27 Αυγούστου 2022

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΑ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (Ματθ. 18, 23-35)

 

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὃς ἠθέλησε συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ. Ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων. Μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πραθῆναι καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὰ τέκνα καὶ πάντα ὅσα εἶχε, καὶ ἀποδοθῆναι. Πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· κύριε, μακροθύμησον ἐπ ̓ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω. Σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτὸν καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ. Ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὤφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγε λέγων· ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις. Πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων· μακροθύμησον ἐπ ̓ ἐμοὶ καὶ ἀποδώσω σοι. Ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως οὗ ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον. Ἰδόντες δὲ οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα, καὶ ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ἑαυτῶν πάντα τὰ γενόμενα. Τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ· δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με. Οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα; Καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ. Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ

Εἶπε ὁ Κύριος αὐτή τήν παραβολή: «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μοιάζει μ’ ἕνα βασιλιά, πού θέλησε νά τοῦ ἀποδώσουν λογαριασμό οἱ δοῦλοι του. Μόλις ἄρχισε νά κάνει τό λογαριασμό, τοῦ φέρανε κάποιον πού ὄφειλε δέκα χιλιάδες τάλαντα. Ἐπειδή δέν μποροῦσε νά τά ἐπιστρέψει, ὁ κύριός του διέταξε νά πουλήσουν τόν ἴδιο, τή γυναίκα του, τά παιδιά του κι ὅλα τα ὑπάρχοντά του καί νά τοῦ δώσουν τό ποσό ἀπό τήν πώληση. Ὁ δοῦλος τότε ἔπεσε στά πόδια του, τόν προσκυνοῦσε κι ἔλεγε: “δεῖξε μου μακροθυμία καί θά σοῦ τά δώσω ὅλα τα χρέη μου πίσω”. Τόν λυπήθηκε λοιπόν ὁ κύριός του ἐκεῖνον τόν δοῦλο καί τόν ἄφησε νά φύγει· τοῦ χάρισε μάλιστα καί τό χρέος. Βγαίνοντας ἔξω ὁ ἴδιος δοῦλος, βρῆκε ἕναν ἀπό τούς συνδούλους του, πού τοῦ ὄφειλε μόνο ἑκατό δηνάρια· τόν ἔπιασε καί τόν ἔσφιγγε νά τόν πνίξει λέγοντάς του: “ξόφλησέ μου αὐτά πού μοῦ χρωστᾶς”. Ὁ σύνδουλός του τότε ἔπεσε στά πόδια του καί τόν παρακαλοῦσε: “δεῖξε μου μακροθυμία, καί θά σοῦ τά ξεπληρώσω”. Ἐκεῖνος ὅμως δέ δεχόταν, ἀλλά πῆγε καί τόν ἔβαλε στή φυλακή, ὥσπου νά ξεπληρώσει ὅ,τι τοῦ χρωστοῦσε. Ὅταν τό εἶδαν αὐτό οἱ σύνδουλοί του, λυπήθηκαν πάρα πολύ, και πῆγαν καί διηγήθηκαν στόν κύριό τους ὅλα ὅσα ἔγιναν. Τότε ὁ κύριος τόν κάλεσε καί τοῦ λέει: “κακέ δοῦλε, σοῦ χάρισα ὅλο ἐκεῖνο τό χρέος, ἐπειδή μέ παρακάλεσες· δέν ἔπρεπε κι ἐσύ νά σπλαχνιστεῖς τόν σύνδουλό σου, ὅπως κι ἐγώ σπλαχνίστηκα ἐσένα;” Καί ὀργισμένος τόν παρέδωσε στούς βασανιστές, ὥσπου νά ξεπληρώσει ὅσα τοῦ χρωστοῦσε. Ἔτσι θά κάνει καί σ’ ἐσᾶς ὁ οὐράνιος Πατέρας μου, ἄν ὁ καθένας σας δέ συγχωρεῖ τά παραπτώματα τοῦ ἀδερφοῦ του μ’ ὅλη του τήν καρδιά».

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (Α΄ Κορ. 9, 2-12)

 

Ἀδελφοί, ἡ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ. Ἡ ἐμὴ ἀπολογία τοῖς ἐμὲ ἀνακρίνουσιν αὕτη ἐστί. Μὴ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν φαγεῖν καὶ πιεῖν; Μὴ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν ἀδελφὴν γυναῖκα περιάγειν, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ ἀπόστολοι καὶ οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου καὶ Κηφᾶς; Ἤ μόνος ἐγὼ καὶ Βαρνάβας οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν τοῦ μὴ ἐργάζεσθαι; Τίς στρατεύεται ἰδίοις ὀψωνίοις ποτέ; Τίς φυτεύει ἀμπελῶνα καὶ ἐκ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ οὐκ ἐσθίει; Ἤ τίς ποιμαίνει ποίμνην καὶ ἐκ τοῦ γάλακτος τῆς ποίμνης οὐκ ἐσθίει; Μὴ κατὰ ἄνθρωπον ταῦτα λαλῶ; Ἤ οὐχὶ καὶ ὁ νόμος ταῦτα λέγει; Ἐν γὰρ τῷ Μωϋσέως νόμῳ γέγραπται· οὐ φιμώσεις βοῦν ἀλοῶντα. μὴ τῶν βοῶν μέλει τῷ Θεῷ; Ἤ δι ̓ ἡμᾶς πάντως λέγει; Δι ̓ ἡμᾶς γὰρ ἐγράφη, ὅτι ἐπ ̓ ἐλπίδι ὀφείλει ὁ ἀροτριῶν ἀροτριᾶν, καὶ ὁ ἀλοῶν τῆς ἐλπίδος αὐτοῦ μετέχειν ἐπ ̓ ἐλπίδι. Εἰ ἡμεῖς ὑμῖν τὰ πνευματικὰ ἐσπείραμεν, μέγα εἰ ἡμεῖς ὑμῶν τὰ σαρκικὰ θερίσομεν; Εἰ ἄλλοι τῆς ἐξουσίας ὑμῶν μετέχουσιν, οὐ μᾶλλον ἡμεῖς; Ἀλλ ̓ οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ, ἀλλὰ πάντα στέγομεν, ἵνα μὴ ἐγκοπήν τινα δῶμεν τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ

Ἀδελφοί, ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη τῆς ἐκκλησίας σας εἶναι ἡ ἀπόδειξη πώς εἶμαι ἀπόστολος. Νά πῶς ἀπολογοῦμαι σ’ αὐτούς πού ἀμφισβητοῦν καί συζητοῦν τήν αὐθεντία μου ὡς ἀποστόλου: Δέν ἔχω τάχα δικαίωμα νά συντηροῦμαι μέ δαπάνη τῆς ἐκκλησίας ποῦ ὑπηρετῶ; Μήπως δέν ἔχω δικαίωμα νά ἔχω μαζί στά ταξίδια μου ἀδερφή χριστιανή ὡς σύζυγο, ὅπως κάνουν καί οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι καί τά ἀδέρφια τοῦ Κυρίου καί ὁ Κηφᾶς; Ἤ μήπως εἴμαστε οἱ μόνοι, ἐγώ κι ὁ Βαρνάβας, πού δέν ἔχουμε δικαίωμα συντηρήσεως, ἀλλά πρέπει νά ζοῦμε μέ τήν ἐργασία μας; Ποιός πάει ποτέ στρατιώτης στόν πόλεμο μέ δικά του ἔξοδα; ποιός φυτεύει ἀμπέλι καί δέν τρώει ἀπό τόν καρπό του; ἤ ποιός βόσκει πρόβατα καί δέν τρώει ἀπό τό γάλα τοῦ κοπαδιοῦ; Μήπως αὐτά ποῦ λέω εἶναι σύμφωνα μόνο μέ τήν ἀνθρώπινη καθημερινή πείρα; Κι ὁ νόμος δέ λέει τά ἴδια; Πράγματι, στό Μωσαϊκό νόμο εἶναι γραμμένο: Μή βάλεις φίμωτρο στό βόδι πού ἁλωνίζει. Μήπως γιά τά βόδια νοιάζεται ὁ Θεός; Μήπως αὐτά πού λέει ἀναφέρονται πραγματικά σ’ ἐμᾶς; Ἀσφαλῶς αὐτά γράφτηκαν γιά μᾶς. Αὐτός πού ὀργώνει κι αὐτός πού ἁλωνίζει πρέπει νά κάνουν τή δουλειά τους μέ τήν ἐλπίδα τῆς συμμετοχῆς στή συγκομιδή. Ἐμεῖς σπείραμε ἀνάμεσά σας πνευματικό σπόρο· σᾶς φαίνεται πάρα πολύ ἄν θερίσουμε ἀπό σᾶς τά ὑλικά, πού εἶναι ἀναγκαῖα γιά τή συντήρησή μας; Ἄν ἄλλοι κάνουν χρήση αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος ἀπέναντί σας, δέ θά ταίριαζε νά τό κάνουμε περισσότερο ἐμεῖς; Ἐμεῖς ὅμως δέν κάναμε χρήση τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, ἀλλά ὑπομένουμε κάθε στέρηση, γιά νά μή δημιουργήσουμε κανένα ἐμπόδιο στή διάδοση τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ.

ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΣΑΝ ΚΑΠΝΟΣ ΟΙ ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΣ ΨΥΧΕΣ

«Δεν έχουν όλες οι ψυχές αντοχή στο ίδιο μέτρο. Άλλες είναι ισχυρές σαν πέτρα, άλλες ασθενείς σαν καπνός. Όμοιες με καπνό είναι οι υπερήφανες ψυχές. Όπως ο άνεμος διασκορπίζει άτακτα τον καπνό, έτσι ο εχθρός διάβολος παρασύρει τις υπερήφανες ψυχές, διότι ή δεν έχουν υπομονή ή εύκολα εξαπατώνται και πέφτουν σε απόγνωση. Οι δε ταπεινές ψυχές φυλάσσουν τις εντολές του Κυρίου και στέκονται ακλόνητες σαν βράχος, πάνω στον οποίο συντρίβονται όλα τα κύματα. Αυτές οι ψυχές παραδόθηκαν στο θέλημα του Θεού και νοερώς θεωρούν τον Θεό, και ο Κύριος δίνει σ’ αυτές τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Όποιος ζει κατά τις εντολές, αυτός κάθε ώρα και στιγμή ακούει να ηχεί στην ψυχή του η χάρη» (Αρχιμ. Σωφρονίου, Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας, 1999).

Ο μέγας όσιος Σιλουανός του Άθω ήταν απόλυτα προσγειωμένος: ήξερε ότι κάθε άνθρωπος έχει διαφορετικά πνευματικά μέτρα, γι’ αυτό και έχει διαφορετικές αντοχές. Που σημαίνει ότι ο καθένας, κι έχει ασφαλώς υπ’ όψιν του τους χριστιανούς, πρέπει να μάθει την κατάστασή του, ώστε ανάλογα με το πνευματικό επίπεδό του να κάνει και την άσκησή του. Το σημειώνει σε άλλο σημείο του κειμένου του: «Πρέπει να γνωρίζεις το μέτρο σου, για να μην αποκάμει η ψυχή. Μελέτησε τον εαυτό σου και δώσε στην ψυχή σου άσκηση κατά τη δύναμή της». Δεν μπορείς  δηλαδή ενώ είσαι αρχάριος πνευματικά να επιλέξεις τις ασκήσεις του προχωρημένου και τελείου χριστιανού. Είναι σαν το μικρό παιδί που θέλει να σηκώσει βάρος μεγάλο που δεν το αντέχει – θα συνθλιβεί και θα καταπλακωθεί. Ή σαν το μωρό που ενώ χρειάζεται γάλα του δίνουν στέρεα και βαριά τροφή – υπάρχει κίνδυνος να χάσει και τη ζωή του! Το σημείωνε ο απόστολος Παύλος: «γάλα σας πότισα, γιατί δεν αντέχετε ακόμη το κρέας».

Οπότε το ζητούμενο από τον χριστιανό είναι η απόκτηση για να μπορεί να προχωρεί πνευματικά μίας έστω και μικρής διάκρισης ως επίγνωσης των μέτρων του, κάτι που βοηθάει πολύ σ’ αυτό η υπακοή σε διακριτικό πνευματικό πατέρα. Δεν είναι τυχαίο ότι η Εκκλησία μας με το Πνεύμα του Θεού που την διακατέχει προσφέρει αδιάκοπα και αταλάντευτα το όραμα της τελειώσεως στους χριστιανούς, τον σκοπό της θεώσεώς τους με την ακρίβεια των κανόνων της, αλλά κυρίως πορεύεται χρησιμοποιώντας την οικονομία – συγκαταβαίνει στις αδυναμίες των μελών της χριστιανών. Χωρίς την οικονομία αυτή και οι ίδιοι οι θεόπνευστοι κανόνες της θα λειτουργούσαν γι’ αυτούς, κατά τη γνωστή ρήση του αγίου Παϊσίου του αγιορείτου, ως «κανόνια» που θα ρήμαζαν τη ζωή τους. Κι έχει αποδειχθεί: εκείνος που απαιτεί την απόλυτη ακρίβεια για όλους είναι συνήθως εκείνος που ούτε με το μικρό δαχτυλάκι του δεν τηρεί τίποτε – μοιάζει με τους Φαρισαίους όπως έλεγε ο Κύριος που απαιτούσαν τα πάντα από τους άλλους, όχι όμως από τους εαυτούς τους, ο ορισμός της υποκρισίας.

Ο άγιος Σιλουανός προχωρεί και διευκρινίζει με την πείρα του: Ασθενείς ψυχές που είναι σαν καπνός είναι οι υπερήφανες ψυχές. Γιατί δεν έχουν κανένα στήριγμα. Μάλλον το μόνο στήριγμά τους είναι ο… εαυτός τους, ο οποίος όμως άγεται και φέρεται από τα κύματα των παθών τους και τις δαιμονικές επήρειες. Ποιος μπορεί να καυχηθεί για τη στερεότητά του; Ο ίδιος ο Κύριος το απεκάλυψε: «Χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε». Το τίποτε είμαστε χωρίς Εκείνον και τη χάρη Του. Και η διαχρονική εμπειρία όλων των ανθρώπων το επιβεβαιώνει. Γι’ αυτό και είναι γνωστό στην ιστορία του χριστιανισμού ότι το μεγαλύτερο θήραμα για τον Πονηρό διάβολο είναι ο υπερήφανος άνθρωπος. Και πώς διαπιστώνεται η υπερηφάνεια του; Από την έλλειψη της υπομονής του, από την ευκολία που εξαπατάται και αμφιβάλλει για την πίστη του Χριστού και από το γλίστρημα προς την απόγνωση. Ο ανυπόμονος, ο δίψυχος, όποιος απογοητεύεται και φτάνει σε όρια απόγνωσης, αυτός είναι ο υπερήφανος και εγωιστής άνθρωπος, έστω κι αν δεν έχει καμία επίγνωση της τραγικής αυτής πνευματικής πραγματικότητας. Κι είναι σαν να περιγράφει ο άγιος τους περισσοτέρους από εμάς τους συγχρόνους χριστιανούς, που σαν καπνός σκορπιζόμαστε άτακτα από τα ριπίσματα του ανέμου, δηλαδή από τις διάφορες δυσκολίες της ζωής, κυρίως όμως γινόμαστε έρμαια του εχθρού που μας παρασύρει στα δικά του λημέρια κάνοντάς μας να διαγράφουμε το μόνο στέρεο έδαφος, τις εντολές του Θεού.

Και ποιες είναι οι ισχυρές σαν την πέτρα ψυχές; Οι ταπεινές ψυχές, λέει ο άγιος στοιχώντας σε όλη την Αγιογραφική και Πατερική παράδοση. Γιατί είναι θεμελιωμένες στον βράχο των εντολών του Θεού. Αρνούμενες το δικό τους εγωιστικό και υπερήφανο θέλημα ωθούν με τη δύναμη του Θεού τον εαυτό τους στην αγάπη Εκείνου και στις άγιες εντολές Του – ο ταπεινός βάζει ερωτηματικό πάντοτε στις δικές του επιλογές και εκτιμήσεις στα πνευματικά θέματα και υπακούει στο μόνο Απόλυτο: τον Κύριο Ιησού Χριστό και τον λόγο Του. Το είπε ο ίδιος ο Κύριος με παραβολή: ο υπάκουος στον Θεό  μοιάζει με εκείνον που κτίζει το σπίτι του πάνω στον βράχο. Κι όταν έρχονται οι άνεμοι και τα κύματα μένει στέρεος χωρίς να σείεται από το οτιδήποτε. Ενώ αντιθέτως ο ανυπάκουος, ο υπερήφανος όπως είπαμε, κτίζει πάνω στην άμμο. Γι’ αυτό και η πτώση με τις δυσκολίες είναι δεδομένη.

Και γιατί λέει ο άγιος Σιλουανός ότι αυτές οι ψυχές θεωρούν τον Θεό και νιώθουν τη χάρη Του να ηχεί στα αυτιά τους; Μα γιατί ο ίδιος ο Κύριος υποσχέθηκε ότι όποιος παραδοθεί στο θέλημα του Θεού θα βρίσκεται στην ίδια γραμμή με Εκείνον, θα συντονίζεται με τη δική Του ζωή, Εκείνος θα αναπαύεται στην ύπαρξή του ως συνέχειά Του. «Μείνετε πάνω στην αγάπη μου» είπε. «Εάν τηρήσετε τις εντολές μου, θα μείνετε μέσα και πάνω στην αγάπη μου». Και αλλού: «Όποιος με αγαπάει θα τηρήσει τις εντολές μου, οπότε θα τον αγαπήσει ο Πατέρας μου και εγώ θα του εμφανιστώ. Θα έλθουμε και θα κατοικήσουμε με τον Πατέρα εν Πνεύματι μέσα του». Ο ταπεινός άνθρωπος έχει εμπιστοσύνη μόνον στον Χριστό, αγωνίζεται να τηρεί μόνο Εκείνου το θέλημα, φανερώνεται στον κόσμο ως ένας άλλος Χριστός.

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΠΟΙΜΗΝ

«Ο όσιος Ποιμήν καταγόταν από την Αίγυπτο. Αναχώρησε μαζί με όλα τα αδέλφια του κι έγιναν όλοι μοναχοί. Η μητέρα τους, μετά από πολλούς χρόνους, επειδή τους επιθύμησε πολύ, πήγε να τους δει, αλλά αυτοί έκλεισαν τη θύρα και δεν της επέτρεψαν να συμβεί αυτό. Άρχισε τότε να κλαίει και φώναξε με πολύ πόνο. Πλησίασε τότε ο αββάς Ανούβ, ο μεγάλος της γιος, και της λέγει: Γιατί κλαις, γερόντισσα;  Αυτή όταν άκουσε τη φωνή του (γιατί δεν τον έβλεπε, μια και η θύρα ήταν κλεισμένη), είπε: Θέλω να σας δω, παιδί μου. Σε τι θα σας βλάψω, αν σας δω λίγο; Δεν είμαι η μάνα σας, δεν είμαι σε βαθιά γεράματα; Πήρε τον λόγο τότε ο όσιος Ποιμήν και της είπε: Θέλεις να μας δεις (για λίγο) σ᾽ αυτόν τον κόσμο ή (να μας βλέπεις διαρκώς) στον άλλον; Αυτή κατάλαβε τα λόγια του και έφυγε παρηγορημένη. Θέλησε κάποτε ο άρχων της πόλεως να δει τον αββά Ποιμένα. Συνέλαβε λοιπόν τον γιο της αδελφής του για κάποιο αδίκημα και τον έκλεισε στη φυλακή. Ο γέροντας όμως δεν θέλησε να δει τον άρχοντα. Ήλθε και η αδελφή του, αλλά και σ᾽αυτήν δεν έδωσε απόκριση. Αυτή τότε άρχισε να τον κατηγορεί και να του λέει: άσπλαχνε, ελέησέ με, γιατί τον έχω μοναχοπαίδι. Αυτός όμως της μηνύει με κάποιον: φύγε, αναχώρησε από εδώ. Ο Ποιμήν δεν γέννησε παιδιά. Και ο άρχων του στέλνει μήνυμα: Έναν λόγο πες μου, κι αμέσως θα τον ελευθερώσω. Απάντησε ο γέρων: Εξέτασέ τον κατά τους νόμους, και αν είναι άξιος θανάτου, ας πεθάνει. Διαφορετικά, κάνε όπως θέλεις. Θαύμασε πολύ ο άρχων με την απόκριση του γέροντα, και ελευθέρωσε το παιδί. Τον ρώτησε κάποτε κάποιος: Αν δω τον αδελφό μου να αμαρτάνει,  να τον σκεπάσω και να τον καλύψω; Λέγει ο γέρων: Την ώρα που θα καλύψουμε το σφάλμα του αδελφού, και ο Θεός θα καλύψει τα δικά μας σφάλματα. Αυτός ο μακάριος, αφού εξάσκησε κάθε αρετή, ώστε όλοι οι γέροντες στην Αίγυπτο και τη Θηβαΐδα να τον έχουν ως πατέρα και από αυτόν να καθοδηγούνται και να ρυθμίζουν τη ζωή τους, έφτασε στο τέλος του, σε βαθιά γηρατειά και πλήρης ημερών».

Όλοι γνωρίζουμε τη μεγάλη αγάπη του πιστού λαού μας προς τα διάφορα Γεροντικά, τα βιβλία δηλαδή που περιέχουν λόγια και περιστατικά από την ασκητική  ζωή αγίων αββάδων και αμμάδων. Και τούτο γιατί μέσα από αυτά ο λαός έρχεται σε άμεση επαφή με τον ίδιο τον λόγο του Θεού, τον οποίο βίωσαν στο ανώτερο δυνατό οι όσιοι αυτοί και τον πρόσφεραν στους ανθρώπους που τους πλησίαζαν στην εποχή τους άμεσα και ευκολοχώνευτα, αλλά συνεχίζουν να τον προσφέρουν με τον ίδιο τρόπο και μέσα από τα γραμμένα βιβλία γι᾽ αυτούς. Δεν είναι τυχαίο ότι τα Γεροντικά ῾βιωμένα ευαγγέλια᾽ τα έχουν χαρακτηρίσει, ενώ τα περισσότερα περιστατικά ξεκινούν από αυτήν την αίσθηση σωτηρίας που νιώθει ο πιστός, όταν προσεγγίζει τον ίδιο τον Θεό: «αββά, ειπέ λόγον, ίνα σωθώ»,  ή «είπε γέρων». Γι᾽ αυτό και η κατάνυξη και η δημιουργία συνθηκών μετανοίας είναι το σύνηθες που διαπιστώνει κανείς από τη μελέτη των Γεροντικών αυτών.

Αν λοιπόν συμβαίνει αυτό – και πράγματι συμβαίνει – τότε καταλαβαίνει κανείς πόση συγκίνηση και αγαλλίαση αισθάνεται ο πιστός, που σήμερα εορτάζει ένα από τα κυριαρχούντα πρόσωπα του Γεροντικού, ο όσιος Ποιμήν. Ένα τεράστιο τμήμα των ασκητικών αυτών κειμένων αναφέρεται σε λόγια και περιστατικά εκείνου, φανερώνοντας και το μέγεθος της αγιότητάς του. Ήδη το παραπάνω σύντομο συναξάρι περιέχει κάποια από αυτά τα λόγια και τις πράξεις του, ενώ βεβαίως ο υμνογράφος της ακολουθίας του, έκθαμβος μπροστά στη λαμπρότητα της προσωπικότητάς του δεν ξέρει τι να πρωτοαναφέρει σαν χάρισμα και αρετή του: «Τι σε νυν Ποιμήν ονομάσωμεν;» «Τι σε νυν Ποιμήν προσφθεγξώμεθα;» Ο όσιος, πράγματι, εξήσκησε κάθε αρετή και «γέγονε φωστήρ τη οικουμένη λάμπων τοις θαύμασι», εκείνη όμως η αρετή που κυριολεκτικά τον χαρακτήριζε και τον διαπερνούσε, γι᾽ αυτό και επανειλημμένως έρχεται και επανέρχεται σ᾽ αυτήν ο ποιητής, ήταν η διάκριση. «Φωστήρ διακρίσεως ακοίμητος» είναι ο όσιος, «λύχνος διακρίσεως γέγονε, καταυγάζων τας ψυχάς των προσιόντων αυτώ πιστώς και την τρίβον της ζωής υποδεικνύς αυτοίς». Λυχνάρι διακρίσεως έγινε ο όσιος, καταυγάζοντας τις ψυχές αυτών που τον πλησιάζουν με πίστη, και υποδεικνύοντας σ᾽ αυτούς την αληθινή οδό της ζωής.

 Κι είναι γνωστό βεβαίως ότι μεγαλύτερη και σπουδαιότερη αρετή από τη διάκριση δεν υπάρχει. «Πασών αρετών μείζων η διάκρισις» κατά τους αγίους. Κι είναι ευνόητο: η διάκριση αποτελεί το επιστέγασμα όλων των αρετών και φανερώνει τον πλούτο της παρουσίας του αγίου Πνεύματος στην ψυχή του ανθρώπου. Με άλλα λόγια, η διάκριση, ως φωτισμός καταρχάς για να ξέρει κανείς κάθε φορά το θέλημα του Θεού, και ως φωτισμός έπειτα για να διακρίνει τα διάφορα πνεύματα που προσεγγίζουν τον άνθρωπο, ακόμη δε περισσότερο ως φωτισμός που φτάνει στην προόραση και τη διόραση,  προϋποθέτει και την πίστη και την αγάπη και την ταπείνωση. Η διάκριση αποτελεί, θα έλεγε κανείς, το τελικό συμπέρασμα όλων των αρετών, την τελική σφραγίδα που θέτει το Πνεύμα του Θεού στον ενεργούμενο από Αυτό άνθρωπο.

Ας απολαύσουμε - αλλά και ας ελεγχθούμε για τη μικρότητα και  την αμαρτωλότητά μας -  μερικές  αναφορές για τον  γλυκύτατο αυτόν αββά και μεγάλο όσιο:

- Όταν κάποτε κάποιοι καλόγεροι τού παραπονέθηκαν για τις φωνές κάποιων μικρών παιδιών που έρχονταν στο μοναστήρι τους και τους ενοχλούσαν, εκείνος τους είπε: για τις φωνές των αγγέλων μού μιλάτε;

- Όταν πάλι σ᾽ ένα μοναστήρι παρουσιάστηκαν αδελφοί που τον ρώτησαν ενοχλημένοι τι να κάνουν με κάποιους συμμοναστές τους που κοιμώνται κατά την ώρα των αγρυπνιών, εκείνος τους ῾έλιωσε᾽ λέγοντας: εγώ στη θέση σας θα έφερνα και μαξιλάρι να τους βάλω, για να κοιμηθούν πιο άνετα.

- Σε ερώτηση αδελφού προς αυτόν σχετικά με το πώς θα πρέπει να χρησιμοποιεί τον λόγο, πότε δηλαδή να μιλάει και πότε να σιωπά, εκείνος διακριτικά του υπέδειξε: «μίλα διά τον Θεόν, σιώπα διά τον Θεόν».

«Ποιμήν, Πατέρων το καύχημα, ασκητών εγκαλλώπισμα, ικέτευε του σωθήναι τας ψυχάς ημών».

26 Αυγούστου 2022

ΠΩΣ ΒΟΗΘΑΕΙ Ο ΕΝΑΣ ΣΥΖΥΓΟΣ ΤΟΝ ΑΛΛΟΝ ΓΙΑ ΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ

Το άγιο ζεύγος Αδριανός και Ναταλία προβάλλεται από την Εκκλησία μας ως τύπος της αληθινής συζυγίας – στο πρόσωπό τους βλέπουμε την ιδανική θα λέγαμε σχέση! Γιατί; Διότι όχι μόνον υπήρχε μεταξύ τους ο ανθρώπινος έρωτας, αλλά τροφοδοτείτο αυτός και αυξανόταν, βρίσκοντας τον ορθό στόχο του, από τον θεϊκό έρωτα που κατέλαβε το ζευγάρι. Διότι η εμπειρία των ανθρωπίνων σχέσεων και μάλιστα όσον αφορά στη συζυγική σχέση επιβεβαιώνει ότι χωρίς την αναφορά προς τον Θεό, χωρίς την αγάπη Εκείνου, αν όχι καθόλου αλλά πολύ σπάνια μπορεί να κρατηθεί και να παραμείνει πολυετής και ισόβια. Και αυτό οφείλεται βεβαίως στο γεγονός ότι η ανθρώπινη αγάπη, στοιχείο της οποίας είναι και ο έρωτας, είναι σαν την μπαταρία: έχει όριο λήξεως – φθείρεται και αυτή όπως όλα τα ανθρώπινα. Λοιπόν, απαιτείται η ανατροφοδοσία της αγάπης και του έρωτα από εκείνην την πηγή που είναι αιώνια: την αγάπη και τον έρωτα του Θεού. Όπου υπάρχει η σύνδεση με τον Θεό εκεί ο άνθρωπος αδιάκοπα «καινουργείται», όπως άλλωστε το υποσχέθηκε ο ίδιος ο Κύριος: «ιδού, καινά ποιώ πάντα!», όλα τα κάνω καινούργια.  

Κι ένας ύμνος από την ακολουθία των αγίων έρχεται και προσθέτει ένα σημαντικό στοιχείο στην ανατροφοδοσία αυτή και στη διακράτηση της ενότητας των συζύγων. «Πυρί αγάπης θεϊκής την ψυχήν φλεγομένη, του συζύγου εξήψας τον έρωτα εις Χριστόν, τον πόθον τον της σαρκός, Ναταλία, τέλεον μισήσασα» (ωδή γ΄). Τι λέει ο άγιος Θεοφάνης ο ποιητής εν προκειμένω; «Καθώς φλεγόσουν στην ψυχή από το πυρ της θεϊκής αγάπης, Ναταλία, άναψες τον έρωτα για τον Χριστό στον σύζυγό σου, αφού μίσησες εντελώς τον πόθο για τον κόσμο της αμαρτίας». Δεν ήταν στραμμένος προς τον Θεό όπως η γυναίκα του Ναταλία ο Αδριανός. Όμως όταν έρχεται σ’ επαφή πρώτον με αγίους μάρτυρες που φλέγονταν από τον θεϊκό έρωτα, κι έπειτα με την προτροπή της συζύγου του που εξίσου πυρπολείτο κι αυτή από τη θεία αγάπη, βλέπει να καταλαμβάνεται κι η δική του καρδιά από το ίδιο ένθεο πάθος, γεγονός που τον οδηγεί έπειτα και στο μαρτύριο!

Η αγία Ναταλία μετέδωσε στον σύζυγό της αυτό που είχε: την αγάπη προς τον Χριστό – άλλωστε «δεν θα πάρεις από αυτόν που δεν έχει», κατά την παροιμία. Που θα πει: έστω και το ένα μέλος της συζυγίας αν είναι του Θεού, τότε, εφόσον ασφαλώς υπάρχει καλή διάθεση, μπορεί να δώσει ο Θεός να «καεί» και το άλλο μέλος από την ίδια αγάπη. Αυτό δεν προτρέπει και ο απόστολος Παύλος στις περιπτώσεις που ο ένας σύζυγος είναι χριστιανός και ο άλλος ειδωλολάτρης; Δεν λέει να χωρίσουν, γιατί η φλόγα της πίστεως μπορεί να μεταγγιστεί και στον άλλον. Κι ακόμη: ο αγιασμός του ενός μπορεί να γίνει αγιασμός λόγω της συζυγίας και για τον άλλον. Μόνον στην περίπτωση που υπάρχει παγιωμένη πονηρή κατάσταση αρνήσεως ισχύει το «χωριζέσθω». Λοιπόν, η επισήμανση του αγίου υμνογράφου με βάση τη ζωή των αγίων Αδριανού και Ναταλίας είναι πολύ παρήγορη. Ο κάθε σύζυγος αξίζει να αγωνίζεται για το άλλο μέλος της συζυγίας, γιατί η αγάπη προς τον Θεό μεταγγίζεται. Αρκεί όπως είπαμε να υπάρχει η αγάπη αυτή του ενός και να είναι δεκτικός με καλή διάθεση και ο άλλος.  

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΑΔΡΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΝΑΤΑΛΙΑ

«Ο μάρτυς Αδριανός και η Ναταλία, η σύζυγός του, ήταν από τη Νικομήδεια. Κατά τη δεύτερη περίοδο του αυτοκράτορα Μαξιμιανού, συνελήφθησαν εικοσιτρείς άνδρες Χριστιανοί, που κρύβονταν σε σπήλαια, και υποβλήθηκαν σε πολλά βασανιστήρια. Πριν από το μαρτύριό τους, ο Αδριανός τους ρώτησε, χάριν τίνος υφίσταντο όλες αυτές τις φοβερές τιμωρίες, κι αυτοί απάντησαν: Για να κερδίσουμε αυτά που ο Θεός έχει ετοιμάσει σ᾽ αυτούς που Τον υπακούνε, τα οποία δεν μπορεί ούτε ακοή να τα ακούσει ούτε λόγος να τα παραστήσει. Αμέσως ο μακάριος Αδριανός κατανύχθηκε από τη θεία χάρη και ζήτησε από τους ταχυγράφους της εποχής να γράψουν και το δικό του όνομα μαζί με τους Χριστιανούς, λέγοντας ότι ῾και εγώ θα πεθάνω μαζί τους᾽. Πράγματι, τον έγραψαν και τον φυλάκισαν, κι όταν έμαθε τη φυλάκισή του η γυναίκα του Ναταλία, ενώ στην αρχή εθλίβη πολύ, γιατί δεν ήξερε τον λόγο, έπειτα έβαλε χαρούμενη φορεσιά κι έσπευσε στη φυλακή. Εκεί, άρχισε να κατασπάζεται τις αλυσίδες του Αδριανού, να τον μακαρίζει για την προθυμία του και να τον προτρέπει να μείνει ασάλευτος στα βάσανα, ενώ παρακαλούσε και τους αγίους υποψηφίους μάρτυρες που ήσαν μαζί του, να προσεύχονται γι᾽ αυτόν. Ο Αδριανός προέτρεψε τη Ναταλία να γυρίσει στο σπίτι τους, και μετά από λίγο, επειδή θα παρουσιαζόταν την αυριανή ημέρα  μπροστά στον τύραννο, κατώρθωσε δίνοντας χρήματα στους δεσμοφύλακες να πάει κι αυτός στο σπίτι του, προκειμένου να πει στη Ναταλία να παρευρεθεί στην τελείωσή του δια του μαρτυρίου. Αυτή όμως, επειδή νόμισε ότι ο άντρας της φοβήθηκε τα βάσανα κι αρνήθηκε τον Χριστό, γι᾽ αυτό και γύρισε, του έκλεισε τη θύρα μπροστά του, ελέγχοντάς τον για την άρνηση του Χριστού, χαρακτηρίζοντάς τον φιλοζωϊστή και δειλό και θυμίζοντάς του τα φοβερά που θα υποστεί λόγω της αρνήσεώς του αυτής. Τον εαυτό της δε τον αποκαλούσε άθλιο, γιατί ούτε μία ημέρα δεν μπόρεσε να ονομαστεί γυναίκα μάρτυρα, ενώ τη μακαριότητά της τη διαδέχτηκε διαμιάς η δυστυχία. Όταν όμως άκουσε το σκοπό της επισκέψεώς του, η Ναταλία αμέσως με χαρά τού άνοιξε τη θύρα, τον κατασπαζόταν και τον συνόδευσε, όπως ήταν, προς τον τύραννο. Παρουσιάστηκε λοιπόν ο άγιος προς τον βασιλιά, κι αφού ομολόγησε τον Χριστό ως Θεό, τον βάλανε πρηνή και τον κτύπησαν με ξύλα, ενώ έπειτα τον βάλανε ύπτιο, και τόσο τον κτύπησαν πάλι, ώστε να φανούν και τα εντός αυτού υπογάστριά του. Ήταν τότε εικοσιοκτώ ετών. Έπειτα, μαζί με τους υπόλοιπους αγίους, πρώτος αυτός όμως, ακρωτηριάζεται στα χέρια και τα πόδια, ενώ η Ναταλία που βρισκόταν κοντά, έπαιρνε το κάθε μέλος του, παρακαλώντας ταυτόχρονα τον μεν δήμιο να καταφέρνει τα κτυπήματα με δύναμη, τον δε Αδριανό να υπομένει με σταθερότητα και να μην προδώσει λόγω δειλίας την άθλησή του για τον Χριστό. Αφού ετελειώθησαν οι μάρτυρες και τα σώματά τους επρόκειτο να ριχτούν στη φωτιά, η Ναταλία κρατώντας στην αγκαλιά της το χέρι του αγίου Αδριανού, ακολουθούσε τα λείψανα. Καθώς έσταζαν τα αίματα των λειψάνων επάνω της, άλειφε με αυτά τον εαυτό της. Η φωτιά που ανάφθηκε, έσβησε αμέσως από ραγδαία βροχή που άρχισε να πέφτει, και κάποιος πιστός ονόματι Ευσέβιος, μάζεψε γρήγορα τα λείψανα, τα οποία έβαλε σ᾽ ένα πλοιάριο και τα κατέθεσε στην Αργυρούπολη, κοντά στο Βυζάντιο. Εκεί έφτασε ύστερα και η Ναταλία, όπου άφησε και την τελευταία της πνοή, και κατατέθηκε και το δικό της λείψανο πλησίον των μαρτυρικών λειψάνων».

Ένας ύμνος προς τη χριστιανή γυναίκα και προς τη χριστιανική συζυγία, πέραν της συνήθους δοξολογίας προς τους μάρτυρες, είναι η ακολουθία της σημερινής ημέρας. Ο υμνογράφος στέκεται εκστατικός μπροστά στο μεγαλείο πρώτα της αγίας Ναταλίας - ῾ώ, γυναικός θεοφιλούς᾽ θα φωνάξει στο δοξαστικό του εσπερινού – κι έπειτα μπροστά στη συζυγία των αγίων - ῾ώ ζεύγος άμωμον και εκλεκτόν τω Κυρίω! ώ πεποθημένη δυάς και πεφιλημένη Χριστώ! ώ συζυγία αρίστη και μακαρία!᾽ Αιτία για το πρώτο είναι το γεγονός ότι η αγία Ναταλία, ξεπερνώντας τη φυσική τάξη των πραγμάτων, αυτό που θα έκανε μία απλή, συνηθισμένη γυναίκα: να κρατήσει στη ζωή τον άντρα της και να μη μείνει χήρα σε πολύ νεαρή ηλικία μάλιστα, εξυψώνεται στο επίπεδο, με τη χάρη του Θεού, της αληθινής χριστιανής γυναίκας, δηλαδή στο επίπεδο του αληθινού χριστιανού, κατά το οποίο η προτεραιότητα είναι το άγιο θέλημα του Θεού, η βασιλεία του Θεού, όπως ο Κύριος το έχει ζητήσει: ῾ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού᾽.  Και τι κάνει; Προτρέπει τον σύζυγό της να μείνει σταθερός στην αγάπη του Χριστού, έστω και με θυσία της ζωής του.

Έτσι η Ναταλία γίνεται μία μικρή ῾Παναγία᾽, διότι και αυτή σαν την Θεοτόκο, στην πραγματικότητα επαναλαμβάνει με την όλη στάση της το ῾ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου᾽, λοιπόν η στάση της αυτή την εντάσσει στη χορεία όλων των ηρωϊκών και μαρτυρικών γυναικείων μορφών της ιστορίας, οι οποίες αψηφούσαν το δικό τους συμφέρον προς χάριν μίας μεγάλης ιδέας, όπως είναι για παράδειγμα οι Σπαρτιάτισσες μάνες που δίνοντας οι ίδιες τις ασπίδες  στα παιδιά τους τα προέτρεπαν με κατάπνιξη του μητρικού φίλτρου προς χάρη της πατρίδας, ῾ή ταν ή επί τας᾽, ή όπως  οι γυναίκες του Ζαλόγγου που μπροστά στον κίνδυνο ατίμωσής τους επέλεγαν τον ηρωϊκό θάνατο. Ώστε θα λέγαμε ότι η αγία Ναταλία, η οποία βεβαίως δεν κάνει τίποτε άλλο από ό,τι επιτάσσει ο λόγος του Χριστού, γίνεται και αυτή σύμβολο διαχρονικά  της γυναικείας φύσεως, καλύτερα σύμβολο του πραγματικού ανθρώπου. Ο υμνογράφος βεβαίως, γνώστης της Αγίας Γραφής και της όλης Παραδόσεως της Εκκλησίας, προβαίνει συνειρμικά και σε μίαν ακόμη εκτίμηση, προκειμένου να τονίσει και με άλλον τρόπο το μεγαλείο της αγίας: την αντιπαραβάλλει με την πρώτη Εύα. Και την μεν Εύα οικτείρει για την ενέργειά της να παρασύρει στην ανυπακοή του Θεού τον άντρα της, την δε αγία επαινεί για το αλειπτικό έργο της απέναντι σ᾽ αυτόν, δηλαδή να μείνει, όπως είπαμε, σταθερός στο θέλημα Εκείνου. «Η ομόζυγη Εύα εξόρισε τον Αδάμ από τον Παράδεισο με τη συμβουλή του όφεως διαβόλου. Η Ναταλία όμως με πάνσοφο τρόπο εισήγαγε τον Αδριανό στον Παράδεισο». «Όχι όπως η Εύα επέφερε φθορά στον Αδάμ, αλλά η Ναταλία προξένησε στον σύζυγό της αιώνια ζωή».

Ο υμνογράφος όμως εξηγεί και το δεύτερο από το οποίο έχει μείνει ῾ενεός᾽: τη θαυμαστή συζυγία του Αδριανού και της Ναταλίας. Δεν μπορεί να μη θαυμάσει το νεαρό ζεύγος, το οποίο κινείται μέσα στα πλαίσια αυτού που ο Χριστός και η αγία Του Εκκλησία έχουν καθορίσει: ο ένας να γίνεται στήριγμα του άλλου, για να φτάσουν στο σκοπό: την ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Στο ζεύγος αυτό δηλαδή, επισημαίνουμε περίτρανα ότι ο γάμος είναι εκ Θεού και κατανοείται ως μέσον, ως δρόμος, προκειμένου οι σύζυγοι να αλληλοβοηθηθούν στην ένταξή τους στη Βασιλεία του Θεού. Με άλλα λόγια, με τον χριστιανικό γάμο, τύπος του οποίου είναι ο γάμος των σημερινών αγίων, συμβαίνει κάτι αντίστοιχο με τον άγαμο βίο, τον ευλογημένο μοναχισμό. Όπως ο μοναχός εντάσσεται στο μοναστήρι του, για να βοηθηθεί στη σχέση του με τον Θεό, όταν έχει δεχτεί βεβαίως την κλήση από τον Χριστό, κατά τον ίδιο τρόπο και ο έγγαμος: εισέρχεται στον γάμο, για να γίνει ο γάμος εφαλτήριο πνευματικού του ανόδου. Αν ο γάμος δεν κατανοηθεί με τον τρόπο αυτό, τότε αυτονομείται ως στοιχείο του κόσμου τούτου, συνεπώς αντί να βοηθάει τον άνθρωπο, τον οδηγεί σε μεγαλύτερη φθορά του. Μη ξεχνάμε ότι στην παραβολή του μεγάλου δείπνου, που είπε ο Κύριος, ο ένας που δεν παρακάθισε στο δείπνο, ήταν αυτός που συνήψε γάμο. Ο γάμος του λειτούργησε στην περίπτωση αυτή αρνητικά.

Έτσι, μαζί με τον υμνογράφο και εμείς, ῾κραυγάζομεν και λέγομεν᾽: ῾ώ ξυνωρίς αγία, υπέρ ημών τω Θεώ ικετεύσατε, των εκ πόθου τελούντων την μνήμην υμών, πειρασμών ρυσθήναι και πάσης θλίψεως᾽. Αγία δυάδα, ικετεύσατε τον Θεό για εμάς, που τελούμε τη μνήμη σας με πόθο, ώστε να σωθούμε από πειρασμούς και κάθε θλίψη. 

25 Αυγούστου 2022

ΠΩΣ ΕΝΕΔΡΕΥΟΥΜΕ ΚΑΙ ΠΑΓΙΔΕΥΟΥΜΕ ΚΑΙ ΜΑΣΤΙΓΩΝΟΥΜΕ ΤΟΝ ΕΧΘΡΟ ΜΑΣ

«Ενεδρεύει ο εχθρός διάβολος όπως το λιοντάρι στη φωλιά του, και κρύβει για κακό μας παγίδες και δίχτυα από λογισμούς ακάθαρτους και ασεβείς. Αλλά και εμείς, αν δεν κοιμόμαστε, θα μπορέσουμε να του στήνουμε μεγαλύτερες και φοβερότερες παγίδες και δίχτυα και ενέδρες. Γιατί η προσευχή, οι ψαλμοί, η αγρυπνία, η ταπεινοφροσύνη, η υπηρεσία προς τον πλησίον και το έλεος, η ευχαριστία και η ακρόαση των θείων λόγων, γίνονται ενέδρα και παγίδα και λάκκος καί μάστιγες και αγχόνη καί δίχτυα για τον εχθρό»[1] (όσιος Ιωάννης Καρπάθιος).

 

Ο όσιος Ιωάννης Καρπάθιος που η Εκκλησία μας τον εορτάζει την 25η Αυγούστου δεν είναι πολύ γνωστός στο πλήρωμα της Εκκλησίας κι ούτε έχουμε πολλά στοιχεία για την εδώ στον κόσμο τούτο πορεία του. Παρ’ όλα αυτά η παρουσία του στα ασκητικά κείμενα της Εκκλησίας είναι ισχυρή, γιατί μας έχει αφήσει σπουδαία κεφάλαια, «παρηγορητικά» όπως χαρακτηρίζονται, στη Φιλοκαλία των Νηπτικών των αγίων Μακαρίου του Νοταρά και Νικοδήμου του Αγιορείτου. Ένα τέτοιο κεφάλαιο που μας αποκαλύπτει στοιχεία της πνευματικής ζωής είναι και το παραπάνω.

Καταρχάς ο όσιος σχολιάζει τον λόγο του αποστόλου Πέτρου, που συνιστά όμως πιστεύουμε και προσωπική, του οσίου, εμπειρία, ότι όχι μόνο βεβαίως υφίσταται ο πονηρός διάβολος, (ο ξεπεσμένος αρχάγγελος με τις λεγεώνες που τον ακολούθησαν), αλλά η μόνιμη επιθυμία του είναι να καταστρέφει τη δημιουργία του Θεού και μάλιστα τον κατ’  εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού άνθρωπο. Όπως ακριβώς το σημειώνει ο απόστολος «ὁ ἀντίδικος ἡμῶν διάβολος περιπατεῖ ὡς λέων ὠρυόμενος ζητῶν τίνα καταπίῃ»[2]. Βεβαίως πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η δράση του πονηρού δεν είναι ανεξέλεγκτη∙ μπορεί αυτός και οι δικοί του να ξέπεσαν, μπορεί ο Κύριος για λόγους που Εκείνος γνωρίζει να τους κρατάει στην ύπαρξη: ο Θεός ποτέ δεν καταστρέφει τη δημιουργία Του έστω και σε κατάσταση πτώσεως, μπορεί να τον αφήνει να δρα πειρασμικά και καταστροφικά, αλλά πάντοτε μέσα στο πλαίσιο της παντοδύναμης Πρόνοιάς Του: όσο η δράση του πονηρού εξυπηρετεί το δικό Του σχέδιο για τη διαπαιδαγώγηση και τη σωτηρία του ανθρώπου.  Και τι σημειώνει συγκεκριμένα ο όσιος; Ότι ο διάβολος ως λιοντάρι πράγματι στήνει ενέδρες και παγίδες στον άνθρωπο, αλλά κυρίως στο επίπεδο των λογισμών – τοξεύει τον άνθρωπο με τα βέλη των ακάθαρτων και ασεβών λογισμών. Και ακάθαρτοι λογισμοί είναι εκείνοι που αναφέρονται κατεξοχήν στο παθητικό λεγόμενο μέρος της ψυχής, στον κόσμο των συναισθημάτων δηλαδή και των βουλητικών ενορμήσεων, όπως για παράδειγμα να εξάπτει το μίσος και τις έχθρες ανάμεσα στους ανθρώπους ή και να τους παρωθεί σε επιθυμίες που είναι πέρα από το θέλημα του Θεού: σαρκικές επιθυμίες, αγάπη για τα χρήματα, αγάπη για το φαίνεσθαι και την ανθρώπινη δόξα∙ ενώ ασεβείς λογισμοί είναι εκείνοι που αναφέρονται καεξοχήν στο λογιστικό μέρος της ψυχής και που δεν είναι άλλοι από τους λογισμούς της απιστίας και της αμφιβολίας ως προς την ύπαρξη και την παρουσία του Θεού στη ζωή του ανθρώπου. Συνεπώς ο πονηρός έχει ως έργο του αδιάκοπο το πώς θα αλλοιώσει τη σχέση του ανθρώπου ως προς τον Θεό και ως προς τον συνάνθρωπό του και την όλη λοιπή δημιουργία.

Κι έπειτα μάς υπενθυμίζει ο όσιος ότι ναι μεν αυτό συμβαίνει από πλευράς του πονηρού, όμως από πλευράς δικής μας, δηλαδή από πλευράς των χριστιανών που έχουν επίγνωση της χριστιανικότητάς τους, μπορεί να συμβεί το θεωρούμενο παράδοξο και «απίστευτο»: «να στήνουμε εμείς στον διάβολο μεγαλύτερες και φοβερότερες παγίδες και δίχτυα και ενέδρες!» Μα πώς είναι δυνατόν; Ο διάβολος ως πνεύμα, έστω και ξεπεσμένο, δεν έχει μεγαλύτερη δύναμη από εμάς; Είχε και έχει, αλλά μέχρι εκεί που υπάρχει η παρουσία του Χριστού στη ζωή του ανθρώπου. Για τον χριστιανό, τον βαπτισμένο και χρισμένο στο όνομά Του, λειτουγεί η παντοδυναμία Εκείνου, γιατί έγινε διά του βαπτίσματος μέλος Του και δικό Του κομμάτι, που θα πει ότι ο χριστιανός δεν είναι ποτέ μόνος του, αλλά πάντοτε μαζί με τον Χριστό, ντυμένος Εκείνον και έχοντας τις δυνάμεις Εκείνου! «Ὅσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε Χριστόν ἐνεδύσασθε»[3]. Πρόκειται για την αυτοσυνειδησία του χριστιανού μέσα στην Εκκλησία, που έκανε τον όσιο Παῒσιο για παράδειγμα τον αγιορείτη να λέει ότι «ο διάβολος μπροστά στον χριστιανό μοιάζει με το σκυλί που του έχουν βγάλει τα δόντια ή με το φίδι που του έχουν αφαιρέσει το δηλητήριο». Έτσι ο χριστιανός αποτελεί φόβητρο για τον διάβολο, ο διάβολος τρέμει τον χριστιανό και όχι το αντίθετο. Τυχαία ο μέγας όσιος της Εκκλησίας Ιωάννης της Κλίμακος λέει πως ο χριστιανός με το όνομα του Χριστού στα χείλη και την καρδιά του μαστιγώνει τον διάβολο; «Ἰησοῦ ὀνόματι μάστιζε πολεμίους»[4].  Για να συμπληρώσει ο όσιος Ιωάννης Καρπάθιος πια, πέρα από τη διαρκή επανάληψη του ονόματος του Χριστού, και «την προσευχή, τους ψαλμούς, την αγρυπνία, την ταπεινοφροσύνη, την υπηρεσία προς τον πλησίον και το έλεος, την ευχαριστία και την ακρόαση των θείων λόγων».

Χριστιανός με άλλα λόγια που προσεύχεται με τον τρόπο της Εκκλησίας μας, που μελετά τον λόγο του Θεού, που στέκεται με ταπείνωση και αγάπη και έλεος απέναντι στον συνάνθρωπό του, που ευχαριστεί και δοξολογεί τον Θεό, αυτός στήνει «ενέδρα και παγίδα και λάκκο και αγχόνη και δίχτυα» στον εχθρό διάβολο και τον μαστιγώνει με τον σκληρότερο τρόπο! Πόσες φορές δεν έχουμε διαβάσει για παράδειγμα σε παλαιότερα αλλά και νεώτερα συναξάρια ότι και μόνο η επίκληση του ονόματος του Χριστού – εννοείται με πίστη και αγάπη προς Εκείνον – εξαφάνισε τη δαιμονική παρουσία, όπως και η αναφορά στην Παναγία «έκαψε τους δαίμονες»! Πόσες φορές επίσης δεν έχουμε διαβάσει ή ακούσει και προσωπικά αισθανθεί ότι σε μία κατάσταση δύσκολη και θλιβερή η μελέτη του Ευαγγελίου μάς έκανε να αποκτήσουμε και πάλι το θάρρος μας, κι ακόμη περισσότερο: πόσες φορές ο αγώνας μας να συγχωρήσουμε κάποιον για μια αδικία που πιθανόν έκανε απέναντί μας μάς οδήγησε να νιώσουμε τη χαρά του θεϊκού ελέους, ενώ η έχθρα που σκίαζε την ψυχή μας μέχρι την ώρα της συγγνώμης μάς έκανε περίλυπους και δυστυχισμένους;

Οπότε, ναι! Ο διάβολος μάς πολεμάει, μας δυσκολεύει (είπαμε κατά παραχώρηση Κυρίου) τη ζωή, αλλά κι εμείς δεν πάμε πίσω: του δυσκολεύουμε πολύ περισσότερο, κατά τον όσιο Καρπάθιο, τη ζωή και τη δράση. Και βλέπει κανείς την κοινή εμπειρία στον πνευματικό αγώνα των αγίων μας. Ό,τι λέει ο όσιος Καρπάθιος και ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος  το λέει και ο νέος μέγας πράγματι όσιος της Εκκλησίας Ιωσήφ ο ησυχαστής. Έλεγε χαρακτηριστικά σε κάποιον χριστιανό που δείλιαζε στον πνευματικό αυτόν αγώνα : «Πρέπει να γίνεις γενναιότερος. Να παραταχθείς στήθος προς στήθος προς αυτούς τους άσαρκους. Μην τους φοβάσαι. Εσύ δεν βλέπεις με κάθε ευχή, όπου λέγεις, πόσοι πίπτουν, πόσοι στρέφουν τα νώτα. Συ μόνον βλέπεις πόσον εσύ πληγώνεσαι. Αλλά και αυτοί δέρνονται. Και αυτοί φεύγουν. Σε κάθε υπομονή οπού κάμνομε, φεύγουν αλματωδώς, και σε κάθε ευχή πληγώνονται σοβαρώς. Λοιπόν μη θέλεις εν καιρώ πολέμου να ρίπτεις εσύ σφαίρες και βόλια και αυτοί να σου ρίχνουν λουκούμια και σοκολάτες!» - κάτι παρόμοιο που έλεγε και ο άγιος Παῒσιος, όταν εξηγούσε ότι «πολύ συχνά νιώθουμε ότι μένουμε στάσιμοι πνευματικά, γιατί δεν βλέπουμε ότι τη μία ημέρα πολεμάμε με ένα διάβολο, ενώ την άλλη με δέκα!»

Ο όσιος Ιωάννης Καρπάθιος όμως σημειώνει τέλος το αυτονόητο: όλα αυτά συμβαίνουν από πλευράς πνευματικής σε μας τους χριστιανούς, «αν δεν κοιμόμαστε». Κι αυτό είναι το πιο καίριο. Διότι μπορεί κάποιος να είναι χριστιανός, αλλά να μην το έχει πάρει σοβαρά στη ζωή του. Χρειάζεται δηλαδή να είμαστε ξύπνιοι, να έχουμε εγρήγορση, να έχουμε τη νήψη που λένε τα αγιογραφικά και τα πατερικά κείμενα της Εκκλησίας μας[5]. Τότε, πράγματι, η ζωντανή σχέση μας με τον Χριστό θα αποτυπώνεται σε όλες τις διαστάσεις της ζωής μας, θα ζούμε ασφαλώς τον σταυρό και τις δυσκολίες, αλλά μέσα σ’ ένα πλαίσιο Ανάστασης, θα είμαστε για τον διάβολο κι εμείς το φόβητρό του! Το σημαντικότερο όμως κατά τον Κύριο, δεν θα είναι αυτό∙ θα είναι ότι «το όνομά μας θα είναι γραμμένο στη Βασιλεία του Θεού»[6], γεγονός που συνιστά το όραμα και την αδιάκοπη προοπτική μας.

 



[1] Ἁγ. Ἰωάννου Καρπαθίου, 100 παρηγορητικά κεφάλαια, κεφ. 51, στό: Φιλοκαλία τῶν ἱερών νηπτικῶν, (μετάφρ. Ἀντ. Γαλίτη), τόμ. Α΄, ἐκδ. «Τό περιβόλι τῆς Παναγίας», α΄ ἔκδ. 1984, σελ. 340.

[2] Α΄ Πέτρ. 5, 8.

[3] Γαλ. 3, 27.

[4] Κλίμαξ, λόγ. 20, κεφ. 6.

[5] Π.χ. Α΄ Πέτρ. 5, 8: «Νήψατε, γρηγορήσατε».

[6] Βλ. Λουκ. 10, 20.