Η ιστοσελίδα μετακόμισε!

Ανακατευθύνεστε αυτόματα στη νέα διεύθυνση...

Πατήστε εδώ αν δεν ανακατευθυνθείτε αυτόματα

21 Ιουλίου 2021

Ο... ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Η καλλιέργεια της πνευματικής ζωής, με την υπομονή στη βάση της, αλλά και στο ύψωμά της και στην κορυφή της, είναι μάλλον μονόδρομος στην οικογένεια. Να υπομένω χαρούμενα, γιατί αγαπώ τον σύντροφό μου, γιατί μπορώ να τον βοηθώ στην υπέρβαση της αδυναμίας του, γιατί μαζί μπορούμε να κερδίσουμε τον Παράδεισο, γιατί βρισκόμαστε μαζί, και μαζί με τον Χριστό, στο μεγάλωμα των παιδιών μας. Και τι μας  αποκαλύπτει τελικά η πορεία αυτή; Ότι η υπομονή αυτή μας κάνει έξυπνους. Έξυπνους όχι μόνον από πλευράς φυσικής – κι αυτό γίνεται, γιατί πιεζόμαστε να βρίσκουμε λύσεις μπροστά σε θεωρούμενα αδιέξοδα! – αλλά κυρίως από πλευράς πνευματικής. Τι εννοούμε; Η επιμονή στη σχέση, η εν επιγνώσει υπομονή, μας σπρώχνει αναντίρρητα σε έναν δρόμο διαρκούς αλλαγής. Πρόκειται για την αλλαγή του εαυτού μας, καθώς μας κάνει να υπερβαίνουμε τα εξογκώματα του χαρακτήρα μας, τις «γωνίες» μας να τις κάνουμε στρογγυλές. Υπάρχει περίπτωση να είναι κανείς χριστιανός, είτε καλόγερος είτε έγγαμος, και να θεωρεί ότι η μονολιθικότητα του χαρακτήρα του είναι το θεμέλιο της ζωής του; Μονολιθικός είναι μόνον ο εγωιστής άνθρωπος, που νομίζει πως ό,τι έχει ως δική του συνήθεια, ως δική του ανάγκη και αδυναμία, αυτό και θα συνεχίζει εσαεί, έχοντας τον υπηρέτη του, δηλαδή τον σύντροφό του.

Καταλαβαίνουμε όμως ότι αυτό είναι δαιμονικό. Χριστιανός σημαίνει διαρκής κίνηση αλλαγής, πορεία εν Χριστώ, προκειμένου να βρίσκεται πάντοτε και αδιάκοπα στον δρόμο του Χριστού, δηλαδή στον δρόμο της αγάπης και της ταπείνωσης, που θα πει στον δρόμο της υπομονής. Υπομονή και ετοιμότητα αλλαγής του εαυτού μας είναι έννοιες παράλληλες και αιτιωδώς συσχετισμένες. Η μία παραπέμπει στην άλλη. Πώς το λέει ένα παλιό όμορφο τραγούδι; «Ρούχα μαζί που πλύθηκαν κι έχουνε γίνει ροζ». Είναι τυχαίο που όσιοι ασκητές του Αγίου Όρους, όταν ερωτώνται συνήθως από εγγάμους τι να κάνουν για την πνευματική τους προκοπή, εισπράττουν ως απάντηση: «εσείς οι έγγαμοι έχετε τους δικούς σας Γέροντες. Κι αυτοί κυρίως είναι οι γυναίκες σας και τα παιδιά σας». Ό,τι υπακοή καλείται να κάνει ένας υποτακτικός στον Γέροντά του στο μοναστήρι, την ίδια – τηρουμένων των αναλογιών – καλείται να κάνει και ένας έγγαμος έναντι του ή της συντρόφου και συζύγου. «Ὑποτασσόμενοι ἀλλήλοις ἐν φόβῳ Χριστοῦ», σημειώνει ο απόστολος. Υπακοή σημαίνει όμως ξεκούνημα, αλλαγή, πέρασμα σε κάτι άλλο που ζητά ο/η σύζυγος, το οποίο φέρνει στην κατεξοχήν αλλαγή, που είναι το κράτημα στον δρόμο του Χριστού, τον δρόμο της αγάπης.

ΟΙ ΟΣΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ

«Οι άγιοι κατάγονταν από την Έδεσσα της Συρίας κι έζησαν επί βασιλείας Ιουστίνου του νέου. Κινούμενοι από θείο πόθο έφτασαν στα Ιεροσόλυμα, κι αφού προσκύνησαν το Τίμιο Ξύλο του Σταυρού, πήγαν στο μοναστήρι του αγίου Γερασίμου, για να γίνουν καλόγεροι. Πράγματι έλαβαν το σχήμα το μοναχικό από τον ηγούμενο Νίκωνα, αλλά πριν τη συμπλήρωση επτά ημερών, έφυγαν και κατοίκησαν στην έρημο, όπου και παρέμειναν επί σαράντα ολόκληρα χρόνια, ζώντας με μεγάλη άσκηση και σκληραγωγία. Έπειτα, ο μεν Ιωάννης παρέμεινε εκεί, ενώ ο μακάριος Συμεών επέστρεψε στην αγία Πόλη, παρακαλώντας στην προσευχή του να ζήσει εντελώς αφανής, γι’ αυτό και αφού προσποιήθηκε ότι είναι μωρός, έφτασε στην πόλη της Εμέσης. Στην κατάσταση αυτή της προσποίησης της σαλότητας έκανε πολλά θαύματα κι έπειτα αναπαύθηκε εν Κυρίω. Μετά το τέλος του όμως έγινε φανερό ένα ακόμη από τα θαύματά του, το οποίο και αναφέρουμε: Καθώς τον οδηγούσαν για να τον θάψουν δύο άνδρες, χωρίς καμία φροντίδα, χωρίς καθαρισμό και χωρίς θυμιάματα και ψαλμωδίες, έτυχε να περάσουν κάτω από τον οίκο ενός Εβραίου. Εκείνη την ώρα λοιπόν που περνούσε το λείψανο του αγίου, ακούστηκαν γλυκύτατες δοξολογίες από πλήθος ανθρώπων, σαν να τον προέπεμπαν και να τον περιτείχιζαν όλοι αυτοί, τόσο που ο Εβραίος έσκυψε να δει τι γίνεται. Αυτός τότε είδε ότι προπέμπεται ο Συμεών, κρατούμενος μόνον από δύο φτωχούς άνδρες, οπότε είπε: «Είσαι μακάριος, σαλέ, γιατί μη έχοντας ανθρώπους να σε ψάλουν, είχες επουράνιες Δυνάμεις να σε τιμούν με ύμνους». Αμέσως τότε κατέβηκε και με τα ίδια του τα χέρια τον φρόντισε και τον κήδευσε. Μετά από ημέρες, ήλθε ο φίλος και συνασκητής του Ιωάννης, που τον βρήκε να έχει εκδημήσει προς τον Κύριον».

Το θαυμαστό και παράδοξο από το συναξάρι των οσίων αυτών δεν εξαντλείται ίσως στη διά Χριστόν σαλότητα του Συμεών: όντως, η επιλογή αυτού του δρόμου – της σαλότητας – ως τρόπου τελειώσεως του ανθρώπου είναι πέραν αυτών που γνωρίζουμε από τη συνήθη πνευματική ζωή των αγίων. Είναι, θα λέγαμε, μία νόμιμη οδός «παρανομίας». Γι’ αυτό και δεν μπορούν οι περισσότεροι να ακολουθήσουν ουδ’ επ’ ελάχιστον την οδό αυτή, ενώ όσοι την ακολούθησαν ανήκουν σε μία πολύ μικρή ομάδα, που έλαβαν από τον Θεό το χάρισμα τούτο. Εκείνοι οι οποίοι χωρίς την ιδιαίτερη κλήση από τον Θεό θέλησαν να υπάγουν «εμπαίξαι τον κόσμον», διεπίστωσαν πολύ σύντομα ότι απατήθηκαν από τον διάβολο και εμπαίχτηκαν από αυτόν.

Αιτία για τον δαιμονικό εμπαιγμό τους ήταν το γεγονός ότι μάλλον δεν μέτρησαν σωστά τις αντοχές τους. Η σαλότητα απαιτεί τεράστια ψυχική δύναμη, εκτός από αυτήν που δίνει η χάρη του Θεού, διότι ο εμπαίζων τον κόσμο σημαίνει ότι έρχεται αντιμέτωπος με την ενυπάρχουσα στον άνθρωπο ανάγκη κοινωνίας με τους άλλους ανθρώπους – ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό να είναι κοινωνικό ον. Πρέπει ο διά Χριστόν σαλός να έχει βάλει τον εαυτό του στο κατώτερο δυνατό σημείο σε σχέση με τους άλλους, να ζει δηλαδή ορθά την κατά Χριστόν ταπείνωση, για να μη «διαλυθεί» ψυχικά από την περιφρόνηση των ανθρώπων που συνοδεύει μία τέτοια επιλογή ζωής. Κι αυτό σημαίνει ότι ένας τέτοιος άνθρωπος νιώθει διαρκώς συνδεδεμένος με τον Θεό, ο Οποίος Αυτός μόνος τον στηρίζει και τον παρηγορεί.

    Είπαμε, όμως, ότι δεν είναι η σαλότητα του αγίου Συμεών το μόνο θαυμαστό και παράδοξο από τη ζωή και των δύο αγίων. Θαυμαστό και παράδοξο είναι και το γεγονός ότι ούτε επτά ημέρες δεν πέρασαν από την κουρά τους σε μοναχούς, κι οι άγιοι εγκατέλειψαν το μοναστήρι τους για να πάνε στα ενδότερα της ερήμου και να μονάσουν. Γιατί είναι παράδοξο τούτο; Διότι κατά την κανονική παράδοση της Εκκλησίας μας και την κανονική πνευματική ζωή, ένας μοναχός για να φύγει και να μονάσει μόνος, πρέπει να έχει διέλθει αρκετά έως πολλά χρόνια μοναχικής ζωής σε κοινόβιο. Διαφορετικά, τον παραλαμβάνει ο διάβολος και τον εμπαίζει και στη φάση αυτή. Στην κανονικότητα όμως υπάρχουν πάντοτε και οι εξαιρέσεις. Και στους αγίους βλέπουμε πράγματι την εξαίρεση. Προφανώς, ήταν τέτοια η αγάπη τους στον Θεό, ενεργούσε τόσο θαυμαστά η χάρη Του στην καρδιά τους, ώστε έλαβαν πληροφορία για την έξοδό τους αυτή.

Μα, υπάρχει και τρίτο θαυμαστό και παράδοξο στη ζωή τους, και μάλιστα από το συναξάρι του αγίου Συμεών: ο Θεός θέλησε να φανερώσει τη μεγάλη αγιότητά του όχι σε έναν ή περισσοτέρους χριστιανούς, αλλά σε έναν Εβραίο. Δεν είναι βεβαίως το σύνηθες. Προφανώς όμως και πάλι, ο Εβραίος αυτός δεν ήταν τυχαίος άνθρωπος. Πρέπει να ήταν καλοδιάθετος, όχι φανατισμένος, με γνησιότητα αναζήτησης της αλήθειας, γι’ αυτό και ο Θεός τον κάλεσε στη χριστιανική πίστη μέσα από το θαυμαστό περιστατικό της εξοδίου πορείας του Συμεών, τον οποίο φαίνεται ότι γνώριζε, αλλ’ ως σαλό. «Τις έγνω νουν Κυρίου ή σύμβουλος αυτού εγένετο;» Ο Θεός είναι ο κατεξοχήν εφευρετικός στις κλήσεις των ανθρώπων, γιατί βεβαίως είναι ο μόνος «γινώσκων τα εγκάρδια». Με άλλα λόγια η παραδοξότητα της ζωής των αγίων αυτών, και μάλιστα του Συμεών, συνεχίστηκε και μετά τον θάνατό του.

    Θαυμάζουμε τον τρόπο ζωής των αγίων Ιωάννη και Συμεών του διά Χριστόν σαλού. Δεν μπορούμε όμως να ακολουθήσουμε τη συγκεκριμένη τους επιλογή. Ιδιαιτέρως το χάρισμα της διά Χριστόν σαλότητας στην εποχή μας παρα…είναι σπάνιο, διότι, ίσως, όπως έλεγε και ο μακαριστός γέροντας Παΐσιος, η εποχή μας βρίθει γενικώς σαλών. Η αγάπη τους όμως προς τον Θεό και η τεράστια ταπείνωσή τους, ναι, είναι αρετές που πρέπει πάντοτε να έχουμε κατά νου και ενώπιόν μας.

 

18 Ιουλίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

«Ος δ’ αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη βασιλεία των Ουρανών» (Ματθ. 5, 19)

        Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της ημέρας, από το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο, απόσπασμα και αυτό από την επί του Όρους ομιλία του Κυρίου, έχει τεθεί από την Εκκλησία μας, σε σχέση και αναφορά με τους αγίους Πατέρες που εορτάζουμε σήμερα, της Δ΄ εν Χαλκηδόνι (451 μ.Χ.) Οικουμενικής Συνόδου. Τους Πατέρες εκείνους, που εν Πνεύματι αγίω διατύπωσαν την ορθόδοξη πίστη περί του Ιησού Χριστού, ως «διπλού την φύσιν, αλλ’  ου την υπόστασιν», και κατεδίκασαν τους αιρετικούς μονοφυσίτες, που παρουσίαζαν μία αλλοιωμένη εικόνα Του, δηλαδή ότι ο Κύριος είναι μόνον Θεός, διότι η θεϊκή φύση Του ως ισχυρότερη απορρόφησε την ανθρώπινη. Προ ολίγων μάλιστα ημερών, εορτάσαμε την αγία μεγαλομάρτυρα Ευφημία (11 Ιουλίου), η οποία με θαυμαστό τρόπο επικύρωσε την αλήθεια της ορθόδοξης πίστης και την πλάνη των αιρετικών. Η Εκκλησία μας λοιπόν επέλεξε το συγκεκριμένο ανάγνωσμα, για να τονίσει ότι και οι Πατέρες αυτοί ανήκουν  σ’  εκείνους που, κατά τον Κύριο, υπήρξαν και είναι φώτα του κόσμου, καθοδηγητικά για τη δοξολογία του Θεού, ενώ προφανώς στη Βασιλεία του Θεού ευρίσκονται σε περίοπτη θέση, διότι πραγμάτωσαν αυτό που υποσχέθηκε ο Κύριος: «ος δ’  αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη Βασιλεία των Ουρανών», υπόσχεση η οποία θα μας απασχολήσει δι’  ολίγων στη συνέχεια.

        1. Έχει τονιστεί επανειλημμένως και επαρκώς ότι όταν μιλάμε για τη Βασιλεία του Θεού, δεν μιλάμε για μία απρόσωπη κατάσταση ή πολλώ μάλλον για έναν τόπο, αλλά για τον ΄Ιδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό. Εκείνος αποτελεί τη Βασιλεία του Θεού, διότι τα πάντα προσδιορίζονται και ζουν σε σχέση προσωπική μαζί Του. Ένταξη λοιπόν στη Βασιλεία του Θεού σημαίνει στην πραγματικότητα θετική σχέση με τον Χριστό, «πρόσωπον προς πρόσωπον» θέα του προσώπου Του, φωτισμό από το φως Εκείνου. Ο χαρακτηρισμός λοιπόν «μέγας» από τον Κύριο – «μέγας κληθήσεται» - πρέπει να εννοηθεί ως κοντινή και άμεση σχέση με τον ΄Ιδιο, όπως και το «ελάχιστος» δηλώνει το αντίθετο: άνθρωπος που σχετίζεται με τον Κύριο, αλλά αρνητικά, δηλαδή, μέσα σ’  Αυτόν, αλλά με αποστροφή του προσώπου Του για τον άνθρωπο αυτό. Κατανοεί λοιπόν κανείς εύκολα ότι στην πραγματικότητα βρισκόμαστε μπροστά σ’  αυτό που ονομάζουμε Παράδεισο και Κόλαση. Η κοντινότητα και η αμεσότητα δηλώνει τον Παράδεισο, η απομάκρυνση δηλώνει την κόλαση. 

        2. Η θετική ή η αρνητική, κοντινή ή μακρινή σχέση με τον Χριστό, εξαρτάται από τη ζωή του ανθρώπου στον κόσμο αυτό. Ανάλογα με το πώς ο άνθρωπος ζει εδώ, απολαμβάνει  κ α ι  την ποιότητα του εδώ, αλλά κ α ι  τη συνέχειά του, στην άλλη λεγόμενη ζωή. Κι ο Κύριος είναι σαφής: «ο ποιήσας και διδάξας μέγας κληθήσεται». Δηλαδή, θα έχει καλή σχέση μαζί Του, θα ζει την παρουσία Του ως παράδεισο, εκείνος που έπραξε πρώτα και δίδαξε στη συνέχεια. Προηγείται η πράξη και ακολουθεί  η διδασκαλία, σαν να μας λέει ο Κύριος ότι τότε είναι έγκυρη η διδασκαλία, τότε έχει νόημα, όταν έρχεται ως συνέχεια της πράξης, κατά το πρότυπο βεβαίως Εκείνου, ο Οποίος ό,τι δίδαξε το ζούσε: «οίος ο λόγος, τοίος ο βίος» που λένε οι Πατέρες. Άλλωστε, «πράξίς εστιν θεωρίας επίβασις» (η πράξη είναι το σκαλοπάτι για τη θεωρία).

        Διαφορετικά, η διδαχή μόνη, χωρίς την πράξη, συνιστά αυτό που ονομάζει ο Ίδιος υποκρισία και που ανηλεώς το έλεγξε στο πρόσωπο των Φαρισαίων: «λέγουσι γαρ και ου ποιούσι». Εκτός αυτών, τα επιπλέον  λόγια του Κυρίου, που είναι κυριολεκτικώς συγκλονιστικά και προκαλούν και φόβο, είναι εκείνα, πάλι από την επί του Όρους ομιλία, κατά τα οποία, μπορεί κάποιος να κηρύσσει, και μάλιστα ορθά, τον λόγο του Θεού, να κάνει και θαύματα ακόμη στο όνομα Εκείνου, αλλά τελικώς αυτός να είναι ξένος και άγνωστος για τον Κύριο, και μάλιστα εργάτης της ανομίας. «Κύριε, ου τω σω ονόματι εκηρύξαμεν και εν τω ονόματι Σου θαύματα εποιήσαμεν; Και αποκριθώ αυτοίς: αμήν, λέγω υμίν, ουκ οίδα υμάς. Απέλθετε απ’  εμού οι εργάται της ανομίας». Άγνωστοι λοιπόν και ανύπαρκτοι, για τον Κύριο, και εργάτες της ανομίας όσοι έμειναν σε μία θεωρητική προσέγγισή Του, έστω και χωρίς αλλοιώσεις της εικόνας Του. Πόσο μάλλον θα δεχτούν τον αυστηρό έλεγχό Του εκείνοι που Τον παρουσίασαν ψευδώς, με λογικά σχήματα του μυαλού τους, σαν τους αιρετικούς;

        3. Τι σημαίνει λοιπόν πράξη, που αυτή και μόνη μπορεί να οδηγεί και στην ορθή διδασκαλία; Μα τίποτε περισσότερο από την τήρηση του θελήματος του Θεού, δηλαδή την τήρηση των αγίων Του εντολών. Ο Κύριος διαρκώς προσανατόλιζε σ’  αυτόν τον τρόπο ζωής – «ου πας ο λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την Βασιλείαν του Θεού, αλλ’ ο ποιών το θέλημα του Πατρός μου του εν ουρανοίς» - ενώ τους τηρούντες το θέλημα του Θεού χαρακτήριζε ως φίλους Του, ως μητέρα Του, ως αδέλφια Του: «υμείς φίλοί μου εστέ, εάν ποιήτε, όσα εντέλλομαι υμίν». «Τις εστιν μήτηρ μου ή αδελφός μου ή αδελφή μου; Πας ο ποιών το θέλημα του πατρός μου του εν ουρανοίς, ούτος αδελφός μου και αδελφή μου και μήτηρ μού εστιν». Σ’ αυτήν την πράξη διαπιστώνει εμπειρικά ο πιστός ότι γεύεται ολόκληρη την παρουσία και γίνεται κατοικητήριο και μοναστήρι του Τριαδικού Θεού. Οπότε ο πιστός ζώντας τον Θεό στην ύπαρξή του βλέπει και τη δύναμη του λόγου του, ο οποίος λειτουργεί με «σαρκωμένο» τρόπο στις καρδιές των ανθρώπων.

        4. Χρειάζεται να υπενθυμίσουμε βεβαίως ότι στην κατάσταση αυτή της πράξης και της διδασκαλίας μπορεί να φτάσει μόνον αυτός που έχει τη χάρη του Θεού, δηλαδή εκείνος που έχει ενταχθεί στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, και τροφοδοτείται αδιάκοπα από τα ιερά μυστήριά της, και μάλιστα της Θείας Ευχαριστίας. Μόνο με τον Χριστό μπορεί να ζήσει κανείς τον Χριστό, όπως ο Ίδιος το βεβαίωσε: «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν». Η πεποίθηση ότι μπορεί κάποιος μόνος του να τα καταφέρει πνευματικά: να είναι με τον Θεό, δυστυχώς όχι μόνον φανερώνει εκτός πραγματικότητας ιστάμενο άνθρωπο, αλλά και με μεγάλη αλαζονεία και υπερηφάνεια. Και το μόνο που εισπράττει ο αλαζόνας άνθρωπος είναι όχι η χάρη του Θεού, αλλά η αντίθεση προς Εκείνον και η υποταγή του στον πονηρό.

        Οι άγιοι Πατέρες της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου έρχονται σήμερα και μας υπενθυμίζουν:  Είμαστε καλεσμένοι για να είμαστε πολίτες της Βασιλείας του Θεού, ήδη από τη ζωή αυτή, δηλαδή να είμαστε συνδεδεμένοι με τον Χριστό, που σημαίνει να παραμένουμε στην Εκκλησία εν υπακοή προς τη διδασκαλία και την πνευματική της ζωή. Η χαρά των αγίων μας  είναι να ακουστεί και για εμάς η φωνή του Θεού ότι είμαστε μεγάλοι, κάτι που συνιστά και την δική Του επιθυμία. Προφανώς ο Θεός μάς υπολείπτεται πολύ περισσότερο από ό,τι εμείς τον εαυτό μας και έχει σχέδια για εμάς πολύ μεγαλύτερα από όσα ο νους μας έχει θέσει.

17 Ιουλίου 2021

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ: Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΠΡΟΒΑΛΛΕΙ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΕΥΘΥΝΗ ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΝΑ ΣΥΝΑΣΠΙΣΤΟΥΜΕ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΕ ΕΝΑ ΚΟΙΝΟ ΕΧΘΡΟ, ΠΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΠΑΝΔΗΜΙΑ.

Συνέντευξη στην τηλεόραση του MEGA και την εκπομπή «Κοινωνία Ώρα MEGA» παραχώρησε την Πέμπτη 15 Ιουλίου 2021 ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς κ.Σεραφείμ.

Αναφερόμενος στο ότι ο ίδιος, ως πρόεδρος του Γηροκομείου Πειραιώς, είχε στείλει επιστολή από το Φεβρουάριο στο υπουργείο Υγείας, ζητώντας τον εμβολιασμό των εργαζομένων, ο Σεβασμιώτατος είπε ότι «Έχω την τιμή να προεδρεύω στο μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα γηροκομείο Πειραιώς, που συνδιοικείται με τον δήμαρχο Πειραιώς, και τελούμε υπό την άμεση εποπτεία της αποκεντρωμένης αυτοδιοίκησης. Είμαστε ουσιαστικά μία δομή του κράτους. Αναργύρως και εγώ και ο δήμαρχος προσφέρουμε τις υπηρεσίες μας. Το ίδρυμα αυτό από το 1890 προσπαθεί να δώσει αγάπη και στοργή στην 3η και 4η ηλικία. Αυτή τη στιγμή διακονούμε 200 υπερηλίκους, εκ των οποίων οι 100 κατάκοιτοι. Επομένως είναι ένας χώρος μεγάλης ευαισθησίας και ευθύνης. Οι εργαζόμενοι έρχονται εκεί όχι για να ικανοποιήσουν το βιοποριστικό τους έργο, αλλά για να προσφέρουν κοινωνική εργασία. Συνεπώς το μείζον θέμα δεν είναι τα εργασιακά δικαιώματα ούτε το συμφέρον της όποια συντεχνίας αλλά η προστασία των υπερηλίκων. Εμείς, με το παράδειγμά μας, έχουμε κατορθώσει να έχουμε ένα ποσοστό 98% των εργαζομένων που έχουν εμβολιαστεί και 100% στους τρόφιμους. Απευθυνόμενος στους συνεργάτες μας των δομών, θέλω να τους πω ότι προσέρχονται στις δομές όχι μόνο για να ικανοποιήσουν τον βιοπορισμό τους, αλλά για να προσφέρουν κοινωνικό έργο σε ανθρώπους ανήμπορους. Τίθεται το ερώτημα. Αναστολή εργασίας άνευ αποδοχών. Έως πότε; Και αυτοί που θα προσληφθούν για να αναπληρώσουν το κενό τι θα είναι, πειραματόζωα; Είναι σοβαρά θέματα αυτά. Πρέπει να βρούμε ένα μέτρο σε αυτά. Το μείζον θέμα είναι η ζωή των ανθρώπων και η κοινωνική προσφορά».

«Χτες, 2-3 χιλιάδες συμπολίτες μας, πήραν το σταυρό και τη σημαία, τα σύμβολα του έθνους μας, υπερασπιζόμενοι τον εχθρό που πλήττει τη ζωή μας, τον κορωνοϊό. Το θάνατο δηλαδή. Χρειάζεται πνευματική αφύπνιση από όλους μας. Μένω έκθαμβος από αυτά τα γεγονότα», σχολίασε ο ίδιος.

«Η Εκκλησία δεν επιβάλλεται»

Σχετικά με το πώς η εκκλησία θα βοηθήσει στο να πειστούν οι πολίτες να εμβολιαστούν, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς είπε ότι «η Εκκλησία δεν επιβάλλεται. Προβάλλει το λόγο της. Η Εκκλησία δεν είναι αυταρχισμός. Προβάλλει και τη μεταφυσική ευθύνη των πράξεων. Κάθε πράξη δεν μένει εδώ. Δεν ξεχνιέται τίποτα. Αυτά που κάνουμε θα μας κρίνουν στην αιωνιότητα. Είμαστε ελεύθεροι αλλά και υπεύθυνοι. Έχουμε εμβολιαστεί 5 εκατατομύρια Έλληνες. Παρουσιάστηκαν 4-5 καταστάσεις δύσκολες ως συνέπειες του εμβολιασμού. Από την άλλη πλευρά έχουμε 12.500 νεκρούς. Σε αυτή τη ζυγαριά που βαραίνει το ζύγι; Τι λέει η λογική και η καρδιά μας; Συνηθίζουμε όλοι να είμαστε ειδικοί σε όλα. Ειδήμονες χωρίς να έχουμε γνώση. Πρέπει επιτέλους κάποια στιγμή να ακούμε τους επαΐοντες».

Αναφερόμενος σε όσους δεν έχουν πειστεί να προχωρήσουν στον εμβολιασμό τους, ο ίδιος είπε ότι «Δεν έχουν πειστεί από τους ειδικούς. Δεν έχουν πειστεί και από το θάνατο που βλέπουν γύρω τους; Ο ιός αυτός προσβάλλει το αναπνευστικό και το κυκλοφορικό. Χρειάζεται να ακούσουμε τα πορίσματα της επιστήμης. Πρέπει όλοι οι αδελφοί που διακονούν την εκκλησία του Θεού να τονίσουν την ευθύνη που έχουμε απέναντι στο δημιουργό μας, τους αδερφούς μας και τον εαυτό μας».

«Η Εκκλησία προβάλλει σε όλους τους ανθρώπους τη μεγάλη ευθύνη που έχουμε αυτή τη στιγμή να συνασπιστούμε απέναντι σε ένα κοινό εχθρό, που λέγεται πανδημία, που λέγεται θάνατος. Αυτό είναι το χρέος όλων μας. Και παρακαλώ όλους αυτό το μήνυμα της εκκλησίας να το ακούσουμε. Να μη δαιμονοποιούμε τα πράγματα», κατέληξε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς κ.Σεραφείμ.

ΑΓΚΑΛΙΑ ΜΕ... ΑΓΚΑΘΙΑ!

 

Η χριστιανική ζωή κρίνεται κατά τρόπο απόλυτο από τη στάση μας έναντι του συνανθρώπου μας. Η αποδοχή του άλλου μέσα μας, το πώς τον «χωρούμε», είναι το αποδεικτικό της καλής ή όχι  μαθητείας μας προς τον Χριστό. Γιατί Χριστός και άλλος, κατά την αποκάλυψη Εκείνου, είναι το ίδιο. «Ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων… ἐμοί ἐποιήσατε». Έτσι το είδος της αγκαλιάς μας, η ποιότητα κι η ατμόσφαιρά της πρέπει να 'ναι αυτή, όπως θα υποδεχόταν τον ίδιο τον Χριστό. Ποιος χριστιανός δεν θα ετοίμαζε ό,τι καλύτερο για να νιώσει αναπαυμένος και άνετα Εκείνος που θεωρείται ο αρχηγός της πίστης κι ο ίδιος ο Θεός του; Να καθίσει ο Χριστός σε ό,τι πιο βελούδινο μπορεί να έχουμε στο σπιτικό μας! Τι κάνουμε όμως δυστυχώς τις περισσότερες φορές οι δικοί Του πιστοί; Τον αγκαλιάζουμε και Τον ασπαζόμαστε, αλλά τρυπώντας Τον με αγκάθια και μαχαίρια και σπασμένα γυαλιά· Τον αποδεχόμαστε καταπληγώνοντάς Τον, καθιστώντας Τον αιμόφυρτο με χαίνουσες πληγές! Πώς; Στο πρόσωπο του συνανθρώπου μας, με την κατάκριση που έχουμε πρόχειρη όχι μόνο στα χείλη μας, αλλά πρωτίστως στην καρδιά μας. Όταν ο Χριστός μάς καλεί να μην κρίνουμε τον συνάνθρωπό μας, (στην ουσία τον Ίδιο), είναι για να τον αποδεχόμαστε και να τον υποδεχόμαστε στην καρδιά μας χωρίς να τον πληγώνουμε. Μας αφαιρεί, αν θέλουμε να είμαστε δικοί Του, το μαχαίρι και τα αγκάθια. Γιατί μας λέει πως η κρίση είναι δική Του και δεν πρέπει να την αρπάζουμε από Αυτόν· να μην το «παίζουμε» δηλαδή… Θεοί. Γιατί κάνει τον Θεό εκείνος που κρίνει και κουτσομπολεύει και κατακρίνει τον συνάνθρωπό του, συνεπώς το πρόβλημά του είναι η κρυμμένη υπερηφάνεια του κι ένας απεχθής δαιμονισμός του. Μόνο σε μία περίπτωση μάς είπε ότι μπορούμε άνετα να κρίνουμε: όταν η κρίση μας είναι δίκαιη κι όχι επιφανειακή. Δηλαδή κρίση γεμάτη από αγάπη προς τον άλλον. Τότε ναι, μπορούμε να κρίνουμε, γιατί τότε θ’ απλωνόμαστε ως προστατευτική ομπρέλα απέναντί του και θα 'ναι αυτός μέσα στην ασφάλεια μιας μητρικής αγκαλιάς. «Ἡ κρίσις ἡ ἐμή δικαία ἐστί, ὅτι οὐ ζητῶ τό θέλημα τό ἐμόν, ἀλλά τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός».

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΜΑΡΙΝΑ

«Η αγία Μαρίνα καταγόταν από κάποια κώμη της Πισιδίας, στα μέρη της Αντιόχειας. ΄Ηταν μονογενής θυγατέρα του Αιδεσίου, ενός ιερέα των ειδώλων, ο οποίος, όταν πέθανε η γυναίκα του, παρέδωσε την κόρη του, ηλικίας τότε δώδεκα ετών, σε μία γυναίκα να την μεγαλώσει. Η Μαρίνα είχε διδαχτεί στην κώμη που ζούσε τη χριστιανική πίστη, και γι’ αυτό παρακαλούσε τον Θεό να αξιωθεί να γίνει χριστιανή, κάτι που πραγματοποιήθηκε, και μάλιστα σε σημείο που δεκαπέντε ετών ποθούσε να δώσει και τη ζωή της για τον Χριστό. Ο ηγεμόνας λοιπόν Ολύμβριος, που έμαθε για την πίστη της, έστειλε να τη συλλάβουν και την έβαλε στη φυλακή. Μετά από κάποιες ημέρες διέταξε να την βγάλουν και να την οδηγήσουν ενώπιον του βήματός του, ενώ όταν την είδε, έμεινε έκπληκτος από την ωραιότητά της. Ρώτησε λοιπόν το όνομά της και την καταγωγή της και η αγία «Μαρίνα, είπε, λέγομαι, γέννημα και θρέμμα της Πισιδίας και είμαι χριστιανή». Επειδή δεν δέχτηκε να αρνηθεί τον Χριστό, διέταξε ο ηγεμόνας να την ξαπλώσουν και να την δείρουν σκληρά με ραβδιά, τόσο που το αίμα της κοκκίνησε το χώμα. ΄Επειτα πρόσταξε να την ανασηκώσουν και να ξύσουν για πολύ το σώμα της, οπότε μετά οδηγήθηκε και πάλι στη φυλακή. Εκεί έγινε μεγάλος σεισμός, που τραντάχτηκε πολύ η φυλακή, και να, από κάπου φάνηκε ένας δράκοντας, με μεγάλο ήχο στο σύρσιμό του, που φαινόταν ότι θέλει να ρίξει φωτιά γύρω από τη μάρτυρα. Εκείνη φοβήθηκε πολύ κι έγινε έντρομη, γι’ αυτό παρακαλούσε τον Θεό να την βοηθήσει, με αποτέλεσμα το φοβερότατο εκείνο ερπετό να φαίνεται με τη μορφή ενός μαύρου σκυλιού. Η αγία τότε το άρπαξε από τις τρίχες κι αφού πήρε μια πέτρα, το κτύπησε στο κεφάλι και στην πλάτη, μέχρις ότου ψόφησε. Μετά από αυτό, οδηγείται σε νέα εξέταση, όπου την έβαλαν να καεί σε λαμπάδες φωτιάς κι έπειτα να ριχτεί σε σκεύος γεμάτο από νερό, που κάλυπτε το κεφάλι της. Διαφυλάχτηκε όμως αβλαβής από όλα αυτά, γεγονός που οδήγησε πολλούς στην πίστη του Χριστού, οι οποίοι δέχτηκαν τον δι’ αποτομής της κεφαλής τους θάνατο. Τότε οργίστηκε πολύ ο ηγεμόνας, ο οποίος διέταξε με ξίφος να κόψουν την τιμία κεφαλή της».

       Το ιδιάζον στο μαρτύριο της αγίας Μαρίνας είναι το γεγονός ότι, ενώ σε όλα τα βασανιστήρια που πέρασε, φάνηκε γενναία και ατρόμητη, δείλιασε και μάλιστα φοβήθηκε πολύ, μέχρι σημείο τρόμου, όταν απειλήθηκε από τον δράκοντα, το τεράστιο ερπετό. Η αγία επομένως βρέθηκε αντιμέτωπη με μία αδυναμία της, σαν να μειώθηκε εκείνη τη στιγμή του μεγάλου φόβου της η πίστη της στην πρόνοια και την παντοδυναμία του Θεού, που σημαίνει ότι το συναξάρι της μας αποκαλύπτει μία ώρα οδυνηρού πειρασμού της. Δεν πρέπει να δούμε το γεγονός ανεξάρτητα από το σχέδιο του Θεού γι’ αυτήν – υπάρχει άλλωστε κάτι στη ζωή μας, έξω από την πρόνοια Εκείνου, αφού κατά τον Κύριο «και αι τρίχες της κεφαλής ημών ηριθμημέναί εισι»; - σχέδιο που επιτρέπει στον διάβολο να την πειράξει. Διότι προφανώς ο δράκων αυτός δεν σύρθηκε εκεί τυχαία. Πρέπει να εννοήσουμε ότι πίσω από την απειλητική παρουσία του βρισκόταν ο ίδιος ο πονηρός, κι αυτό κατά παραχώρηση ασφαλώς του Θεού, ο Οποίος μέσα από τους πειρασμούς οδηγεί τους αγίους σε ανώτερο πνευματικό επίπεδο και φανερώνει την αγιότητά τους. Κι είναι τούτο – η παρουσία του πονηρού που προκαλεί φόβο – κάτι που επιβεβαιώνεται διαρκώς από τους Πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι σημειώνουν ότι πίσω από κάθε φόβο και ταραχή, είναι ο διάβολος. «Ει τι βλέπεις, ει τι ακούεις, ει τι λογίζη, καν μικρόν ταραχθής, των δαιμόνων εστί τούτο» (Βίβλος Βαρσανουφίου και Ιωάννου).

       Αυτή είναι η τακτική του διαβόλου: να προκαλεί φόβο, γιατί στην κατάσταση αυτή είναι πιο εύκολο ο άνθρωπος, με μειωμένη ψυχική δύναμη, να υποταχθεί στα άνομα και σκοτεινά σχέδιά του. Αλλά με την αγία βλέπουμε και την ορθή και ενδεδειγμένη για την πειρασμική αυτή στιγμή αντίδραση: η έντονη προσευχή στον Θεό. Στο πρόσωπο της αγίας, μαθαίνουμε ν’ αντιμετωπίζουμε τους πειρασμούς και τις δύσκολες ώρες της πνευματικής ζωής: να «βλέπουμε» την παρουσία του Θεού, να θεωρούμε τα «φόβητρά» μας κάτω από την παντοδύναμη και πανάγαθη σκέπη Του. Όπως σε ανάλογη περίπτωση έκανε και ο άγιος ψαλμωδός: «προορώμην τον Κύριον ενώπιόν μου διαπαντός, ότι εκ δεξιών μού εστιν, ίνα μη σαλευθώ». Όπως, ακόμη περισσότερο, έκανε ο ίδιος ο Κύριος, που τη στιγμή της «δειλίας» Του, ενόψει του Γολγοθά, «γενόμενος εν αγωνία, εκτενέστερον προσηύχετο». Και τι γίνεται τότε; Ό,τι συνέβη και στην αγία Μαρίνα: «ο φοβερώτατος δράκων διεδείκνυτο ως κυνός μέλανος μορφήν». Ο φοβερός δράκων, το τεράστιο ερπετό, φάνηκε με τη μορφή ενός (μικρού) μαύρου σκυλιού – δείγμα και τούτο της δαιμονικής παρουσίας - επομένως φάνηκε έτσι, που ήταν πολύ εύκολο ν’ αντιμετωπιστεί και μάλιστα δραστικά.

       Πολλοί φόβοι και μάλιστα πολλές φοβίες, παράλογοι και επιτεταμένοι δηλαδή φόβοι, αναπτύσσονται στη ζωή μας, οι οποίοι μας ταλαιπωρούν και πάνε να διαλύσουν συχνά τον ιστό της ψυχοσωματικής μας υπόστασης. Πίσω από κάθε φόβο και φοβία, έχουν επισημάνει οι ασχολούμενοι με τον άνθρωπο και τον ψυχισμό του, υφίσταται κρυμμένος ο φόβος του θανάτου. Οι χριστιανοί όμως γνωρίζουμε ότι δεν παύει σ’ αυτές τις περιπτώσεις να δρα και το πονηρό στοιχείο, που χαρά του έχει ακριβώς την υποταγή και την καταστροφή του ανθρώπου. Μα τη λύση μάς τη δίνουν οι άγιοί μας, με την πείρα τους στην πνευματική ζωή: η αναφορά στον Θεό, η θεώρηση του εαυτού μας μέσα στην ιερή παρουσία Του. Κάθε τι που φαντάζει τεράστιο και αξεπέραστο ενώπιόν μας, και γι’ αυτό προκαλεί φόβο και τρόμο, γίνεται, εν Θεώ κοιταγμένο, μικρό και «κάτω» από εμάς, άρα αντιμετωπίσιμο. Το παράδειγμα της αγίας Μαρίνας με τον δράκοντα είναι εξαιρετικά ενδεικτικό, άρα θα πρέπει να μη φεύγει εύκολα από τη σκέψη μας.

16 Ιουλίου 2021

Η... ΑΥΣΤΗΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ!

Υπάρχουν κάποια λόγια του Χριστού που δείχνουν ότι είναι… υπερβολικά αυστηρός! Για παράδειγμα ο σαφής λόγος Του ότι προκειμένου να Τον ακολουθήσει κανείς χρειάζεται να φτάσει σε ένα… μίσος προς τους δικούς του ανθρώπους κι ακόμη και προς τον ίδιο τον εαυτό του, μίσος που χαρακτηρίζεται, όπως για παράδειγμα από τον άγιο Γέροντα Σωφρόνιο του Έσσεξ, ως «άγιο». «Εἴ τις ἔρχεται πρός με καί οὐ μισεῖ τόν πατέρα αὐτοῦ καί τήν μητέρα καί τήν γυναῖκα καί τά τέκνα, ἔτι δέ καί τήν ἑαυτοῦ ψυχήν, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής». Πας προς τον Χριστό, αλλά δεν… μισείς πατέρα, μάνα, γυναίκα, παιδιά, κι ακόμη και την ίδια σου τη ζωή, δεν μπορείς να είσαι μαθητής του Χριστού. Τι εννοεί ο Κύριος; Αυτός που κηρύσσει την αγάπη προς τους πάντες, ακόμη και προς τους εχθρούς, κηρύσσει ταυτοχρόνως και το μίσος; Ασφαλώς όχι. Το μίσος για το οποίο μιλάει ο Κύριος είναι η αποφασιστική βούληση στροφής προς τον Θεό, εμπόδιο της οποίας είναι η εμπαθής προσκόλληση του ανθρώπου σε ό,τι επίγειο κι ακόμη… αγαπημένο. «Οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν». Ο Κύριος εδώ μιλάει ως χειρουργός: πρέπει κανείς να κόψει κάθε τι αμαρτωλό, κάθε «κόλλημα», έστω και θεωρούμενο καλό, για να βρει την υγεία του, να βρει δηλαδή τον αληθινό εαυτό του στη σχέση του με τον Θεό. Επομένως ο συγκεκριμένος λόγος Του ισοδυναμεί με το «ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού», γιατί η προτεραιότητα αυτή καθαρίζει την καρδιά του ανθρώπου, ξελαμπικάρει και την αγάπη του, ώστε έπειτα να στραφεί και στον εαυτό του και στους δικούς του και σ’ όλον τον κόσμο με την αληθινή και γνήσια αγάπη. Πριν η αγάπη περάσει από τον Χριστό δεν πρέπει να της έχουμε εμπιστοσύνη. Είναι ένας κρυμμένος… εγωισμός!