ἀπό Αὐτόν, Αὐτός ζεῖ μέσα σ’ αὐτόν καί αὐτός μέσα σ’ Ἐκεῖνον. Πρόκειται, ὅπως εἴπαμε, γιά τήν ἁγία Του Ἐκκλησία πού ἀποτελεῖ τό μυστικό ζωντανό σῶμα Του. Κι αὐτό βεβαίως δέν σημαίνει ὅτι πρίν τόν ἐρχομό Του ὁ κόσμος βρισκόταν ἐκτός τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ - ἡ ἴδια ἡ ὑπόσταση τοῦ κόσμου ἀποτελεῖ διαρκή ἐπιβεβαίωση καί ἐξαγγελία τῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ πού διακρατεῖ τόν κόσμο: Ἐκεῖνος εἶναι ὁ Δημιουργός, ὁ προνοητής, ὁ κυβερνήτης τοῦ κόσμου ὡς «διδούς πᾶσι ζωήν καί πνοήν καί τά πάντα». Ὅμως μέ τήν ἐνανθρώπησή Του καί τήν ἐκπλήρωση τοῦ σχεδίου Του ὁ κόσμος ἀπέκτησε καί πάλι τή δυνατότητα νά «βλέπει» καί νά ζεῖ ἐν αἰσθήσει τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ· νά πραγματοποιεῖ μέ τήν κάθαρση τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ τήν πορεία τῆς ὁμοίωσής του πρός Αὐτόν.

 Μέ τήν προϋπόθεση βεβαίως ὅτι αὐτό πραγματοποιεῖται ἀπό ὅσους πίστεψαν στόν Κύριο, πού σημαίνει ὅτι Τόν ἀγάπησαν, ἀνταποκρινόμενοι στή δική Του ἀγάπη. Σ’ αὐτούς τούς πιστούς φωνάζει ὅτι εἶναι πάντοτε μαζί τους κι ὅτι κανείς δέν θά μπορέσει νά τούς κάνει κακό. «Εἰ ὁ Θεός ὑπέρ ἡμῶν, τίς καθ’ ἡμῶν;» πού λέει καί ὁ ἀπόστολός Του. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἡ Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου μᾶς στρέφει στό παρελθόν γιά νά κατανοήσουμε τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ· μᾶς στεριώνει στό παρόν μέσα στήν Ἐκκλησία ὡς μέλη τοῦ Χριστοῦ: ὁ Χριστός εἶναι ἐμεῖς κι ἐμεῖς εἴμαστε Αὐτός ἐν πνεύματι Ἁγίῳ · καί μᾶς προσανατολίζει στό μέλλον, ζώντας ἐν διαρκεῖ προσμονῇ τήν καί πάλι γιά δεύτερη φορά ἐμφάνισή Του: «μαράν ἀθά».

01 Ιουνίου 2022

«ΟΧΙ Ο…ΑΓΙΟΣ ΠΡΩΤΑ!»

Η κυρία καθόταν υπομονετικά. Βρισκόταν μαζί με τους άλλους που περίμεναν τη σειρά τους για να μπουν στο εξομολογητάρι, αλλ’ όταν ερχόταν η δική της σειρά, την παραχωρούσε στον επόμενο. Κάτι φαινόταν να την απασχολεί έντονα. Από καιρού σε καιρό μόνο έσκυβε το κεφάλι προσπαθώντας να σκουπίσει κρυφά ένα δάκρυ που τρεμόπαιζε στα βλέφαρά της. Έπνιγε τον αναστεναγμό της κι όταν ανασήκωνε το κεφάλι, προσήλωνε τα μάτια της ικετευτικά στην Παναγία που ορθωνόταν μπροστά της, στο προσκυνητάρι. Την Παναγία την Παραμυθία.

«Παναγία μου, βοήθησέ με», σιγομουρμούριζε. «Παναγία μου, φώτιζέ με».

Έσυρε τα βήματά της προς τον ιερέα, όταν διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε πια άλλος προς εξομολόγηση.

«Πάτερ, μπορώ να σας απασχολήσω για λίγο;» είπε μουδιασμένα και σχεδόν ξεψυχισμένα.

«Καλώς την κ. Θεώνη», είπε ο παπάς βλέποντάς την. «Πώς και τελευταία; Χαρά στην υπομονή σας. Αλλά αν δεν κάνω λάθος, σας είχα δει από πολύ νωρίς να περιμένετε. Τι έγινε; Φύγατε και ξανάρθατε;»

Την ήξερε καλά τη Θεώνη ο πνευματικός. Ήταν από τις περιπτώσεις που υποκλίνεσαι μπροστά τους. Άνθρωπος του Θεού, με γνήσια αγάπη απέναντί Του, με καλή και ευσεβή πολύτεκνη οικογένεια, με διάθεση ελεήμονα, τόσο που δεν υπήρχε άνθρωπος να κτυπήσει τη θύρα της και να μη βρει μία ανοιχτή αγκαλιά, ένα πιάτο φαΐ, την παρηγοριά και τη στοργή. Γι’ αυτό και παραξενεύτηκε για την περασμένη ώρα, αλλά και από τη θέα του προσώπου της: φαινόταν συντετριμμένη.

«Πάτερ, δεν θα σας απασχολήσω πολύ. Δεν ξέρω καν αν είναι κανονική εξομολόγηση αυτό που θέλω. Νιώθω όμως την καρδιά μου πολύ βαριά από κάτι που συνέβη, και αισθάνομαι την ανάγκη να σας το πω, για να με καθοδηγήσετε. Δεν ξέρω αν είναι αμαρτία αυτό που έκανα. Δημιουργήθηκε όμως μεγάλη ένταση στην οικογένεια».

Ο ιερέας έβγαλε το πετραχήλι και την πήρε παράμερα. Κάθισαν, έχοντας τους αγίους να τους παρακολουθούν και να συμμετέχουν στον πόνο της γυναίκας.

«Τι έγινε, κ. Θεώνη; Δεν μπορώ να πιστέψω αυτό που μου λέτε. Δημιουργήθηκε ένταση στην οικογένεια; Και μάλιστα λέτε ότι αιτία ήσασταν εσείς; Εκ των προτέρων, πριν ακούσω τίποτε, καταλαβαίνω ότι πρόκειται για πειρασμό. Τέλος πάντων, πείτε μου. Μη βγάζω συμπεράσματα πριν ακούσω».

«Λοιπόν, πάτερ. Πριν λίγες ημέρες βρεθήκαμε στο εξοχικό που έχουμε στην Κορινθία. Θα έχετε υπόψη σας – έχετε έλθει άλλωστε και το ‘χετε δει – ότι πολύ κοντά στο σπίτι μας εκεί, υπάρχει ένα παλιό ξωκκλήσι. Αφιερωμένο στον άγιο Γεώργιο το μεγαλομάρτυρα – μεγάλη η χάρη Του! Κόντευε μεσημέρι, όταν φτάσαμε, κι ήμασταν όλοι μαζί. Ξέρετε την αγάπη που τρέφει όλη η οικογένεια για τον άγιο, και γι’ αυτό θεώρησα υποχρέωσή μου, πριν κάνω οτιδήποτε άλλο στο σπίτι, να πάω να προσκυνήσω. Τα παιδιά βέβαια ήταν πεινασμένα και έπρεπε να μαγειρέψω. Πετάχτηκα λοιπόν στον άγιο, προσκύνησα, μα σαν είδα τη σκόνη, τις αράχνες, την εγκατάλειψη…, θέλησα λίγο να συγυρίσω. Μου φάνηκε ότι ήταν ιεροσυλία να αφήσω τον οίκο του Θεού και τον άγιο χωρίς φροντίδα. Πίστεψα ότι αυτό ήταν το θέλημα του Θεού. Πρώτα δεν πάει η αγάπη στον Θεό και έπειτα στους ανθρώπους; Άρχισα λοιπόν το σιγύρισμα και το καθάρισμα. Τα παιδιά ήλθαν να με βρούνε. Φωνάζανε γιατί πείναγαν. Τους εξήγησα ότι σε λίγο θα έλθω, αλλά προηγείται ο άγιος. Προηγείται ο Θεός. Συνέχισα να καθαρίζω, άναψα τα καντήλια, έκαψα και λίγο λιβάνι να μυρίσει ουρανό, και με ικανοποίηση στην καρδιά, έφτασα στο σπίτι».

Ο ιερέας είχε σκύψει το κεφάλι και άκουγε. Ζούσε την όλη εικόνα που περιέγραφε η Θεώνη και είχε καταλάβει το τι είχε τελικά διαδραματιστεί.

«Κι όταν γυρίσατε, θα έγινε… χαμός, απ’ ότι καταλαβαίνω, κ. Θεώνη».

«Η λέξη χαμός δεν λέει τίποτε, πάτερ. Σαν να είχε έλθει ο εξαποδώ στο σπίτι μας. Φωνές, φασαρίες, χαλασμός. Πέσανε επάνω μου όλα τα παιδιά να με… φάνε. Με κατηγορούσαν ότι τους είχα παρατήσει, ότι δεν τους νοιάζομαι, ότι δεν τους αγαπώ. Ο σύζυγός μου προσπάθησε βέβαια να πάρει το μέρος μου, να καθησυχάσει τα παιδιά – κι είναι έφηβοι, πάτερ, τα ξέρετε – αλλά και αυτός φαινόταν ότι συμμερίζεται στο βάθος τις αντιδράσεις τους. Με πήρε κι εκείνος κάποια στιγμή παράμερα και τα  ‘κουσα κι από εκείνον. Ο πειρασμός με συνεπήρε. Αναψοκοκκίνησα, μάλωσα μαζί του, φώναξα έντονα και στα παιδιά.

– Ντροπή σας, τους είπα. Τον άγιο πήγα να καθαρίσω. Εκείνος είναι ο προστάτης μας. Έπρεπε κι εσείς κανονικά να έλθετε να βοηθήσετε.

Τέλος πάντων, πάτερ, υπήρξε μεγάλη ένταση και πέρασε αρκετή ώρα μέχρις ότου τα πράγματα ησυχάσουν. Και το φαγητό που έφτιαξα, με πόνο και πίκρα το έφτιαξα. Και με μούτρα το έφαγαν. Φύγανε όλοι αμέσως μετά, ο καθένας στον χώρο του, και έμεινα μόνη, μ’ ένα τεράστιο «γιατί;» στα χείλη, με καταχνιά και μ’ ασήκωτο βάρος στο στήθος…».

«Κι ήρθατε να με βρείτε», είπε ο παπάς.

«Πάτερ, πείτε μου. Δεν είχα δίκιο που θέλησα να ετοιμάσω πρώτα τον άγιο; Δεν προηγείται ο ναός και έπειτα όλα τα άλλα;» Η Θεώνη έσκυψε το κεφάλι και τα δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της.

Ο ιερέας δεν απάντησε αμέσως. Έστρεψε το βλέμμα νοερά στον Κύριο, στην Κυρία Θεοτόκο, και επικαλέστηκε τη βοήθειά τους. Έπρεπε να προσέξει πώς θα απαντήσει. Η κ. Θεώνη ήταν μία ευαίσθητη καρδιά.

«Κυρία Θεώνη», είπε στο τέλος αργά. «Καταλαβαίνω την αγάπη σας στον Θεό και στους αγίους μας. Και πράγματι η πρώτη και μεγάλη εντολή του Θεού είναι να αγαπάμε Εκείνον με όλη την καρδιά μας, την ψυχή μας, τη διάνοιά μας, τη δύναμή μας. Αλλά, δεν θα συμφωνήσω μαζί σας».

Η κ. Θεώνη ανασήκωσε το κεφάλι της.

«Δεν θα συμφωνήσω, κ. Θεώνη, γιατί δεν είναι τυχαίο πως η σπουδαιότερη αρετή για την Εκκλησία μας, εκείνη που δίνει τον τόνο σε όλες τις άλλες, είναι η διάκριση. Τη συγκεκριμένη ώρα δηλαδή, μεσημέρι, ώρα συνεπώς φαγητού, και έχοντας μάλιστα παιδιά μαζί σας, η προτεραιότητα είναι εκείνα. Το φαγητό έπρεπε πρώτα να ετοιμάσετε, να καθίσετε να φάτε, και έπειτα να πάτε να φροντίσετε το εκκλησάκι του αγίου. Έχω την εντύπωση ότι και τον άγιο αν είχαμε τώρα μαζί μας, θα συμφωνούσε μ’ αυτό που σας λέω. Και ξέρετε γιατί; Διότι ο Θεός και οι άγιοι ικανοποιούνται και χαίρονται, όταν βρισκόμαστε πρώτα από όλα στη διακονία και την υπηρεσία των συνανθρώπων μας. Και πρώτοι συνάνθρωποί μας είναι οι δικοί μας, η οικογένειά μας. Δεν θυμόσαστε, κ. Θεώνη μου, αυτό που λέει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ότι γνωρίζουμε πως αγαπούμε τον Θεό από το πώς αγαπούμε τον συνάνθρωπό μας; Η αγάπη μας στον συνάνθρωπο φανερώνει την αγάπη μας στον Θεό. Αν ήσασταν μόνη σας, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Μα δεν ήσασταν…  Λοιπόν κ. Θεώνη, στην προκειμένη περίπτωση πέσατε… «θύμα» της αγάπης σας στον Θεό, ας το πούμε έτσι. Που θα πει: όταν  θέλουμε να εκφράσουμε την αγάπη μας σ’ Εκείνον, Εκείνος μας στρέφει στον συνάνθρωπό μας».

Η κ. Θεώνη δεν μιλούσε. Με σκυμμένο το κεφάλι τώρα άκουγε τον ιερέα. Μέσα της έκλαιγε για την αδιακρισία της.

«Πάτερ, αμάρτησα. Καταλαβαίνω ότι πρέπει αμέσως να σπεύσω και να ζητήσω συγγνώμη από όλους τους. Τους έκανα να εξοργιστούν και να βρεθούν σε πειρασμό. Τους έκανα να αμαρτήσουν. Κι αυτό είναι ένα βάρος ασήκωτο».

«Ναι, μα όλα τα σβήνει η μετάνοια, κ. Θεώνη. Η συγγνώμη που θα πείτε, στον Κύριο και στους δικούς σας, θα είναι το σφουγγάρι που θα σβήσει την όποια αμαρτία σας. Να πάτε στην ευχή του Θεού!»

(Από το βιβλίο των εκδ. "ἀκολουθεῖν", Δι' εμού του αμαρτωλού, Αληθινές ιστορίες με φόντο το πετραχήλι)

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ

 «Ο άγιος Ιουστίνος ήταν από τη Φλαβία Νεάπολη της Συρίας, υιός του Πρίσκου του Βακχείου. Ήλθε στη Ρώμη, στον Αντωνίνο τον βασιλιά, εναντιούμενος στην πλάνη των ειδώλων, και επέδωσε λιβέλλους υπέρ της εις Χριστόν πίστεως και ομολογίας, με τις οποίες απεδείκνυε την αλήθεια και τη δύναμη της πίστεως αυτής, ενώ γκρέμιζε με βάση την Αγία Γραφή τις ειδωλολατρικές πλάνες. Επειδή τον φθόνησε ο φιλόσοφος Κρήσκης, φονεύτηκε, αφού προηγουμένως όμως υπέστη πολλά βασανιστήρια. Ο άγιος Ιουστίνος, λόγω της καθαρότητας και της αγιότητας της ζωής του, κι αφού έφτασε στο πιο ψηλό σημείο αρετής και γέμισε εντελώς από κάθε θεϊκή και ανθρώπινη σοφία, άφησε σε όλους τους πιστούς συγγράμματα που είναι πλήρη από κάθε σοφία και ωφέλεια. Διότι προσφέρουν τη γνώση του Θεού σε όλους όσοι θα τα μελετήσουν».

Η ακολουθία της ημέρας δεν επικεντρώνει μόνον στον άγιο Ιουστίνο, τον φιλόσοφο και μάρτυρα. Επειδή μαζί με αυτόν μαρτύρησαν και άλλοι μάρτυρες, όπως οι άγιοι Ιουστίνος (άλλος αυτός), Χαρίτων, Χαριτώ, Ευέλπιστος, Ιέραξ, Πέων και Βαλλεριανός, γι' αυτό και οι ύμνοι αναφέρονται γενικά σε όλους, ελάχιστα δε σε μόνο τον άγιο φιλόσοφο Ιουστίνο. Ο Ιουστίνος όμως είναι εκείνος που κατέχει την ξεχωριστή θέση μεταξύ όλων, δεδομένου ότι είναι "ο ιδρυτής της πρώτης χριστιανικής θεολογικής σχολής και αποτελεί νέα και συγκλονιστική παρουσία στην Εκκλησία". Και τούτο γιατί ναι μεν "μέρος από τη θεολογική του σκέψη δεν έγινε Παράδοση της Εκκλησίας, όμως η Εκκλησία δεν δυσκολεύτηκε να τον κατανοήση και να τον τιμήση, διότι ο διδάσκαλος Ιουστίνος, που ήταν μόνο λαϊκός, έγινε μάρτυρας της πίστεώς της και διότι πρώτος αυτός, έστω και χωρίς απόλυτη επιτυχία, επιχείρησε σοβαρά, με τόλμη και σύνεση, να αντιπαραβάλη τη χριστιανική αλήθεια στη φιλοσοφική σκέψη και μάλιστα την πλατωνική" (Στυλ. Παπαδόπουλος).

Βεβαίως όταν η Εκκλησία μας τον χαρακτηρίζει φιλόσοφο δεν έχει κατά νου τον θύραθεν (εκτός της Εκκλησίας δηλαδή) φιλόσοφο που δημιουργεί ένα δικό του φιλοσοφικό σύστημα, ανεξάρτητα από την εις Χριστόν πίστη. Μία τέτοια περίπτωση μπορεί να τιμηθεί από την ιστορία της φιλοσοφίας, όχι όμως από τη χριστιανική πίστη, η οποία αποκλειστικά και μόνο στηρίζεται στην αποκάλυψη του Θεού, σε πρώτη φάση της Παλαιάς Διαθήκης, σε δεύτερη και τέλεια της Καινής με τον ερχομό του ενανθρωπήσαντος Θεού Ιησού Χριστού. Τον χαρακτηρίζει φιλόσοφο, διότι αφενός είχε φιλοσοφική κατάρτιση - άλλωστε μέχρι να καταλήξει στον χριστιανισμό πέρασε από διάφορες φιλοσοφίες που τον άφησαν όμως ανικανοποίητο - αφετέρου χρησιμοποίησε τη φιλοσοφία ως όργανο εκφράσεως της ευαγγελικής αλήθειας. Κι αυτό σημαίνει ότι εκείνο που έφλεγε την καρδιά του αγίου ήταν τελικά η σοφία του Θεού και όχι η ανθρώπινη εκδοχή της. Η υμνολογία μας το επισημαίνει: "Κοσμημένος ο σοφός Ιουστίνος από τη σοφία του Θεού, έδειξε με τη χάρη του Θεού την ανοησία της φιλοσοφίας των Ελλήνων και έπεισε τους ανθρώπους να προσκυνούν την Τριάδα και να κραυγάζουν ορθόδοξα: Είσαι ευλογημένος ο Θεός των Πατέρων μας"  (ωδή ζ΄).

Ο άγιος Ιουστίνος είπαμε ότι πέρασε από διάφορες φιλοσοφίες μέχρι να φτάσει στην πίστη του Χριστού. Κι η πίστη του αυτή δεν υπήρξε αποτέλεσμα των φιλοσοφικών ερευνών του. Κανείς από μόνος του δεν γίνεται χριστιανός, αν δεν κληθεί και δεν ελκυσθεί από τον ίδιο τον ζωντανό Θεό. Ο ίδιος ο Κύριος το αποκάλυψε: "Ουδείς δύναται ελθείν προς με, εάν μη ο Πατήρ ο πέμψας με ελκύση αυτόν" (Κανείς δεν μπορεί να έλθει σε εμένα, εάν ο Πατέρας μου που με έστειλε δεν τον ελκύσει). Ο άγιος Ιουστίνος κλήθηκε από τον ίδιο τον Θεό, γιατί βεβαίως αναζητούσε γνήσια την αλήθεια. Συνέβη σ' αυτόν ό,τι και στον απόστολο Παύλο και ό,τι σε άλλους αγίους: με έναν ξεχωριστό τρόπο του υποδείχτηκε η αλήθεια. Σ' ένα από τα σπουδαία έργα του, τον "Διάλογον προς Τρύφωνα τον Ιουδαίον" περιγράφει με φιλολογικό τρόπο την κλήση του προς τον Χριστό. "Κουρασμένος από τις αναζητήσεις του και ποθώντας ειλικρινά την αλήθεια, περιδιάβαζε μελαγχολικός και στοχαζόμενος σε κάποια παραλία (πιθανόν της Εφέσου), όπου συνάντησε μυστηριώδη σεβάσμιο γέροντα. Αυτός του τόνισε ότι η φιλοσοφία δεν μπορεί να θεραπεύσει την εσώτατη περί Θεού ζήτηση του ανθρώπου και του υπέδειξε τη μοναδική σημασία των προφητών, οι οποίοι «μόνοι και είδαν και εξήγγειλαν την αλήθεια στους ανθρώπους'» (Στυλ. Παπαδόπουλος). Ο υμνογράφος της ακολουθίας του κάνει τον παραλληλισμό με τον απόστολο Παύλο, χωρίς όμως να αναφέρει συγκεκριμένα τι συνέβη στην κλήση του αγίου. "Δέχτηκες από τον ουρανό την κλήση, όπως ο θεσπέσιος Παύλος, θεόσοφε, κι αφού έζησες τον ίσιο δρόμο με άριστο τρόπο, πέρασες στο στάδιο του μαρτυρίου" (ωδή ς΄).

       Η περίπτωση του αγίου Ιουστίνου είναι αξιοθαύμαστη, γιατί επιβεβαιώνει για μία ακόμη φορά ότι όπου υπάρχει γνήσια αναζήτηση της αλήθειας, εκεί έχουμε φανέρωση του Θεού και ο άνθρωπος βρίσκει το μοναδικό και βέβαιο στήριγμα της ζωής του. Όπως ακριβώς και με τον άγιο: "Κατείχες τον Χριστό στην καρδιά σου ως στερέωμα, Ιουστίνε" (ωδή γ΄).

Η «ΚΑΡΔΙΑ» ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ

Ένας ύμνος από την υμνολογία του αγίου Ιουστίνου έρχεται και φωτίζει τον εσωτερικό του αγώνα, αποκαλύπτοντάς μας, κατά τη θεώρηση του αγίου υμνογράφου του, το πνευματικό επίπεδο στο οποίο βρισκόταν. «Στερέωμα Χριστόν ἐν τῇ καρδίᾳ σου κατέχων, ἀνδρείως ἀντικατέστης, Ἰουστίνε, τῷ δικάζοντι ἀνομεῖν παρανόμως σε προστάττοντι» (ὠδή γ΄). Δηλαδή: Έχοντας βαθιά μέσα στην καρδιά σου τον Χριστό ως βάση και στερέωμά σου, Ιουστίνε, αντιμετώπισες με ανδρεία τον δικαστή που σε πρόσταζε με παράνομο τρόπο να ανομήσεις και να προδώσεις τον Θεό.

Ο άγιος ήταν φιλόσοφος με την έννοια της αναζήτησης της αλήθειας, μέχρις ότου βρήκε «τήν μόνην ἀληθῆ τε και ξύμφορον φιλοσοφίαν», δηλαδή την πίστη στον Κύριο Ιησού Χριστό, πίστη στην οποία προσκολλήθηκε τόσο που έδωσε και την ίδια  τη ζωή του γι’ αυτήν γινόμενος μάρτυρας. Κι αυτό γιατί διαπίστωσε από την ίδια του την εμπειρία ότι ο Χριστός δεν ήταν απλώς ένας σπουδαίος ίσως άνθρωπος  που  κάλυπτε κάποια «κενά» μιας κοσμοθεωρίας, αλλά ο Ίδιος ο Θεός που έγινε άνθρωπος, συνεπώς γέμιζε την καρδιά και την ύπαρξή του όλη μ’ εκείνο το «πυρ» που φωτίζει τον άνθρωπο και κατακαίει τα πάθη που θέτουν φραγμό στην εύρεση του ζωντανού και αληθινού Θεού. Ο άγιος με άλλα λόγια ήταν από τους πρώτους διανοητές που συνειδητοποίησε με τη χάρη ασφαλώς του Θεού ότι το κυρίαρχο στοιχείο για να ζήσει πράγματι ο άνθρωπος με νόημα στη ζωή του δεν είναι η λογική του, αλλά η καρδιά του, κι έτσι έγινε μέτοχος κι αυτός της φλόγας του Παρακλήτου που περιέλαμψε τους μαθητές του Κυρίου κατά την ημέρα της Πεντηκοστής. Κατά τον λόγο του Χριστού: «πῦρ ἦλθον βαλεῖν καί τί θέλω εἰ ἤδη ἀνήφθη».

Λοιπόν, τι σημειώνει με διεισδυτικό τρόπο ο υμνογράφος ως στόμα της Εκκλησίας; Ότι ο άγιος είχε φτάσει στο ανώτερο δυνατό σημείο της πνευματικής ζωής, κατά το οποίο έχει ξεπεραστεί και ο ίδιος ο φόβος του θανάτου. Ο φόβος του θανάτου είναι σημάδι της «φυσικής» ζωής, της ζωής όπως βιώνεται στον πεσμένο κόσμο της αμαρτίας – είναι το τίμημα ακριβώς της αμαρτίας. Στη χριστιανική ζωή που ακολουθεί τα χνάρια του αρχηγού της πίστεως Ιησού Χριστού ο φόβος αυτός ξεπερνιέται, (μία δειλία βεβαίως είναι «αποδεκτή» καθώς βρίσκεται ο άνθρωπος ακόμη μέσα στον κόσμο τούτο), γιατί ο πιστός άνθρωπος εντάσσεται μέσα σ’ Εκείνον που «ἀνέστη ἐκ νεκρῶν», ζώντας πια το πιο καθοριστικό στοιχείο που αποδεικνύει την υπέρβαση του φόβου, την αγάπη του Χριστού. «Ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον». Λόγια σαν του αποστόλου Παύλου «ἔχω τήν ἐπιθυμίαν εἰς τό ἀναλῦσαι και σύν Χριστῷ εἶναι» ή σαν του αγίου Ιωάννου της Κλίμακος που λέει ότι «ο άγιος περιμένει με χαρά καθημερινά τον θάνατο», δεν παραξενεύουν τον χριστιανό. Απλώς αναμετριέται με το επίπεδο αυτό και συνήθως κλίνει την κεφαλή και το γόνυ συνειδητοποιώντας τη μικρότητα και… αντιχριστιανικότητά του˙ γιατί φοβάται ακόμη τον θάνατο.

Ο άγιος Ιουστίνος λοιπόν έχοντας πιστέψει στον Χριστό ζούσε την παρουσία του αγίου Πνεύματος στην ύπαρξή του που του έδινε θάρρος και δύναμη να αντιμετωπίσει τους ισχυρούς της γης την εποχή εκείνη, αλλά και ακόμη με τόλμη και χωρίς φόβο να οδηγηθεί και στον ίδιο τον θάνατο. Κι εδώ έρχεται κατεξοχήν ο άγιος υμνογράφος να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε το «μυστικό» της αφοβίας του αγίου, τι ήταν εκείνο που κυριαρχούσε στην καρδιά του, ώστε αναλόγως να βλέπει και να αντιμετωπίζει τα πράγματα στη ζωή του. «Κατείχε» μάς λέει «τον Χριστό στο βάθος της καρδιάς του κι ο Χριστός ήταν το στήριγμά του». Να λοιπόν το «μυστικό» του, αλλά και το μυστικό κάθε αγίου, δηλαδή κάθε μάρτυρα της πίστεως. Αν η καρδιά είναι δεμένη με τον Χριστό, αν Εκείνος, όπως το απεκάλυψε, αποτελεί «τήν πέτραν» πάνω στην οποία έχει θεμελιωθεί το οικοδόμημα της ψυχής, από κει πέρα τίποτε απολύτως δεν μπορεί να γίνει ανάχωμα για την πνευματική πορεία του ανθρώπου. Πρόκειται για την πνευματική πραγματικότητα που αποκαλύπτει επανειλημμένως η Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή, ότι δηλαδή ο πιστός άνθρωπος «ἐστήριξε τήν καρδίαν του ἐν Κυρίῳ», ότι «ἐπ’ Αὐτῷ ἐπεστηρίχθη ἡ ψυχή του», συνεπώς βρισκόμαστε μπροστά σ’ αυτό που διαδραματίζεται στα μυστικά βάθη του πνεύματος του ανθρώπου.

Και τι σημαίνει συγκεκριμένα ότι ο πιστός έχει στήριγμά του ή «στερέωμά» του τον Χριστό; Σημαίνει ότι ο πιστός ως μέλος Χριστού, συνεπώς ενισχυόμενος από Εκείνον, με ορμητική διάθεση ψυχής, κατά το «εἰς ὀσμήν μύρου σου ἔδραμον, Χριστέ», «κολλάει» καταρχάς τον εαυτό του στις άγιες εντολές Εκείνου. Πρόκειται για μία από τις πιο σπουδαίες αλήθειες του ευαγγελικού λόγου, σύμφωνα με τον οποίο «ο Χριστός περικλείεται μέσα στις εντολές Του». «Ὁ ἔχων τάς ἐντολάς μου καί τηρῶν αὐτάς ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με. Ὁ δε ἀγαπῶν με ἀγαπηθήσεται ὑπό τοῦ Πατρός μου καί ἐγώ ἀγαπήσω αὐτόν καί ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν». Και: «ἐάν τις ἀγαπᾷ με τόν λόγον μου τηρήσει, καί ὁ Πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα και μονήν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν». Κι έπειτα, «κολλάει» στο όνομα του Κυρίου. Το όνομα του Χριστού γίνεται για τον πιστό το «βάθρο» της εν Κυρίω πορείας του, η «γη» που πατάει, δεν μπορεί να αναπνεύσει χωρίς Εκείνον. «Μνήμη Ἰησοῦ κολληθήτω σῇ ἀναπνοῇ», όπως λέει και πάλι ο της Κλίμακος άγιος.

Ο άγιος υμνογράφος μάς αποκαλύπτει το «βάθος» της καρδιάς του αγίου Ιουστίνου. Μας αποκαλύπτει συνεπώς τον δρόμο της αγιότητας και μας προσανατολίζει στη μόνη πραγματικότητα που πρέπει και εμείς να πορευτούμε.

ΑΠΟΔΟΣΙΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

«Τήν ἄμετρόν σου εὐσπλαγχνίαν, οἱ ταῖς τοῦ Ἅδου σειραῖς συνεχόμενοι δεδορκότες, πρός τό φῶς ἠπείγοντο, Χριστέ, ἀγαλλομένῳ ποδί, Πάσχα κροτοῦντες αἰώνιον» (ωδή ε΄ αναστασίμου κανόνος).

(Χριστέ, βλέποντας καθαρά την άπειρη ευσπλαχνία σου οι αλυσοδεμένοι του Άδη, έσπευδαν με γρήγορη και χαρούμενη περπατησιά προς το φως Σου, χτυπώντας τα χέρια από χαρά για το αιώνιο Πάσχα).

Ο «φακός» του μεγάλου Πατέρα και υμνογράφου της Εκκλησίας αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού ρίχνει το φως του στον σκοτεινό χώρο του Άδη, εκεί που θεωρείτο προχριστιανικά ότι ήταν ο χώρος των ψυχών. «Όπως πολλοί άλλοι λαοί, ο Ισραήλ φαντάζεται την επιβίωση των νεκρών σαν μια σκιά υπάρξεως, χωρίς αξία και χωρίς χαρά. Ο Άδης είναι ο τόπος που συγκεντρώνει αυτές τις σκιές…σαν τάφος στα έγκατα της γης, όπου βασιλεύει απόλυτο σκοτάδι και όπου το ίδιο το φως μοιάζει με τη ζοφερή νύχτα. Εκεί «κατέρχονται» όλοι οι ζώντες και δεν θα ανέβουν πια επάνω ποτέ. Δεν μπορούν πια να αινούν τον Θεό, να ελπίζουν στη δικαιοσύνη του ή στην πιστότητά του. Πρόκειται για μια ολοκληρωτική εγκατάλειψη» (Λεξικό Βιβλικής Θεολογίας).

Κι ο Κύριος, η πηγή της Ζωής, εισέρχεται στον χώρο αυτό του σκότους και της εγκατάλειψης, με την ανθρώπινη ψυχή Του τη συνδεδεμένη με τη θεότητά Του,  για να τον γεμίσει με το φως Του, να Τον γεμίσει με την παρουσία Του, να δώσει ελπίδα και προοπτική ζωής στους αλυσοδεμένους και αιχμαλώτους του Άδη. Οι περισσότεροι αναστάσιμοι ύμνοι μιλούν γι’ αυτήν τη συγκλονιστική είσοδο του Κυρίου και τις «πανικόβλητες» κινήσεις του Άδη που βλέπει το βασίλειό του να διαλύεται. «Σήμερον ὁ Ἄδης στένων βοᾶ…». «Ὅτε κατῆλθες πρός τόν θάνατον ἡ ζωή ἡ ἀθάνατος, τότε τόν Ἄδην ἐνέκρωσας τῇ ἀστραπῇ τῆς θεότητος…». Κι ένα κύριο χαρακτηριστικό που επισημαίνει η Γραφή είναι τούτο: «ο Ιησούς Χριστός κατέβηκε στον Άδη, ο καταδικασμένος πηγαίνει στην κόλαση… Οι θύρες του Άδη όπου κατέβηκε ο Χριστός ανοίχτηκαν για να μπορέσουν να διαφύγουν οι αιχμάλωτοί του, ενώ η κόλαση όπου κατεβαίνει ο κολασμένος κλείνεται πίσω του για πάντα» (Λ. Β. Θ.).

Λοιπόν, «νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός καί γῆ καί τά καταχθόνια». Δεν υπάρχει πια σκοτάδι, οπουδήποτε στον κόσμο (παρά μόνον σ’ εκείνους που κρατούν ερμητικά κλειστές τις ψυχές τους). Γιατί ήλθε το Φως που το διέλυσε. Και να πεθάνει πια κανείς ξέρει, εφόσον είναι πιστός, ότι το φως του Χριστού θα συναντήσει – Εκείνον δηλαδή που θα τον δεχτεί μέσα στη γεμάτη αγάπη αγκαλιά Του. «Ἐάν τε ζῶμεν ἐάν τε ἀποθνῄσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν». Και τι σημειώνει ο άγιος Δαμασκηνός; Οι αλυσοδεμένοι του Άδη, οι πονεμένοι και χωρίς ελπίδα μετανιωμένοι, βλέποντας το φως, αποδεχόμενοι δηλαδή εν πίστει τον Κύριο της δόξας που ήλθε κι εκεί για να τους βρει – μη ξεχνάμε τον λόγο του αποστόλου Πέτρου, που λέει πως ο Κύριος «ἐκήρυξεν καί τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι» -  «πέταξαν» από τη χαρά τους. Έβαλαν φτερά στα παιδιά τους, και με αγαλλίαση και χειροκροτώντας, έσπευσαν προς το φως Του για να κάνουν μαζί Του τη «διάβαση» από το σκοτάδι στο φως. Η ανάσταση των ανθρώπων ήταν και είναι πια η κοινή «μοίρα» τους, λόγω της Αναστάσεως του ενσαρκωμένου Θεού. Ανάσταση όμως φωτός και ζωής και όχι απλής αιώνιας επιβίωσης μέσα στο σκοτάδι της αμετανοησίας.

Η εξαγγελία αυτή όμως του αγίου Δαμασκηνού ισχύει και για τον κόσμο τούτο, χωρίς να έχει έλθει ακόμη ο σωματικός θάνατος. Γιατί υπάρχει και λειτουργεί και ο πνευματικός δυστυχώς θάνατος. Κάθε φορά που αμαρτάνουμε, κάθε φορά που η μετάνοια μπαίνει στο περιθώριο της ζωής μας, εισερχόμαστε μέσα στον προσωπικό μας Άδη – ζούμε τον θάνατο πριν τον θάνατο! Και το παρήγορο ποιο είναι; Ότι ο Κύριός μας, που η χαρά Του είναι να μας έχει όλους κοντά Του – «ὁ Θεός πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» - μας δίνει διαρκώς ευκαιρίες μετανοίας. Ευκαιρίες δηλαδή φωτός, εισερχόμενος στον δικό μας Άδη, για να μας στρέψει σ’ Εκείνον. Κι ο καλοπροαίρετος άνθρωπος που νιώθει πια την ακτίνα αυτή, που μπορεί να έλθει από το «πουθενά»: ακόμη και την ώρα της αμαρτίας μας, ακόμη και μέσα από ένα ατύχημα, από μία απρόσμενη συνάντηση με έναν άνθρωπο του Θεού, την «αρπάζει» ως την ευκαιρία που του δίνει ο Θεός. Κι αρχίζει να χαίρεται, να τρέχει εκεί που είναι το φως Του, να χειροκροτεί γιατί βλέπει τον δρόμο που θα τον οδηγήσει στην αιωνιότητα μέσα κι απ’ αυτήν ήδη τη ζωή.

Να παρακαλούμε να μας ανοίγει τα μάτια ο Χριστός και να βλέπουμε το φως Του. Και να κινητοποιούμε τον εαυτό μας, ολόκληρη την ύπαρξή μας. Γιατί το φως Του υπάρχει παντού: σε όλη τη δημιουργία, στον κάθε συνάνθρωπό μας, στον ίδιο μας τον εαυτό.