Η ιστοσελίδα μετακόμισε!

Ανακατευθύνεστε αυτόματα στη νέα διεύθυνση...

Πατήστε εδώ αν δεν ανακατευθυνθείτε αυτόματα

23 Οκτωβρίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ´ ΛΟΥΚΑ

«Τί σοί ἐστιν ὄνομα; ῾Ο δέ εἶπε∙ Λεγεών» (Λουκ. 8, 30)

Tό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς ἡ ᾽Εκκλησία μας τό ἐπαναφέρει καί μέσω τοῦ ἁγίου Ματθαίου ἄλλη Κυριακή, προκειμένου προφανῶς νά τονισθεῖ ἡ κεντρική ἀλήθεια τῆς πίστεως ὅτι ὁ Κύριος ἦλθε στόν κόσμο «ἵνα λύσῃ τά ἔργα τοῦ διαβόλου». ῾Ο Κύριος πηγαίνει στή χώρα τῶν Γεργεσηνῶν, ὅπου ἔρχεται ἀντιμέτωπος μέ τή φοβερή κατάσταση πού εἶχαν δημιουργήσει σ᾽ ἕναν ταλαίπωρο ἄνθρωπο τά δαιμόνια, τόν ὁποῖο καί ἀπαλλάσσει ἀπό τήν καταδυναστεία τους, γιά νά ὁδηγηθεῖ τελικῶς αὐτός σέ δοξολογική ἀνάληψη ἱεραποστολικοῦ ἔργου.  Ὁ διάλογος μάλιστα πού διαμείβεται μεταξύ τοῦ Κυρίου καί τοῦ δαιμονισμένου ἀνθρώπου εἶναι ἐξόχως ἐνδιαφέρων. «Τί σοί ἐστιν ὄνομα; ῾Ο δέ εἶπε∙ Λεγεών».

1. Δέν εἶναι τυχαία βεβαίως ἡ ἐρώτηση τοῦ Κυρίου. Τόν ἐρωτᾶ καταρχάς ὄχι διότι δέν γνώριζε ὁ παντογνώστης τόν ἄνθρωπο, ἀλλά διότι ἤθελε νά προκαλέσει τό δαιμόνιο ἤ μᾶλλον τά δαιμόνια νά φανερώσουν τήν ἀδυναμία τους ἐνώπιόν Του. Κι ἀκόμη τόν ἐρωτᾶ γιά τό ὄνομά του, διότι τό ὄνομα σέ ὅλους τούς λαούς, ἰδιαιτέρως ὅμως στούς ῾Εβραίους, ἦταν καί εἶναι κατεξοχήν δηλωτικό  τοῦ χαρακτήρα τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ ἴδιου τοῦ βάθους καί τοῦ ἐσώτερου πυρήνα τῆς προσωπικότητάς του, γεγονός πού σημαίνει ὅτι ὁ Κύριος μέ τόν τρόπο αὐτόν πίεζε τά δαιμόνια νά φανερωθοῦν, ὥστε νά ἀποκαλυφθεῖ ἡ τραγωδία τοῦ ὑπό κατάληψη αὐτῶν εὑρισκομένου ἀνθρώπου: ὁ δαιμονισμένος δέν ἦταν ὁ ἑαυτός του. ῎Αλλοι ἔκαναν «κουμάντο» στήν ψυχοσωματική ὕπαρξή του.

2. Κι ἐδῶ ἀκριβῶς πρέπει νά σταθοῦμε περισσότερο. Συνηθίζουμε εἶναι ἀλήθεια νά ἐπικεντρώνουμε τήν προσοχή μας στά ἐξωτερικά συμπτώματα τοῦ δαιμονισμοῦ του: τίς τάσεις αὐτοκαταστροφῆς καί καταστροφῆς τῶν ἄλλων, τήν ἀντικοινωνικότητά του, τήν ἔλλειψη ὁποιασδήποτε αἰδοῦς, ἀλλά μέ τήν ἐρώτηση τοῦ Κυρίου φανερώνεται ἡ κόλαση τήν ὁποία βιώνει ὁ τραγικός αὐτός ἄνθρωπος. ῾Ο δαιμονισμένος δέν ἔχει ταυτότητα. Ξένες καί ἐχθρικές πρός αὐτόν καί τούς ἄλλους δυνάμεις τόν διακατέχουν καί τόν προσδιορίζουν, οἱ ὁποῖες δέν τοῦ ἐπιτρέπουν οὔτε νά σκεφτεῖ ὅπως πρέπει οὔτε νά ἐπιθυμεῖ τά ὀρθά καί δίκαια οὔτε κἄν νά αἰσθάνεται ὡς ἄνθρωπος. Μιλάμε λοιπόν γιά μία ψυχική κατάσταση πλήρους ἀλλοιώσεώς του πού μόνο ἡ νέκρωση καί ἡ ἀπώλεια μποροῦν νά τήν χαρακτηρίσουν. ῎Αν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος χαρακτήρισε ἔτσι τήν κατάσταση στήν ὁποία βρέθηκε ὁ ἄσωτος τῆς ὁμώνυμης παραβολῆς Του – «νεκρός  καί ἀπολωλός» - πολύ περισσότερο ἰσχύει τοῦτο κι ἐδῶ: νά ζεῖ καί νά ὑπάρχει ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά σέ κατάσταση κυριολεκτικά θανάτου καί πνευματικῆς ἀνυπαρξίας. Διότι εἶναι ἀποκομμένος ἀπό τόν Θεό, ἀπό τόν συνάνθρωπο, ἀπό τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό.

3. Τή χαμένη, νεκρή, διεστραμμένη καί γι᾽ αὐτό τραγική αὐτήν κατάσταση - σημειώνει ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης ὁ εὐαγγελιστής στήν ᾽Αποκάλυψή του - θά βιώνουν δυστυχῶς οἱ ἄνθρωποι πάντοτε καί διαχρονικά, ἰδιαιτέρως στούς χρόνους τοῦ ἀντιχρίστου πρό τῆς Δευτέρας Παρουσίας Του, ὅταν θά ἐπιλέγουν τρόπο ζωῆς ἀντίθετο πρός τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ. ῞Οσο ὁ ἄνθρωπος θά ἐναντιώνεται πρός τόν Θεό καί τό ἅγιο θέλημά Του, τόσο καί θά ὑποδουλώνεται στόν ἀντικείμενο, τόν σατανᾶ, μέ ἀποτέλεσμα νά ζεῖ μία κόλαση, θεωρώντας ὅτι ζεῖ ἕναν «παράδεισο». Αὐτή εἶναι ἡ τραγωδία τοῦ ἀποκομμένου ἀπό τόν Χριστό ἀνθρώπου: νά βρίσκεται στά νύχια τοῦ κατεξοχήν ἐχθροῦ του, νά τρέφεται ὁ ἐχθρός αὐτός, ὁ διάβολος, ἀπό τίς σάρκες τοῦ ὑποτακτικοῦ καί δούλου του, καί νά νομίζει ὅτι «λατρεύει τῷ Θεῷ». Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ χαρακτηρίζει τόν Πονηρό ὡς «ἀνθρωποκτόνον» ἀπαρχῆς, πού σημαίνει ὅτι χαρά τοῦ Πονηροῦ εἶναι νά ταλαιπωρεῖ τά πλάσματα τοῦ Θεοῦ, κατεξοχήν δέ τόν ἄνθρωπο. Καί πρῶτο θῦμα του εἶναι ὁ ἴδιος ὁ δοῦλος του. Πῶς ἄλλωστε εἶναι δυνατόν ἀπό «δένδρον σαπρόν» νά βγεῖ καλός καρπός; ῾Ο Πονηρός διάβολος συμπεριφέρεται πάντοτε μέ τόν τρόπο πού γνωρίζει: νά μεταφέρει τή δυστυχία του καί στούς ἄλλους.

4. Τή φοβερή αὐτή ἀλήθεια βεβαίως ἀγωνίζεται ὁ διάβολος νά τήν ἀποκρύπτει ἀπό τούς ἀνθρώπους, κυρίως δέ ἀπό τούς δικούς του. Κατά παραχώρηση μάλιστα τοῦ Θεοῦ, (προκειμένου νά ἀποκαλύπτονται  οἱ ἀληθινοί πιστοί ἀπό τούς ψευδεῖς), παρουσιάζει τά πράγματα ἐντελῶς διαφορετικά: ὡραιοποιημένα καί φανταχτερά. Κι αὐτό τό ζοῦμε ἔντονα στήν ἐποχή μας εἴτε μέ τήν ἔξαρση τοῦ λεγόμενου σατανισμοῦ εἴτε μέ τήν προβολή τοῦ διαβόλου ὡς τάχα σωτήρα τοῦ κόσμου ἀκόμη καί μέσα ἀπό τραγούδια καί ἀπό ῾λαμπρές᾽ εἰκόνες εἴτε  μέ τήν ἐξαγγελία ὅτι αὐτός εἶναι ὁ δυνατός μπροστά στόν ῾ἀδύναμο᾽ Ἐσταυρωμένο. Καί δυστυχῶς ὑπάρχουν ἀφελεῖς πού πιστεύουν τά ψεύδη αὐτά καί καταστρέφονται, ὅπως βεβαίως ὑπάρχουμε καί οἱ πολλοί ἄλλοι πού μπορεῖ ἴσως νά μήν τά δεχόμαστε, ἀλλά νά μήν ἀντιδροῦμε ὅπως πρέπει, ἀφήνοντας τά ῾δαιμονικά᾽ αὐτά νά φαίνεται ὅτι κυριαρχοῦν.

5. ῾Η ἀλήθεια βρίσκεται βεβαίως πέρα ἀπό αὐτά καί αὐτήν μαρτυρεῖ πάντοτε ἡ ᾽Εκκλησία μας. Μᾶς καλεῖ νά θυμόμαστε καί κυρίως νά ζοῦμε ἀδιάκοπα αὐτό πού σημαίνει τό ὄνομά μας: τό γενικό τοῦ χριστιανοῦ καί τό συγκεκριμένο πού πήραμε κατά τή βάπτισή μας. Διότι τό ἀληθινό ὄνομα πρωτίστως κάθε πιστοῦ εἶναι τό ῾χριστιανός᾽. ῞Ολοι γνωρίζουμε ὅτι ἡ ἀπάντηση τῶν ἁγίων μαρτύρων τῆς πίστεώς μας κατά τήν περίοδο τῶν διωγμῶν, ὅταν τούς ρωτοῦσαν γιά τό ὄνομά τους, ἦταν: «χριστιανός εἶναι τό ὄνομά μου». ῎Ηξεραν οἱ ἅγιοι ὅτι ἡ ἔνταξή τους στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί ἡ χριστιανικότητά τους ἔκτοτε ἦταν ὅ,τι ἀνώτερο καί ἱερότερο ὑπῆρχε στή ζωή τους, αὐτό πού πράγματι χάραζε καί χαρακτήριζε τήν ὕπαρξή τους. Τό κέντρο βάρους τους ἦταν ὁ Χριστός καί ὄχι ὁτιδήποτε ἐπίγειο, ὅσο σπουδαῖο καί μεγάλο κι ἄν φάνταζε αὐτό. Γι᾽ αὐτό καί κατέθεταν καί τήν ἴδια τή ζωή τους. Κι ἔπειτα καί τό βαπτιστικό μας ὄνομα: εἶναι τό ὄνομα τοῦ ἁγίου μας, τό ὁποῖο καί αὐτό παραπέμπει στόν ἴδιο τόν Κύριο, τοῦ ῾Οποίου ἄλλωστε μιμητής ὑπῆρξε  ὁ ἅγιος καί γι᾽ αὐτό καί ἅγιασε. Εἴτε λοιπόν μέ τό ὄνομα χριστιανός εἴτε μέ τό ὄνομα τοῦ ἁγίου μας θυμόμαστε ὅτι εἴμαστε μέλη Χριστοῦ, εἰκόνες δικές Του, ναοί τοῦ ἁγίου Του Πνεύματος. Κι αὐτό δέν εἶναι φαντασία, ἀλλά ἡ ἀληθινή πραγματικότητα. ῞Οπως ὁ δαιμονισμένος ζοῦσε δυστυχῶς τήν ξενική κατοχή χωρίς ὄνομα δικό του, τό ἴδιο κι ἐμεῖς ἐκ τοῦ ἀντιθέτου: ζοῦμε τήν «κατοχή» μας ἀπό τό ῞Αγιο Πνεῦμα, τόν Θεό μας, ὁ ῾Οποῖος ὅμως μᾶς ἐλευθερώνει («οὗ τό Πνεῦμα Κυρίου ἐκεῖ καί ἐλευθερία») καί μᾶς κάνει νά νιώθουμε παιδιά τοῦ Θεοῦ, μέ διαρκή μέσα μας τήν κραυγή: «᾽Αββᾶ, ὁ Πατήρ»! Νά νιώθω παιδί τοῦ Θεοῦ καί νά Τόν προσφωνῶ ῾Πατέρα᾽ εἶναι αὐτό πού μοῦ προσφέρει τό ὄνομά μου. Τό χριστιανικό ἀσφαλῶς ὄνομά μου καί ὄχι ὁποιοδήποτε περίεργο, παράδοξο, ὑποκοριστικό τέτοιο πού λειτουργεῖ ἐντελῶς κατά ἀποπροσανατολιστικό τρόπο.

Νά καλλιεργοῦμε τή συναίσθηση τῆς ἀξίας τῆς χριστιανικῆς πίστεώς μας, νά καλλιεργοῦμε τή συναίσθηση αὐτοῦ πού δηλώνει τό χριστιανικό ὄνομά μας. Καί κυρίως: νά μάθουμε γιά τή ζωή τοῦ ἁγίου μας, ὥστε νά τόν νιώθουμε πιό κοντά μας καί πιό οἰκεῖο μας. Κατεξοχήν ὅμως νά τόν ἀκολουθοῦμε στήν κατά Χριστόν πολιτεία του. Τότε ἡ κραυγή μας στόν Κύριο καί σ᾽ ἐκεῖνον θά φέρνει τήν ἄμεση ἀπάντησή τους καί τήν παρουσία τους.

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΣΤ΄ ΛΟΥΚΑ

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (Λουκ. 8, 27-39)

 «Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ελθόντι τῷ ᾿Ιησοῦ εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν, ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ᾿ ἐν τοῖς μνήμασιν. Ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς. Παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. Πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους. Ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς λέγων· τί σοί ἐστιν ὄνομα; Ὁ δὲ εἶπε· λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν· Καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν. Ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς. Ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη. Ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. Ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονός, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ᾿ οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν. Ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς. Καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ᾿ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο· αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν. Ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνήρ, ἀφ᾿ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. Καὶ ἀπῆλθε καθ᾿ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς».

Νεοελληνική Απόδοση

«Εκείνο τον καιρό, ο Ιησούς ήλθε στην περιοχή των Γαδαρηνών. Εκεί τον συνάντησε κάποιος άντρας από την πόλη, που είχε μέσα του δαιμόνια από πολύν καιρό. Ρούχο δεν ντυνόταν ούτε έμενε σε σπίτι, αλλά ζούσε στα μνήματα. Όταν είδε τον Ιησού, έβγαλε μια κραυγή, έπεσε στα πόδια του και του είπε με δυνατή φωνή: «Τι δουλειά έχεις εσύ μ’ εμένα Ιησού, Υιέ του υψίστου Θεού; Σε παρακαλώ μη με βασανίσεις». Αυτά τα είπε, γιατί ο Ιησούς είχε διατάξει το δαιμονικό πνεύμα να βγει από τον άνθρωπο. Από πολλά χρόνια τον είχε στην εξουσία του, και για να τον συγκρατήσουν τον έδεναν με αλυσίδες και του έβαζαν στα πόδια σιδερένια δεσμά. Εκείνος όμως έσπαζε τα δεσμά, και το δαιμόνιο τον οδηγούσε στις ερημιές. Ο Ιησούς τον ρώτησε: «Ποιο είναι το όνομά σου;» Εκείνος απάντησε: «Λεγεών»· γιατί είχαν μπει μέσα του πολλά δαιμόνια. Τα δαιμόνια, λοιπόν, τον παρακαλούσαν να μην τα διατάξει να πάνε στην άβυσσο. Εκεί κοντά ήταν ένα κοπάδι από πολλούς χοίρους που έβοσκαν στο βουνό, και τα δαιμόνια παρακαλούσαν τον Ιησού να τους επιτρέψει να μπουν στους χοίρους, και τους το επέτρεψε. Βγήκαν, λοιπόν, από τον άνθρωπο και μπήκαν στους χοίρους. Τότε το κοπάδι όρμησε προς τον γκρεμό και πνίγηκε στη λίμνη. Μόλις οι βοσκοί είδαν τι έγινε, έφυγαν και το είπαν στην πόλη και στην ύπαιθρο. Βγήκαν οι άνθρωποι να δουν τι έγινε και ήρθαν κοντά στον Ιησού. Βρήκαν τον άνθρωπο από τον οποίο βγήκαν τα δαιμόνια να κάθεται δίπλα στον Ιησού, να φοράει ρούχα και να φέρεται λογικά, και φοβήθηκαν. Όσοι είχαν δει τι είχε γίνει, τους είπαν για το πώς ο δαιμονισμένος σώθηκε. Τότε όλο το πλήθος από την περιοχή των Γαδάρων παρακαλούσαν τον Ιησού να φύγει από κοντά τους, γιατί τους είχε πιάσει μεγάλος φόβος. Εκείνος μπήκε στο πλοιάριο για να γυρίσει πίσω. Ο άνθρωπος από τον οποίο είχαν βγει τα δαιμόνια τον παρακαλούσε να τον πάρει μαζί του. Ο Ιησούς όμως του είπε να φύγει, με τα παρακάτω λόγια: «Γύρισε στο σπίτι σου και διηγήσου όσα έκανε σ’ εσένα ο Θεός». Εκείνος έφυγε διαλαλώντας σ’ όλη την πόλη όσα έκανε σ’ αυτόν ο Ιησούς».

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (Β΄Κορ. 9, 6-11)

 «Ἀδελφοί, ὁ σπείρων φειδομένως φειδομένως καί θερίσει, καί ὁ σπείρων ἐπ’ εὐλογίαις ἐπ’ εὐλογίαις καί θερίσει. Ἕκαστος καθώς προαιρεῖται τῇ καρδίᾳ, μή ἐκ λύπης ἤ ἐξ ἀνάγκης∙ ἱλαρόν γάρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός. Δυνατός δέ ὁ Θεός πᾶσαν χάριν περισσεῦσαι εἰς ὑμᾶς, ἵνα ἐν παντί πάντοτε πᾶσαν αὐτάρκειαν ἔχοντες περισσεύητε εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν, καθώς γέγραπται∙ ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν∙ ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τόν αἰῶνα. Ὁ δέ ἐπιχορηγῶν σπέρμα τῷ σπείροντι καί ἄρτον εἰς βρῶσιν χορηγήσαι καί πληθύναι τόν σπόρον ὑμῶν καί αὐξήσαι τά γενήματα τῆς δικαιοσύνης ὑμῶν∙ ἐν παντί πλουτιζόμενοι εἰς πᾶσαν ἁπλότητα, ἥτις κατεργάζεται δι’ ἡμῶν εὐχαριστίαν τῷ Θεῷ».

Νεοελληνική απόδοση

«Αδελφοί, πρέπει να ξέρετε πως όποιος σπέρνει με φειδώ θα έχει λίγη σοδειά∙ κι όποιος σπέρνει απλόχερα η σοδειά του θα είναι άφθονη. Ο καθένας ας δώσει ό,τι του λέει η καρδιά του χωρίς να στενοχωριέται ή να εξαναγκάζεται, γιατί «ο Θεός αγαπάει αυτόν που δίνει με ευχαρίστηση». Ο Θεός έχει τη δύναμη να σας χορηγήσει πλουσιοπάροχα κάθε δωρεά, ώστε να είστε πάντοτε σε όλα τελείως αυτάρκεις, και να δίνετε με το παραπάνω για κάθε καλό σκοπό. Το λέει κι η Γραφή: Σκόρπισε, έδωσε στους φτωχούς, η αγαθοεργία του θα παραμένει αιώνια. Κι αυτός που δίνει στον σποριά τον σπόρο και το ψωμί για να τραφεί, ας δώσει και ας πληθύνει και τον δικό σας σπόρο και ας αυξήσει τους καρπούς της αγαθοεργίας σας. Ο Θεός θα σας κάνει πλούσιους σε όλα, για να μπορείτε να δίνετε γενναιόδωρα. Αυτοί που θα πάρουν από μας τη δική σας εισφορά θα ευχαριστούν τον Θεό».

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ Ο ΑΔΕΛΦΟΘΕΟΣ

«Ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος έγινε πρώτος επίσκοπος Ιεροσολύμων. Πρώτος έγραψε και τη θεία Λειτουργία, καθώς τη διδάχθηκε από τον ίδιο τον Κύριο. Αυτήν τη λειτουργία έπειτα την έκανε  συντομότερη ο Μέγας Βασίλειος, και μετά από αυτόν ο θείος Χρυσόστομος, λόγω της αδυναμίας των ανθρώπων. Επειδή εποίμενε την Εκκλησία των Ιεροσολύμων και με τη διδασκαλία του έκανε πολλούς από τους Ιουδαίους και τους ειδωλολάτρες να πιστεύουν στον Κύριο, εκίνησε σε οργή του Ιουδαίους. Τον συνέλαβαν λοιπόν και τον έριξαν από το άκρο του Ιερού και έτσι τον σκότωσαν. Περί του ότι λέγεται αδελφόθεος, υπάρχει αυτός ο λόγος από την παράδοση. Όταν ο μνήστωρ Ιωσήφ μοίραζε τη γη που είχε στα παιδιά από την πρώτη του γυναίκα και ήθελε να δώσει μερίδιο και στον Υιό και Θεό εκ της αγίας Παρθένου, οι μεν άλλοι από τα θεωρούμενα αδέλφια του δεν δέχτηκαν, ο δε Ιάκωβος τον έλαβε στη μερίδα του συγκληρονόμο. Γι’  αυτό κλήθηκε όχι μόνον αδελφόθεος, αλλά και Δίκαιος».

Οι απόστολοι αποτελούν τα θεμέλια της Εκκλησίας, η οποία ευλόγως γι’ αυτό χαρακτηρίζεται αποστολική. Αν λοιπόν ένας απόστολος είναι τόσο ξεχωριστός για την Εκκλησία, το ίδιο και περισσότερο είναι ο απόστολος Ιάκωβος, ο αδελφόθεος επονομαζόμενος, λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι υπήρξε ένας από τους θεωρούμενους αδελφούς του Κυρίου, άρα από εκείνους που όχι απλώς Τον συναναστράφηκαν για τρία χρόνια, αλλά για τριάντα και περισσότερο χρόνια: μεγάλωσαν μαζί στην ίδια οικογένεια, προσφωνούσαν «πατέρα» όλοι μαζί τον Ιωσήφ, έτρωγαν στο ίδιο τραπέζι, κοιμούνταν στον ίδιο χώρο, εργάζονταν μαζί στο εργαστήριο του Ιωσήφ, ζούσαν τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα της όλης οικογένειας, όπως για παράδειγμα το φοβερό γεγονός της φυγής τους στην Αίγυπτο. Η ζωή του αγίου Ιακώβου ήταν ζυμωμένη με τη ζωή του Κυρίου ως ανθρώπου. Εκτός από την Παναγία και τον θεωρούμενο πατέρα Του Ιωσήφ, ποιος άλλος θα μπορούσε να θεωρηθεί κοντινότερός Του;

Και ναι μεν στην αρχή της δημόσιας δράσης του Κυρίου υπήρξε αμφισβήτησή Του από τους δικούς Του, συνεπώς και από τον Ιάκωβο,  στη συνέχεια όμως μπροστά στο θάμβος της θεϊκής Του υποστάσεως, της διδασκαλίας και των θαυμάτων Του, Τον πίστεψαν, Τον αποδέχτηκαν, Τον ακολούθησαν, μέχρι σημείου ο άγιος Ιάκωβος μάλιστα να δώσει και τη ζωή του υπέρ Αυτού. Έτσι ο αδελφόθεος Ιάκωβος υπήρξε και ο αδελφός που είχε ζήσει τον Ιησού από πλευράς ανθρώπινης  κατά πάντα, αλλά και ο  μαθητής, που μυήθηκε από Εκείνον σε όλα τα μυστήρια, απολαμβάνοντας γι’ αυτό την τιμή και τον σεβασμό και των ίδιων των μαθητών του Κυρίου, πράγματα που επισημαίνει και ο υμνογράφος της ακολουθίας του, όχι μία φορά: «Αναδείχτηκες, σοφέ, αδελφός του Κυρίου όταν ήλθες στον κόσμο ως άνθρωπος, μαθητής και αυτόπτης των θείων Του μυστηρίων, καθώς έγινες μάλιστα φυγάς μαζί Του στην Αίγυπτο, μαζί με τον Ιωσήφ και τη Μητέρα του Ιησού». «Η ομάδα των αποστόλων  εξέλεξε εσένα να είσαι ο πρώτος ιεράρχης του Χριστού στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων, διότι ήσουν και αδελφός της κατά σάρκα γεννήσεώς Του, συνοδίτης και οπαδός των ιχνών Του».

Ο πλούτος αυτός του αγίου Ιακώβου, παραπάνω από όλους τους αποστόλους, να έχει δηλαδή το αξίωμα του κατά σάρκα αδελφού του Κυρίου, πέραν της αδελφοσύνης του κατά πίστη – «παρά πάντας πλουτήσας, εξαίρετον αξίωμα, αδελφός του Κυρίου» - δεν ήταν γι’ αυτόν κάτι το ανώδυνο. Ο άγιος είχε επίγνωση της δωρεάς του Κυρίου, γι’  αυτό και καθημερινώς αγωνιζόταν να επιβεβαιώνει τη δοσμένη σ’ αυτόν χάρη, με την κατά Θεόν ζωή του. «Ιάκωβε, σε δοξολογούμε, γιατί σου δόθηκε η δωρεά να είσαι ο αδελφός του Κυρίου και έζησες με τρόπο που επαλήθευε τη δωρεά αυτή». Αιτία γι’ αυτό ήταν ασφαλώς το γεγονός ότι  είχε πλήρως κατανοήσει πως η χάρη του Θεού είναι μεν δωρεά Του, αλλά εάν δεν ενεργοποιηθεί ως ζωή κατά το θέλημα Εκείνου, τότε χάνεται, πάει στο κενό. Με άλλα λόγια, αυτό που δίνει στον άνθρωπο ο Θεός το δίνει με την προοπτική αναλήψεως από τον άνθρωπο ευθύνης και αποστολής προς χάριν του συνανθρώπου. Και επάνω σ’ αυτήν την αποστολή, που επιβεβαιώνει και αυξάνει τη χάρη του Θεού, ο άνθρωπος μπορεί να δώσει και τη ζωή του.

Η μύηση του αγίου Ιακώβου σε όλα τα μυστήρια από τον Κύριο συνιστά, κατά τους ύμνους της Εκκλησίας μας, την απόκτηση της αληθινής Σοφίας από αυτόν. Ο άγιος Ιάκωβος υπήρξε ο αληθινά σοφός, γιατί διδάχθηκε από  «την ενυπόστατον σοφίαν», δηλαδή τον ίδιο τον Ιησού Χριστό. Αυτός είναι η Σοφία του Θεού, που προσφέρεται σε κάθε άνθρωπο που θα πιστέψει στον Ίδιο και θα θελήσει έμπρακτα να ακολουθήσει τις άγιες εντολές Του. Μιλάμε λοιπόν για μία σοφία «άνωθεν προερχομένην, ειρηνικήν, επιεική, ευπειθή, μεστήν ελέους και καρπών αγαθών, αδιάκριτον και  ανυπόκριτον» - προερχόμενη από τον Θεό, ειρηνική, επιεική, πειστική, γεμάτη ευσπλαχνία και καλούς καρπούς, αμερόληπτη και ειλικρινή (Ιακ. 3, 17). Αυτήν τη σοφία ακριβώς κατέγραψε ο άγιος Ιάκωβος και στην καταπληκτική καθολική επιστολή του, η οποία αποτελεί εκλεκτό βιβλίο της Καινής Διαθήκης. Δεν υπάρχει περίπτωση κάποιος πιστός να εγκύψει στην επιστολή αυτή και να μην κατανυχθεί, να μην ελεγχθεί, να μην κινητοποιηθεί σε μετάνοια, να μην παρηγορηθεί, να μη νιώσει πράγματι τη χάρη του Θεού να εκχύνεται ως ακτίνα φωτός μέσα στην καρδιά του. «Της θεωρίας της πρακτικής συ εκτιθέμενος, δέλτον εκ πυξίδος ώσπερ πνευματικής, τους ανθρώπους εβελτίωσας», θα πει ο υμνογράφος. Δηλαδή: Γράφοντας εσύ βιβλίο που εκθέτει την πρακτική θεωρία σαν πνευματική πυξίδα, έκανες καλύτερους τους ανθρώπους.  

Το λιγότερο λοιπόν που θα μπορούσαμε να κάνουμε  σήμερα επί τη μνήμη του αγίου Ιακώβου, είναι να αναγνώσουμε με προσοχή την επιστολή του. Και μακάρι να οδηγηθούμε σε μεγαλύτερη μετάνοια.  Θα είναι τούτο το καλύτερο μνημόσυνό του και η επιβεβαίωση της όλης αποστολής του.

22 Οκτωβρίου 2021

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ ΑΒΕΡΚΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΕΡΑΠΟΛΕΩΣ ΦΡΥΓΙΑΣ

«Ο άγιος Αβέρκιος έγινε επίσκοπος της Ιεραπόλεως της Φρυγίας, επί της βασιλείας του Μάρκου Αντωνίου, κι έκανε πολλά θαύματα και ιάσεις. Για παράδειγμα: όταν μπήκαν μαζί σε ένα σκεύος κρασί και λάδι, κι ένα ακόμη άλλο είδος, με την προσευχή του έκανε ώστε η ανάμειξη αυτή να διαφυλαχθεί ασύγχυτη, δηλαδή το κάθε είδος να διατηρηθεί σ’  αυτό που ήταν. Άλλη φορά, έδωσε εντολή ένας τεράστιος λίθος να μετακοσμισθεί από τον δαίμονα, από τη Ρώμη στη Φρυγία. Τον λίθο αυτό τον έβαλε σαν στήλη στον τάφο του. Πάλι, προσευχήθηκε και βγήκαν από τα έγκατα της γης θερμά ύδατα. Αφού έζησε λοιπόν με οσιότητα και δικαιοσύνη το υπόλοιπο της ζωής του, εξεδήμησε προς τον Κύριο».

Ο υμνογράφος του αγίου Αβερκίου δεν μπορεί παρά να μείνει έκθαμβος μπροστά στη μεγάλη και ιερή προσωπικότητά του και τον πλούτο της χάριτος που τον διακατέχει: «Όλη η Εκκλησία των πιστών σε δοξολογεί, Αβέρκιε, ως μέγιστο ιερέα και συγκάτοικο των Αποστόλων». Ιδιαιτέρως τονίζει την ιερωσύνη του, που θα έλεγε κανείς είναι κάτι το αυτονόητο. Ήταν αρχιερέας. Γιατί να το τονίζει; «Ιεράρχης εδείχθης, χρίσμα σεπτόν περικείμενος, Πάτερ, θεουργικώς, και πάντας εν χάριτι τελειών, ιερώτατε». Δηλαδή: Φάνηκες ιεράρχης, ιερώτατε Πάτερ, έχοντας το ιερό και σεβαστό χρίσμα (του αγίου Πνεύματος) «θεουργικώς» και οδηγώντας τους πάντες με τη χάρη του Θεού στην τελείωση. Τα κρίσιμα σημεία στον ύμνο είναι αφενός ότι με την αρχιερωσύνη του ο άγιος οδηγούσε τους πιστούς στον Θεό, δείχνοντας έτσι ότι αυτό είναι το κύριο έργο ενός ιερέα, και μάλιστα αρχιερέα - όχι απλώς ένα κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο - αφετέρου ότι η ιερωσύνη του έγινε «θεουργικώς», δηλαδή ήταν έργο του Θεού, ήταν με το θέλημα Εκείνου.

 Είναι σημαντική λοιπόν ιδίως στο σημείο αυτό η επισήμανση του υμνογράφου, διότι στους ιερείς δεν έχει σημασία μόνον η χειροτονία τους από τους ανθρώπους, αλλά και από τον Θεό. Θέλουμε να πούμε, όπως οι Πατέρες πολλές φορές μαρτυρούν, ότι μπορεί κάποιος να είναι ιερέας, όχι όμως πάντοτε με  το θέλημα του Θεού. Διότι μπορεί να έχει μπει στον ιερό κλήρο  από διαφόρους άλλους λόγους, όχι όμως από αγάπη προς Εκείνον. Λοιπόν ο άγιος Αβέρκιος ήταν αρχιερέας με τη θέληση του Θεού, γι’  αυτό ακριβώς και είχε τέτοια επίδραση στον πιστό και όχι μόνο λαό του. Και μας διδάσκει ότι αυτοί που θέλουν να γίνουν ιερείς, πρέπει να διερωτώνται αν και ο Κύριος τους θέλει ως ιερείς του, ενώ οι ήδη ιερείς πρέπει πολύ συχνά να διερωτώμαστε  αν όντως βρισκόμαστε στο θέλημα του Θεού και αν επιτελούμε το έργο μας με τον τρόπο που αρέσει σ’  Εκείνον.

Ο ποιητής μας σήμερα, σχεδόν ανεπαίσθητα, μας βάζει και σε άλλους προβληματισμούς. Στην εβδόμη ωδή του κανόνα του αγίου π.χ.  διαβάζουμε: «Λαού ταπεινού προηγήσω υψηλός εν θεωρίαις και ενεργείαις και δυνάμεσιν αποδειχθείς, ιερώτατε». Δηλαδή: Αφού αποδείχθηκες, ιερώτατε Αβέρκιε, υψηλός στις θεωρίες του Θεού και στις θαυμαστές ενέργειες και στις δυνάμεις, καθοδήγησες λαό ταπεινό». Έχουμε την εντύπωση ότι στους στίχους αυτούς βρισκόμαστε μπροστά σε μία πάλι μεγάλη αλήθεια: ο άγιος Αβέρκιος έγινε επίσκοπος και συνεπώς πρώτος και καθοδηγητής, αφού έφτασε στο ύψος της θεωρίας του Θεού, που εκφραζόταν με τις διαρκείς θαυματουργίες του. Είναι γνωστό ότι για τη θεωρία του Θεού απαιτείται σκληρότατος πνευματικός αγώνας, ώστε να καθαρθεί η καρδιά του ανθρώπου και να λάμψει εκεί έπειτα το φως του Θεού. Θεωρία σημαίνει ακριβώς τη θέα του φωτός του Θεού. Τέτοιος άγιος ήταν λοιπόν ο άγιος Αβέρκιος.

Τι «τύχη» είχε βεβαίως ο λαός της Ιεραπόλεως, για να έχει ως ποιμενάρχη έναν τέτοιο άγιο; Πώς συνέβη και απέκτησε τέτοιο ηγέτη; Ο υμνογράφος δίνει την απάντηση: δεν υπήρξε τυχαία η τοποθέτηση του αγίου στην επισκοπή εκείνη. Ο Θεός θέλησε να διαποιμανθεί, να καθοδηγεί από έναν μεγάλο άγιο, γιατί ο λαός αυτός ήταν ταπεινός. Με άλλα λόγια, η ταπείνωση του λαού ήταν εκείνη που «μαγνήτισε» τη χάρη του Θεού, φανερούμενη εν προκειμένω με την τοποθέτηση σ’ αυτόν ως επισκόπου του αγίου Αβερκίου. Διότι «ο Θεός ταπεινοίς δίδωσι χάριν». Κι είναι πράγματι μεγάλη αλήθεια το γεγονός ότι ο Θεός, όπως διδάσκει ο λόγος του Θεού, δίνει ως ηγέτες του λαού εκείνους που αντιστοιχούν στην καρδία του λαού. Αν δηλαδή έχουμε ηγέτες, εκκλησιαστικούς ή και πολιτικούς – ισχύει για κάθε ηγεσία – που είναι σπουδαίοι, είναι διότι ο λαός έχει τις προϋποθέσεις για να τους έχει. Αντιστοίχως ισχύει και από πλευράς αρνητικής: αν υπάρχουν ηγέτες που πάσχουν και είναι «λειψοί», είναι διότι ο λαός πάσχει και είναι «λειψός». Ο άγιος Αβέρκιος μας δίνει πολλές ευκαιρίες πράγματι προβληματισμού και παραδειγματισμού.

21 Οκτωβρίου 2021

ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΑ ΣΤΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΦΡΟΝΗΜΑ ΜΑΣ!

«Είναι ακατόρθωτο να προέλθει από το χιόνι φλόγα. Περισσότερο όμως ακατόρθωτο είναι να ευρεθεί ταπείνωση στους ετεροδόξους, διότι το κατόρθωμα αυτό ανήκει μόνο στους πιστούς και ορθοδόξους και μάλιστα σε όσους εξ αυτών έχουν καθαρθεί από τα πάθη» (Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, λόγ. κε΄31).

Χιόνι και φλόγα είναι αντιθετικές καταστάσεις· πολύ περισσότερο αντιθετικές είναι η ταπείνωση με την ετεροδοξία – νοουμένη η δεύτερη ασφαλώς είτε ως δόξα (=πίστη) άλλης θρησκείας είτε ως δόξα  αιρετικού χριστιανισμού. Που σημαίνει: αν είχε κανείς τη δυνατότητα να διανοίξει την καρδιά ενός εν επιγνώσει ετεροδόξου, όσο και να έψαχνε δεν θα έβρισκε μέσα της την ταπείνωση, άρα δεν θα έβρισκε και το κλειδί που ανοίγει τη θύρα της Βασιλείας του Θεού, μάλλον λόγω τύφλωσης δεν θα υπήρχε η δυνατότητα εύρεσης και της ίδιας της θύρας. Διότι θύρα αυτής της Βασιλείας είναι ακριβώς η αρετή αυτή!

Τι θα έβρισκε τότε μέσα της; Γιατί πολλοί ετερόδοξοι σε όλες τις εποχές, και πριν από τον όσιο και μετέπειτα μέχρι σήμερα, αφιερώνονται στον Θεό, αγωνίζονται με πολλές πνευματικές ασκήσεις, λιώνουν ίσως ακόμη και στις προσευχές, στις νηστείες, στις αγρυπνίες! Θα έβρισκε πολλές πιθανόν αρετές, πολλές «προκοπές», αλλά αναμειγμένες όλες με το δηλητήριο της αρρώστιας του διαβόλου, τον εγωισμό και την υπερηφάνεια. Κι αυτό συνιστά τη μέγιστη τραγωδία του θρησκευτικού λεγομένου ανθρώπου: να αγωνίζεται και να καταβάλλει κόπους, αλλά με μηδενικό τελικώς αποτέλεσμα! Κλασικό παράδειγμα; Ο Φαρισαίος της γνωστής παραβολής. Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει τις αρετές και τα κατορθώματά του; Προσευχόταν, νήστευε, έδινε ελεημοσύνες… Δεν δικαιώθηκε όμως! Γιατί ακριβώς του έλειπε το ένα και μοναδικό: η ταπείνωση!

Μη σπεύσουμε όμως να καυχηθούμε για την ορθοδοξία μας! Ο όσιος αποκαλύπτει και τη δική μας πνευματική γύμνωση· και τη δική μας… ετεροδοξία! Γιατί ναι μεν επισημαίνει ότι στην ορθόδοξη μόνο πίστη φύεται η ταπείνωση -  άρα η πίστη αυτή μόνη οδηγεί στη Βασιλεία του Θεού ως και διαφυλάττουσα την αληθινή εικόνα του Θεού εν Χριστώ και προσφέρουσα την ασφαλή οδό της μετανοίας στον άνθρωπο – όμως ορθόδοξος δεν είναι αυτός που η ορθοδοξία του μετριέται μόνο στα λόγια, αλλά αυτός που ασκείται πάνω στις εντολές του Χριστού και  που η ζωή του με τη χάρη Εκείνου γίνεται ζωή Χριστού! Συνεπώς ορθόδοξος είναι αυτός που έχει καθαρίσει, ή τουλάχιστον προσπαθεί να καθαρίζει, την καρδιά του από ό,τι εμπαθές και ψεύτικο υπάρχει, κι έτσι η καρδιά του είναι γεμάτη από το άρωμα της αληθινής αγάπης, που πατάει στέρεα στο έδαφος της ταπείνωσης! Λοιπόν, ας αναρωτηθούμε: είμαστε πράγματι ορθόδοξοι;

Ο ΟΣΙΟΣ ΙΛΑΡΙΩΝ Ο ΜΕΓΑΣ

«Ο όσιος Ιλαρίων έζησε επί της βασιλείας Κωνσταντίνου του μεγάλου. Γεννήθηκε και ανατράφηκε στην πόλη της Γάζας από γονείς ειδωλολάτρες. Από μεγάλη αγάπη προς τα γράμματα πήγε στην Αλεξάνδρεια, όπου μορφώθηκε, αλλά και δέχθηκε την πίστη του Χριστού. Έγινε ζηλωτής του Μεγάλου Αντωνίου, τον οποίο ακολούθησε, και έζησε μαζί του επ’  αρκετόν. Επέστρεψε κάποια στιγμή πίσω στην πατρίδα του, και όταν πέθαναν οι γονείς του, μοίρασε όλη την περιουσία που του άφησαν στους φτωχούς. Έπειτα απεσύρθη στην έρημο και αποδύθηκε στους πιο μεγάλους ασκητικούς αγώνες, με αποτέλεσμα ο Κύριος να τον χαριτώσει με το χάρισμα της θαυματουργίας, με το οποίο θεράπευσε πολλούς πάσχοντες από σωματικά και ψυχικά νοσήματα. Αργότερα, ανοίχτηκε προς τον κόσμο και αφού πέρασε από πολλές πόλεις και τόπους και χώρες, σε ηλικία ογδόντα ετών ετελεύτησε τον βίο του».

Ο εκκλησιαστικός ποιητής, μπροστά στο φαινόμενο «Ιλαρίων»  προσπαθεί να βρει λέξεις και εικόνες, προκειμένου να παραστήσει σωστά τη θέση του στην Εκκλησία, και όσο ζούσε στον κόσμο τούτο, αλλά και στη δόξα του ουρανού. Στον κόσμο τούτο τον βλέπει αφενός ως πρότυπο και στερέωμα των μοναστών, αφού υπήρξε εις άκρον ησυχαστής: «μοναζόντων εδραίωμα» τον χαρακτηρίζει μεταξύ άλλων, αφετέρου ως «ποδηγέτην των σωζομένων Θείω εν Πνεύματι», δηλαδή με το Πνεύμα του Θεού οδηγό και των εν κόσμω χριστιανών που επιθυμούν τη σωτηρία τους.  Από την άποψη αυτή ο όσιος Ιλαρίων υπήρξε για όλους τους χριστιανούς, μοναχούς και κοσμικούς, «θησαυρός ιαμάτων» και «Προφήτης Θεού», «στύλος ακράδαντος ουρανομήκης» και «πύργος ασάλευτος», κυριολεκτικά «άρμα πύρινον, το όνομα βαστάζων το του Κυρίου», ένας κυριολεκτικά «ήλιος…διασπείρων πάσι τας ακτίνας των θαυμάτων».  Στη δόξα του Θεού από την άλλη, ο υμνογράφος τον «βλέπει» «ως κέδρον υψίκομον, δι’ αρετής υψούμενον εν αυλαίς Θεού πεφυτευμένον∙ και ως κεκλεισμένον κήπον, ως ευθαλή Παράδεισον, ως πηγήν ιαμάτων». Δηλαδή όχι μόνον αποτελεί «κόσμημα» του Παραδείσου, ένας υψηλόκορμος κέδρος, φυτευμένος στις αυλές του Θεού, αλλά και ο ίδιος συνιστά ένα παράδεισο μόνος του, ένα κλεισμένο κήπο.

Ποια η αιτία των «υπερβολικών» θα λέγαμε αυτών χαρακτηρισμών; Πρώτον, ότι ο όσιος Ιλαρίων «Πνεύματος αγίου πλήρης εγένετο», διότι «ο ένθεος έρως κατέτρωσε (πλήγωσε) αυτόν» με αποτέλεσμα  «να καθυποτάξει με την εγκράτεια τα πάθη του σώματος στο νοερό της ψυχής» και «με τις ιερές αναβάσεις να ξεφύγει από τους κοσμικούς θορύβους». Με άλλη όμορφη εικόνα του υμνογράφου: «απέξεσε τω ξίφει της εγκρατείας  τους δερματίνους χιτώνας της νεκρώσεως και ύφανε ιμάτιον σωτηρίου» (Με το ξίφος της εγκράτειας έβγαλε από πάνω του τα αποτελέσματα της θανατηφόρας αμαρτίας και ντύθηκε τον Χριστό), συνεπώς «ιδών ο Χριστός το πράον και ησύχιον, μονήν πεποίηται εν αυτώ, και γέγονε οικητήριον θείον» (Επειδή είδε ο Χριστός την πραότητα και το ήσυχο της ψυχής του, κατοίκησε σ’  αυτόν και έγινε έτσι θείο κατοικητήριο).  Δεύτερον, ότι ο όσιος υπήρξε μαθητής του μεγάλου οσίου Αντωνίου, ένα από τους μεγαλύτερους αγίους της Εκκλησίας μας, του οποίου την ένθεη ζωή μιμήθηκε στο έπακρο και αφομοίωσε τις αρετές του. «Τον βίον ζηλώσας του θείου Αντωνίου, τοις ίσοις μέτροις της αρετής αφομοιούμενος». «Αντωνίου του θείου εζηλωκώς τον ενάρετον βίον πνευματικώς».

Ο νοερός «φακός» του υμνογράφου επικεντρώνει ακόμη περισσότερο στο θέμα αυτό: Πλησίασες τον Θεό, θεοφόρε, γιατί σε έφεραν σ’  Αυτόν οι παλάμες του θεόφρονος Αντωνίου. «Θεώ προσαγόμενος, θεοφόρε, παλάμαις του θεόφρονος Αντωνίου». Με ποιον άλλον τρόπο θα μπορούσε ο ποιητής να δείξει τη στενότατη σχέση του Ιλαρίωνα με τον Γέροντά του Αντώνιο; Και επιμένουμε στη σχέση αυτή, διότι δεν είναι δυνατόν να θυμηθεί κάποιος τον άγιο Αντώνιο και να μη συγκινηθεί, να μη κατανυχθεί καλύτερα, αφού με τον τρισμέγιστο αυτόν άγιο βρίσκεται στα «άγια των αγίων» του Παραδείσου. Έτσι με τον όσιο Ιλαρίωνα, μαθητή του Αντωνίου, αναπνέουμε την ατμόσφαιρα του Διδασκάλου του, συναναστρεφόμαστε επίσης τον άλλο μεγάλο μαθητή του άγιο Αθανάσιο, μας αγγίζει πράγματι η ενέργεια του ίδιου του Θεού. Σε τι αγία ατμόσφαιρα πράγματι μάς μεταφέρουν οι ύμνοι της Εκκλησίας μας! Γίνονται κυριολεκτικά τα παράθυρα, για να «δούμε» λίγο το άγιο βάθος του ουρανού!

Παρ’  όλη τη στενή, στενότατη σχέση των οσίων Αντωνίου και Ιλαρίωνα, διαπιστώνει κανείς και τη διαφορά των χαρακτήρων τους. Ενώ εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι κινούνται ως χαρακτήρες στο ίδιο μήκος κύματος, όμως διαφέρουν.  Πώς φαίνεται αυτό; Ο όσιος Αντώνιος υπήρξε μέγας ησυχαστής: Αν και κατά καιρούς, όταν έκρινε ότι τον χρειάζεται το πλήρωμα της Εκκλησίας, άφηνε την ησυχία και κατέβαινε στον κόσμο, όμως η διαρκής επιλογή του ήταν η πλήρης αφιέρωση στον Θεό, «μόνος μόνω Θεώ»,  ζώντας στην έρημο και επιδιώκοντας πάντοτε την ησυχία της μονώσεως.  Ο όσιος Ιλαρίων, ο μαθητής και ακόλουθος, υπήρξε και αυτός ησυχαστής, αλλά και με ιεραποστολική φλόγα ταυτόχρονα. Και απομονώθηκε, αλλά και προσέγγισε αισθητά τον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο ότι άφησε κάποια στιγμή, όπως είπαμε, τον Αντώνιο και επέστρεψε στην πατρίδα του. Κι αργότερα: μετά την έξοδό του στην έρημο, γύρισε στον κόσμο, δρώντας σε διάφορες πόλεις και χώρες ιεραποστολικά και ιώμενος τους ανθρώπους. Το επισημαίνει έξοχα ο υμνογράφος: «Ρημάτων ο φθόγγος σου και των θαυμάτων η χάρις η ένθεος εις πάσαν εξελήλυθε την γην, πάτερ όσιε». (Ο λόγος σου και η ένθεη χάρη των θαυμάτων σου φάνηκαν σε όλη τη γη, πάτερ όσιε).

Η παραπάνω επισήμανση αξίζει ιδιαίτερης προσοχής. Διότι μας δείχνει ότι αφενός ο κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός, αλλά η διαφορετικότητα δεν εμποδίζει, αλλά αντιθέτως πολλαπλασιάζει τη δυνατότητα αγιασμού, αφετέρου ο Θεός ενισχύει και θέτει σε λειτουργία αυτό που βλέπει ως χάρισμα του κάθε ανθρώπου. Με άλλα λόγια η αγιότητα δεν «καλουπάρει», όπως λέμε, τον άνθρωπο, δεν τον θέτει σε ένα συγκεκριμένο εξωτερικό πλαίσιο, σε μία ομοιομορφία, αλλά αναδεικνύει την ιδιαιτερότητα, θέτοντάς την απλώς στην υπηρεσία του θελήματος του Θεού. Ο Θεός μ’  έναν λόγο δεν αλλοιώνει αυτό που είναι ο χαρακτήρας του ανθρώπου. Αλλοιώνει αυτό που αποτελεί διαστρέβλωση του χαρακτήρα, την αμαρτία, ώστε μέσα από τον καθένα να εκχύνεται η λαμπηδόνα της παρουσίας Του. Τι ελευθερία! Τι ομορφιά της πίστεώς μας! Τι αγάπη του ίδιου του Θεού μας!

20 Οκτωβρίου 2021

ΕΥΚΟΛΟΣ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ, ΔΥΣΚΟΛΟΣ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΑΓΑΘΟΥ

«Όσο εύκολα αλλάζουν και ξεπέφτουν οι ευθείς, τόσο δύσκολα μπορούν να μεταβληθούν οι αντίθετοι, οι πονηροί» (Άγιος Ιωάννης Κλίμακος, λόγ. κδ΄ 11).

Η τρεπτότητα είναι χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης. Μόνον ο Θεός είναι άτρεπτος και απολύτως αναλλοίωτος – ο μόνος όντως πιστός. Δεν αναφερόμαστε στα κτιστά πνεύματα, αγγέλους και δαίμονες: και αυτοί μετά την πτώση του πρώτου αγγέλου, του εωσφόρου, καταστάθηκαν μερικώς άτρεπτοι: οι μεν άγγελοι παγιωμένοι στο αγαθό, οι δε δαίμονες παγιωμένοι στο πονηρό και κακό.

Τι τραγικότητα όμως για τον άνθρωπο! Η τροπή προς το πονηρό είναι απείρως ευκολότερη από την τροπή προς το αγαθό, προς τον Θεό. Να είσαι δημιούργημα του Θεού, να σε διακρατεί με τη γεμάτη αγάπη Πρόνοιά Του, να σου δίνει διαρκώς ώθηση προς τον αληθινό σκοπό σου: τη ζωντανή σχέση σου μαζί Του, κι εσύ να ρέπεις αδιάκοπα προς το αντίθετο! Τι μυστήριο περικλείει την ελευθερία του ανθρώπου! Ποιος μπορεί να εξηγήσει αυτό που λογικά δεν μπορεί να κατανοηθεί με τίποτε;

Το ’δειξε η δημιουργία του ανθρώπου: με μόνη την υποκίνηση του Πονηρού, ο άνθρωπος δείχνει ανυπακοή προς τον Πατέρα και Πλάστη του· το ’δειξε όλη η πορεία της πρώτης αποκάλυψης στην Παλαιά Διαθήκη: ο εκλεκτός Ισραήλ διαρκώς αμφισβητεί και αντιδρά στις επεμβάσεις του Θεού· το βεβαίωσε με τον πιο περίτρανο τρόπο ο ερχομός του Χριστού, του Ίδιου του Θεού ως ανθρώπου: οι άνθρωποι Τον περιφρόνησαν, Τον αμφισβήτησαν, Τον σταύρωσαν! Κι έκτοτε το ίδιο: «ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών και εις σημείον αντιλεγόμενον»! «Οι ίδιοι ουκ έλαβον Αυτόν»!

Το βλέπουμε κι εμείς στην καθημερινότητά μας: πιο εύκολα στρεφόμαστε προς το κακό. Το κακό, με ωραίο ασφαλώς περιτύλιγμα, μας ελκύει  περισσότερο. Αυτό που λέει ο στίχος του λαϊκού άσματος: «είναι γλυκό το πιοτό της αμαρτίας», φαίνεται να ισχύει και για μας.

Τι γίνεται λοιπόν; Υπάρχουν ασφαλώς εξηγήσεις, αλλά δεν επαρκούν για μία πλήρη απάντηση. Για παράδειγμα: η ροπή προς το κακό λειτουργεί εγγενώς πια προς τη φύση μας, φτιάχνοντας μία δεύτερη φύση, τη συνήθεια. Πόσο εύκολα μπορούμε να αντισταθούμε σε ό,τι έχουμε κακώς συνηθίσει; Τα πάθη έπειτα: οι δυνάμεις δηλαδή της ψυχής μας που λόγω ακριβώς της κακής συνήθειας έχουν διαστρεβλωθεί, έχοντας σύμμαχο και το ίδιο το σώμα μας: νιώθουν την ηδονή που τους δημιουργεί η πονηρία και η αμαρτία. Πόσο εύκολα μπορούμε να αντιπαλέψουμε με αυτό που μας είναι τόσο ευχάριστο;

Κι όμως!  Είναι τόσο αναγκαία η στροφή τελικώς προς τον ανηφορικό δρόμο της αρετής, κατά τον Κύριο, διότι είναι η μόνη που οδηγεί στη ζωή. Ο άλλος δρόμος είναι ο δρόμος του θανάτου. Κι έχουμε δύο ισχυρότατους συμμάχους για να πάρουμε τον δρόμο αυτό: Πρώτον, τη βοήθεια του ίδιου του Κυρίου – δεν παλεύουμε μόνοι! Και δεύτερον, όσο επιμένουμε και συνηθίζουμε στο αγαθό, τόσο πια αυτό γίνεται η τρυφή και η απόλαυσή μας.