30 Ιανουαρίου 2026

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ

Αγαπητά μας παιδιά,

Ο με­γά­λος προ­σω­κρα­τι­κός φι­λό­σο­φος Δη­μό­κρι­τος ε­πε­σή­μα­νε σε μί­α φρά­ση του μί­α με­γά­λη α­λή­θει­α: «Βί­ος α­νε­όρ­τα­στος μα­κρή ο­δός α­παν­δό­κευ­τος». Δη­λα­δή, ζω­ή χω­ρίς ε­ορ­τές εί­ναι δρό­μος μα­κρύς χω­ρίς παν­δο­χεί­ο.

Πό­σο κο­πι­α­στι­κό θα ή­ταν γι­α ε­κεί­νους τους χρό­νους να τα­ξι­δεύ­ει κά­ποι­ος χω­ρίς να μπο­ρεί να ξε­κου­ρα­στεί κά­που! Η Εκ­κλη­σί­α μας πο­λύ νω­ρίς κα­τα­νό­η­σε την α­ξί­α των ε­ορ­τών, γι' αυ­τό και το εκ­κλη­σι­α­στι­κό έ­τος εί­ναι κα­τά­σπαρ­το α­πό αυ­τές. Σή­με­ρα ε­ορ­τά­ζον­ται, ό­λως ι­δι­αι­τέ­ρως, οι ά­γι­οι Τρεις Ι­ε­ράρ­χες, Βα­σί­λει­ος ο Μέ­γας, Γρη­γό­ρι­ος ο Θε­ο­λό­γος και Ι­ω­άν­νης ο Χρυ­σό­στο­μος. Η ε­ορ­τή τους εί­ναι α­φορ­μή χα­ράς, εκ­κλη­σι­α­σμού, ξε­κού­ρα­σης, αλ­λά και γνω­ρι­μί­ας μα­ζί τους.

Εί­ναι γε­γο­νός ό­τι ο άν­θρω­πος δεν μπο­ρεί να ζή­σει μό­νος του α­πο­κομ­μέ­νος α­πό τους άλ­λους. Α­πό την δη­μι­ουρ­γί­α του ρέ­πει προς την ε­νό­τη­τα˙ και ό­ταν δι­α­σπά­ται η ε­νό­τη­τα με έ­ρι­δες, δι­α­πλη­κτι­σμούς, ε­γω­ι­σμούς, τό­τε ο άν­θρω­πος τραυ­μα­τί­ζε­ται, πλη­γώ­νε­ται, γί­νε­ται δυ­στυ­χι­σμέ­νος.

Γι' αυ­τό στην ζω­ή μας οι α­λη­θι­νοί φί­λοι εί­ναι στή­ριγ­μα, δεύ­τε­ρη οι­κο­γέ­νει­ά μας, πρό­σω­πα με τα ο­ποί­α μπο­ρού­με να μοι­ρα­στού­με τους προ­βλη­μα­τι­σμούς μας, τις χα­ρές, τις λύ­πες, τις α­νη­συ­χί­ες μας.

Στην Εκ­κλη­σί­α α­πο­κτού­με την αί­σθη­ση ό­τι ο πι­ο α­γα­πη­τός και α­λη­θι­νός μας φί­λος εί­ναι ο Χρι­στός. Οι Ά­γι­οί Του, ό­πως οι Τρεις Ι­ε­ράρ­χες, εί­ναι και αυ­τοί φί­λοι μας που δεν παύ­ουν να εν­δι­α­φέ­ρον­ται γι­α ε­μάς και τα προ­βλή­μα­τά μας, αρ­κεί να τους εμ­πι­στευ­ό­μα­στε και να τους α­γα­πού­με.

Γι­α­τί α­λη­θι­νή φι­λί­α χω­ρίς εμ­πι­στο­σύ­νη, α­γά­πη και αλ­λη­λο­κα­τα­νό­η­ση δεν μπο­ρεί να υ­πάρ­ξει. Οι Ά­γι­οι συ­νο­μι­λούν μα­ζί μας, μας συν­τρο­φεύ­ουν, μας δι­δά­σκουν με την ζω­ή τους, με τα συγ­γράμ­μα­τά τους, με τις προ­σευ­χές και την α­γά­πη τους.

Οι ά­γι­οι Τρεις Ι­ε­ράρ­χες, οι ο­ποί­οι ή­ταν Ε­πί­σκο­ποι της Εκ­κλη­σί­ας, έ­ζη­σαν τον 4ο μ.Χ. αι. Υ­πήρ­ξαν πο­λύ μορ­φω­μέ­νοι και έ­κα­ναν εκ­πλη­κτι­κές γι­α την ε­πο­χή τους σπου­δές.

Γι' αυ­τόν τον λό­γο θε­ω­ρούν­ται προ­στά­τες της Παι­δεί­ας, των Γραμ­μά­των, των μα­θη­τών. Ό­μως, οι Τρεις Ι­ε­ράρ­χες δεν υ­πήρ­ξαν μό­νο άν­θρω­ποι των Γραμ­μά­των και των Ε­πι­στη­μών, ό­πως της φι­λο­σο­φί­ας, της φι­λο­λο­γί­ας, της θε­ο­λο­γί­ας, της ι­α­τρι­κής, της α­στρο­νο­μί­ας, αλ­λά και άν­θρω­ποι α­λη­θι­νής α­γά­πης και φι­λί­ας.

Α­γά­πη­σαν πρώ­τα α­πό ό­λους και α­πό ό­λα τον Χρι­στό, και πα­ράλ­λη­λα κά­θε άν­θρω­πο. Γι­α πα­ρά­δειγ­μα, ο Μέ­γας Βα­σί­λει­ος με τις ι­α­τρι­κές του γνώ­σεις πε­ρι­έ­θαλ­πε α­σθε­νείς που έ­πα­σχαν α­πό λέ­πρα, α­νί­α­τη γι­α την ε­πο­χή του α­σθέ­νει­α, και δεν δί­στα­ζε να τους υ­πη­ρε­τεί ο ί­δι­ος και να α­σπά­ζε­ται μά­λι­στα τα πλη­γω­μέ­να μέ­λη τους, σαν να ή­ταν μέ­λη του Χρι­στού.

Ο ά­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ο Θε­ο­λό­γος μοί­ρα­σε την με­γά­λη πα­τρι­κή του πε­ρι­ου­σί­α στους φτω­χούς και πάν­το­τε συμ­πα­ρα­στε­κό­ταν σε κά­θε άν­θρω­πο που έ­πα­σχε. Ο ά­γι­ος Ι­ω­άν­νης ο Χρυ­σό­στο­μος δεν δί­στα­σε να συγ­κρου­στεί με την παν­το­δύ­να­μη πο­λι­τι­κή ε­ξου­σί­α, γι­α να υ­πε­ρα­σπί­σει αν­θρώ­πους που α­δι­κούν­ταν κα­τά­φω­ρα.

Αυ­τό, α­γα­πη­τά μας παι­δι­ά, εί­ναι δείγ­μα α­λη­θι­νής φι­λί­ας και α­γά­πης˙ να μη ζει κά­ποι­ος μό­νο γι­α τον ε­αυ­τό του, αλ­λά να ζει και γι­α τους άλ­λους, γι­α να ε­πι­τευ­χθεί, ό­σο εί­ναι δυ­να­τόν, η ε­νό­τη­τα στην ο­ποί­α α­να­φερ­θή­κα­με προ­η­γου­μέ­νως.

Οι Τρεις Ι­ε­ράρ­χες α­ξι­ο­ποί­η­σαν την με­γά­λη τους μόρ­φω­ση, δι­α­κο­νών­τας τον Θε­ό, την Εκ­κλη­σί­α, τον συ­νάν­θρω­πο, α­να­κου­φί­ζον­τας τον πό­νο, την α­δι­κί­α, την φτώ­χει­α, την κοι­νω­νι­κή ε­ξα­θλί­ω­ση.

Ας πα­ρα­κο­λου­θή­σου­με γι­α λί­γο την σκέ­ψη του α­γί­ου Ι­ω­άν­νη Χρυ­σο­στό­μου γι­α το τι ση­μαί­νει φι­λί­α: «Ο α­λη­θι­νός φί­λος εί­ναι στις δυ­σκο­λί­ες της ζω­ής μας ό,τι και το φάρ­μα­κο στις αρ­ρώ­στι­ες μας˙ η α­λη­θι­νή φι­λί­α εί­ναι φρού­ρι­ο, α­σφά­λει­α, πε­ρι­ου­σί­α, α­πό­λαυ­ση και ευ­τυ­χί­α».

Μά­λι­στα, ε­πι­σή­μαι­νε την με­γά­λη α­λή­θει­α ό­τι «Τί­πο­τε δεν μα­στί­ζει τό­σο το αν­θρώ­πι­νο γέ­νος, ό­σο η πε­ρι­φρό­νη­ση της φι­λί­ας και της α­γά­πης και η έλ­λει­ψη προ­θυ­μί­ας γι­α την πραγ­μα­το­ποί­η­σή τους».

Και ο ά­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ο Θε­ο­λό­γος γρά­φει τα ε­ξής, ό­σον α­φο­ρά στην υ­πο­δειγ­μα­τι­κή φι­λί­α του με τον ά­γι­ο Βα­σί­λει­ο: «Α­γω­νι­ζό­μα­σταν και οι δύ­ο ό­χι ποιος να έ­χει πρω­τεί­ο, αλ­λά ποιος να το πα­ρα­χω­ρή­σει στον άλ­λον. Θε­ω­ρού­σα­με δι­κή μας ο έ­νας την ε­πι­τυ­χί­α του άλ­λου. Φαι­νό­ταν οι δυο μας να έ­χου­με μί­α ψυ­χή που κα­τοι­κού­σε σε δύ­ο σώ­μα­τα».

Α­γα­πη­τά μας παι­δι­ά, σε μι­α ε­πο­χή σαν την δι­κή μας ό­που οι αν­θρώ­πι­νες δι­α­προ­σω­πι­κές σχέ­σεις, η α­λη­θι­νή α­γά­πη και φι­λί­α, η αλ­λη­λο­κα­τα­νό­η­ση και η κα­λω­σύ­νη δι­έρ­χον­ται σε με­γά­λο βαθ­μό κρί­ση, ε­μείς ο­φεί­λου­με στον ε­αυ­τό μας, τον συ­νάν­θρω­πο και τον Θε­ό να α­γω­νι­στού­με γι­α να μην ε­πι­κρα­τή­σει το κα­κό, η α­δι­α­φο­ρί­α, η α­πα­ξί­ω­ση της α­γά­πης και της φι­λί­ας.

Πρό­τυ­πό μας ας εί­ναι οι Τρεις Ι­ε­ράρ­χες, οι ο­ποί­οι ε­πει­δή πή­ραν στα σο­βα­ρά το Ευ­αγ­γέ­λι­ο και την πί­στη στον Χρι­στό, έ­ζη­σαν την φι­λί­α και την α­γά­πη προς τον Θε­ό και τον συ­νάν­θρω­πο ό­σο λί­γοι άν­θρω­ποι.

Και αυ­τό τους έ­κα­νε α­λη­θι­νά ευ­τυ­χι­σμέ­νους˙ έ­ζη­σαν, με πλη­ρό­τη­τα την Α­λή­θει­α, την Σο­φί­α και τον Λό­γο του Θε­ού. Σας ευ­χό­μα­στε α­πό καρ­δι­άς έτ­σι ευ­τυ­χι­σμέ­νη να εί­ναι και η δι­κή σας ζωή.

Εκ της Ιε­ράς Συνόδου

της Εκκλησίας της Ελλάδος

 

 

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΑΙ: ΕΝΩΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΣΩΣΜΕΝΟΙ!

«Σήμερον τῷ οἴκῳ τούτῳ περιφανής σωτηρία˙ δύο γάρ καί τρεῖς συνηγμένους, Χριστός εἰς τό ὄνομα αὐτοῦ τιμῶν, μέσος πάρεσι τούτων» (ωδή ς΄ α΄ κανόνα τριών Ιεραρχών).

(Σήμερα στον οίκο αυτό, στην κοινή δηλαδή εορτή των τριών ιεραρχών, κηρύσσεται ένδοξα η σωτηρία. Διότι ο Χριστός τιμώντας δύο και τρεις που είναι μαζεμένοι στο όνομά Του, βρίσκεται ανάμεσά τους).

Ο άγιος Ιωάννης των Ευχαΐτων, ο άγιος που ευλογήθηκε από τον Κύριο να δεχτεί την επέμβαση (11ος αι.), από κοινού και μεμονωμένα, των τριών ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου, προκειμένου να διαλυθεί η δαιμονική ενέργεια της διαιρέσεως και της διασπάσεως των πιστών της εποχής του – διότι ο Πονηρός στο όνομα τάχα των τριών αυτών αγίων κατάφερε να τους χωρίσει σε τρεις ομάδες, τους Βασιλίτες, τους Γρηγορίτες και τους Ιωαννίτες: η κάθε ομάδα απολυτοποιούσε ως τάχα μεγαλύτερο τον «δικό» της άγιο – ο άγιος Ιωάννης ο υμνογράφος λοιπόν δεν παύει να τονίζει στους ύμνους του και για τους τρεις Πατέρες αφενός το σπουδαίο θεολογικό έργο τους με το οποίο οχυρώθηκε η Εκκλησία απέναντι στους διαφόρους αιρετικούς, αφετέρου τη μεγάλη αγιότητά τους, η οποία κατεξοχήν φάνηκε και στην εποχή που ζούσαν αλλά και στην εποχή του ίδιου του αγίου υμνογράφου.

Και τι βεβαίωσε την αγιότητά τους αυτή κυρίως κατά τον ενδέκατο αιώνα, τον αιώνα που ζούσε όπως είπαμε ο άγιος Ευχαΐτων; Η ενότητά τους, όπως φανέρωσαν οι άγιοι με το όραμα στον άγιο Ιωάννη. Διότι τι του είπαν μέσα στο περιβάλλον το διχαστικό που ζούσε; Ότι και οι τρεις τους είναι ένα και η τιμή του καθενός αντανακλά στον άλλον – «Δεν υπάρχει δεύτερη θέση μεταξύ των τριών. Διότι ο καθένας  φέρει τα πρεσβεία» (ωδή θ΄). Κι αυτό γιατί αποτελούν μέλη του ίδιου Σώματος, του Σώματος του Χριστού. Μέσα στον Χριστό ευρισκόμενοι, και όσο ζούσαν, πολύ περισσότερο μετά την έξοδό τους από τη ζωή αυτή, πώς ήταν δυνατόν να θεωρούνται ξεχωριστά; Ο ίδιος ο Κύριος δεν είπε, και μάλιστα εκφράζοντας τον βαθύ πόθο Του και το σπουδαιότερο όραμά Του για την τραυματισμένη και διχασμένη ανθρωπότητα, ότι θέλει όλοι να είναι ένα; Κατά το πρότυπο μάλιστα της αγίας Τριάδος που η κάθε υπόστασή Της φέρει όλο το κοινό της μίας θεϊκής φύσεως και ουσίας, «μονάς εν Τριάδι και Τριάς εν μονάδι». «Ίνα πάντες εν ώσιν, καθώ συ Πάτερ εν εμοί καγώ εν Σοι».

Κι είναι πολύ θλιβερή η αυτονόητη αναγωγή: απαρχής του χριστιανισμού παρουσιάζονταν τέτοια διχαστικά και διασπαστικά φαινόμενα, κι απ’ ό,τι φαίνεται θα συνεχίζουν να υφίστανται άχρι του τέλους των αιώνων μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου – το σχίσμα του Δυτικού χριστιανισμού και οι σημερινές σχισματικές τάσεις και μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία επιβεβαιώνουν την πρόβλεψη αυτή. Το μυαλό όλων μας πηγαίνει στον μερισμό που έζησε η Κόρινθος την εποχή των αγίων αποστόλων. Μας το λέει ο απόστολος Παύλος στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή του: Χωρισμένοι οι Κορίνθιοι σε ομάδες, που η καθεμία απολυτοποιούσε είτε τον Παύλο είτε τον Πέτρο είτε τον Απολλώ. Κι ο απόστολος λειτούργησε ως «καταπέλτης»: Ο Χριστός κομματιάστηκε; Μήπως ο Παύλος ή ο Πέτρος σταυρώθηκαν για σας; Μήπως στο όνομα του Παύλου ή κάποιου άλλου βαπτιστήκατε; Για τον άγιο Παύλο δηλαδή ο μερισμός και διχασμός αυτός ήταν σχέδιο του Πονηρού που καλυμμένος κάτω από τον μανδύα του ονόματος κάποιου αποστόλου ήθελε να απομακρύνει τους πιστούς από τη ζωντανή σχέση τους με τον αρχηγό της πίστεως τον Ιησού Χριστό.

 Κι είναι μία πνευματική πραγματικότητα που πρέπει να γνωρίζουμε οι χριστιανοί: ο διάβολος δεν μας πολεμά τόσο με την ίδια την απροκάλυπτη κακία, όσο με την καμουφλαρισμένη μορφή της – τα λεγόμενα εκ δεξιών όπλα του Πονηρού. Οπότε ο αρχάριος χριστιανός, ο μη δοκιμασμένος και άπειρος εύκολα πέφτει στην παγίδα: νομίζει ότι αγωνίζεται για θέματα πίστεως λατρεύοντας τον Πονηρό! Η αξιωματική πνευματική αρχή είναι δεδομένη και αδιαπραγμάτευτη: όπου υπάρχει διχασμός και διαίρεση εκεί υπάρχει το βασίλειο του Πονηρού˙ όπου υπάρχει η εν ταπεινώσει και αγάπη ενότητα εκεί υπάρχει το βασίλειο του Πνεύματος του Θεού. Η μόνη πολεμική και ο μόνος διχασμός που επιτρέπεται για τον χριστιανό είναι προς την αμαρτία. Διότι «η σαρξ επιθυμεί κατά του Πνεύματος και το Πνεύμα κατά της σαρκός». Εκεί όντως ο διχασμός είναι απαραίτητος που υπηρετεί την αληθινή ενότητα.

Οπότε, ο άγιος Ιωάννης ο Ευχαΐτων, και με τον παραπάνω ύμνο του μεταξύ πολλών άλλων, αυτό ακριβώς διατρανώνει: στους αγίους τρεις Ιεράρχες ο μόνος που κυριαρχούσε ήταν ο ίδιος ο Κύριος. Κάθε σκέψη και λογισμός του καθενός, κάθε επιθυμία του, κάθε αίσθημά του ήταν προσανατολισμένα στον Κύριο. Γι’ αυτό και χρησιμοποιεί για να εκφράσει την αλήθεια αυτή δύο Καινοδιαθηκικά στοιχεία: πρώτον, τον λόγο του ίδιου του Κυρίου που αποκαλύπτει ότι «όπου είναι δύο ή τρεις μαζεμένοι στο όνομά μου εκεί είμαι ανάμεσά τους»˙ δεύτερον, τον λόγο πάλι του Ίδιου που αξιολογεί την πίστη του Ζακχαίου απέναντί Του όταν βρέθηκε στο σπίτι του και δέχτηκε τη μετάνοιά του: «σήμερα σωτηρία έγινε στο σπίτι αυτό».

Λοιπόν, η κοινή εορτή των τριών Ιεραρχών με τη θέληση του Κυρίου και των αγίων «παιανίζει» με τον πιο δυνατό τρόπο, πέραν άλλων, τα δύο αυτά: την εν πίστει και αγάπη ενότητα των πιστών και το τι σημαίνει τελικώς σωτηρία του ανθρώπου. Όπου δηλαδή δεν υπάρχει ενότητα εκεί δεν υφίσταται σχέση με τον Σωτήρα Χριστό, έστω κι αν υπάρχει η εν αμαρτίαις πρόφαση της επίκλησης σ’ Εκείνον ή στους αγίους Του!  

ΠΟΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΣΤΟΥΣ ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ ΜΑΣ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ;

«Τίς ἀμοιβή; Τίς ἀνταπόδοσις πρέπουσα τοῖς ἡμετέροις, ἄνθρωποι, προσενεχθήσεται παρ’ ἡμῶν εὐεργέταις; Δι’ ὧν πρός τό εὖ εἶναι χειραγωγούμεθα» (ωδή α΄ τριών ιεραρχών).

(Άνθρωποι, ποια αμοιβή ή ποια ανταπόδοση που τους πρέπει θα προσφερθεῖ από εμάς στους ευεργέτες μας (τρεις ιεράρχες); Διότι αυτοί κρατώντας μας το χέρι μάς οδηγούν στη μακάρια και ευλογημένη ζωή).

Ο άγιος μεγάλος υμνογράφος της Εκκλησίας Ιωάννης επίσκοπος Ευχαΐτων, μπροστά στα γιγαντιαία αναστήματα των τριών Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου, (των οποίων το πνευματικό ύψος και την κοινή χάρη και δόξα που απολαμβάνουν ευλογήθηκε χαρισματικά να γνωρίσει – είναι αυτός που του φανερώθηκε, όταν είχαν διχαστεί οι χριστιανοί του 11ου αι. για το ποιος από τους τρεις είναι μεγαλύτερος και σπουδαιότερος, ότι και οι τρεις είναι το ίδιο και χαρά του καθενός είναι να τιμώνται οι άλλοι),  νιώθει την ανάγκη να απευθυνθεῖ σε κάθε άνθρωπο όπου γης και χρόνου, προκειμένου να μας παρακινήσει στην αρμόζουσα ευχαριστία απέναντί τους. Κι αυτό διότι οι τρεις αυτοί μεγάλοι Πατέρες και Οικουμενικοί Διδάσκαλοι είναι ευεργέτες μας, καθώς σημειώνει, αφού μας διδάσκουν και μας καθοδηγούν σε μία ζωή που ο μόνος χαρακτηρισμός είναι ευλογημένη και μακαρία ζωή. Μας πιάνουν από το χέρι εμάς τους αρχάριους και σκοτισμένους για να μας πάνε προς το ευ είναι.

Το ευ είναι προϋποθέτει το είναι, αλλά και το αντίθετό του, το φευ είναι – μία ορολογία που χρησιμοποίησαν προγενέστεροι από τον άγιο υμνογράφο Πατέρες της Εκκλησίας, σαν τον άγιο Μάξιμο τον ομολογητή για παράδειγμα και όχι μόνο. Και τι σημαίνουν οι όροι; Όπως ο καθένας μπορεί να κατανοήσει: το είναι αποτελεί τη ζωή που μας έδωσε ως δωρεά ο Δημιουργός Θεός μας, ο Οποίος είναι η πηγή της, η πηγή του είναι και κάθε είναι. «Ἐγώ εἰμι ὁ Ὤν» ακούγεται ήδη από την Παλαιά Διαθήκη ο αποκαλυπτικός λόγος του Κυρίου, κάτι που συνεχίζεται και αποκορυφώνεται με τον ερχομό του σαρκωθέντος Θεού μας εν προσώπω Ιησού Χριστού. «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή». «Ἐγώ ἦλθον ἵνα ζωήν ἔχωσιν (οἱ ἄνθρωποι) καί περισσόν ἔχωσιν» - μας φέρνει ο Κύριος την περίσσια της ζωής. Τίποτε δεν υφίσταται, ορατό και αόρατο, μεγάλο ή μικρό και εντελώς μηδαμινό, έξω από την πανσθενή ενέργεια Εκείνου. «Πάντα δι’ Αὐτοῦ ἐγένετο καί χωρίς Αὐτοῦ ἐγένετο οὐδέ ἕν ὅ γέγονε». Ο Τριαδικός Θεός μας είναι η υπόθεση του κόσμου και κάθε κόσμου – το πρόσωπο του Θεού Πατέρα βλέπει ο πιστός που έχει έστω και λίγο ανοικτούς τους πνευματικούς οφθαλμούς του σε όλη τη δημιουργία. Δεν είναι τυχαίο ότι ο απόστολος Παύλος το πρώτο που θέλησε να πει στους Αθηναίους ακροατές του, όταν βρέθηκε στη γη τους, με τις έντονες φιλοσοφικές αναζητήσεις τους ήταν ακριβώς αυτό: «Αὐτός (ὁ Θεός ἐστιν) ὁ διδούς πᾶσι ζωήν καί πνοήν καί τά πάντα». «Ἐν Αὐτῷ ζῶμεν καί κινούμεθα καί ἐσμέν».

Το είναι λοιπόν συνιστά τη δωρεά του Θεού για κάθε ον που υπάρχει στον κόσμο, κατεξοχήν όμως για τον άνθρωπο τον κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Εκείνου δημιουργημένο. Και για τον άνθρωπο αυτόν υπάρχει η διπλή δυνατότητα: ή να ακολουθήσει την προτροπή του Δημιουργού του να ζει μαζί με Εκείνον που είναι ο Πατέρας του και τον αγαπά, τηρώντας τις άγιες εντολές Του, ώστε να φθάσει στο απώγειο της ύπαρξής του: να γίνει ένα με τον Δημιουργό, ή να Τον διαγράψει μέσα στο πλαίσιο της ελευθερίας που του χάρισε, γευόμενος όμως ό,τι του είχε επισημάνει: την έκπτωσή του στη φθορά και τον θάνατο, την εξορία του στην κατάσταση της θλίψης, των οδυρμών και της κόλασης. Η πρώτη επιλογή είναι η φυσιολογική πορεία του και χαρακτηρίζεται ως ευ είναι∙ η δεύτερη είναι η παρά φύσιν πορεία που χαρακτηρίζεται ως φευ είναι.

 Κι έκτοτε αυτή πράγματι είναι η πορεία του κάθε ανθρώπου: ανάλογα με το πού θα κλίνει η θέλησή του, ανάλογα δηλαδή με τον «έρωτα» που θα κυριαρχήσει στη ζωή του, είτε προς το θέλημα του Θεού είτε προς το αμαρτωλό θέλημα το δικό του, η ζωή του θα είναι είτε ευλογημένη είτε δυστυχισμένη. Είτε ευ είναι είτε φευ είναι. Κι έρχεται ο άγιος Ιωάννης ο υμνογράφος για να μας θυμίσει σήμερα: οι τρεις μεγάλοι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Οικουμένης είναι οι ευεργέτες μας, διότι με τη ζωή τους πρώτα και με τον λόγο τους έπειτα μάς καθοδηγούν και μας φωτίζουν τη ζωή, ώστε να μην πλανηθούμε και βρεθούμε στη δυστυχία και την κόλαση του φευ! Μας χειραγωγούν δηλαδή δραστικά ώστε μπροστά μας να βλέπουμε έντονα ζωγραφισμένο το πρόσωπο του Χριστού, χωρίς αλλοιώσεις και σκιάσεις – μας φέρνουν πάνω στα χνάρια του Ίδιου για να νιώθουμε την ευεργετική δική Του παρουσία και χάρη. Διότι αυτό ήταν το έργο τους και το κήρυγμα και η βαθιά επιθυμία τους: πώς να προβάλουν «Ἰησοῦν Χριστόν καί τοῦτον ἐσταυρωμένον καί ἀναστάντα». Οπότε είναι ευεργέτες μας, γιατί μας συνδέουν με τον Πρώτο και Μοναδικό και Απόλυτο Ευεργέτη του ανθρωπίνου γένους, τον Δημιουργό Θεό μας Ιησού Χριστό. Δέχτηκαν με άλλα λόγια την ευεργεσία Εκείνου οι τρεις αυτοί μεγάλοι Πατέρες μας, γι’ αυτό και ευεργετημένοι θέλουν να μοιράζονται την αγία εμπειρία τους και με κάθε άλλον συνάνθρωπό τους – κανείς δεν μπορεί να κρατήσει μόνο για τον εαυτό του τη δωρεά του Θεού ή αλλιώς, όπως έχει ειπωθεί, το δώρο του Θεού μόνον ως αντίδωρο μπορεί να διακρατηθεί και να κατανοηθεί. Η ευγνωμοσύνη μας απέναντί τους έτσι είναι δεδομένη και αιώνια.   

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ

Ο άγιος Ιωάννης ο Ευχαῒτων (11ος αι.) είναι όχι μόνον αυτός που δέχτηκε την κατά χάρη Θεού εμφάνιση των αγίων τριών Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ώστε να επιλυθεί η διαφωνία στην εποχή του των λογίων της Κωνσταντινουπόλεως περί του ποιος είναι ο μεγαλύτερος από τους τρεις, αλλά και αυτός που εμπνεύστηκε να γράψει «κανόνες και τροπάρια και εγκώμια» για τους αγίους. Και πράγματι, η υμνολογία του αποτελεί κατεξοχήν εγκωμιασμό του πνευματικού ύψους των τριών Ιεραρχών, οι οποίοι υπήρξαν «άλλοι άγγελοι μετά σαρκός», «κατά μέθεξιν θεοί, διότι είχαν μέσα τους ζωντανό και λαλούντα τον από τη φύση Του μόνο αληθινό Θεό», «οι διορθωτές των ηθών και οι φροντιστές των ψυχών, οι κοινοί σωτήρες όλων», όπως και «οι μεγάλοι φωστήρες, οι αρραγείς πύργοι της Εκκλησίας», «οι λαβόντες σοφίαν παρά Θεού, ως άλλοι τρεις απόστολοι του Χριστού». Δεν υπάρχει εγκώμιο που να μη  χρησιμοποιεί ο άγιος υμνογράφος, για να αποδώσει αυτό που οραματικά και θεοπτικά έζησε: την παρουσία των αγίων στη ζωή του, αλλά και την τεράστια θεολογική συμβολή τους στη ζωή της Εκκλησίας.

Κι αυτή η υπέρ φύσιν εμπειρία του, πρώτον, να δει οραματικά τους αγίους προβάλλεται δεόντως από τον άγιο. Προκειμένου μάλιστα να προβάλει την ισότητά τους, όπως ήταν και ο κύριος σκοπός του οράματος, χρησιμοποιεί φράσεις που αναφέρονται στη συζυγία του άνδρα με τη γυναίκα. «Ους ο Θεός συνέζευξε, άνθρωπος μη χωριζέτω», λέει ο λόγος του Θεού, «αυτούς που ο Θεός συνένωσε σε ομότιμη ένωση, άνθρωπος εγκωμιαστής ας μη τους χωρίζει», λέει ο υμνογράφος. Για να συνεχίσει: «θεωρώντας τους ίσους στα χαρίσματά τους,  ας τους καθιστά με τους ύμνους του άξιους και ίσων ύμνων».   Μπορεί να φαίνεται υπερβολική η σύγκριση, αλλά ο υμνογράφος εξαγγέλλει ό,τι οι άγιοι, συνεπώς και ο Κύριος, του είπαν. Και ακόμη: «Από τον Ουρανό δύο μεγάλα λυχνάρια φωτίζουν όλον τον κόσμο με διαδοχή του ενός προς το άλλο: ο ήλιος και η σελήνη. Από τη γη με πολύ φανερό τρόπο φωτίζουν όλη την οικουμένη τρεις ίδιοι υπερμεγέθεις ήλιοι, που λάμπουν μαζί: ο Βασίλειος, ο Γρηγόριος, ο Ιωάννης Χρυσόστομος».

Το δεύτερο, έπειτα, η τεράστια θεολογική συμβολή τους στην Εκκλησία. Ο υμνογράφος τονίζει τον αγώνα των αγίων υπέρ της αληθούς πίστεως: τη διακράτηση της αλήθειας για την αγία Τριάδα. Και οι τρεις αγωνίστηκαν να φανερώσουν ανόθευτη την αποκάλυψη του Χριστού και το κήρυγμα των Αποστόλων περί του Θεού. Παράδειγμα: «Διδαχθήκαμε να θεολογούμε την Μοναδική Τριάδα και παραλάβαμε να υμνούμε την Τριαδική Μονάδα. Μάθαμε να προσκυνούμε από τους Πατέρες μία τρισυπόστατη Φύση». «Ο Υιός και Λόγος του Θεού ήταν από την αρχή συνάναρχος με τον Πατέρα. Συνυπήρχε το άγιον Πνεύμα με τον Λόγο του Θεού, αλλά προερχόμενο από τον Γεννήτορα Πατέρα. Απλή, ομοούσια, συμφυής Θεότητα, όπως κηρύσσουν οι θείοι Κήρυκες, οι τρεις Ιεράρχες».

Ο υμνογράφος όμως εν προκειμένω κάνει μία σημαντική επισήμανση: Βεβαίως οι άγιοι Πατέρες εξήγγελλαν  ό,τι ο Κύριος απεκάλυψε και οι Απόστολοι κήρυσσαν, αλλά, με τη σοφία που τους δόθηκε από τον Θεό και τη βοήθεια βεβαίως των ανθρωπίνων γνώσεών τους, αυτό που οι απόστολοι κήρυσσαν με απλότητα, εκείνοι το στερέωσαν και το περιχαράκωσαν, ώστε να είναι απρόσβλητο από τις φιλοσοφικές ενστάσεις της εποχής. Με άλλα λόγια την αλήθεια που αποκάλυψε ο Χριστός, οι άγιοι Πατέρες τη διατύπωσαν με ισχυρό ανθρώπινο λόγο, ώστε να αδυνατούν οι αιρετικοί να την αλλοιώσουν με τα φληναφήματά τους – κάτι που έγινε δεκτό από την Εκκλησία μας, διά του στόματός της, της Οικουμενικής Συνόδου, και της συνειδήσεως της Εκκλησίας, του φρονήματος των πιστών.  Κι έτσι προέβησαν οι άγιοι στη σύνθεση της «ελληνορθοδοξίας», της αποκαλυμμένης δηλαδή από τον Χριστό πίστης, της δοσμένης όμως με κατηγορίες ελληνικές και με όρους φιλοσοφικούς. Περιεχόμενο ο χριστιανισμός, ένδυμα ο ελληνισμός.

Και το έκαναν, διότι αυτή τότε ήταν η πρόκληση της εποχής: να δοθεί η πίστη μέσω του ελληνισμού. Δεν ήταν σκοπός τους απλώς η διάσωση του ελληνισμού. Αυτό που τους ενδιέφερε ήταν η προβολή της αλήθειας, ο Χριστός. Στην εποχή τους όμως ένδυμα για να διατυπωθεί αυτή η αλήθεια ήταν ο ελληνισμός. Κι από την άποψη αυτή ο ελληνισμός αναβαπτίστηκε και εσαεί παραμένει λαμπρός, λόγω ακριβώς της σύνδεσής του με τη χριστιανική πίστη. Σ’ έναν από τους ύμνους ομολογεί ο υμνογράφος: «Λάβατε τη σοφία από τον Θεό, σαν άλλοι τρεις Απόστολοι του Χριστού, και με τον λόγο της γνώσεως στερεώνετε τα δόγματα με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος, τα οποία προηγουμένως με απλά λόγια αλλά και με γνώση έδωσαν οι αλιείς απόστολοι του Χριστού. Διότι έπρεπε και με αυτόν τον τρόπο ο απλός σεβασμός μας να γίνει στέρεος και να αποκτήσει σύσταση, μέσα από σας, πανσεβάσμιοι Πατέρες».

29 Ιανουαρίου 2026

Η ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΤΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ ΑΝΔΡΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΦΟΡΟΥ

«Ο άγιος Ιγνάτιος ήταν διάδοχος των αγίων Αποστόλων και  χρημάτισε επίσκοπος Αντιοχείας. Μαζί με τον άγιο Πολύκαρπο, τον Πρόεδρο της Εκκλησίας των Σμυρναίων, υπήρξε μαθητής του ευαγγελιστή Ιωάννου του Θεολόγου. Οδηγήθηκε λοιπόν ενώπιον του βασιλιά Τραϊανού κι αφού υπέστη όλα τα είδη των βασανιστηρίων, δεν κάμφθηκε, γι’ αυτό και εστάλη στη Ρώμη, προκειμένου να ριχτεί στα θηρία. Όταν έγινε αυτό, κάποιοι άνδρες Χριστιανοί μάζεψαν και έφεραν τα άγια λείψανά του από τη Ρώμη στην Αντιόχεια και τα δώρισαν στους αδελφούς Αντιοχείς που τα ήθελαν με μεγάλο πόθο. Αυτοί λοιπόν τα έβαλαν κάτω από τη γη  με κάθε τιμή και σεβασμό. Χάριν τούτου η Εκκλησία πανηγυρίζει εορτή χαρμόσυνη».

Τον άγιο Ιγνάτιο τον θεοφόρο τον εορτάζει η Εκκλησία μας κατεξοχήν την ημέρα του μαρτυρίου του, την 20ή Δεκεμβρίου. Και γίνεται αφορμή η εορτή να τονίζονται αφενός το θεολογικό ύψος των επιστολών που μας άφησε – σημαντική συμβολή πράγματι στην υπέρβαση εκκλησιαστικών διαστρεβλώσεων – αφετέρου ο βαθύς έρωτας και η αγάπη του προς τον Κύριο Ιησού Χριστό.  Κι είναι αυτή η αγάπη του που και σήμερα προβάλλουν οι ύμνοι της Εκκλησίας μας εξ αφορμής της ανακομιδής των τιμίων λειψάνων του. Δεν είναι άλλωστε δυνατόν να μιλάει κανείς, με οποιαδήποτε αφορμή,  για τον άγιο Ιγνάτιο και να μη συγκινείται με το καμίνι της καρδιάς του -  τον έρωτα που έτρεφε για τον Χριστό μέσα στο στήθος του! Όπως το λέει ο άγιος υμνογράφος: «Θεοφόρε Ιγνάτιε, είχες στο στήθος σου τον έρωτά σου, τον Χριστό» (δοξ. εσπ.). Κι αλλού: «Αξιομακάριστε Ιγνάτιε! Εσύ λοιπόν έχοντας σταθερή την έφεσή σου προς τον αληθινό εραστή σου έλεγες: Δεν υπάρχει μέσα μου φλόγα που να με σπρώχνει στα υλικά, αλλά μάλλον ζωντανό νερό που μιλάει μέσα μου και μου λέει: Πήγαινε στον Πατέρα» (δοξ. εσπ). Και από τον κανόνα του όρθρου: Αγάπησες την ωραιότητα του Δεσπότου Χριστού και Αυτόν ανυποχώρητα επιθυμούσες»∙ «Ο θειότατος έρωτας, μακάριε, κυριάρχησε στην ψυχή σου».

Ο άγιος Θεοφάνης ο υμνογράφος σχετίζει την αγάπη του αγίου προς τον Χριστό με το ίδιο το μαρτύριό του. Θεωρεί ότι η επιθυμία του για το μαρτύριο ήταν ο μισθός που έλαβε από τον Θεό λόγω ακριβώς της αγάπης του αυτής και της διακονίας του στην Εκκλησία να ιερουργεί το ευαγγέλιο Εκείνου. «Έβαλες στο στήθος σου τον έρωτά σου, τον Χριστό, και πήρες σαν μισθό της ιερουργίας του Ευαγγελίου Του το να φτάσεις στην τελείωση με το μαρτύριο του αίματος». Με άλλα λόγια το μαρτύριο – ό,τι χειρότερο για έναν άνθρωπο που κινείται με κοσμικά και όχι χριστιανικά κριτήρια – είναι η χάρη που δίνει ο Θεός για να ανέβει στην τελείωσή του ο άνθρωπος, όπως το διατυπώνει μάλιστα και ο απόστολος Παύλος: «ημίν εχαρίσθη ου μόνον το εις Αυτόν πιστεύειν, αλλά και το υπέρ Αυτού πάσχειν», δηλαδή, δόθηκε σε εμάς ως χάρη όχι μόνον να πιστεύουμε στον Χριστό, αλλά και να πάσχουμε γι’ Αυτόν. Κι αυτό συμβαίνει, διότι το μαρτύριο στη ζωή αυτή – κι όχι μόνον του αίματος, αλλά και οι διάφορες θλίψεις και δοκιμασίες που με πίστη αντιμετωπίζονται από τον χριστιανό -αποτελεί συμμετοχή στο μαρτύριο του πρώτου Μάρτυρα, του ίδιου του Κυρίου: Σταυρός η ζωή Εκείνου, σταυρός και η ζωή του Χριστιανού, εφόσον «επακολουθεί τοις ίχνεσιν Αυτού». Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι «μιμητήν του πάθους του Χριστού» τον χαρακτηρίζει η Εκκλησία μας.

Δεν μπορούμε να μη μνημονεύσουμε και έναν παραλληλισμό που κάνει ο άγιος Θεοφάνης για τον ιερομάρτυρα του Χριστού. Τον παραλληλίζει, στον οίκο του κοντακίου, με τον προφήτη Ιερεμία, τον οποίο ο Θεός αγίασε εκ μήτρας, προκειμένου να αναγγείλει τον ερχομό Του στον κόσμο. Κι όταν ήλθε στον κόσμο βρήκε το βρέφος Ιγνάτιο άξιο της χάρης Του – και μάλλον εννοεί ο υμνογράφος αυτό που διασώζει η παράδοση της Εκκλησίας, ότι δηλαδή το νήπιο που κράτησε ο Κύριος στην αγκαλιά Του και είπε ότι σαν κι αυτό πρέπει να γίνουν οι άνθρωποι για να εισέλθουν στη Βασιλεία του Θεού, ήταν ο άγιος Ιγνάτιος – προκειμένου να γίνει αργότερα ο κήρυκας του Ευαγγελίου Του. «Ο Θεός που αγίασε από την κοιλιά της μάνας του τον προφήτη Ιερεμία, και πριν ακόμη γεννηθεί σαν προγνώστης που είναι γνώριζε ότι αυτός θα είναι δοχείο του αγίου Πνεύματος, τον γεμίζει αμέσως με το Πνεύμα αυτό ήδη από νεαρή ηλικία, και τον στέλνει προφήτη και κήρυκά Του σε όλους, για να προαναγγείλει την αγία στη γη παρουσία Του. Όταν γεννήθηκε λοιπόν ο ίδιος ο Θεός από την Παρθένο Μαρία και ήλθε στο κήρυγμα, βρήκε από τη βρεφική ηλικία άξιο κήρυκα της χάρης Του τον θεοφόρο και θείο Ιγνάτιο» Κι αλλού εμφανέστερα: «Έλκυσες το φως από την πηγή του φωτός, Ιγνάτιε. Διότι ο Χριστός αφού σε κράτησε στα άχραντα χέρια Του σε άγιασε» (ε΄ωδή). 

Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι στα πρόσωπα τέτοιων αγίων σαν τον άγιο Ιγνάτιο βλέπουμε τη συνέχεια των μεγάλων αναστημάτων της Παλαιάς Διαθήκης, των Πατριαρχών και των Προφητών. Ό,τι διαβάζουμε στην Παλαιά Διαθήκη γι’ αυτούς, για την πνευματοφορία και τη χάρη τους, το έχουμε άμεσα μπροστά μας με τους αγίους μας, ίσως δε και περισσότερο, αφού οι άγιοί μας ευτύχησαν να ζήσουν την οντολογική αμεσότητά τους με τον Χριστό, ως ηγιασμένα από Εκείνον μέλη Του.

28 Ιανουαρίου 2026

ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΟΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΥΠΟΜΟΝΗ

«Ελεεινός και ταλαίπωρος είναι αυτός που δεν απέκτησε υπομονή, επειδή για τέτοιους ανθρώπους εξαπέλυσε τα «ουαί» η θεία Γραφή. Αλίμονο, λέει, σ’ αυτούς που έχουν χάσει την υπομονή. Πραγματικά, λοιπόν, πραγματικά, αλίμονο σ’ αυτόν που δεν έχει υπομονή, διότι ένας τέτοιος άνθρωπος μεταφέρεται εδώ και κει, όπως ένα φύλλο από τον αέρα. Δεν ανέχεται προσβολή, στις θλίψεις λιποψυχεί. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι εύκολος στις φιλονεικίες, μεμψίμοιρος στην υπομονή και αντιρρησίας στην υπακοή. Στις προσευχές είναι οκνηρός και στις αγρυπνίες κατακουρασμένος. Στις νηστείες είναι σκυθρωπός και στην εγκράτεια απρόσεκτος. Στις αποστολές είναι απρόθυμος και στις εργασίες κακός εργάτης. Στην πονηρία είναι αξεπέραστος και στις ενέργειές του αυταρχικός. Στις λογομαχίες είναι ανδρείος και στην ερημική ζωή αδύνατος. Ένας τέτοιος άνθρωπος εχθρεύεται αυτούς που έχουν καλή φήμη, και φθονεί αυτούς που προοδεύουν. Εκείνος που δεν έχει υπομονή υποφέρει πολλές τιμωρίες, και ένας τέτοιος αδυνατεί να πλησιάσει την αρετή. Διότι με την υπομονή τρέχουμε το αγώνισμα του δρόμου που είναι μπροστά μας, λέει ο Απόστολο. Εκείνος που δεν έχει υπομονή είναι ξένος προς την ελπίδα που προέρχεται απ’ αυτήν. Γι’ αυτό παρακαλώ, όσοι όπως εγώ είστε χωρίς υπομονή, αποκτήστε υπομονή, για να σωθείτε» (Όσιος Εφραίμ ο Σύρος, Λόγος για τις αρετές και τις κακίες, εκδ. Το Περιβόλι της Παναγίας, Μετάφραση: Κ. Γ. Φραντζολά).

Σπάνια βρίσκεται γραφίδα που να αποδίδει τόσο βαθιά και διεισδυτικά, αλλά και τόσο συνοπτικά και με τέτοια ρυθμικότητα, το τι συμβαίνει με τον άνθρωπο της αρετής αλλά και της κακίας, όσο η γραφίδα του θαυμασίου και σπουδαιοτάτου Πατέρα της Εκκλησίας οσίου Εφραίμ του Σύρου. Δεν είναι τυχαίο ότι «απέκτησε πολύ ενωρίς μεγάλη φήμη και αναγνωρίστηκε Διδάσκαλος της Οικουμένης», ενώ «τα συγγράμματά του άρχισαν σε κάποιες εκκλησίες να αναγινώσκονται μετά την Αγία Γραφή, και το όνομά του το ανέφεραν με θαυμασμό οι Χριστιανοί, διότι κατά τον Γρηγόριο Νύσσης “εις πάσαν την γην το φέγγος του βίου και της θεωρίας αυτού εξέλαμψεν”». Ένα δείγμα της δεινότητας του λόγου του και του εμπνευσμένου από το Πνεύμα του Θεού νου του είναι και το παραπάνω απόσπασμα για τον άνθρωπο που δεν έχει υπομονή στη ζωή του.

Η εκτίμηση του αγίου καταρχάς περί της ελεεινότητας και της ταλαιπωρίας του ανυπόμονου ανθρώπου δεν είναι δική του. Η ίδια η αγία Γραφή αξιολογεί με φοβερά «ουαί» την κατάστασή του, που θα πει ότι η εκτίμηση είναι του ίδιου του Θεού και όχι κάποιου ανθρώπου. Και γίνεται δραματική πράγματι η καταγραφή από τον όσιο της άθλιας αυτής καταστάσεως, διότι στο τέλος αποκαλύπτει: «και εγώ ανήκω σ’ αυτούς που δεν έχουν υπομονή»! Γνωρίζουμε δε ότι η συμπερίληψη και του ίδιου στην αθλιότητα της ανυπομονησίας δεν γίνεται για λόγους ταπεινολογίας – η ταπεινολογία θεωρείται χριστιανικά ως η χειρότερη έκφραση του υπερήφανου και εγωιστικού ανθρώπου - αλλά για λόγους αληθινής ταπεινοφροσύνης και σοφού παιδαγωγικού τρόπου γραφής. 

Και ποια η αιτία της ελεεινότητας για την έλλειψη της υπομονής; Η αδυναμία ευρέσεως του δρόμου της σωτηρίας. Ο ανυπόμονος άνθρωπος, επισημαίνει ο όσιος Εφραίμ βασισμένος στην αγία Γραφή αλλά και την εμπειρία του, έχει χάσει τον δρόμο για τη σχέση του με τον Θεό. Γιατί κατά τον απόστολο «με υπομονή τρέχουμε το αγώνισμα του δρόμου που είναι μπροστά μας» - ο ανυπόμονος έχει χάσει κάθε ελπίδα ζώντας σε κατάσταση απόγνωσης και απελπισίας που είναι τα σημάδια της κόλασης ήδη από τη ζωή αυτή. Γι’ αυτό και ένας τέτοιος άνθρωπος χαμένος, δηλαδή ευρισκόμενος στην κατάσταση του ασώτου υιού της γνωστής παραβολής του Κυρίου, έχει όλα τα σημάδια της διαστροφής και της τιμωρίας για την ίδια του τη ζωή. Ως προς τον Θεό δεν έχει καθόλου αγάπη, που αποδεικνύεται από την οκνηρία που επιδεικνύει στις προσευχές και εν γένει στην πνευματική ζωή. Ως προς τον συνάνθρωπό του το ίδιο: όχι μόνο δεν τον αγαπά, αλλά τον εχθρεύεται, τον φθονεί, θέλει να τον υποτάσσει με την αυταρχικότητά του, λογομαχεί μαζί του έτοιμος πάντα να τον προσβάλει. Ως προς δε τον εαυτό του, βρίσκεται σε αέναη ταραχή, αγόμενος σαν ένα φύλλο από τον αέρα, πέρα δώθε – η ψυχική γαλήνη είναι γι’ αυτόν πολύ μακρινό όνειρο! Κι ακόμη: ενώ παρουσιάζεται στη σχέση του με τους άλλους αρνητικά «δυναμικός», ο ίδιος βρίσκεται μέσα στον φόβο και στη λιποψυχία, ιδίως όταν έρχεται αντιμέτωπος με τις θλίψεις – αυτό που ονομάζουμε «φοβισμένο ανθρωπάκι» σε ρόλο όμως «νταή»! Πρόκειται λοιπόν για άνθρωπο, κατά τον άγιο Εφραίμ, που σέρνει επάνω του όλες τις τιμωρίες. Γιατί δεν έχει Θεό μέσα του! Όπως είπαμε: Ήδη από τώρα ζει την κόλασή του.

Η λύση είναι μονόδρομος: η εκζήτηση της υπομονής και η απόκτηση μαζί της και της ελπίδας. Γιατί, όπως θα πει κάπου αλλού ο ίδιος ιερός Πατέρας μεταφέροντας και πάλι το πνεύμα και το γράμμα της Γραφής: «στην υπομονή παρουσιάζεται ο Θεός». Είναι ο αξιωματικός λόγος και του ίδιου του Κυρίου Ιησού Χριστού: «Όποιος κάνει υπομονή μέχρι το τέλος αυτός και θα σωθεί».

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΣΥΡΟΣ

«Ὁ ὅσιος Ἐφραίμ ἦταν ἀπό τήν Ἀνατολή, Σύρος στήν καταγωγή. Διδάχτηκε τήν εὐσέβεια καί τήν κατά Χριστόν πίστη ἀπό τούς προγόνους του κι ἔζησε στούς χρόνους τοῦ Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου. Ἀσπάστηκε ἀπό τά παιδικά του χρόνια τόν μοναχικό βίο, καί λέγεται ὅτι ἐκχύθηκε χάρη ἀπό τόν Θεό πάνω του, διά τῆς ὁποίας, ἀφοῦ ἔγραψε πάρα πολλά κατανυκτικά συγγράμματα, καθοδήγησε πολλούς πρός τήν ἀρετή κι ἔγινε παράδειγμα ἀσκητικῆς ἀρετῆς στίς ἑπόμενες γενιές. Τελεῖται δέ ἡ σύναξή του στό Μαρτύριο τῆς ἁγίας Ἀκυλίνας, στόν τόπο τοῦ Φιλόξενου, πλησίον τοῦ φόρου».

Ὁ ὅσιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος εἶναι ἀπό τούς γνωστότερους ὁσίους καί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, μέ τήν ἔννοια ὅτι τόν γνωρίζουν καί ἐκεῖνοι πού δέν τόν γνωρίζουν. Τί θέλουμε νά ποῦμε; Μπορεῖ κανείς νά μήν ἔχει ὑπ’ ὄψιν του ὅτι ἡ κατεξοχήν προσευχή τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, τό «Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου», εἶναι δική του προσευχή, σίγουρα ὅμως τήν ἔχει ἀκούσει, τήν ἔχει καί αὐτός ψιθυρίσει, μπορεῖ νά τήν ἔχει ἐντάξει καί στίς δικές του προσευχές. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἔχει προκληθεῖ καί προκαλεῖται κάθε φορά μέ τήν προσευχή αὐτή νά ζήσει τή μετάνοια, ὡς ἀγώνα ἀποφυγῆς τῶν κακῶν παθῶν: τῆς ἀργίας, τῆς περιεργείας, τῆς φιλαρχίας, τῆς ἀργολογίας, καί ἀποκτήσεως τῶν ἀρετῶν: τῆς σωφροσύνης, τῆς ταπεινοφροσύνης, τῆς ὑπομονῆς καί τῆς ἀγάπης, διά τῶν ὁποίων ζεῖ κανείς τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Δέν εἶναι τυχαῖο λοιπόν πού ὁ ὑμνογράφος του ἅγιος Θεοφάνης ἀφενός τόν προβάλλει ὡς κήρυκα τῆς μετανοίας, ἀφετέρου ὡς «θεῖον κρατῆρα τῆς κατανύξεως». Ὅπως τονίζει τό κοντάκιο καί ὁ οἶκος τοῦ κοντακίου μάλιστα «ἐν τοῖς λόγοις καί ἔργοις σου ραθύμους ἐγείρεις πρός μετάνοιαν» (μέ τά λόγια καί μέ τά ἔργα σου ξυπνᾶς ὅλους γιά νά μετανοήσουν).  

Τά δάκρυα τῆς κατανύξεως ἀποτελοῦσαν τό κύριο στοιχεῖο τῆς ζωῆς τοῦ ὁσίου, ὅπως καί δάκρυα κατανύξεως προκαλοῦσαν καί προκαλοῦν τά συγγράμματα πού ἔγραψε. Κατά τόν ἅγιο Θεοφάνη «ἀμέμπτως ἤνυσας τόν βίον δάκρυσι σεαυτόν ἀποπλύνας» (Πέρασες τή ζωή σου μέ ἄμεμπτο τρόπο, ἀφοῦ ξέπλυνες τόν ἑαυτό σου μέ τά δάκρυά σου). Ἐκεῖνο πού ἔκανε τόν ὅσιο νά ζεῖ μέ δάκρυα καί νά ἔχει τήν κατάνυξη κυριολεκτικά σύνοικο τῆς ζωῆς του ἦταν ἡ διαρκής μνήμη τοῦ θανάτου καί τῆς κρίσεως πού τόν ἀκολουθεῖ. Πράγματι, ὅποιος ἐνθυμεῖται τόν θάνατό του μέ ἐπίγνωση, ὅποιος ἔχει τή μνήμη ὅτι ἀκολουθεῖ ἡ κρίση, ἐκεῖνος εἶναι πού φτάνει σέ μεγάλα ὕψη ἁγιότητας, διότι ἔχει διαρκή ἀφορμή στό νά μή ἁμαρτάνει. Ὅπως τό λέει καί ἡ Γραφή: «Μιμνῄσκου τά ἔσχατά σου καί οὐ μή ἁμάρτῃς εἰς τόν αἰῶνα» (Θυμήσου τό τέλος τῆς ζωῆς σου καί δέν θά ἁμαρτήσεις ποτέ).

Κι ἀσφαλῶς ὁ ὅσιος δέν ζοῦσε σέ μία φοβική, δηλαδή ἀρρωστημένη, ἀτμόσφαιρα. Ὁ φόβος τῆς κρίσεως δέν λειτουργοῦσε γι’ αὐτόν ὡς μία πνευματική τρομοκρατία, ἡ ὁποία ἀλλοιώνει ἀρνητικά τήν ψυχή, ἀλλά καί τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ φόβος αὐτός ἦταν καρπός τῆς ἀγάπης του πρός τόν Κύριο, μή τυχόν δηλαδή ἐκπέσει ἀπό τήν ἀγκαλιά Του, μήπως χάσει τή χάρη Του. «Πληγώθηκες ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Παντοκράτορος Κυρίου, γι’ αὐτό καί πέρασες ὅλη τή ζωή σου μέ θρήνους, ὅσιε, φωνάζοντας μέ ἔκπληξη: πάρε μου πίσω, Σωτήρα, τά κύματα τῆς χάρης Σου, κρατώντας την γιά μένα πλούσια, κατά τή μέλλουσα ζωή». Ζητοῦσε ὁ ὅσιος νά μήν ἔχει τόσο μεγάλη χάρη στή ζωή αὐτή, μή τυχόν συμβεῖ καί μειωθεῖ αὐτή κατά τή μέλλουσα ζωή. Τό κύριο γνώρισμα τῆς ζωῆς του δηλαδή ἦταν ὁ βαθύς ἔρωτάς του πρός τόν Κύριο. Αὐτός ὁ ἔρωτας τόν ἔκανε νά δακρυρροεῖ διαρκῶς καί νά ζεῖ πάντοτε μέ τήν προσμονή τῆς συναντήσεώς του μέ τόν Κύριο.

Καί δέν πρέπει νά ἀφήσουμε κατά μέρος ἐκεῖνο πού ἔκανε τόν ὅσιο νά ζεῖ μέ καρδιακό πένθος καί μετάνοια, προκειμένου νά εἶναι στήν ἀγάπη τοῦ Κυρίου∙ τήν ἐγκράτεια. Ὁ ὅσιος ζοῦσε μέ ἀδιάκοπη ἐγκράτεια – τήν προϋπόθεση τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό καί τῆς χαρισματικῆς κατανύξεως – κάτι πού ὁ ὑμνογράφος ἐπισημαίνει στόν οἶκο τοῦ κοντακίου καί πάλι, μέ ἕνα συγκεκριμένο περιστατικό. «Θέλοντας νά ἀκολουθεῖς τά ἴχνη τοῦ δρόμου τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, ἔφυγες ἐσύ μόνος σου ἀπό τόν κόσμο καί κατοίκησες στήν ἔρημο. Βλέποντας λοιπόν ὁ ἐχθρός διάβολος ἐσένα τόν δίκαιο νά ζεῖς ἔτσι, ξεσήκωσε μία πολύ ἀναιδή γυναίκα τοῦ δρόμου, νομίζοντας ὅτι θά καταβάλει τήν ἀνδρεία σου μέ τό ἀρχαῖο ὅπλο, δηλαδή τή λαγνεία, καί θά μολύνει τήν ἁγνότητά σου». Τό περιστατικό δηλαδή εἶναι γνωστό: ὁ ἐχθρός διάβολος ἔβαλε στή σκέψη μίας πόρνης γυναίκας νά παρασύρει τόν ὅσιο. Πῆγε λοιπόν καί τοῦ ἔκανε ἀνήθικες προτάσεις. Κι ἐκεῖνος, μή πτοούμενος, μᾶλλον λυπούμενος βαθιά γιά τήν κατάντια της, τήν πῆρε καί τήν ὁδήγησε στό μέσο μίας πλατείας, κι ἐκεῖ τήν προέτρεψε νά τοῦ πεῖ τί ἀκριβῶς θέλει νά κάνει. Κι ἐκείνη ἐκφράζοντας τήν ἀπορία της ὅτι αὐτά δέν γίνονται στό μέσο τοῦ δρόμου, ἄκουσε τόν λόγο του: Πῶς λοιπόν νά κάνω κάτι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἐσύ ντρέπεσαι νά τό κάνεις μπροστά στούς ἀνθρώπους; Ἀμέσως τό μυαλό μας πηγαίνει ἐδῶ στόν ἅγιο Ἰωσήφ τόν πάγκαλο, τόν γιό τοῦ Ἰακώβ, πού προκαλούμενος παρομοίως ἀπό τή γυναίκα τοῦ ἀφεντικοῦ του στήν Αἴγυπτο, εἶπε τά ἴδια λόγια: «Πῶς ποιήσω τό ρῆμα τοῦτο τό γεγονός καί ἁμαρτήσομαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μου;»

27 Ιανουαρίου 2026

ΡΥΘΜΙΣΗ ΝΟΥ

Κατά την Αγία Γραφή και την Πατερική παράδοση ο νους του ανθρώπου θεωρείται ότι συνιστά το κέντρο της ύπαρξής του. Αυτός είναι ο οφθαλμός που θεάται την πραγματικότητα, όχι μόνο την αισθητή αλλά και την υπεραισθητή, οπότε και η κατάσταση της υγείας του καθορίζει την ποιότητα της ορθής ή μη λειτουργίας του – «εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον;» κατά τον λόγο του Κυρίου (Ματθ. 6, 24). Και όσο βεβαίως ο άνθρωπος βρισκόταν στην ομαλή κατάσταση της υπακοής του προς τον Θεό, τόσο και ο νους του, αναπαυόμενος στον «τόπο» του, την καρδιά, και φωτιζόμενος από το φως του Θεού έβλεπε τα πάντα, με προοπτική μάλιστα βαθύτερης και διεισδυτικότερης λειτουργίας του. Από τη στιγμή όμως που διέσπασε τη σχέση με τον Δημιουργό του, το σκοτάδι έγινε πια η «κανονικότητά» του, περιήλθε στην κατάσταση της ζόφωσης που σημειώνουν οι άγιοί μας, ή με διαφορετική διατύπωση, το «κατ’ εικόνα Θεού» της δημιουργίας του βουτήχτηκε μέσα στις  φλόγες των παθών του, ενώ χάθηκε κατ’ ανάγκην και η φυσιολογική εξέλιξή του, η πορεία προς το «καθ’ ομοίωσιν».

Επήλθε διάσπαση του ανθρώπου μετά την αμαρτία του, δηλαδή ο άνθρωπος όχι μόνο «έχασε» τον Πατέρα του Θεό, αλλά έχασε και τον εαυτό του,  όπως και τον συνάνθρωπό του και την όποια σχέση του με την αδελφή του φύση. «Χαμένος και νεκρός» είναι η αποτίμηση που κάνει ο Δημιουργός- Χριστός μιλώντας για τον απομακρυσμένο από τον Θεό άσωτο υιό της γνωστής παραβολής του ασώτου (πρβλ. Λουκ. 15, 11-32). Ο άνθρωπος χωρίς Θεό είναι ο εν σκότει ευρισκόμενος άνθρωπος, χωρίς ταυτότητα και προοπτική, και με μοναδικό ουσιαστικό προσόν του τη δίψα του για τον απολεσθέντα Παράδεισο. Ζει μεν, αλλά χωρίς σύνδεση με την πηγή της Ζωής, μία επιφάνεια ζωής που τον καθιστά έρμαιο των παθών του και δούλο του φόβου του μπροστά στην όποια απειλή του δημιουργεί ο περίγυρός του αλλά και ο άγνωστος πια βαθύς και ζοφερός εαυτός του. «Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος» διεκτραγωδεί την κατάσταση ο απόστολος Παύλος. «Ποιος θα με σώσει από το σώμα του θανάτου αυτού;» (Ρωμ. 7, 24).

Η μυστήρια και υπέρλογη κίνηση του Θεού μέσα στο πλαίσιο της άπειρης αγάπης Του για τον κόσμο να γίνει άνθρωπος αποκαθιστά τον άνθρωπο. Η ανθρώπινη φύση ενταγμένη πια στον Θεάνθρωπο Χριστό, συνεπώς δεχόμενη τις θεοποιές ενέργειες της θεότητάς Του  – διότι ο Χριστός είναι «διπλούς την φύσιν αλλ’ ου την υπόστασιν» - αποκτά και πάλι την ολοκληρία και την αρτιότητά της, «ο άρτιος του Θεού άνθρωπος» θα πει ο απόστολος Παύλος. Ό,τι πληγή και τραύμα είχε δεχτεί με την αμαρτία θεραπεύτηκε, με αποτέλεσμα η ζόφωση του κατ’ εικόνα να εξαφανιστεί μέσα στο φως Εκείνου και το καθ’ ομοίωσιν να ανοίξει εκ νέου τις πύλες του με άπειρη επέκταση και προοπτική. Ο άνθρωπος μετά Χριστόν είναι πια ο αληθινός και γνήσιος άνθρωπος, αυτός που βγήκε από τα χέρια του Δημιουργού του και έτι πλέον, με το φως του Χριστού να φωτίζει και πάλι το κέντρο του, την καρδιά, και να καθιστά την ενέργεια (του φωτισμένου και αναπαυόμενου στην καρδιά αυτή νου του) κίνηση απλανή στον χώρο της διάνοιάς του.

Θέλουμε να πούμε ότι ο άνθρωπος εν Χριστώ ενοποιήθηκε και πάλι, γι’ αυτό και χαίρεται την παρουσία του Θεού στην ύπαρξή του, χαίρεται που η ψυχή και το σώμα του λειτουργούν σε συνεργασία μέσα στο φως του Δημιουργού, χαίρεται που ο συνάνθρωπος ανακαλύπτεται ως ο άγνωστος εαυτός του, χαίρεται που το όλο φυσικό περιβάλλον του κατανοείται ως το σπίτι ακριβώς του Πατέρα του. Ο εν Χριστώ άνθρωπος έγινε έ ν α  δηλαδή με τον Θεάνθρωπο Χριστό, ή αλλιώς: ο Χριστός επεκτείνεται μέσα από τον κάθε άνθρωπο που θα τον αποδεχτεί εννοείται και θα τον πιστέψει στη ζωή του. Γιατί αυτό είναι το κρίσιμο σημείο που αναδεικνύεται η τεράστια σημασία της ελευθερίας για τον άνθρωπο.

Ο Δημιουργός δηλαδή μας αποκατέστησε, μα απαιτείται προς ενεργοποίηση της άπειρης αυτής δωρεάς  η θέληση και η διάθεση του ανθρώπου, που κι αυτή ακόμα υποκινείται από τη δύναμη Εκείνου. Διότι «ου του θέλοντος ουδέ του τρέχοντος αλλά του ελεούντος Θεού» (Ρωμ. 9, 16). Το «ναι» του ανθρώπου, έστω και το μηδαμινό για μια τέτοια δωρεά, είναι καθοριστικό. Αν ο άνθρωπος σταθεί αρνητικά απέναντι στον πλούτο προσφοράς του Θεού του, τότε ο πλούτος αυτός παραμένει στα «αζήτητα» για τον ίδιο – να είσαι πάμπλουτος και να σέρνεσαι στα λασπονέρια της έσχατης πενίας και ένδειας! Αλλά χρειάζεται προσοχή! Και «ναι» να υφίσταται από τον άνθρωπο, το οποίο θα τον εντάξει μέσα στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, οπότε θα αναδυθεί εκεί ο χαρισματικός εαυτός ως συνέχεια του Χριστού – όλες οι δωρεές για τις οποίες μιλήσαμε ακροθιγώς παραπάνω – το «ναι» αυτό θα πρέπει να βρίσκεται εσαεί «υπ’ ατμόν»! Εννοούμε ότι η θετική στάση μας απέναντι στον Κύριο και Θεό μας δεν εξαντλείται σε μία ή δύο ή μερικές έστω στιγμές της ζωής μας. Η κάθε στιγμή και ώρα, η κάθε ημέρα της όλης ζωής μας, αποκαλύπτει το ποιόν μας και την αγάπη μας προς τον Κύριο. Αν με άλλα λόγια η κάθε στιγμή δεν μας βρίσκει σε ετοιμότητα αποδοχής και εφαρμογής του αγίου θελήματός Του, η ίδια αυτή στιγμή μας κρίνει ως μη αξίους Εκείνου! Η κάθε στιγμή αποτελεί δηλαδή το πεδίο όπου μας παραχωρείται από τη χάρη Του για να δείξουμε αν υφίσταται και η δική μας αγάπη προς Αυτόν. «Γίνεσθε έτοιμοι ότι η ώρα ου δοκείτε ο Υιός του ανθρώπου» (Ματθ. 24, 44). «Ιδού ο νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός και μακάριος ο δούλος ον ευρήσει γρηγορούντα, ανάξιος δε πάλιν ον ευρήσει ραθυμούντα».

Ακριβώς για τον λόγο αυτό το πιο ανώτερο και σημαντικό στη ζωή του ανθρώπου είναι το εκάστοτε «τώρα». Δεν είναι τα σχέδια που πλάθουμε στο μυαλό μας για μία μεγάλη προσφορά μας και δράση μας στο έργο του Κυρίου! Ούτε ασφαλώς τα όσα σπουδαία και «φοβερά» επιτελέσαμε στη μέχρι τώρα ζωή μας. Το «τώρα» είναι το «σημείο» που ή θα συντονιστούμε με τον Κύριο και θα Τον κοινωνήσουμε ή θα βρεθούμε εκτός της παρουσίας Του «άθεοι». Οπότε κατανοεί κανείς ότι δεν μπορεί να επαναπαυτεί ούτε για λίγο. Η όποια χαλάρωση και «ανάπαυση» αποτελεί την ίδια στιγμή οπισθοχώρηση και πτώση. «Ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστι» (Ματθ. 12, 30). Η νήψη και η εγρήγορση λοιπόν για τον πιστό χριστιανό είναι το «δεδομένο» της ζωής του. Δεν τόνιζε τυχαία ο μεγάλος σύγχρονος όσιος Σωφρόνιος ο Αθωνίτης (του Έσσεξ) ότι ο χριστιανός, πολύ περισσότερο ο μοναχός, πρέπει να βρίσκεται αδιάκοπα στη μεγαλύτερη δυνατή πνευματική ένταση.

Κι από την άποψη αυτή ο πιστός βρίσκεται εσωτερικά, μέσα στην καρδιά του, στη συνεχή διαδικασία ρυθμίσεως του νου του – να βρίσκεται πάντοτε στη φορά της υπακοής προς τις εντολές του Κυρίου του. Γιατί ο Κύριος τον αποκατέστησε, αλλά υφίσταται όσο ζει στον κόσμο τούτο το στοιχείο της «τρεπτότητος» του νου του, να ξεφύγει δηλαδή από τις εντολές και τον λόγο Του,  λόγω των παθών που ακόμη υφίστανται στην ύπαρξή του, λόγω της περιρρέουσας ατμόσφαιρας του κόσμου που «κείται εν τω πονηρώ», λόγω της κατά παραχώρηση Κυρίου ενέργειας του πονηρού διαβόλου, που «ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» (Α΄ Πέτρ. 5, 8). «Ουκ έδωκα τοις βλεφάροις μου νυσταγμόν» (Ψαλμ. 131, 4) σημειώνει ο προφητάναξ Δαβίδ αποκαλύπτοντας τον πνευματικό του αγώνα, κάτι που επαναλαμβάνεται και σε όλα τα συναξάρια των αγίων της Εκκλησίας. Και η λέξη «ρύθμιση» του νου εξίσου βλέπουμε πως έρχεται και επανέρχεται στις εκκλησιαστικές ακολουθίες, αποδίδοντας και με τη διατύπωση αυτή την κεντρική εργασία του ανθρώπου, την εργασία κατά τον Κύριο «την μένουσαν εις ζωήν αιώνιον» (Ιω. 6, 27), δηλαδή την επιμονή μέχρι θανάτου πάνω στην πίστη στον αληθινό Θεό.

«Ρυθμιζόμενος τον νουν ταις εντολαίς του Κυρίου», «ρυθμιζόμενος ταις Παύλου διδαχαίς», «ρυθμίζων εαυτόν και τους παίδας αυτού επί ταις εντολαίς του Δεσπότου», είναι μερικές από τις φράσεις που αποδίδουν για πολλούς αγίους, στην ουσία για όλους,  την παραπάνω αλήθεια. Αλλά και ποιος δεν έχει διαβάσει και δεν έχει προσευχηθεί, από την τόσο ψυχωφελή ακολουθία της θείας μεταλήψεως, με τα λόγια του αγίου Συμεών του Μεταφραστού, ο οποίος απευθύνεται προς τον Κύριο για να τον παρακαλέσει με αίσθηση ψυχής μετά τη θεία κοινωνία, «να τον κρατάει αγνό και καθαρό και ρυθμισμένο στον λόγο Του;» «Άγνιζε και κάθαρε και ῥ ύ θ μ ι ζ έ  με» - η αγνότητα και η κάθαρση ως αποτέλεσμα διαρκούς ρύθμισης του νου, από τον Κύριο αλλά και από τη βούληση του καθενός.

Ίσως να θυμηθούμε εν τέλει και αυτό που έλεγε με τον δικό του χαριτωμένο τρόπο και ο μεγάλος όσιος Παΐσιος ο αγιορείτης σε  ταλαιπωρημένους γονείς που θλίβονταν και απελπίζονταν από κάποιες συμπεριφορές των επαναστατημένων παιδιών τους, ιδίως των εφήβων: «μα, αφήστε και κανένα κατσαβίδι για τον Χριστό. Όλα εσείς θα τα κάνετε;» Το «κατσαβίδι» του Χριστού για όλους μας και όχι μόνο τα παιδιά μας. Απλώς να θυμόμαστε ότι μερικές φορές – ή μήπως πάντα; - το «ρύθμισμα» από το «κατσαβίδι» αυτό περνάει από την παραχώρηση πειρασμών που κρίνει Εκείνος μέσα στην αγάπη και την πρόνοιά Του ότι θα μας φέρουν στα «ίσα» μας!

Η ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

«Αυτός ο μακάριος και θείος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, επειδή δεν καταφρονούσε το δίκαιο ανάλογα με τα πρόσωπα, αλλά έλεγχε και την ίδια τη βασίλισσα Ευδοξία για τις παρανομίες και τις αδικίες που γίνονταν από αυτήν, δύο φορές εξορίζεται και πάλι ανακαλείται. Για τρίτη και τελευταία φορά στέλνεται στην Κουκουσό της Αρμενίας. Από εκεί οδηγείται στην Αραβισσό, έπειτα στην Πιτυούντα, περιοχές όχι μόνον έρημες και με έλλειψη των αναγκαίων, αλλά που πολιορκούνταν πάντοτε και από τους γειτονεύοντες Ίσαυρους. Εκεί λοιπόν στην Πιτυούντα ο ένσαρκος άγγελος Ιωάννης καλείται από τον Δεσπότη όλων Χριστό μέσω του Πέτρου και του Ιωάννου, των ιερών αποστόλων, και μεταβαίνει προς τις αιώνιες σκηνές, ενώ το άγιο λείψανό του κατατίθεται στα Κόμανα του Πόντου μαζί με τους αγίους μάρτυρες Βασιλίσκο και Λουκιανό, όπως του το φανέρωσαν οι ίδιοι σε νυκτερινό όνειρο. Επειδή δε μετά από λίγο και ο βασιλιάς Αρκάδιος, όπως και η γυναίκα του Ευδοξία πέθαναν, έγινε δε βασιλιάς ο υιός τους Θεοδόσιος, ενώ και ο Πρόκλος ο μαθητής και υπηρέτης του αγίου Χρυσοστόμου με κοινή ψήφο έγινε Πατριάρχης, κατά το τέταρτο έτος της ιεραρχίας του πείθει ο μακάριος Πρόκλος τον βασιλιά Θεοδόσιο και στέλνει εκείνος στρατιώτες για την ανακομιδή του ιερού λειψάνου. Ο άγιος όμως δεν έδινε τον εαυτό του και έμενε ακίνητος, γι’ αυτό και ο βασιλιάς τον παρακαλεί με επιστολή, η οποία περιείχε τα εξής:

Επιστολή Βασιλέως Θεοδοσίου, Προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη, Διδάσκαλο και Πνευματικό Πατέρα, Ιωάννη τον Χρυσόστομο.

Θεοδόσιος βασιλεύς. «Επειδή νομίσαμε, τίμιε Πάτερ, ότι το σώμα σου είναι νεκρό, όπως συμβαίνει και με τους άλλους ανθρώπους, θελήσαμε με απλότητα να το μετακομίσουμε και να το φέρουμε προς εμάς. Γι’ αυτό δικαίως  και λαθέψαμε στον σκοπό μας. Αλλά συ όμως, τιμιώτατε Πάτερ, συγχώρησέ μας τώρα που καταλάβαμε το λάθος μας, συ που δίδαξες σε όλους τη μετάνοια. Και σαν σε παιδιά που αγαπούν τους πατέρες τους δώσε μας πίσω τον εαυτό σου και εύφρανε αυτούς που σε ποθούν με την παρουσία σου». Όταν πήγαν λοιπόν την επιστολή στον άγιο και την έθεσαν πάνω στη σορό του, αμέσως εκείνος άφησε να τον πάρουν, οπότε οι απεσταλμένοι σήκωσαν τη σορό χωρίς κόπο. Μόλις έφτασαν αντίπερα από την Πόλη, φθάνει μεν ο βασιλιάς και όλη η σύγκλητος και ο πατριάρχης μαζί με τον κλήρο, ενώ βάζουν τη σορό, που είχε το σώμα του αγίου,  μέσα στο βασιλικό πλοίο. Έπεσε όμως καταιγίδα και τα μεν υπόλοιπα πλοία διασκορπίστηκαν σε άλλα μέρη, εκείνο δε στο οποίο ήταν το σώμα του αγίου, πήγε και άραξε στον αγρό της χήρας. Εκείνης της χήρας, την οποία αδίκησε η Ευδοξία, όταν άρπαξε τον αμπελώνα της. Κι επειδή ελέγχθηκε τότε από τον άγιο τον εξόρισε. Όταν αποδόθηκε λοιπόν ο αγρός στη χήρα, αμέσως έγινε γαλήνη στη θάλασσα, και πρώτα μεν το πλοίο οδηγείται στον ναό του αποστόλου Θωμά, στην περιοχή του Αμαντίου, έπειτα στον ναό της αγίας Ειρήνης, όπου και τον έβαλαν πάνω στο σύνθρονο, οπότε όλοι φώναξαν δυνατά: «Πάρε πίσω τον θρόνο σου, άγιε». Ύστερα, αφού εναποτέθηκε η σορός σε βασιλικό όχημα, φέρεται προς τον περιώνυμο ναό των Αποστόλων. Εκεί μόλις τοποθετήθηκε στην ιερά καθέδρα, φώναξε στο Ποίμνιο το «Ειρήνη πάσι». Έπειτα τον έθεσαν κάτω από τη γη, μέσα στο άγιο Βήμα, όπου τώρα βρίσκεται. Καθώς τελείτο δε η θεία Λειτουργία, γίνονταν θαυμάσια μεγάλα , μεταξύ των οποίων και αυτό: Κάποιος άνδρας δηλαδή, που έπασχε από αρθρίτιδα και δεν μπορούσε να εργαστεί, σχεδόν παντελώς ακίνητος, όταν άγγιξε τη σορό, αμέσως θεραπεύτηκε εντελώς από την αρρώστια του. Έτσι γνωρίζει ο Θεός να δοξάζει αυτούς που σε όλη τη ζωή τους δοξάζουν Αυτόν. Τελείται δε η Σύναξή του στον πάνσεπτο Ναό των αγίων Αποστόλων, όπου βρίσκεται και το ιερό του σώμα, κάτω από το Θυσιαστήριο».

Οι ύμνοι της Εκκλησίας με αφορμή την ανακομιδή του ιερού λειψάνου του μεγάλου Πατρός Ιωάννου του Χρυσοστόμου μας υπενθυμίζουν αυτό που προβάλλει πάντοτε η Εκκλησία εξ αφορμής οποιασδήποτε αναφοράς της στον μεγάλο αυτόν άγιο: το κήρυγμα της μετανοίας. Διότι έτσι κυρίως χαρακτηρίζεται ο ιερός Χρυσόστομος: «κήρυξ της μετανοίας». Ο άγιος κηρύσσει εκείνη τη μετάνοια στον πιστό λαό, η οποία προϋποθέτοντας την άπειρη αγάπη του Θεού προς αυτόν, γίνεται η μεγαλύτερη παρηγοριά του, εκείνη που του «σφουγγίζει οποιαδήποτε υγρότητα  της φοβερής απόγνωσης και δροσίζει τις καρδιές που έχουν καεί από την αμαρτία». «Ας τιμήσουμε με επάξιο τρόπο τον χρυσό στους λόγους Ιωάννη, τον κήρυκα της μετάνοιας, το πάγχρυσο σφουγγάρι που παίρνει την υγρότητα της φοβερής απόγνωσης και δροσίζει τις καμένες από τις αμαρτίες καρδιές». Και πρέπει να προσέξουμε: ο άγιος δεν αμνηστεύει τις αμαρτίες ούτε υποβαθμίζει τις κακές της συνέπειες στο να αλλοιώνουν την ψυχοσωματική υπόσταση του ανθρώπου. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να κάνει τούτο εκείνος που υπήρξε «ο ποιμήν ο καλός και του αρχιποίμενος Χριστού μαθητής», δηλαδή εκείνος που τόνιζε ότι «διά της αμαρτίας ο θάνατος» και «ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν»;

Εκείνο όμως που τονίζει και ένθερμα κηρύσσει είναι ότι μπορεί κάποιος να έχει αμαρτήσει με πολλά και μεγάλα αμαρτήματα, όμως τα αμαρτήματα αυτά δεν μπορεί να θεωρηθούν ισοστάσια της αγάπης του Θεού. Τίποτε δεν είναι σαν εκείνην, διότι η Αυτοαγάπη, ο ίδιος ο Θεός,  τόσο μας αγάπησε, ώστε έπαθε και θυσιάστηκε για εμάς τους ανθρώπους, παρέχοντάς μας τη συγχώρηση. Αρκεί βεβαίως να θέλουμε κι εμείς τη συγχώρηση αυτή, δηλαδή να μετανοούμε - η όλη προσφορά του Θεού υπάρχει άπειρη και αιώνια, μένει όμως ανενέργητη χωρίς και τη δική μας θέληση. Αυτό τόνιζε λοιπόν ο άγιος Χρυσόστομος ενόσω ζούσε, αλλά και το ίδιο κηρύσσει και μετά θάνατον, γινόμενος έτσι ο μεγαλύτερος παρηγορητής των ανθρώπων.  Ο άγιος Θεοφάνης με πολλή ενάργεια και σαφήνεια μας το επισημαίνει: «Αν και είσαι νεκρός μέσα στον τάφο, όμως  ως ζωντανός μέσα στον κόσμο, Χρυσόστομε, κηρύσσεις και γράφεις τη μετάνοια, δίνοντας την εγγύηση της συγχώρησης γι’ αυτούς που μετανοούν με θερμό τρόπο».

Και οι δύο υμνογράφοι – διότι εκτός του Θεοφάνη και ο άγιος Ιωσήφ έγραψε για τον μεγάλο Πατέρα - εμμένουν σε ό,τι εξίσου  προβάλλει η σημερινή εορτή: τη ζωντάνια του και μετά θάνατον. Δεν είναι μόνον το παραπάνω τροπάριο που τονίζει την αλήθεια αυτή, αλλά και όλη η υμνογραφία τους κινείται πάνω στη γραμμή αυτή, όπως άλλωστε φάνηκε και από το συναξάρι. Για παράδειγμα: «Ο Χρυσόστομος δίδαξε και πάλι με σαφήνεια τους βασιλείς ότι μολονότι νεκρός δεν υπέστη νέκρωση. Διότι αφού απείθησε την πρώτη φορά στα προστάγματά τους, δηλαδή να  φέρουν το λείψανό του στην Κωνσταντινούπολη, τη δεύτερη φορά, με τις δεήσεις τους επανήλθε».  Για μία ακόμη φορά η Εκκλησία μας σήμερα κηρύσσει τη νίκη του Χριστού πάνω στον θάνατο. Νίκησε ο Χριστός, συνεπώς κάθε άνθρωπος, όταν είναι αληθινά πιστός, νικά και αυτός. Ο θάνατος θεωρείται μετά τον ερχομό του Χριστού ως απλό επεισόδιο στη ζωή ενός ανθρώπου. Ουσιαστικά δεν υφίσταται. Και τα άγια λείψανα στην Εκκλησία μας είναι μία ισχυρή κραυγή της αλήθειας αυτής, την οποία ζούμε οι πιστοί και την χαιρόμαστε ιδίως σε εορτές ανακομιδής λειψάνων, σαν του αγίου Χρυσοστόμου σήμερα.