Η ιστοσελίδα μετακόμισε!

Ανακατευθύνεστε αυτόματα στη νέα διεύθυνση...

Πατήστε εδώ αν δεν ανακατευθυνθείτε αυτόματα

26 Αυγούστου 2021

Η ΔΙΚΑΙΗ ΠΤΩΣΗ ΣΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ

«Αν συμβεί και γίνει εναντίον σου επανάσταση του πλήθους των αισχρών λογισμών και υποχωρήσεις και νικηθείς, να γνωρίζεις ότι χωρίστηκες πρόσκαιρα από τη θεία χάρη. Γι᾽ αυτό και παραδόθηκες στην πτώση σου με δίκαιη κρίση. Να αγωνίζεσαι λοιπόν να μη μείνεις ποτέ με την αμέλειά σου μακριά από τη θεία χάρη ούτε για μια στιγμή» (όσιος Ιωάννης ο Καρπάθιος).

Στο κλίμα του πανευφρόσυνου παραδείσου της Φιλοκαλίας των ιερών νηπτικών πατέρων μάς μεταφέρει το παραπάνω λόγιο από τα παρηγορητικά λεγόμενα κείμενα του οσίου και θεοφόρου Πατέρα Ιωάννου του Καρπαθίου. Τι μας αποκαλύπτει ο όσιος μέσα από την πολύχρονη εμπειρία του στην άσκηση της πνευματικής χριστιανικής ζωής; Την αιτία της πτώσεώς μας στον κυκεώνα των αισχρών λογισμών, σε μία οδυνηρή πράγματι κατάσταση που την χαρακτηρίζει ως επανάσταση και που οδηγεί συχνά στην υποχώρησή μας και στην ήττα μας από αυτούς – αποδεχόμαστε τους πονηρούς αυτούς λογισμούς και στρέφεται ενηδόνως η ψυχή μας προς αυτούς. Δεν μιλάει ο όσιος για την επίθεση που δέχεται κάθε πνευματικός άνθρωπος από τους λογισμούς, οι οποίοι προερχόμενοι από τον πονηρό βρίσκουν κενό και έρημο τόπο – συναντούν τείχο και ασπίδα και αντίδραση από τον επιμελή χριστιανό, οπότε γίνονται αφορμή περαιτέρω προκοπής του και πνευματικής ανόδου του. Αναφέρεται στη χαλάρωση που μπορεί να συμβεί στην πορεία ενός χριστιανού, στη λήθη της μνήμης του Θεού, στην απομάκρυνσή του, έστω προσωρινά, από την ένταση του αγώνα για τήρηση των αγίων εντολών Του. Και σημειώνει το αποτέλεσμα της χαλάρωσης: ο χωρισμός από τη θεία χάρη, συνεπώς η πτώση σου στον χώρο του Πονηρού. Στην πραγματικότητα η εμπειρία του οσίου αποτελεί διαφορετική διατύπωση αυτού που ο ίδιος ο Κύριος είχε πει: «όποιος δεν είναι μαζί μου, είναι εναντίον μου». Δεν υπάρχει με άλλα λόγια μέση κατάσταση σαν μία ουδέτερη ζώνη στην πνευματική ζωή. Ή πάντοτε είσαι με τον Χριστό και προχωράς ή Τον αφήνεις, έστω και προσωρινά, και πέφτεις! Κι αυτό οδηγεί  βεβαίως σε ό,τι προτρέπει στο τέλος του μικρού κεφαλαίου του ο όσιος: δεν πρέπει ούτε μία στιγμή να αμελήσει κανείς – χωρίζεται από τον Θεό, απομακρύνεται από τη χάρη Του. Θυμίζει τις παρόμοιες προτροπές πολλών αγίων της Εκκλησίας μας, όπως του οσίου Συμεών του νέου Θεολόγου που τόνιζε ότι «αν θέλεις να προκόψεις, πρέπει να επιμελείσαι πάντοτε τη συνείδησή σου» ή του νεώτερου οσίου Σωφρονίου του Αθωνίτου ο οποίος υπενθύμιζε «αν αμελήσεις τη σχέση σου με τον Θεό, θα αμελήσει αντιστοίχως κι Εκείνος για εσένα». Η ευθύνη για την πνευματική μας ζωή είναι τεράστια. Γιατί ακριβώς είμαστε όχι ρομπότ, όχι μηχανές, όχι δούλοι, αλλά «συνεργοί Θεού» ως εικόνες Του.   

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΑΔΡΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΝΑΤΑΛΙΑ

«Ο μάρτυς Αδριανός και η Ναταλία, η σύζυγός του, ήταν από τη Νικομήδεια. Κατά τη δεύτερη περίοδο του αυτοκράτορα Μαξιμιανού, συνελήφθησαν εικοσιτρείς άνδρες Χριστιανοί, που κρύβονταν σε σπήλαια, και υποβλήθηκαν σε πολλά βασανιστήρια. Πριν από το μαρτύριό τους, ο Αδριανός τους ρώτησε, χάριν τίνος υφίσταντο όλες αυτές τις φοβερές τιμωρίες, κι αυτοί απάντησαν: Για να κερδίσουμε αυτά που ο Θεός έχει ετοιμάσει σ᾽αυτούς που Τον υπακούνε, τα οποία δεν μπορεί ούτε ακοή να τα ακούσει ούτε λόγος να τα παραστήσει. Αμέσως ο μακάριος Αδριανός κατανύχθηκε από τη θεία χάρη και ζήτησε από τους ταχυγράφους της εποχής να γράψουν και το δικό του όνομα μαζί με τους Χριστιανούς, λέγοντας ότι ῾και εγώ θα πεθάνω μαζί τους᾽. Πράγματι, τον έγραψαν και τον φυλάκισαν, κι όταν έμαθε τη φυλάκισή του η γυναίκα του Ναταλία, ενώ στην αρχή εθλίβη πολύ, γιατί δεν ήξερε τον λόγο, έπειτα έβαλε χαρούμενη φορεσιά κι έσπευσε στη φυλακή. Εκεί, άρχισε να κατασπάζεται τις αλυσίδες του Αδριανού, να τον μακαρίζει για την προθυμία του και να τον προτρέπει να μείνει ασάλευτος στα βάσανα, ενώ παρακαλούσε και τους αγίους υποψηφίους μάρτυρες που ήσαν μαζί του, να προσεύχονται γι᾽ αυτόν. Ο Αδριανός προέτρεψε τη Ναταλία να γυρίσει στο σπίτι τους, και μετά από λίγο, επειδή θα παρουσιαζόταν την αυριανή ημέρα  μπροστά στον τύραννο, κατώρθωσε δίνοντας χρήματα στους δεσμοφύλακες να πάει κι αυτός στο σπίτι του, προκειμένου να πει στη Ναταλία να παρευρεθεί στην τελείωσή του δια του μαρτυρίου. Αυτή όμως, επειδή νόμισε ότι ο άντρας της φοβήθηκε τα βάσανα κι αρνήθηκε τον Χριστό, γι᾽ αυτό και γύρισε, του έκλεισε τη θύρα μπροστά του, ελέγχοντάς τον για την άρνηση του Χριστού, χαρακτηρίζοντάς τον φιλοζωϊστή και δειλό και θυμίζοντάς του τα φοβερά που θα υποστεί λόγω της αρνήσεώς του αυτής. Τον εαυτό της δε τον αποκαλούσε άθλιο, γιατί ούτε μία ημέρα δεν μπόρεσε να ονομαστεί γυναίκα μάρτυρα, ενώ τη μακαριότητά της τη διαδέχτηκε διαμιάς η δυστυχία. Όταν όμως άκουσε το σκοπό της επισκέψεώς του, η Ναταλία αμέσως με χαρά τού άνοιξε τη θύρα, τον κατασπαζόταν και τον συνόδευσε, όπως ήταν, προς τον τύραννο. Παρουσιάστηκε λοιπόν ο άγιος προς τον βασιλιά, κι αφού ομολόγησε τον Χριστό ως Θεό, τον βάλανε πρηνή και τον κτύπησαν με ξύλα, ενώ έπειτα τον βάλανε ύπτιο, και τόσο τον κτύπησαν πάλι, ώστε να φανούν και τα εντός αυτού υπογάστριά του. Ήταν τότε εικοσιοκτώ ετών. Έπειτα, μαζί με τους υπόλοιπους αγίους, πρώτος αυτός όμως, ακρωτηριάζεται στα χέρια και τα πόδια, ενώ η Ναταλία που βρισκόταν κοντά, έπαιρνε το κάθε μέλος του, παρακαλώντας ταυτόχρονα τον μεν δήμιο να καταφέρνει τα κτυπήματα με δύναμη, τον δε Αδριανό να υπομένει με σταθερότητα και να μην προδώσει λόγω δειλίας την άθλησή του για τον Χριστό. Αφού ετελειώθησαν οι μάρτυρες και τα σώματά τους επρόκειτο να ριχτούν στη φωτιά, η Ναταλία κρατώντας στην αγκαλιά της το χέρι του αγίου Αδριανού, ακολουθούσε τα λείψανα. Καθώς έσταζαν τα αίματα των λειψάνων επάνω της, άλειφε με αυτά τον εαυτό της. Η φωτιά που ανάφθηκε, έσβησε αμέσως από ραγδαία βροχή που άρχισε να πέφτει, και κάποιος πιστός ονόματι Ευσέβιος, μάζεψε γρήγορα τα λείψανα, τα οποία έβαλε σ᾽ ένα πλοιάριο και τα κατέθεσε στην Αργυρούπολη, κοντά στο Βυζάντιο. Εκεί έφτασε ύστερα και η Ναταλία, όπου άφησε και την τελευταία της πνοή, και κατατέθηκε και το δικό της λείψανο πλησίον των μαρτυρικών λειψάνων».

Ένας ύμνος προς τη χριστιανή γυναίκα και προς τη χριστιανική συζυγία, πέραν της συνήθους δοξολογίας προς τους μάρτυρες, είναι η ακολουθία της σημερινής ημέρας. Ο υμνογράφος στέκεται εκστατικός μπροστά στο μεγαλείο πρώτα της αγίας Ναταλίας - ῾ώ, γυναικός θεοφιλούς᾽ θα φωνάξει στο δοξαστικό του εσπερινού – κι έπειτα μπροστά στη συζυγία των αγίων - ῾ώ ζεύγος άμωμον και εκλεκτόν τω Κυρίω! ώ πεποθημένη δυάς και πεφιλημένη Χριστώ! ώ συζυγία αρίστη και μακαρία!᾽ Αιτία για το πρώτο είναι το γεγονός ότι η αγία Ναταλία, ξεπερνώντας τη φυσική τάξη των πραγμάτων, αυτό που θα έκανε μία απλή, συνηθισμένη γυναίκα: να κρατήσει στη ζωή τον άντρα της και να μη μείνει χήρα σε πολύ νεαρή ηλικία μάλιστα, εξυψώνεται στο επίπεδο, με τη χάρη του Θεού, της αληθινής χριστιανής γυναίκας, δηλαδή στο επίπεδο του αληθινού χριστιανού, κατά το οποίο η προτεραιότητα είναι το άγιο θέλημα του Θεού, η βασιλεία του Θεού, όπως ο Κύριος το έχει ζητήσει: ῾ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού᾽.  Και τι κάνει; Προτρέπει τον σύζυγό της να μείνει σταθερός στην αγάπη του Χριστού, έστω και με θυσία της ζωής του.

Έτσι η Ναταλία γίνεται μία μικρή ῾Παναγία᾽, διότι και αυτή σαν την Θεοτόκο, στην πραγματικότητα επαναλαμβάνει με την όλη στάση της το ῾ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου᾽, λοιπόν η στάση της αυτή την εντάσσει στη χορεία όλων των ηρωϊκών και μαρτυρικών γυναικείων μορφών της ιστορίας, οι οποίες αψηφούσαν το δικό τους συμφέρον προς χάριν μίας μεγάλης ιδέας, όπως είναι για παράδειγμα οι Σπαρτιάτισσες μάνες που δίνοντας οι ίδιες τις ασπίδες  στα παιδιά τους τα προέτρεπαν με κατάπνιξη του μητρικού φίλτρου προς χάρη της πατρίδας, ῾ή ταν ή επί τας᾽, ή όπως  οι γυναίκες του Ζαλόγγου που μπροστά στον κίνδυνο ατίμωσής τους επέλεγαν τον ηρωϊκό θάνατο. Ώστε θα λέγαμε ότι η αγία Ναταλία, η οποία βεβαίως δεν κάνει τίποτε άλλο από ό,τι επιτάσσει ο λόγος του Χριστού, γίνεται και αυτή σύμβολο διαχρονικά  της γυναικείας φύσεως, καλύτερα σύμβολο του πραγματικού ανθρώπου. Ο υμνογράφος βεβαίως, γνώστης της Αγίας Γραφής και της όλης Παραδόσεως της Εκκλησίας, προβαίνει συνειρμικά και σε μίαν ακόμη εκτίμηση, προκειμένου να τονίσει και με άλλον τρόπο το μεγαλείο της αγίας: την αντιπαραβάλλει με την πρώτη Εύα. Και την μεν Εύα οικτείρει για την ενέργειά της να παρασύρει στην ανυπακοή του Θεού τον άντρα της, την δε αγία επαινεί για το αλειπτικό έργο της απέναντι σ᾽ αυτόν, δηλαδή να μείνει, όπως είπαμε, σταθερός στο θέλημα Εκείνου. «Η ομόζυγη Εύα εξόρισε τον Αδάμ από τον Παράδεισο με τη συμβουλή του όφεως διαβόλου. Η Ναταλία όμως με πάνσοφο τρόπο εισήγαγε τον Αδριανό στον Παράδεισο». «Όχι όπως η Εύα επέφερε φθορά στον Αδάμ, αλλά η Ναταλία προξένησε στον σύζυγό της αιώνια ζωή».

Ο υμνογράφος όμως εξηγεί και το δεύτερο από το οποίο έχει μείνει ῾ενεός᾽: τη θαυμαστή συζυγία του Αδριανού και της Ναταλίας. Δεν μπορεί να μη θαυμάσει το νεαρό ζεύγος, το οποίο κινείται μέσα στα πλαίσια αυτού που ο Χριστός και η αγία Του Εκκλησία έχουν καθορίσει: ο ένας να γίνεται στήριγμα του άλλου, για να φτάσουν στο σκοπό: την ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Στο ζεύγος αυτό δηλαδή, επισημαίνουμε περίτρανα ότι ο γάμος είναι εκ Θεού και κατανοείται ως μέσον, ως δρόμος, προκειμένου οι σύζυγοι να αλληλοβοηθηθούν στην ένταξή τους στη Βασιλεία του Θεού. Με άλλα λόγια, με τον χριστιανικό γάμο, τύπος του οποίου είναι ο γάμος των σημερινών αγίων, συμβαίνει κάτι αντίστοιχο με τον άγαμο βίο, τον ευλογημένο μοναχισμό. Όπως ο μοναχός εντάσσεται στο μοναστήρι του, για να βοηθηθεί στη σχέση του με τον Θεό, όταν έχει δεχτεί βεβαίως την κλήση από τον Χριστό, κατά τον ίδιο τρόπο και ο έγγαμος: εισέρχεται στον γάμο, για να γίνει ο γάμος εφαλτήριο πνευματικού του ανόδου. Αν ο γάμος δεν κατανοηθεί με τον τρόπο αυτό, τότε αυτονομείται ως στοιχείο του κόσμου τούτου, συνεπώς αντί να βοηθάει τον άνθρωπο, τον οδηγεί σε μεγαλύτερη φθορά του. Μη ξεχνάμε ότι στην παραβολή του μεγάλου δείπνου, που είπε ο Κύριος, ο ένας που δεν παρακάθισε στο δείπνο, ήταν αυτός που συνήψε γάμο. Ο γάμος του λειτούργησε στην περίπτωση αυτή αρνητικά.

Έτσι, μαζί με τον υμνογράφο και εμείς, ῾κραυγάζομεν και λέγομεν᾽: ῾ώ ξυνωρίς αγία, υπέρ ημών τω Θεώ ικετεύσατε, των εκ πόθου τελούντων την μνήμην υμών, πειρασμών ρυσθήναι και πάσης θλίψεως᾽. Αγία δυάδα, ικετεύσατε τον Θεό για εμάς, που τελούμε τη μνήμη σας με πόθο, ώστε να σωθούμε από πειρασμούς και κάθε θλίψη. 

25 Αυγούστου 2021

ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΚΑΡΠΑΘΙΟΣ

 

ΠΩΣ ΕΝΕΔΡΕΥΟΥΜΕ ΚΑΙ ΠΑΓΙΔΕΥΟΥΜΕ ΚΑΙ ΜΑΣΤΙΓΩΝΟΥΜΕ ΤΟΝ ΕΧΘΡΟ ΜΑΣ...

«Ενεδρεύει ο εχθρός διάβολος όπως το λιοντάρι στη φωλιά του, και κρύβει για κακό μας παγίδες και δίχτυα από λογισμούς ακάθαρτους και ασεβείς. Αλλά και εμείς, αν δεν κοιμόμαστε, θα μπορέσουμε να του στήνουμε μεγαλύτερες και φοβερότερες παγίδες και δίχτυα και ενέδρες. Γιατί η προσευχή, οι ψαλμοί, η αγρυπνία, η ταπεινοφροσύνη, η υπηρεσία προς τον πλησίον και το έλεος, η ευχαριστία και η ακρόαση των θείων λόγων, γίνονται ενέδρα και παγίδα και λάκκος καί μάστιγες και αγχόνη καί δίχτυα για τον εχθρό» (όσιος Ιωάννης Καρπάθιος).

Ο όσιος Ιωάννης Καρπάθιος που η Εκκλησία μας τον εορτάζει την 25η Αυγούστου δεν είναι πολύ γνωστός στο πλήρωμα της Εκκλησίας κι ούτε έχουμε πολλά στοιχεία για την εδώ στον κόσμο τούτο πορεία του. Παρ’ όλα αυτά η παρουσία του στα ασκητικά κείμενα της Εκκλησίας είναι ισχυρή, γιατί μας έχει αφήσει σπουδαία κεφάλαια, «παρηγορητικά» όπως χαρακτηρίζονται, στη Φιλοκαλία των Νηπτικών των αγίων Μακαρίου του Νοταρά και Νικοδήμου του Αγιορείτου. Ένα τέτοιο κεφάλαιο που μας αποκαλύπτει στοιχεία της πνευματικής ζωής είναι και το παραπάνω.

Καταρχάς ο όσιος σχολιάζει τον λόγο του αποστόλου Πέτρου, που συνιστά όμως πιστεύουμε και προσωπική, του οσίου, εμπειρία, ότι όχι μόνο βεβαίως υφίσταται ο πονηρός διάβολος, (ο ξεπεσμένος αρχάγγελος με τις λεγεώνες που τον ακολούθησαν), αλλά η μόνιμη επιθυμία του είναι να καταστρέφει τη δημιουργία του Θεού και μάλιστα τον κατ’  εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού άνθρωπο. Όπως ακριβώς το σημειώνει ο απόστολος «ὁ ἀντίδικος ἡμῶν διάβολος περιπατεῖ ὡς λέων ὠρυόμενος ζητῶν τίνα καταπίῃ». Βεβαίως πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η δράση του πονηρού δεν είναι ανεξέλεγκτη∙ μπορεί αυτός και οι δικοί του να ξέπεσαν, μπορεί ο Κύριος για λόγους που Εκείνος γνωρίζει να τους κρατάει στην ύπαρξη – ο Θεός ποτέ δεν καταστρέφει τη δημιουργία Του έστω και σε κατάσταση πτώσεως – μπορεί να τον αφήνει να δρα πειρασμικά και καταστροφικά, αλλά πάντοτε μέσα στο πλαίσιο της παντοδύναμης Πρόνοιάς Του – όσο η δράση του πονηρού εξυπηρετεί το δικό Του σχέδιο για τη διαπαιδαγώγηση και τη σωτηρία του ανθρώπου.  Και τι σημειώνει συγκεκριμένα ο όσιος; Ότι ο διάβολος ως λιοντάρι πράγματι στήνει ενέδρες και παγίδες στον άνθρωπο, αλλά κυρίως στο επίπεδο των λογισμών – τοξεύει τον άνθρωπο με τα βέλη των ακάθαρτων και ασεβών λογισμών. Και ακάθαρτοι λογισμοί είναι εκείνοι που αναφέρονται κατεξοχήν στο παθητικό λεγόμενο μέρος της ψυχής, στον κόσμο των συναισθημάτων δηλαδή και των βουλητικών ενορμήσεων, όπως για παράδειγμα να εξάπτει το μίσος και τις έχθρες ανάμεσα στους ανθρώπους ή και να τους παρωθεί σε επιθυμίες που είναι πέρα από το θέλημα του Θεού: σαρκικές επιθυμίες, αγάπη για τα χρήματα, αγάπη για το φαίνεσθαι και την ανθρώπινη δόξα∙ ενώ ασεβείς λογισμοί είναι εκείνοι που αναφέρονται καεξοχήν στο λογιστικό μέρος της ψυχής και που δεν είναι άλλοι από τους λογισμούς της απιστίας και της αμφιβολίας ως προς την ύπαρξη και την παρουσία του Θεού στη ζωή του ανθρώπου. Συνεπώς ο πονηρός έχει ως έργο του αδιάκοπο το πώς θα αλλοιώσει τη σχέση του ανθρώπου ως προς τον Θεό και ως προς τον συνάνθρωπό του και την όλη λοιπή δημιουργία.

Κι έπειτα μάς υπενθυμίζει ο όσιος ότι ναι μεν αυτό συμβαίνει από πλευράς του πονηρού, όμως από πλευράς δικής μας, δηλαδή από πλευράς των χριστιανών που έχουν επίγνωση της χριστιανικότητάς τους, μπορεί να συμβεί το θεωρούμενο παράδοξο και «απίστευτο»: «να στήνουμε εμείς στον διάβολο μεγαλύτερες και φοβερότερες παγίδες και δίχτυα και ενέδρες!» Μα πώς είναι δυνατόν; Ο διάβολος ως πνεύμα, έστω και ξεπεσμένο, δεν έχει μεγαλύτερη δύναμη από εμάς; Είχε και έχει, αλλά μέχρι εκεί που υπάρχει η παρουσία του Χριστού στη ζωή του ανθρώπου. Για τον χριστιανό, τον βαπτισμένο και χρισμένο στο όνομά Του, λειτουγεί η παντοδυναμία Εκείνου, γιατί έγινε διά του βαπτίσματος μέλος Του και δικό Του κομμάτι, που θα πει ότι ο χριστιανός δεν είναι ποτέ μόνος του, αλλά πάντοτε μαζί με τον Χριστό, ντυμένος Εκείνον και έχοντας τις δυνάμεις Εκείνου! «Ὅσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε Χριστόν ἐνεδύσασθε». Πρόκειται για την αυτοσυνειδησία του χριστιανού μέσα στην Εκκλησία, που έκανε τον όσιο Παῒσιο για παράδειγμα τον αγιορείτη να λέει ότι «ο διάβολος μπροστά στον χριστιανό μοιάζει με το σκυλί που του έχουν βγάλει τα δόντια ή με το φίδι που του έχουν αφαιρέσει το δηλητήριο». Έτσι ο χριστιανός αποτελεί φόβητρο για τον διάβολο, ο διάβολος τρέμει τον χριστιανό και όχι το αντίθετο. Τυχαία ο μέγας όσιος της Εκκλησίας Ιωάννης της Κλίμακος λέει πως ο χριστιανός με το όνομα του Χριστού στα χείλη και την καρδιά του «μαστιγώνει τον διάβολο»; «Ἰησοῦ ὀνόματι μάστιζε πολεμίους».  Για να συμπληρώσει ο όσιος Ιωάννης Καρπάθιος πια πέρα από τη διαρκή επανάληψη του ονόματος του Χριστού και «την προσευχή, τους ψαλμούς, την αγρυπνία, την ταπεινοφροσύνη, την υπηρεσία προς τον πλησίον και το έλεος, την ευχαριστία και την ακρόαση των θείων λόγων».

Χριστιανός με άλλα λόγια που προσεύχεται με τον τρόπο της Εκκλησίας μας, που μελετά τον λόγο του Θεού, που στέκεται με ταπείνωση και αγάπη και έλεος απέναντι στον συνάνθρωπό του, που ευχαριστεί και δοξολογεί τον Θεό, αυτός στήνει «ενέδρα και παγίδα και λάκκο και αγχόνη και δίχτυα» στον εχθρό διάβολο και τον μαστιγώνει με τον σκληρότερο τρόπο! Πόσες φορές δεν έχουμε διαβάσει για παράδειγμα σε παλαιότερα αλλά και νεώτερα συναξάρια ότι και μόνο η επίκληση του ονόματος του Χριστού – εννοείται με πίστη και αγάπη προς Εκείνον – εξαφάνισε τη δαιμονική παρουσία, όπως και η αναφορά στην Παναγία «έκαψε τους δαίμονες». Πόσες φορές επίσης δεν έχουμε διαβάσει ή ακούσει και προσωπικά αισθανθεί ότι σε μία κατάσταση δύσκολη και θλιβερή η μελέτη του Ευαγγελίου μάς έκανε να αποκτήσουμε και πάλι το θάρρος μας, κι ακόμη περισσότερο: πόσες φορές ο αγώνας μας να συγχωρήσουμε κάποιον για μια αδικία που πιθανόν έκανε απέναντί μας μάς έκανε να νιώσουμε τη χαρά του θεϊκού ελέους, ενώ η έχθρα που σκίαζε την ψυχή μας μέχρι την ώρα της συγγνώμης μάς έκανε περίλυπους και δυστυχισμένους;

Οπότε, ναι! Ο διάβολος μάς πολεμάει, μας δυσκολεύει (είπαμε κατά παραχώρηση Κυρίου) τη ζωή, αλλά κι εμείς δεν πάμε πίσω: του δυσκολεύουμε πολύ περισσότερο, κατά τον όσιο Καρπάθιο, τη ζωή και τη δράση. Και βλέπει κανείς την κοινή εμπειρία στον πνευματικό αγώνα των αγίων μας. Ό,τι λέει ο όσιος Καρπάθιος και ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος  το λέει και ο νέος μέγας πράγματι όσιος της Εκκλησίας Ιωσήφ ο ησυχαστής. Έλεγε χαρακτηριστικά σε κάποιον χριστιανό που δείλιαζε στον πνευματικό αυτόν αγώνα : «Πρέπει να γίνεις γενναιότερος. Να παραταχθείς στήθος προς στήθος προς αυτούς τους άσαρκους. Μην τους φοβάσαι. Εσύ δεν βλέπεις με κάθε ευχή, όπου λέγεις, πόσοι πίπτουν, πόσοι στρέφουν τα νώτα. Συ μόνον βλέπεις πόσον εσύ πληγώνεσαι. Αλλά και αυτοί δέρνονται. Και αυτοί φεύγουν. Σε κάθε υπομονή οπού κάμνομε, φεύγουν αλματωδώς, και σε κάθε ευχή πληγώνονται σοβαρώς. Λοιπόν μη θέλεις εν καιρώ πολέμου να ρίπτεις εσύ σφαίρες και βόλια και αυτοί να σου ρίχνουν λουκούμια και σοκολάτες!» - κάτι παρόμοιο που έλεγε και ο άγιος Παῒσιος, όταν εξηγούσε ότι «πολύ συχνά νιώθουμε ότι μένουμε στάσιμοι πνευματικά, γιατί δεν βλέπουμε ότι τη μία ημέρα πολεμάμε με ένα διάβολο, ενώ την άλλη με δέκα!»

Ο όσιος Ιωάννης Καρπάθιος όμως σημειώνει τέλος το αυτονόητο: όλα αυτά συμβαίνουν από πλευράς πνευματικής σε μας τους χριστιανούς, «αν δεν κοιμόμαστε». Κι αυτό είναι το πιο καίριο. Διότι μπορεί κάποιος να είναι χριστιανός, αλλά να μην το έχει πάρει σοβαρά στη ζωή του. Χρειάζεται δηλαδή να είμαστε ξύπνιοι, να έχουμε εγρήγορση, να έχουμε τη νήψη που λένε τα αγιογραφικά και τα πατερικά κείμενα της Εκκλησίας μας. Τότε, πράγματι, η ζωντανή σχέση μας με τον Χριστό θα αποτυπώνεται σε όλες τις διαστάσεις της ζωής μας, θα ζούμε ασφαλώς τον σταυρό και τις δυσκολίες, αλλά μέσα σ’ ένα πλαίσιο Ανάστασης, θα είμαστε για τον διάβολο κι εμείς το φόβητρό του! Το σημαντικότερο όμως κατά τον Κύριο, δεν θα είναι αυτό∙ θα είναι ότι «το όνομά μας θα είναι γραμμένο στη Βασιλεία του Θεού», γεγονός που συνιστά το όραμα και την αδιάκοπη προοπτική μας.

Ο ΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΚΑΡΠΑΘΙΟΣ

«Ο όσιος Ιωάννης καταγόταν από τη νήσο Κάρπαθο της Δωδεκαννήσου. Ακολούθησε τον μοναχικό βίο από θείο έρωτα και διέπρεψε στην ασκητική διαγωγή, γι᾽ αυτό και έγινε κατοικητήριο του Παναγίου Πνεύματος τόσο, ώστε να φαίνεται στους περισσοτέρους ανθρώπους ως άγγελος με σάρκα και γεμάτος από θείο φως. Εκλέχθηκε με θεϊκή ψήφο και τιμήθηκε με το αξίωμα της αρχιερωσύνης, οπότε και αναδείχθηκε πρόεδρος και ποιμένας της αγίας Εκκλησίας της Καρπάθου, την οποία θεοφιλώς και ευαγγελικώς διεποίμανε. Επειδή κοσμείτο από σοφία και δύναμη λόγου, έγινε δάσκαλος και καθοδηγητής μοναζόντων, όπως φανερώνουν και τα εκατό ῾παραμυθητικά᾽ κεφάλαιά του στη ῾Φιλοκαλία᾽ των νηπτικών, τα οποία απέστειλε προς μοναχούς της Ινδίας που του έγραψαν και του ζήτησαν τις συμβουλές του. Είναι άγνωστος ο ακριβής χρόνος που έζησε και άκμασε. Μερικοί υποθέτουν ότι έλαμψε κατά τον έβδομο αιώνα».

Λίγες είναι οι περιοχές οι οποίες μπορούν να καυχηθούν γι᾽ αυτό που καυχάται η νήσος Κάρπαθος: να έχει ως προστάτη άγιό της ένα  γέννημα αυτής, το οποίο αναδείχθηκε έπειτα και επίσκοπός της.  Επανειλημμένως ο μακαριστός άγιος υμνογράφος της Εκκλησίας μας Γέροντας Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης, ο συνθέτης της ακολουθίας του αγίου Ιωάννου, σημειώνει τη διπλή αυτή χάρη της Καρπάθου: «Συ νήσος Κάρπαθος, να ευφραίνεσαι, γιατί απέκτησες θείο βλαστάρι, τον Ιωάννη τον όσιο, και πλουτίστηκες με θεοφόρο ποιμένα» (λιτή). «Η νήσος Κάρπαθος σε δοξολογεί, Ιωάννη παμμακάριστε. Διότι με τον βίο σου την καθαγίασες, ως βλάστημα και θείο καύχημά της» (Κοντάκιο). Αγιασμένο νησί η Κάρπαθος λοιπόν κατά τον μακαριστό υμνογράφο,  λόγω του αγίου Ιωάννου που γεννήθηκε σ᾽ αυτό, μεγάλωσε, ασκήθηκε, ποίμανε το νησί του. Κι είναι μία αλήθεια που δεν πρέπει βεβαίως να ξεχνάμε: ένας τόπος αγιάζεται λόγω των αγίων που έζησαν και ζουν σ᾽ αυτόν, που σημαίνει ότι ο αγιασμός ενός ανθρώπου, δηλαδή η παρουσία του αγίου Πνεύματος στη ζωή του μεταγγίζεται και στην περιοχή στην οποία ζει, στα υλικά πράγματα με τα οποία έρχεται σ᾽ επαφή, στον αέρα που αναπνέει, στους ανθρώπους με τους οποίους συναναστρέφεται.

Ο μακαριστός Γέροντας υμνογράφος δεν έχει πολλά στοιχεία υπόψη του από τη ζωή του αγίου Ιωάννου. Τα μόνα που με βεβαιότητα γνωρίζει είναι η ασκητική ζωή του οσίου και το γεγονός ότι αναδείχθηκε ποιμένας της Καρπάθου, γι᾽ αυτό και όλη η ακολουθία που συνέθεσε ανακυκλώνει πράγματι τα δύο αυτά. Στηριγμένος μάλιστα κατεξοχήν στα κείμενα που έχουν διασωθεί επ᾽ ονόματι του οσίου στη γνωστή ῾Φιλοκαλία᾽ των νηπτικών των αγίων Μακαρίου του Νοταρά και Νικοδήμου του Αγιορείτου και με τα οξυμμένα πνευματικά αισθητήριά του κατανοεί ότι ο συντάκτης των κειμένων αυτών δεν είναι τυχαίος άνθρωπος. Πρόκειται για ασκητή, ο οποίος «έχοντας νου που έλαμπε από τις λαμπηδόνες της θείας χάρης» (ωδή ζ´), έγινε «σκεύος θείον» (ωδή ε´), «ώσπερ ασκητής και θείος ιεράρχης» (στίχος συναξαρίου), κι αυτό «γιατί νέκρωσε τις ορμές των παθών με την ασκητική πολιτεία του και τις ασκητικές διαγωγές του» (ωδή α´ και γ΄). Ο όσιος λοιπόν υπήρξε μέγας αγωνιστής στην άσκηση της δουλαγώγησης της σάρκας του, με αποτέλεσμα να υπερβεί την προσκόλληση στα αισθητά και να γίνει κατοικητήριο του αγίου Πνεύματος.

Η αγιασμένη αυτή βιοτή του οσίου δεν έμεινε, κατά τον υμνογράφο, ανεκμετάλλευτη από την Εκκλησία. Οι σύγχρονοί του άγιοι Πατέρες επεσήμαναν χάριτι θεία την αγγελική του διαγωγή και τον εξέλεξαν επίσκοπο και ποιμένα της νήσου του. Κι είναι εξόχως σημαντική η παρατήρηση του μακαριστού Γέροντος υμνογράφου εν προκειμένω. Η εκλογή του οσίου ασκητή από τους συγχρόνους του Ιεράρχες ήταν εκλογή στην πραγματικότητα από τον ίδιο τον Χριστό. Εκείνος τους ενέπνευσε προκειμένου να τον δουν και να τον οδηγήσουν επί την λυχνίαν της τοπικής Εκκλησίας. «Ασκήτεψες  στους αγώνες της εγκράτειας, όσιε, και αναδείχτηκε ιεράρχης με τη θέληση του Χριστού. Γι᾽ αυτό διαποίμενες καλώς με λόγια και με πράξεις τον περιούσιο λαό, Ιωάννη θαυμαστέ» (κάθισμα όρθρου). Η επισήμανση όμως του αγίου υμνογράφου έχει και μία άλλη διάσταση. ´Οχι μόνο ο Χριστός φώτισε τους ανθρώπους της Εκκλησίας να τον εκλέξουν ως επίσκοπο, αλλά και η αγία βιοτή του ήταν η προϋπόθεση της καλής ποιμαντορίας του. Το γεγονός ότι εποίμανε καλώς με λόγια και με πράξεις τον λαό του ήταν καρπός ακριβώς των πνευματικών του αγώνων. Το επισημαίνει και αλλού: «Έγινες με τις ενάρετες πράξεις σου, Ιωάννη μακάριε, σαν φως ανάμεσα στους ασκητές, γι᾽ αυτός και χρημάτισες ιερώτατος ποιμένας της Καρπάθου» (ωδή η´). Κι έχει δίκιο ο υμνογράφος. Πώς είναι δυνατόν να είναι καλός ποιμένας, δηλαδή διάδοχος των αποστόλων και συνέχεια του έργου του Χριστού, άνθρωπος ο οποίος είναι άγευστος της χάρης του αγίου Πνεύματος; Ο άνθρωπος δίνει αυτό που έχει μέσα στην καρδιά του. Με τα λόγια του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: «Πρέπει να φωτιστεί κανείς πρώτα και έπειτα να φωτίσει. Να καθαριστεί στην καρδιά και έπειτα να βοηθήσει στον καθαρμό των άλλων». ´Αλλωστε κατά τον λόγον του ίδιου του Κυρίου μας, «ο ποιήσας και διδάξας μέγας κληθήσεται». Ο όσιος Ιωάννης λοιπόν υπήρξε όχι μόνο πρότυπο αγίου ασκητού, αλλά και πρότυπο οσίου ιεράρχου της Εκκλησίας.

Ο άγιος υμνογράφος γίνεται πιο σαφής. Η αγία βιοτή πράξει και λόγω του οσίου Ιωάννου επιδρούσε στο ποίμνιό του κατά τρόπο θετικό. Η κάθε κίνησή του, ο κάθε λόγος του γινόταν και ένας αναβαθμός για τους ανθρώπους της Καρπάθου. ´Ηταν ο όσιος αυτό που σημειώνει ο άγιος απόστολος Παύλος: «επιστολή Χριστού» που μπορούν να τη διαβάζουν όλοι. Και δεν υπάρχει πιο σημαντική ευλογία από αυτήν: να σε βλέπουν οι άλλοι, να σε ακούνε, και να μετανοούν. Να γίνεσαι δηλαδή δίοδος για να βλέπουν οι άνθρωποι την παρουσία του ίδιου του Χριστού. «Ο τρόπος της ζωής του, όσιε Ιωάννη, φάνηκε αληθινά στήλη εναρέτων πράξεων, η οποία διαπαιδαγωγεί όλους τους ανθρώπους να ποθούν βαθιά τα ουράνια, ώστε να σωθούμε από τη μαυρίλα των παθών. Κι αυτό γιατί με σοφία μυσταγωγείς με τη ζωή σου προς την ανάβαση των αρετών» (στιχηρό εσπερινού).

Και η αλήθεια αυτή επιβεβαιώθηκε και με τον αγιασμένο γραπτό λόγο του οσίου Ιωάννη. Ο υμνογράφος μας επανειλημμένως κάνει λόγο για το πώς ο λόγος του οσίου επέδρασε ως παραμύθιον, ως παρηγοριά δηλαδή, στους θλιμμένους από τους διαφόρους πειρασμούς Ινδούς μοναχούς, που τον παρεκάλεσαν να τους συμβουλεύσει. Τα λόγια του, λόγια παρακλήσεως, μίλησαν στην καρδιά τους και τους στήριξαν και τους έδωσαν θάρρος. «Φάνηκες ιερή παρηγοριά των μοναχών με τις διδασκαλίες σου, κατευθύνοντάς τους προς τα ανώτερα» (στιχηρό εσπερινού). «Καθώς μετείχες στη θεία παράκληση ενωμένος με τον Θεό, φάνηκες βοηθός στους μοναχούς που ταλαιπωρούνταν από αθυμία με τον γλυκασμό των λόγων σου, βγάζοντάς τους την πικρία της αθυμίας και σβήνοντάς τους τη φλόγα των παθών» (λιτή).

Τα παρηγορητικά κεφάλαια του οσίου Ιωάννου δεν είναι μόνο για τους μοναχούς. Είναι παράκληση για όλους τους πιστούς, γι᾽ αυτό και στο μικρό αυτό αφιέρωμα παραθέτουμε ελάχιστο δείγμα των γραπτών του.

- Οι τιμές του παρόντος βίου, όσο λαμπρές και αν είναι, καταργούνται οπωσδήποτε μαζί με αυτόν. Οι τιμές όμως που απονέμονται από τον Θεό στους άξιους, επειδή δίνονται με αφθαρσία, μένουν αιώνια.

-  Αν συμβεί και γίνει εναντίον σου επανάσταση του πλήθους των αισχρών λογισμών και υποχωρήσεις και νικηθείς, να γνωρίζεις ότι χωρίστηκες πρόσκαιρα από τη θεία χάρη. Γι᾽ αυτό και παραδόθηκες στην πτώση σου με δίκαιη κρίση. Να αγωνίζεσαι λοιπόν να μη μείνεις ποτέ με την αμέλειά σου μακριά από τη θεία χάρη ούτε για μια στιγμή.

- Η προσεκτική μελέτη του θείου λόγου, και μάλιστα όταν γίνεται με δάκρυα, νεκρώνει και αφανίζει τα πάθη, ακόμη και αν έχουν πολυκαιρίσει.

- Είναι αδύνατο να μη δοκιμάζει λύπη εκείνος που παιδαγωγείται με πειρασμούς. Αλλά ύστερα γεμίζουν με μεγάλη χαρά και γλυκά δάκρυα και θεία νοήματα οι άνθρωποι αυτοί που καλλιέργησαν τον πόνο και τη θλίψη μέσα στην καρδιά τους.

- Ενεδρεύει ο εχθρός διάβολος όπως το λιοντάρι στη φωλιά του, και κρύβει για κακό μας παγίδες και δίχτυα από λογισμούς ακάθαρτους και ασεβείς. Αλλά και εμείς, αν δεν κοιμόμαστε, θα μπορέσουμε να του στήνουμε μεγαλύτερες και φοβερότερες παγίδες και δίχτυα και ενέδρες. Γιατί η προσευχή, οι ψαλμοί, η αγρυπνία, η ταπεινοφροσύνη, η υπηρεσία προς τον πλησίον και το έλεος, η ευχαριστία και η ακρόαση των θείων λόγων, γίνονται ενέδρα και παγίδα και λάκκος καί μάστιγες και αγχόνη καί δίχτυα για τον εχθρό.

(Μετάφραση Αντωνίου Γ. Γαλίτη)

Η ΕΠΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ

«Ο άγιος απόστολος Βαρθολομαίος, αφού έκανε φανερό το όνομα του Κυρίου σε διαφόρους τόπους, σταυρώνεται στη Μεγάλη Αρμενία της Ανατολής. Οι πιστοί που παραβρέθηκαν στο τέλος του, τον έβαλαν σε λίθινη λάρνακα και τον απέθεσαν στην Αλβανούπολη. Καθώς λοιπόν η λάρνακα εκείνη πρόσφερε διαρκώς τις θεραπείες, πρόστρεχαν οι λαοί και απαλλάσσονταν από τα πάθη που τους ενοχλούσαν. Βλέποντας αυτά οι υπηρέτες του διαβόλου οδηγούντο σε μανία εναντίον της λάρνακας του αγίου. Σκέφτηκαν  τότε να τη ρίξουν, με το σώμα του αγίου μέσα, μαζί και με τέσσερις ακόμη λάρνακες αγίων μαρτύρων, στη θάλασσα. Κι αυτό έγινε και για να αγιασθεί η πλατιά θάλασσα με τη διέλευση αυτών, όπως και οι τόποι στους οποίους τελικώς θα πήγαιναν να ευλογηθούν, και ο Θεός να δοξασθεί μέσα απο τους αγίους Του, όπως είναι γραμμένο. Πέρασαν λοιπόν ως θαλασσοπόροι, ο άγιος Βαρθολομαίος και οι άλλοι μάρτυρες, ο Παππιανός, ο Λουκιανός, ο Γρηγόριος και ο Ακάκιος,  όλες τις μεγάλες θάλασσες, μέχρις ότου προσωρμίστηκαν στη νήσο που ονομαζόταν Λίπαρη. Και οι μεν τέσσερις μάρτυρες, αφού άφησαν το λείψανο του αγίου αποστόλου, έφυγαν, για να πάει η καθεμία λάρνακα από αυτούς σε ξεχωριστό μέρος, ενώ ο άγιος Βαρθολομαίος φανερώθηκε στον επίσκοπο της νήσου Αγάθωνα, εξηγώντας του τα καθέκαστα. Εκείνος ανταποκρίθηκε αμέσως, μη μπορώντας να κατανοήσει το μέγεθος της ευλογίας στη νήσο του και μη σταματώντας τις δοξολογίες στον Θεό και στον άγιο. Στο σχέδιο του επισκόπου πια και του πιστού λαού να τοποθετήσουν τη λάρνακα του αγίου σε επίσημο μέρος και να του ανεγείρουν ναό, είδαν ότι ο άγιος αντιτίθεται. Διότι αδυνατούσαν οι άνδρες που έσερναν τη λάρνακα να προχωρήσουν, ενώ με θεία αποκάλυψη αφέθηκε αυτή εύκολα να τραβηχτεί, από ζεύγος αγελάδων, οι οποίες καθοδηγούντο από τον απόστολο. Και συνέβη τότε μέγιστο θαύμα, αδύνατο να γίνει αποδεκτό από τους απίστους: ένα νησάκι, που λεγόταν Βουλκάνος στα λατινικά, και Πυρπνόον στα ελληνικά, με ηφαίστειο πάνω του, μόλις πλησίασε το λείψανο του αγίου, αμέσως παρασύρθηκε από θεϊκή δύναμη επτά στάδια πέρα από το νησί Λίπαρη, ώστε να σταματήσει να είναι κίνδυνος για το νησί αυτό. Και μέχρι σήμερα κηρύσσεται με δύναμη το θαύμα αυτό. Εκεί που θέλησε λοιπόν ο άγιος να τοποθετηθεί, εκεί και κτίσθηκε περικαλλής ναός, που μαρτυρούσε καθημερινά τα αναρίθμητα θαύματα που επιτελούσε ο Θεός διά του αγίου του.  Πέρασαν πάρα πολλά χρόνια, μέχρι τις ημέρες του αυτοκράτορα Θεοφίλου. Και το φρούριο, μέσα στο οποίο  βρισκόταν ο ναός του αγίου, καταλήφθηκε από τους Αγαρηνούς, οπότε και η νήσος Λίπαρη έμεινε ακατοίκητη. Συνέβη τότε, ο άρχων της πόλεως Βενένδου να μάθει τα αποστολικά θαύματα και με θερμή πίστη να κινηθεί προς τον άγιο, τον οποίο μπόρεσε τελικώς να φέρει στην πόλη του, με τη βοήθεια καλά πληρωμένων ναυτικών από την πόλη των Αμαλφινών. Ο άρχων αυτός, αν και ήταν μακριά η θάλασσα, κίνησε όλο το πλήθος των ιερέων με τον επίσκοπο και όλον τον λαό, να πάνε προς προϋπάντηση του λειψάνου, κάτι που έγινε. Το λείψανο με τη λάρνακα κατατέθηκε σε σεβάσμιο τόπο, όπου ο μέγας απόστολος επιτελούσε καθημερινώς πολλές ιάσεις σε όλους, φανερώνοντας τη δόξα του υπεράγαθου Θεού μας».

Θαυμάσια ταινία υπερπαραγωγής θα μπορούσε να γίνει το συναξάρι της σημερινής ημέρας, που περιγράφει την ιστορία του λειψάνου του μαθητή του Κυρίου από τους δώδεκα, Βαρθολομαίου. Δεν είναι δηλαδή μόνον αυτό που έζησε ως απόστολος ο άγιος Βαρθολομαίος – το τι πέρασε για τον ευαγγελισμό των ανθρώπων και πώς έφθασε να μαρτυρήσει σαν τον Κύριο με σταυρικό θάνατο – αλλά και τι περιπέτειες διήλθε το άγιο λείψανό του, όχι μόνον από τους εχθρούς της πίστεως, αλλά και από την επέμβαση του ίδιου, κάτι που σημαίνει με υπερθαύμαστο τρόπο το πόσο ζωντανοί είναι οι άγιοί μας, και όσο ζουν, αλλά και μετά θάνατον. Με τον άγιο Βαρθολομαίο δηλαδή, για λόγους που γνωρίζει ο Κύριος, έχουμε μία πολύ θαυμαστή παρουσία της χάρης του Θεού σε όλη τη διαδρομή της ζωής του. Και η διαδρομή αυτή περιλαμβάνει και τα πριν αλλά και τα μετά τον θάνατό του. Έτσι κι αλλιώς, μετά τον ερχομό του Χριστού, θάνατος δεν υφίσταται. Η ζωή απλώς μετά τον θάνατο αλλάζει μορφή. Όπως το λέει και ο απόστολος Παύλος: «εάν τε ζώμεν, εάν τε αποθνήσκομεν, του Κυρίου εσμέν».

 Με τη θαλασσοπορία του λειψάνου του αγίου Βαρθολομαίου μέσα σε λίθινη λάρνακα – γιατί «μέσα σε τύμβο νεκρός έγινες θαλασσοπόρος», όπως σημειώνει και ο υμνογράφος – η σκέψη μας κάνει ένα συσχετισμό: αυτό που συνέβη στον άγιο μέσα στη λάρνακά του, χωρίς να βουλιάζει, όπως θα ήταν φυσικό, παραλληλίζεται με αυτό που συνέβη στα χρόνια της ιστορικής παρουσίας του Κυρίου, όταν ο Πέτρος, ευρισκόμενος μέσα στο πλοιάριο με τους άλλους μαθητές και βλέποντας έξαφνα τον Κύριο να περπατά πάνω στα κύματα, ζητά από Εκείνον να περπατήσει παρομοίως και ο ίδιος. Και ο μεν Πέτρος τελικώς βουλιάζει, γιατί η πίστη του, ασθενική ακόμη, δεν είναι σταθερά προσανατολισμένη στον Κύριο, στον δε Βαρθολομαίο η λίθινη λάρνακα θαλασσοπορεί χωρίς πρόβλημα, λόγω της δυνάμεως του Θεού, που επενεργούσε στο λείψανό του, προφανώς για την «πρόσωπον προς πρόσωπον» σχέση του αγίου με Εκείνον.

Η ηδονή της καθαρής όρασης του προσώπου του Κυρίου, δηλαδή η συμμετοχή στη ζωή Εκείνου με όλες τις δυνάμεις της ψυχής, που θα επιταθεί στο απόλυτο δυνατό, λόγω της συμμετοχής και του σώματος, μετά την ανάσταση εκ των νεκρών, κατά τη Δευτέρα Παρουσία Του, δεν προσφέρεται χωρίς προϋποθέσεις. Κι οι προϋποθέσεις αυτές υφίστανται και λειτουργούν κατά το διάστημα της εδώ ζωής. Πρόκειται γι᾽ αυτό που είναι γνωστό ως οδύνη του Σταυρού. Χωρίς την οδύνη αυτή, η ηδονή είναι όνειρο άπιαστο. Διότι ο Σταυρός οδηγεί στην Ανάσταση και τη χαρά. Κι όταν μιλάμε για τον Σταυρό και την οδύνη που περικλείει, εννοούμε τον κόπο και τον πόνο που καταβάλλει κανείς, βεβαίως με την ενίσχυση της χάρης του Θεού,  για να σταθεί με υπομονή στις άγιες εντολές του Κυρίου. Αν ο άγιος Βαρθολομαίος, όπως και όλοι οι άγιοι, απολαμβάνει τη δόξα του Παραδείσου, με προοπτικές άπειρης ακόμη αύξησης σ᾽ αυτήν, είναι γιατί θέλησε να υπακούσει στον Κύριο και να τηρήσει το άγιο θέλημά Του. Και η οδύνη αυτή από την υπακοή σ᾽ Εκείνον, που αποκορυφώθηκε στην οδύνη και του σωματικού σταυρού του, μετατράπηκε σε άφατη χαρά και αγαλλίαση, στην υπέρμετρη του πνεύματος ηδονή. Όπως παρεμφερώς σημειώνει και ο υμνογράφος: «Το δια Σταυρού μακάριον, ένδοξε, τέλος δεξάμενος, σύμμορφος γεγένησαι των παθημάτων του Διδασκάλου σου, και κοινωνός λαμπρότατος και θείας δόξης αεί, συν Αγγέλοις τούτω παριστάμενος, και αρρήτου φωτός αξιούμενος». Δέχτηκες, ένδοξε, το διά σταυρού μακάριο τέλος και έγινες σύμμορφος με τα παθήματα του Διδασκάλου σου, αλλά και λαμπρότατος κοινωνός της θεϊκής Του δόξας. Γι᾽ αυτό και παρίστασαι πάντοτε μπροστά Του, μαζί με τους αγγέλους, γεμάτος από άρρητο φως. Ταις αυτού αγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς.

24 Αυγούστου 2021

ΧΑΘΗΚΕ Η ΕΝΟΤΗΤΑ Ή ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ ΚΑΘΟΛΟΥ;

Εξαφορμής του εμβολιασμού λόγω του covid-19 οι άνθρωποι διχάστηκαν – άλλοι τον αποδέχονται και σπεύδουν να εμβολιαστούν, άλλοι τον αρνούνται για διαφόρους λόγους που δεν είναι της παρούσης. Και διχάστηκαν κι εκείνοι που κανονικά δεν θα έπρεπε, όπως είναι οι χριστιανοί, οι οποίοι γνωρίζουν ή πρέπει να γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει τίποτε σημαντικότερο και σπουδαιότερο στη ζωή αυτή από την ενότητά μας – ο Κύριος ήλθε να ενώσει τον διεσπασμένο άνθρωπο με τον Ίδιο και διά του Ιδίου και με τους άλλους και με όλη τη δημιουργία. Η βαθειά επιθυμία και ο διακαής πόθος του Κυρίου, όπως το εξέφρασε ιδιαιτέρως στην αρχιερατική Του προσευχή στη Γεθσημανή ήταν, και είναι, «ίνα πάντες εν ώσιν». Κι η ενότητα αυτή δεν είναι σύμφωνη με τα μέτρα του κόσμου τούτου του κείμενου στην αμαρτία, συνεπώς έχοντας μέσα της ως δομικό στοιχείο το διασπαστικό στοιχείο του εγωισμού, αλλά εκείνη η ενότητα που αντανακλά την ενότητα της αγίας Τριάδος. «Ίνα πάντες εν ώσιν, καθώς συ, πάτερ, εν εμοί καγώ εν σοι, ίνα και αυτοί εν ημίν εν ώσιν» (Ώστε όλοι να είναι ένα, όπως εσύ, Πάτερ, είσαι αχώριστα ενωμένος με εμένα και εγώ με εσένα, για να είναι και αυτοί αχώριστα ενωμένοι με εμάς). Όπου υπάρχει λοιπόν διάσπαση και χωρισμός εκεί δεν υπάρχει η παρουσία του Θεού μας κι ας επικαλούμαστε χίλιες φορές το άγιο όνομά Του για να διατρανώνουμε την πίστη μας!

Η αναφορά όμως στην ενότητά μας που κάνει πολλούς χριστιανούς με πίκρα να λένε ότι χάθηκε λόγω της πανδημίας τίθεται υπό αίρεση. Πράγματι υπήρχε η ενότητα αυτή και χάθηκε; Διότι, όπως ο Κύριος το απεκάλυψε παραπάνω, μιλάμε για την ενότητα που βάση της έχει τον Τριαδικό Θεό μας. Που θα πει ότι είμαστε οι χριστιανοί ενωμένοι μεταξύ μας και με κάθε άλλον συνάνθρωπό μας, όταν ζούμε την αγάπη του Θεού μας. Κι η αγάπη αυτή φανερώθηκε με τον πιο ανάγλυφο τρόπο επάνω στον Σταυρό του Κυρίου. Κι έκτοτε ο Κύριος αυτήν την αγάπη προέβαλλε ως τύπο της αλήθειας της: «Αυτή είναι η εντολή μου, να αγαπάτε ο ένας τον άλλον, όπως εγώ σας αγάπησα. Μεγαλύτερη αγάπη από αυτή δεν υπάρχει, ώστε να θυσιάζει κανείς τη ζωή του για χάρη των φίλων του». Τι σημαίνει λοιπόν αυτό; Ότι η ενότητα μεταξύ των ανθρώπων δεν αποτελεί μία κατάσταση που αποκτήθηκε διαμιάς και λειτουργεί αυτόματα, αλλά είναι το διαρκές και συνεχές αγώνισμα του χριστιανού, κυριολεκτικά της κάθε ημέρας και της κάθε ώρας και της κάθε στιγμής – ο χριστιανός αδιάκοπα δίνει εξετάσεις για το αν είναι και παραμένει χριστιανός. Πώς; Μετρώντας τον εαυτό του με το κριτήριο που έθεσε ο Κύριος, άρα από το πόσο βιώνει τον Σταυρό του Κυρίου στην καθημερινότητά του.

Πόσοι χριστιανοί βρίσκονται στην ετοιμότητα αυτή; Η πραγματικότητα δείχνει ελάχιστους: στα πρόσωπα των αγίων της κάθε εποχής, ίσως μετρημένων πια στα δάχτυλα της μιας χειρός. Δυστυχώς είμαστε υποχρεωμένοι να αποδεχτούμε αυτό που αρκετοί θεολόγοι της εποχής μας έχουν επισημάνει ότι ο χριστιανισμός, ο αληθινός και γνήσιος, υφίσταται και θα υφίσταται μάλλον στον κόσμο μας στον τύπο των «νησίδων» - ό,τι βεβαίως είχε πει ο ίδιος ο Κύριος: «μικρόν το ποίμνιον». Ας ευχόμαστε μέσα στις νησίδες αυτές να βρισκόμαστε κι εμείς. Θα είμαστε η ανάπαυση του Θεού μας και το «πολικό αστέρι» στον ταραγμένο και κατακερματισμένο κόσμο μας.

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ

῾Ο άγιος Κοσμάς ο αιτωλός, ο νεώτερος αυτός πατέρας και δάσκαλος της Εκκλησίας, γεννήθηκε το 1714 στο Μέγα Δέντρο της Αιτωλίας και μαρτύρησε από τους Τούρκους το 1779 στο Κολικόντασι της Αλβανίας, οι οποίοι τον κρέμασαν σ᾽ ένα δέντρο, και πέταξαν το λείψανό του στον παρακείμενο Άψο ποταμό. Αιτία της θανατικής του καταδίκης υπήρξε το μίσος των Εβραίων, οι οποίοι τον πολεμούσαν, κυρίως για το γεγονός ότι έχασαν ως ημέρα του παζαριού τους την Κυριακή, η οποία μεταφέρθηκε το Σάββατο, λόγω του κηρύγματος του αγίου Κοσμά. Γράμματα έμαθε από την παιδική του ηλικία, τα οποία τα συνέχισε κι άργότερα, αλλά εκεί που τα ολοκλήρωσε ήταν στο Άγιον Όρος, όπου ευτύχησε να έχει σπουδαίους δασκάλους, σαν τον Παναγιώτη Παλαμά, τον Νικόλαο Τζαρτζούλη εκ Μετσόβου, ιδίως δε τον Ευγένιο Βούλγαρη. Στο Άγιον Όρος, κι ιδίως στη Μονή Φιλοθέου, έζησε επί δεκαεπτά χρόνια, κατά την ομολογία του ίδιου, μετά τα οποία δέχτηκε κλήση από τον Θεό να βγει στο κήρυγμα προς χάριν των υπόδουλων και βουτηγμένων στην αμάθεια συμπατριωτών του. Αφού έλαβε την άδεια των Γερόντων του Αγίου Όρους και έπειτα του Οικουμενικού Πατριάρχου Σεραφείμ του Β´, ώστε το κήρυγμά του να μην είναι αδέσποτο, κάτι που επανέλαβε και αργότερα επί πατριάρχου Σωφρονίου, άρχισε τις περιοδείες του, τρεις ή τέσσερις τον αριθμό, κατά τις οποίες διέτρεξε, από ό,τι σημειώνουν οι μελετητές της ζωής και του έργου του, όλη την ηπειρωτική Ελλάδα, ίσως και το βόρειο μέρος της Πελοποννήσου, καθώς και αρκετά νησιά στο Αιγαίο και το Ιόνιο. Δεν είναι εύκολο να προσδιορίσει κανείς ακριβώς τοπικά και χρονικά τις περιοδείες αυτές, εκείνο όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι το γεγονός ότι από όπου πέρασε ῾σφράγισε᾽ τον τόπο, ώστε ακόμη και σήμερα να έχει μείνει στη μνήμη των ανθρώπων το αγιασμένο και μαρτυρικό πέρασμά του. Όπου πήγαινε, έμπηγε ένα ξύλινο σταυρό και ανέβαινε πάνω σ᾽ ένα σκαμνάκι – σύμβολο του θανάτου του, καθώς έλεγε, - και από εκεί κήρυσσε, πρωί και βράδυ, στους ανθρώπους, οι οποίοι δεν ήταν μόνον Έλληνες, αλλά και  Τούρκοι και άλλοι πολλοί. Πλην των Εβραίων, κάποιων Τούρκων και Ενετών, που τον έβλεπαν καχύποπτα, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, ο κόσμος τον λάτρευε. Είναι χαρακτηριστική η φράση του: ῾χίλιοι Τούρκοι με αγαπώσι, και ένας όχι τόσον᾽. Κι είναι τούτο μία αλήθεια, την οποία επιβεβαιώνουν πολλοί περιηγητές της εποχής, που έβλεπαν την ανταπόκριση του λαού στο κήρυγμα του καλόγερου. Το κήρυγμά του στην πραγματικότητα ήταν μία εξήγηση του συμβόλου της Πίστεως, του γνωστού Πιστεύω, κι αυτό σημαίνει ότι αναφερόταν στη Δημιουργία του κόσμου, των αγγέλων και του ανθρώπου, στην πτώση στην αμαρτία και τις συνέπειές της, αλλά και στην επανένταξη του ανθρώπου δια του ερχομού του Ιησού Χριστού στον Θεό, τη ζωή, τη διδασκαλία και τα θαύματα Εκείνου, το Πάθος και την Ανάστασή Του, αλλά και την Ανάληψή Του, την εις ουρανούς άνοδό Του, την Πεντηκοστή και τη δημουργία της Εκκλησίας, όπως και τη Δευτέρα Παρουσία Του. Μέσα στο πλαίσιο του φωτισμού αυτού των υπόδουλων, ήταν και η ίδρυση πολλών σχολείων, των απλών και των μεγαλυτέρων, έργο που έχει επαινεθεί πολλαπλώς και στη σημερινή εποχή, γι᾽ αυτό και φωτιστής του Γένους μεταξύ των άλλων χαρακτηρίστηκε. Το τέλος του υπήρξε, όπως είπαμε, μαρτυρικό, και η μνήμη του, από το 1961, οπότε και εντάχτηκε επισήμως στις δέλτους των αγίων, τιμάται στις 24 Αυγούστου᾽.

Η περίπτωση του αγίου Κοσμά δεν είναι τυχαία. Καταρχάς, προβληματίζει από τη ζωή του η απόφασή του να εγκαταλείψει το μοναστήρι του στο Άγιον Όρος, για να κάνει περιοδείες. Είναι όμως συγκινητική η εξήγηση που δίνει για την απόφασή του αυτή: δεν βγήκε από το Όρος, γιατί βαρέθηκε τη ζωή εκεί, δεν έφυγε γιατί ήταν χαμηλό το επίπεδο του μοναχισμού της εποχής, αλλά γιατί υπήρξε ῾νύξη᾽ στην καρδιά του από τον λόγο του Θεού. Ας ακούσουμε τον ίδιο να μας το λέει: ῾Σιμά εις τα άλλα ηύρηκα και τούτον τον λόγον, οπού λέγει ο Χριστός μας, πως δεν πρέπει κανένας χριστιανός, άνδρας ή γυναίκα, να φροντίζη δια του λόγου του μόνον πώς να σωθεί, αλλά να φροντίζη και δια τους αδελφούς του. Και όποιος φροντίζει μόνον δια του λόγου του και δεν φροντίζει και δια τους αδελφούς του εκεινος θα κολαστή. Ακούοντας και εγώ, αδελφοί μου, ετούτον τον γλυκύτατον λόγον, οπού λέγει ο Χριστός μας, να φροντίζωμεν και δια τους αδελφούς μας, με έτρωγε εκείνος ο λόγος μέσα εις την καρδίαν μου τόσους χρόνους ωσαν το σκουλήκι, οπού τρώγει το ξύλον᾽.

 Δεν θεωρεί ο άγιος όμως ότι το δικό του παράδειγμα πρέπει να το ακολουθήσουν και άλλοι καλόγεροι. Κάποια στιγμή που επεσήμανε ότι ένας καλόγερος παρευρισκόταν στο κήρυγμά του, τον έλεγξε για την έξοδό του από το μοναστήρι του, λέγοντας ότι ο ίδιος βγήκε με απόφαση καταδίκης του για την ενέργειά του αυτή. Με άλλα λόγια, η ιεραποστολή που ανέλαβε, έβλεπε ότι ήταν έξω από τα δεδομένα της ζωής που είχε επιλέξει, και θεωρούσε τον εαυτό του ως ένα χαμένο, χάριν όμως των αδελφών του. ῾Μα θέλετε ειπεί: Και εσύ καλόγερος είσαι, διατί συναναστρέφεσαι εις τον κόσμον; Και εγώ, αδελφοί μου, κακά το κάμνω, μα, επειδή το γένος μας έπεσε εις αμάθειαν, είπα: Ας χάση ο Χριστός μας εμένα, ένα πρόβατον, και ας κερδίση τα άλλα. Ίσως η ευσπλαγχνία του Θεού και η ευχή σας σώση και εμένα᾽.

Κλημένος από τον Θεό απόστολος λοιπόν ο άγιος Κοσμάς. Με κύρια γνωρίσματα της ζωής του, από ό,τι φαίνεται 1) τον έντονο ζήλο του για τον ευαγγελισμό των ανθρώπων, 2) τη μέχρι θυσίας αγάπη του για τους συνανθρώπους του και 3) την τεράστια ταπείνωσή του, η οποία φανερωνόταν και από την έγνοια του να βρίσκεται εν υπακοή προς την ποιμαίνουσα Εκκλησία – δεν ήθελε να δρα, όπως αναφέραμε, αδέσποτα – αλλά και από τη στάση του έναντι των ανθρώπων με τους οποίους ερχόταν σε επαφή: έλεγε ότι δεν ήταν άξιος ούτε και τα πόδια τους να τους φιλήσει. Ο ζήλος του μάλιστα για τον ευαγγελισμό των συμπατριωτών του, και όχι μόνο, στηριζόταν στη βαθειά πίστη του στη δύναμη του λόγου του Θεού. Το είχε ζήσει ο ίδιος στον εαυτό του: ένας λόγος του Ευαγγελίου λειτούργησε μέσα του σαν ατομική βόμβα και του άλλαξε ολόκληρη τη ζωή. Πίστευε λοιπόν ότι, αν οι συμπατριώτες του ακούσουν κι αυτοί τον λόγο του Θεού, ανάλογα με τη δεκτικότητά τους, μπορούν πράγματι να αλλάξουν. Κάτι που έγινε σε μεγάλο βαθμό. Και στην πίστη του αυτή στηριζόταν και ο αγώνας του για την ίδρυση σχολείων. Δεν ήταν μόνον η πολιτιστική ώθηση που ήθελε να δώσει στους Έλληνες με τα σχολεία. Αυτό ίσως ερχόταν δεύτερο. Το πρώτο και κύριο, όπως και πάλι εκείνος το ομολογεί, ήταν ότι με τα σχολεία ανοίγουν τα μάτια των ανθρώπων, προκειμένου να μάθουν για την Αγία Τριάδα, για τον Χριστό ως Σωτήρα του κόσμου, για τους αγγέλους, τους δαίμονες ως εκπεσμένους αγγέλους, την Εκκλησία, τους αγίους. Με άλλα λόγια, τα γράμματα τα ήθελε και παθιαζόταν με αυτά ο άγιος, για να βοηθηθούν οι άνθρωποι στη σχέση τους με τον Χριστό. Άν δεν βρίσκονταν σ᾽ αυτήν την προοπτική, ῾έβλεπε᾽, ως διορατικός που ήταν, ότι αυτά θα στρέφονταν τελικώς κατά του ίδιου του ανθρώπου. Και το ανέφερε και σε μία προφητεία του: ῾το κακό θα έλθει από τους γραμματισμένους᾽, γεγονός που σε μεγάλο βαθμό το ζήσαμε και το ζούμε και σήμερα.

Για τον άγιο Κοσμά μπορεί κανείς να μιλά με τις ώρες. Προκαλεί μεγάλη χαρά και συγκίνηση το γεγονός ότι τις τελευταίες δεκαετίες προβλήθηκε ιδιαιτέρως η φοβερά μεγάλη προσωπικότητά του, το έργο του, οι διδαχές του. Κι ας ευχηθούμε, ως μικρό αντίδωρο στη μνήμη του, να εγκύψουμε, έστω και λίγο, στις άγιες διδαχές του. Εκεί θα δούμε τη γνήσια και πάλλουσα από θέρμη και αγάπη Ελληνική ψυχή του, η οποία φώναζε και φωνάζει αδιάκοπα και καθοδηγητικά: Παιδιά μου, Χριστός και ψυχή σάς χρειάζονται. Χριστός και Ελλάδα μάς χρειάζονται.