Η ιστοσελίδα μετακόμισε!

Ανακατευθύνεστε αυτόματα στη νέα διεύθυνση...

Πατήστε εδώ αν δεν ανακατευθυνθείτε αυτόματα

27 Οκτωβρίου 2021

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΝΕΣΤΩΡ

«Ο άγιος Νέστωρ ήταν πολύ νέος και ωραίος άνδρας, γνωστός στον Μεγαλομάρτυρα Δημήτριο. Την εποχή του βασιλιά Μαξιμιανού κι ενώ αυτός είχε συλλάβει τον άγιο Δημήτριο και τον είχε κλείσει φυλακή, έτρεξε στον τόπο της φυλακής του κι έπεσε στα πόδια του: «Δούλε του Θεού, είπε, θέλω να μονομαχήσω με τον Λυαίο, και ευχήσου για μένα στο όνομα του Χριστού». Ο άγιος τότε τον σφράγισε με το σχήμα του τιμίου Σταυρού και του είπε: «Και τον Λυαίο θα νικήσεις και υπέρ Χριστού θα μαρτυρήσεις». Ήλθε λοιπόν ο Νέστωρ στο στάδιο, όταν βρισκόταν στο θεωρείο ο Μαξιμιανός, και είπε: «Θεέ του Δημητρίου, βοήθει μοι». Συνεπλάκη λοιπόν με τον βδελυρό Λυαίο, τον οποίο με καίριο πλήγμα στην καρδιά φόνευσε, γεγονός που δημιούργησε ψυχική σύγχυση στον βασιλιά. Αμέσως αυτός διέταξε να κτυπηθεί με λόγχες ο άγιος Δημήτριος, ως αίτιος της σφαγής του Λυαίου, ο δε άγιος Νέστωρ να φονευθεί με το δικό του ξίφος».

Με τον άγιο Νέστορα προεκτείνεται η εορτή του αγίου Δημητρίου. Δημήτριος και Νέστωρ είναι ευνόητο ότι βρίσκονται κάτω από τον ίδιο «παρονομαστή», αφού, πέραν της όποιας άλλης ενδεχομένως πνευματικής σχέσεώς τους, διδασκάλου προς μαθητή για παράδειγμα,   οι τελευταίες τους ώρες λειτούργησαν κατά τρόπο αντανακλαστικό: η ενέργεια του καθενός επηρέαζε άμεσα τον άλλον. Το γεγονός αυτό της κοινής πορείας των δύο αγίων κάνει και τον υμνογράφο να αντιμετωπίζει τον μαθητή Νέστορα κατά παρόμοιο δοξαστικό τρόπο με τον διδάσκαλο Δημήτριο: ως συμβασιλεύοντα δηλαδή με τον Κύριο. «Αφού φόρεσες πορφύρα, που βάφτηκε από τα ιερά σου αίματα, Νέστορα μακάριε, και κατέχεις στο δεξί σου χέρι σαν σκήπτρο τον Σταυρό, συμβασιλεύεις με τον Χριστό».

Από την άλλη, εξίσου τονίζει ο ποιητής και για τον άγιο Νέστορα  ό,τι αποτελούσε κριτήριο αγιότητος για τον άγιο Δημήτριο, όπως και για κάθε άλλον άγιο: τη μόνιμη επιλογή του θελήματος του Θεού, έστω κι αν απειλείτο και η ίδια η ζωή του: «Ω,  θεοφιλής ψυχή, που δεν υπολόγισες καθόλου τον πρόσκαιρο θάνατο, εξέλεξες όμως να ζεις σύμφωνα με το θέλημα του Κυρίου»! Και βεβαίως, πίσω και από αυτό, υπήρχε η μεγάλη αγάπη προς τον Κύριο του αγίου Νέστορα, απόρροια της θέρμης της στοργής Εκείνου προς τον ίδιο: «Μπήκες μέσα στο στάδιο, ενισχυόμενος από τη θέρμη της αγάπης του Χριστού». Όπως όλοι γνωρίζουμε, όπου υπάρχει η θερμή αγάπη προς τον Χριστό, εκεί υπερβαίνεται ακόμη και ο φόβος του θανάτου.

Δεν είναι δυνατόν όμως ο υμνογράφος να μην επικεντρώσει την προσοχή του στο γεγονός που κατέστησε γνωστό και άγιο τον Νέστορα: την πάλη του με τον Λυαίο και τη νίκη του επ’  αυτού. Τι κάνει όμως; Μας ανοίγει τα πνευματικά μάτια, προκειμένου, μαζί με την αισθητή αυτή νίκη, να δούμε και την παράλληλη πνευματική νίκη του κατά του πονηρού διαβόλου. Κι είναι λογικό: δεν θα μπορούσε να υπερβεί το τεράστιο «τείχος», τον Λυαίο, ο Νέστορας, αν δεν είχε το πνευματικό σθένος από τις νίκες του κατά του Πονηρού: «Συνεπλάκης αισθητά με τον Λυαίο και τον εξολόθρευσες. Και με τις αόρατες λαβές της πάλης υπέταξες και θανάτωσες τον αόρατο Βελίαρ, τον διάβολο».

Με ποιες δυνάμεις όμως κατόρθωσε να καταγάγει τη διπλή αυτή νίκη; Ο υμνογράφος είναι σαφέστατος: Πρώτον, με τη συμμαχία του Χριστού – «την του Θεού αοράτως συμμαχίαν εκέκτησο» - καθώς ήταν ντυμένος την πανοπλία Εκείνου. «Νέστορ αθλητά μακάριε, την πανοπλίαν Χριστού σεαυτώ περιθέμενος». Και δεύτερον, με την ενίσχυση του διδασκάλου και καθοδηγητή του αγίου Δημητρίου, κυρίως μέσω των ενισχυτικών θείων λόγων του και προφανώς των με παρρησία προς τον Θεό υπέρ αυτού προσευχών του. «Λόγοις ενθέοις νευρούμενος, Νέστορ σοφέ αληθώς, Δημητρίου του μάρτυρος». Όπου ο άνθρωπος έχει τον Χριστό παρόντα στη ζωή του και τον πιστό συνάνθρωπο ενισχυτή του, εκεί φανερώνεται η παντοδυναμία του Θεού. Πίστη στον Χριστό, ενότητα πίστεως: τα ανίκητα όπλα των Χριστιανών.

25 Οκτωβρίου 2021

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ο ΜΥΡΟΒΛΗΤΗΣ

«Ο άγιος Δημήτριος έζησε επί των βασιλέων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού. Καταγόταν από την πόλη της Θεσσαλονίκης, ήταν ευσεβής χριστιανός ήδη από τους γονείς του και διδάσκαλος της πίστεως στον Χριστό. Όταν ήλθε ο Μαξιμιανός στη Θεσσαλονίκη, συνελήφθη ο άγιος ως πολύ γνωστός για την ευσέβειά του χριστιανός. Ο βασιλιάς υπερηφανευόταν  για κάποιον άνδρα του, Λυαίο στο όνομα, ο οποίος ήταν τεράστιος στο σώμα και με φοβερή δύναμη,  και παρακινούσε όλους τους κατοίκους της χώρας να βγουν και να τον αντιμετωπίσουν σε μάχη. Κάποιος νεαρός, Χριστιανός στην πίστη, ονόματι Νέστωρ, προσήλθε στον άγιο Δημήτριο, που ήταν φυλακισμένος, και του είπε: Δούλε του Θεού, θέλω να παλέψω με τον Λυαίο∙ προσευχήσου για μένα. Αυτός δε, αφού σφράγισε με το σημείο του Σταυρού το μέτωπο του Νέστορα, του λέγει: «Και τον Λυαίο θα νικήσεις και υπέρ του Χριστού θα μαρτυρήσεις». Πήρε θάρρος ο Νέστωρ από τα λόγια αυτά και αντιμετώπισε τον Λυαίο, με αποτέλεσμα να τον σκοτώσει, ταπεινώνοντας την αλαζονεία του. Για τον λόγο αυτό ο βασιλιάς ντροπιάστηκε, κι όταν ερεύνησε και έμαθε ότι αίτιος της σφαγής του Λυαίου ήταν ο Δημήτριος, διέταξε να πάνε πρώτα  στρατιώτες στη φυλακή του και με λόγχες να του κατατρυπήσουν την πλευρά. Μόλις έγινε αυτό, αμέσως ο άγιος άφησε την ψυχή του, ενώ από τότε άρχισε να κάνει πολλά και παράδοξα θαύματα και ιάσεις. Έπειτα, με τη διαταγή του βασιλιά πάλι, έκοψαν την κεφαλή του αγίου Νέστορα». 

Απορία, έκπληξη, θάμβος, δοξολογία, πλησμονή θείου έρωτα! Οι πρώτες εντυπώσεις που αποκομίζει κανείς ερχόμενος σ’  επαφή με τους ύμνους της Εκκλησίας μας για τον μεγαλομάρτυρα, μυροβλήτη, θαυματουργό άγιο Δημήτριο. Είναι τόσος ο πνευματικός πλούτος του αγίου, ώστε δεν άρκεσε ο υμνογράφος Θεοφάνης με τον κανόνα του, για να υμνολογήσει την όλη βιοτή του Δημητρίου,  αλλά επιστρατεύτηκε και ο άγιος Φιλόθεος, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος  και με δεύτερο κανόνα επικεντρώνει κυρίως την προσοχή μας στη μυροβολία του αγίου.  «Ο δεύτερος κανών, υπόθεσιν έχων εγκωμίων ομού και δεήσεως το ιερόν αυτού μύρον», κατά το διευκρινιστικό σημείωμα του κανόνα αυτού. Μπρος λοιπόν στη θαυμαστή προσωπικότητα του αγίου Δημητρίου, η Εκκλησία μας διά των υμνογράφων νιώθει την ανεπάρκεια επακριβούς εξυμνήσεως των αγώνων και των τιμών που απολαμβάνει ο άγιος εν ουρανοίς. «Ο νους και ο ανθρώπινος λόγος δεν εξαρκούν, Μάρτυς, για να διηγηθούν τις υπερφυσικές τιμές και δόξες, τις οποίες έχεις λάβει».

Και δικαίως. Πώς να εξυμνηθεί σωστά και με ακρίβεια, εκείνος που συμβασιλεύει πια με τον Κύριο του παντός; «Ντυμένος το πορφυρό ρούχο του βασιλιά, λόγω των μαρτυρικών αιμάτων του, κρατώντας στα χέρια αντί σκήπτρου τον σταυρό, συμβασιλεύει πράγματι με τον Χριστό».  Ποιο εγκώμιο μπορεί να είναι υψηλότερο και μεγαλύτερο από αυτό; Κατά συνέπεια, οι ύμνοι τονίζουν ότι η εορτή του αγίου Δημητρίου δεν έχει τοπικό, αλλά παγκόσμιο χαρακτήρα. Κι η παγκοσμιότητα αυτή δεν αναφέρεται στον κόσμο μόνον τούτο, στους πιστούς δηλαδή όλου του κόσμου, αλλά και στους ίδιους τους αγγέλους.  «Στον ουρανό και στη γη σήμερα φάνηκε ως φως αγαλλιάσεως η μνήμη Δημητρίου του Μάρτυρος. Οι άγγελοι τον στεφανώνουν με επαίνους και οι άνθρωποι τον δοξολογούν με άσματα».

Εκεί που ο λυρισμός φθάνει στο απώγειό του είναι με τον κανόνα του αγίου Φιλοθέου, ο οποίος τονίζει, όπως είπαμε, τη μυροβολία του αγίου. Οι εικόνες που επιστρατεύει μας εκπλήσσουν, φανερώνοντας και το μεγαλείο του ίδιου, νηπτικού και ασκητικού Πατέρα κατά τα άλλα, ως σπουδαίου ποιητή. Πώς ερμηνεύει καταρχάς τη μυροβολία του μεγαλομάρτυρα; «Μακάριε Δημήτριε, ο Χριστός σε μάζεψε σαν ώριμο σταφύλι από το θεϊκό αμπέλι. Και σε συνθλίβει στο πατητήρι του Μαρτυρίου. Το γλεύκος, ο χυμός που έρρευσε, το έκανε θεϊκή βρύση του μύρου». Δεν είναι μόνον όμως ο άγιος Φιλόθεος, ο οποίος δοξολογεί τον Κύριο για τη δωρεά του μύρου του αγίου, το οποίο θεραπεύει τις ψυχές και τα σώματα των πιστών. Είναι και άλλος υμνογράφος, ο Γερμανός, ο οποίος και αυτός προβαίνει σε έναν παραλληλισμό σπουδαίας ποιητικής συλλήψεως, προκειμένου να εξηγήσει τη χάρη της μυροβολίας του Δημητρίου και την ενέργεια έτσι των θαυμάτων του: «Αφού λογχεύτηκες στην σεβάσμια και αγνή πλευρά σου,  πανσεβάσμιε Δημήτριε, μιμούμενος τον Κύριο που και Αυτός κρεμάστηκε στον Σταυρό και λογχεύτηκε στην πλευρά για τη σωτηρία όλου του κόσμου, έλαβες την ενέργεια των θαυμάτων, παρέχοντας τις ιάσεις αφθόνως».

Ποια η αιτία όμως της καταπλήσσουσας προσωπικότητας του αγίου Δημητρίου και των θαυμαστών δωρεών που του έδωσε ο Κύριος; Τίποτε περισσότερο από την υπακοή του στο θέλημα του Θεού. Η προτεραιότητα του αγίου Δημητρίου σε όλη τη διάρκεια της ζωής του και κατά το μαρτύριό του ήταν να ευαρεστεί τον Κύριο, φανερώνοντας έτσι ότι υπεράνω όλων λειτουργούσε γι’  αυτόν η αγάπη Εκείνου, έστω και με θυσία της ζωής του. Θέλοντας να ευαρεστείς τον Βασιλέα των αιώνων Χριστό, απομακρύνθηκες από κάθε θέλημα του άνομου βασιλιά, ένδοξε, και δεν θυσίασες στα είδωλα. Γι’  αυτό προσέφερες τον εαυτό σου ως θύμα στον Υιό και Λόγο του Θεού, που θυσιάστηκε  για εμάς, με την άθλησή σου την ακλόνητη». Κι όπως είπαμε: εκείνο που κινούσε τον άγιο Δημήτριο στο να επιλέγει πάντοτε το θέλημα του Θεού, ήταν η σφοδρή σαν φωτιά αγάπη του στον Κύριο: «τω θείω πόθω τον νουν πυρπολούμενος». «Πυρ πόθου θεϊκού εν καρδία δεξάμενος».

Είναι τόσο καίριας σημασίας τούτο, ώστε ο υμνογράφος άγιος Φιλόθεος, προκειμένου να αποδώσει αυτήν την αγάπη του Δημητρίου, δανείζεται εικόνες και σχήματα από το περίφημο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, το «Άσμα Ασμάτων». Όπως δηλαδή εκεί, η νύμφη ψυχή, πυρπολουμένη από αγάπη προς τον Νυμφίο Χριστό, Τον κυνηγά και εκφράζει με ερωτικούς στεναγμούς την αγάπη της, όπως και το αντίστροφο, κατά τον ίδιο τρόπο και εδώ με τον άγιο: διαμείβεται διάλογος αυτού με τον Χριστό, που φανερώνει τον βαθύ έρωτα του αγίου προς Εκείνον, όπως και Εκείνου προς τον άγιο:  «Πού μένεις, νυμφίε μου; Πού έφτιαξες τη σκηνή σου; Φώναζε στον Χριστό ο στεφανωμένος μάρτυρας». «Σήκω, έλα κοντά μου, λέει ο νυμφίος Χριστός, στην ψυχή του Δημητρίου. Ας μπούμε στο σπίτι του μύρου, και ας μεταλάβουμε την οσμή του μύρου μου». «Εγώ λέει ο αγαπώμενος, εγώ, Νυμφίε, τρέχω πίσω σου. Διότι η οσμή των μύρων σου είναι μεγαλύτερη από όλα τα μύρα. Κι αυτή η οσμή σου έκανε το αίμα μου μύρο».

Ένα πια απομένει: να παρακαλέσουμε τον άγιο μεγαλομάρτυρα να μας επισκεφθεί με συμπάθεια. Και να μας βοηθήσει, πρεσβεύοντας στον Κύριο, ώστε να σωθούμε από όλα τα δεινά που περνάμε ως άνθρωποι και έθνος, από τις απειλές των συγχρόνων τυράννων, όπως και από κάθε απειλή αιρετικών. «Έλα, μάρτυς του Χριστού, σε μας, που έχουμε ανάγκη από τη συμπαθή επίσκεψή σου. Και σώσε μας, που πληγωνόμαστε από τις απειλές των τυράννων και από τη φοβερή μανία της αιρέσεως.



Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΘΕΟΥ ΣΤΗΝ Ι. ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Στον Καθεδρικό Ιερό Ναό Αγίας Τριάδος Πειραιώς, Ιερούργησε σήμερα Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2021 ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ, ο οποίος τέλεσε την αρχαιοπρεπή Θεία Λειτουργία που συνέταξε ο Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, πρώτος Επίσκοπος Ιεροσολύμων.

Κατά την διάρκεια του κηρύγματός του ο Σεβασμιώτατος τονίζοντας πως «η Λειτουργία την οποία τελούμε είναι μία απέραντη Ευλογία», επεσήμανε πως «η Λειτουργία αυτή δεν είναι ένα κείμενο μουσειακό που έρχεται από την αρχαιότητα χωρίς καμία θεμελίωση δια Αγίου Πνεύματος. Προβλέπεται και καθιερώνεται από τον 32ο Κανόνα  της Αγίας ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου», συμπληρώνοντας παράλληλα πως το Άγιο Πνεύμα «είναι εκείνο που μας καθιερώνει αυτή την Θεία Λειτουργία  ως έργο του Αγίου Ενδόξου Αποστόλου και Α΄ Επισκόπου Ιεροσολύμων Ιακώβου του Αδελφοθέου».

Αναφέροντας  πως η Εκκλησία μας είναι το σώμα του Χριστού με κεφαλή τον ίδιο τον Κύριό μας, υπογράμμισε ότι «αυτή τη στιγμή μετέχουμε στο γεγονός και το θαύμα της Εκκλησίας που εκτείνεται στην ατελεύτητη αιωνιότητα της ζωής του Θεού».

Σημειώνοντας στοιχεία από τον βίο του Αγίου Ιακώβου, ο οποίος προήδρευσε στην Α΄ Αγία Αποστολική Σύνοδο, τόνισε πως «γεμίζει η καρδιά μας, η ψυχή μας, το σώμα μας από την Ευλογία και τη Χάρη του Παναγίου Πνεύματος που ενέπνευσε τον Άγιο Ιάκωβο», ο οποίος  ως αδελφόθεος «έζησε τον Χριστό», όπως χαρακτηριστικά είπε.

Στη συνέχεια και κάνοντας λόγο για την σημερινή Ευαγγελική περικοπή η οποία περιγράφει το θαύμα της θεραπείας του δαιμονιζομένου, ο Σεβασμιώτατος επεσήμανε πως  το κρίσιμο στοιχείο αυτής της ιερής ιστορίας είναι στην συμπεριφορά των Γεργεσηνών, των κατοίκων οι οποίοι «αντί να μείνουν έκθαμβοι μπροστά στο θαύμα, αντί να απονείμουν δόξα και ευγνωμοσύνη στον Πανάγιο Θεό,  αντί να αισθανθούν δέος και να συγκλονιστεί η καρδιά τους από αυτό το γεγονός, εκείνοι ζήτησαν από τον Χριστό να φύγει μακριά τους, να φύγει από την πόλη τους, να φύγει από την περιοχή τους» «γιατί προτίμησαν το υλικό κέρδος, την πλεονεξία, την αισχρή και άδικη απόκτηση των υλικών αγαθών». «Απομάκρυναν από την πόλη και τις καρδιές τους την πηγή όλων των αγαθών, Εκείνον που είναι ο Δημιουργός των αγαθών. Στερήθηκαν το Χριστό για να συνεχίσουν το αισχρό τους εμπόριο», συμπλήρωσε ο Σεβασμιώτατος.

Τονίζοντας ότι στην σημερινή Ευαγγελική περικοπή παρουσιάζεται ο τρόπος με τον οποίο «οι άνθρωποι αρνούνται το Θεό, όχι γιατί ο Θεός δεν υπάρχει, αλλά γιατί έχουν πάθη τα οποία αμαυρώνουν την όραση του Θεού», επεσήμανε τα τρία μεγάλα πάθη του ανθρώπου: «Εγωισμός, πλεονεξία, σαρκολατρεία. Από αυτά τα τρία, προκύπτουν όλα τα υπόλοιπα πάθη και όλες οι υπόλοιπες κακότητες» ανέφερε ο Σεβασμιώτατος, υπογραμμίζοντας παράλληλα πως για να νικηθούν αυτά τα τρία μεγάλα κακά «η Εκκλησία αντιπροτείνει για την υπέρβασή τους την υπακοή, την ακτημοσύνη και την παρθενία».

«Γι’ αυτό αυτή η περικοπή του Ευαγγελιστού Λουκά είναι τόσο επίκαιρη, γιατί ακριβώς δεικνύει το γιατί ο κόσμος, η οικουμένη, η ζωή μας απομακρύνει τον Χριστό: για τα άνομα και αισχρά μας πάθη», είπε ολοκληρώνοντας το κήρυγμά του ο Σεβασμιώτατος, επισημαίνοντας πως «σε αυτή την δύσκολη ιστορικά συγκύρια καλούμαστε να στραφούμε στον Κύριο και να ζητήσουμε το άπειρο έλεός Του, τη  Χάρη Του, την Ευλογία Του, τον Αγιασμό Του, τη θεραπεία μας από κάθε είδους δαιμονικό περίπαιγμα» αφού κοινωνήσουμε το Σώμα και το Αίμα Του, να γίνουμε μέτοχοι της Θείας Χάριτος.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι κατά την διάρκεια του κηρύγματός του ο Σεβασμιώτατος αναφέρθηκε και στο ζήτημα της πανδημίας από την οποία δοκιμάζεται ολόκληρος ο κόσμος τονίζοντας εμφατικά ότι «μέσω της Θείας Κοινωνίας δεν μεταδίδεται κανενός είδους ασθένεια», υπογραμμίζοντας όμως παράλληλα ότι «εισερχόμενοι στον Ναό δεν αποκτούμε ανοσία, ούτε ότι αίρονται οι φυσικοί νόμοι στο χώρο της Θείας Λατρείας, γι’ αυτό και επιβάλλεται να σεβόμαστε τα πορίσματα της ιατρικής επιστήμης, διότι ο Κύριος μας έδωσε τον αυτοκράτορα νου για να κρίνουμε τα πράγματα».

«Επειδή είμαστε ελεύθεροι, είμαστε και υπεύθυνοι», είπε ο Σεβασμιώτατος αναφέροντας και την εμπειρία που έχει η Εκκλησία μας και «ιδιαίτερα οι λειτουργοί του σώματος της Εκκλησίας, της Ακτίστου Θείας Ενεργείας δια των Αγίων και Ιερών Μυστηρίων». «Είμαστε αψευδείς μάρτυρες διότι καταλύουμε τα Άγια επί έτη μήκιστα και ουδέποτε ασθενήσαμε εξ αυτού», είπε χαρακτηριστικά.

Η ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΤΑ… ΦΤΙΑΣΙΔΙΑ ΤΗΣ!

«Η ταπεινοφροσύνη είναι ανώνυμη χάρη της ψυχής, η οποία μπορεί να ονομαστεί μόνο από όσους την δοκίμασαν εκ πείρας. Είναι ανέκφραστος πλούτος, ονομασία του Θεού, δωρεά του Θεού» (Άγιος Ιωάννης Κλίμακος, λόγ. κε΄ 3).

Θέλει πολλή προσοχή με την αρετή της ταπεινοφροσύνης. Μπορεί να νομίζεις ότι την… κατέχεις, γιατί βλέπεις ίσως ότι είσαι απλός άνθρωπος, μα τελικώς να δουλεύεις στον εγωισμό σου και τον Πονηρό διάβολο! Κι αυτό γιατί η ταπεινοφροσύνη παρουσιάζεται με πολλά  ενδύματα που εξωτερικά και μόνο μοιάζουν μ’ αυτήν. Η ταπεινοσχημία για παράδειγμα και η ταπεινολογία - μία υπόκριση δηλαδή συμπεριφοράς και λόγων που παραπέμπει στην αληθινή εικόνα της - αποτελούν τις συνηθέστερες μορφές διαστροφής της. Δεν είναι τυχαίο γι’ αυτό που ο μέγας Γέρων της εποχής μας όσιος Πορφύριος ο καυσοκαλυβίτης συνήθιζε να λέγει όταν μιλούσε γι’ αυτήν: «να λέτε η  α γ ί α  ταπείνωση, κι όχι απλώς ταπείνωση που μπορεί να είναι και ψεύτικη».

Ακόμη και η αληθινή εικόνα της στη ζωή των αγίων ίσως να μην αποτελεί αυτό που και πράγματι είναι – άλλο κάποια σημάδια της παρουσίας της και άλλο η ίδια η ταπείνωση στον πυρήνα της! Κι αυτό για δύο λόγους: Πρώτον, έχει πολλές διαβαθμίσεις: «άλλο πράγμα είναι το να ταπεινοφρονεί κανείς, και άλλο το να αγωνίζεται να ταπεινοφρονεί, και άλλο το να επαινεί τον ταπεινόφρονα» (18). Δεύτερον, αποτελεί  ένδυμα της ίδιας της θεότητας. Κι αυτό το δεύτερο κυρίως τονίζει ο όσιος: «είναι ανώνυμη χάρη της ψυχής», λέει. Γιατί; Διότι φανερώνει την παρουσία του ίδιου του Θεού μέσα στον άνθρωπο. Του Θεού που υπέρκειται όλων των ονομάτων, γι’ αυτό και είναι ανώνυμος. Όταν μιλάμε λοιπόν για την ταπείνωση, μιλάμε τελικώς για τον ίδιο τον Θεό, ο Οποίος είναι μεν αγάπη, αλλ’ είναι και ταπείνωση. Τα δύο αυτά πάνε αδιάλυτα, γιατί Εκείνος μας τα αποκάλυψε. «Ο Θεός αγάπη εστί», και «μάθετε απ’ ε μ ο ύ  ότι πράος ειμι και ταπεινός τη καρδία». «Αγάπη και ταπείνωση! Ιερό ζεύγος!» θα πει θαυμαστικά και πάλι ο όσιος Ιωάννης (36).

Οπότε μη ψάχνουμε να βρούμε αγάπη, όπως και όποια άλλη αρετή,  όπου ελλείπει η ταπείνωση: δεν υπάρχει. Κι όπου θεωρείται παρούσα αποτελεί υποκρισία και πονηρία! «Βγάλε την ταπείνωση και όλα τα κατορθώματά μας είναι άχρηστα!» (15).

Και το τελικό αποτέλεσμα; Μόλις αρχίζουμε και οσμιζόμαστε την αγία αυτή ταπείνωση, δηλαδή μόλις αρχίζει η ενεργής εμφάνιση του Κυρίου στη ζωή μας, καταπαύουν όλοι οι πειρασμοί! Φυγαδεύεται και ο ίδιος ο δαίμων! Ας θυμηθούμε τον λόγο του οσίου μεγάλου Αντωνίου: «Είδα απλωμένες στη γη όλες τις παγίδες του διαβόλου. Και τρόμαξα και στέναξα και είπα: Ποιος θα τις διέλθει χωρίς να πέσει μέσα; Κι άκουσα φωνή που μου έλεγε: Μόνον ο ταπεινόφρων!»

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΚΑΙ ΝΟΤΑΡΙΟΙ ΜΑΡΚΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΟΣ

«Οι άγιοι Μαρκιανός και Μαρτύριος έζησαν, όταν πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως ήταν  ο άγιος Παύλος ο ομολογητής, μετά την κοίμηση του αγίου Αλεξάνδρου, επί της βασιλείας Κωνσταντίνου του αρειανόφρονος.Ο  άγιος πατριάρχης εξορίστηκε στην Αρμενία και δέχτηκε το μακάριο τέλος από τους Αρειανούς που τον έπνιξαν. Τότε λοιπόν και οι άγιοι Μαρκιανός και Μαρτύριος σκοτώθηκαν με μαχαίρι, λόγω της ορθοδόξου πίστεώς τους, και ετάφησαν στη Μελανδησία πύλη, τοποθεσία του Δευτέρου,  μέσα στην Κωνσταντινούπολη. Τον ναό αυτών των αγίων αργότερα ο άγιος Πατήρ ημών Ιωάννης ο Χρυσόστομος ανήγειρε εκ βάθρων».  

Οι άγιοι Μαρκιανός και Μαρτύριος υπήρξαν μαθητές και ακόλουθοι του διδασκάλου τους, ισαποστόλου και ομολογητού, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως αγίου Παύλου, διδασκάλου όχι μόνον βεβαίως των σήμερα εορταζομένων αγίων, αλλά και της καθολικής Εκκλησίας του Χριστού, διότι αγωνίσθηκε μέχρι θανάτου υπέρ των αληθών δογμάτων της Εκκλησίας, αντιτασσόμενος κατά του αιρεσιάρχη Αρείου, ο οποίος αλλοίωνε την πίστη της αγίας Τριάδος, υποβιβάζοντας τον Κύριο Ιησού Χριστό στο επίπεδο της κτιστότητας.  Οι άγιοι λοιπόν υπεραμύνθηκαν και αυτοί της ορθοδόξου πίστεως, ακολουθώντας επακριβώς τα ίχνη του διδασκάλου τους, που σημαίνει ότι ο αγώνας τους για την ορθοδοξία δεν ήταν μόνον στα λόγια, αλλά πρωτίστως στα έργα και τη ζωή τους. Διότι για την Εκκλησία μας, όπως βεβαίως διατρανώθηκε τούτο και με τον άγιο ομολογητή Παύλο και με τους αγίους μας σήμερα, η ορθόδοξη πίστη δεν εξαντλείται στο επίπεδο των λόγων, αλλά αγκαλιάζει ολόκληρη τη ζωή, δηλαδή η ορθοδοξία είναι αληθινή ορθοδοξία στον βαθμό που είναι και ορθοπραξία, επιβεβαιούμενη πολλές φορές και με το μαρτύριο του αίματος. Κατά τον σοφό και άγιο υμνογράφο  «Με μαρτύριο ολοκληρώσατε τον αγώνα σας, Μάρτυρες Κυρίου, αφού δυναμώσατε την ορθοδοξία με ρωμαλέα διάνοια και τέλειο φρόνημα»∙ «Φανήκατε, Μάρτυρες, οπαδοί των σοφοτάτων δογμάτων του θείου ιερουργού Παύλου, του οποίου τους τρόπους ζωής αφού μιμηθήκατε, αθλήσατε με υπομονή και δύναμη».

Ο υμνογράφος, ως στόμα της Εκκλησίας εν προκειμένω, διαπιστώνει το αυτονόητο για την ορθόδοξη πίστη: ότι συνιστά αυτή το φως και το κάλλος του κόσμου: «στόλισαν οι άγιοι τον κόσμο με το φως της ορθοδοξίας», «γιατί έλαμπαν από την ορθοδοξία με το άγιον Πνεύμα», εν αντιθέσει προς την αίρεση, που είναι η σκοτεινιά, ο σκοτασμός του ανθρώπου, όπως και η διαίρεση και η σύγχυσή του: «Ξεφύγατε εντελώς από τη σκοτεινιά του Αρείου»˙ «κατέστρεψαν οι άγιοι τη διαίρεση του Αρείου και του Νεστορίου, καθώς απομακρύνθηκαν από τη σύγχυση του Σαβέλλιου και του Σεβήρου». Είναι αυτό που έλεγε και ο όσιος  Παΐσιος ο αγιορείτης μεταξύ άλλων, ότι «η ορθοδοξία είναι άρωμα, που όσο κανείς εγκύπτει σ’ αυτήν, τόσο και δυναμώνει το άρωμά της, ενώ η αίρεση είναι η βρωμιά, που όσο κανείς τη σκαλίζει, τόσο και αναδύεται περισσότερο η δυσοσμία της». Αιτία για το ύψος αυτό της ορθοδοξίας είναι το γεγονός ότι αυτή αποτελεί την αλήθεια: κρατά και ζει ανόθευτο τον αποκαλυφθέντα Κύριο, ευρισκόμενη μέσα στην παρουσία του αγίου Πνεύματος. Συνεπώς, η εμμονή στην ορθόδοξη πίστη και ζωή οδηγεί στη ζωή εν Θεώ και Χριστώ, ενώ η απομάκρυνση από την ορθοδοξία οδηγεί τον άνθρωπο στην απώλεια και στα θανατερά δίχτυα του πονηρού διαβόλου.

Θυμάται κανείς στο σημείο αυτό και το περιστατικό που καταγράφεται στο Γεροντικό με τον όσιο αββά Αγάθωνα: «Πειράζοντάς» τον ορισμένοι συνασκητές του, τον έβριζαν με τα χειρότερα λόγια: ότι είναι πόρνος, μοιχός, εγωιστής, γαστρίμαργος, κενόδοξος κλπ. Σε όλες τις «κατηγορίες» ο όσιος δεν αντιδρούσε, αλλά με ταπείνωση τις αποδεχόταν. Εκεί όμως που αντέδρασε με απότομο τρόπο ήταν όταν τον κατηγόρησαν ως αιρετικό. Κι όταν έπειτα, χαμογελώντας, τον ρώτησαν γιατί αντέδρασε μόνο στο τελευταίο είπε: Οι άλλες κατηγορίες μού κάνουν καλό, γιατί με ταπεινώνουν. Η κατηγορία όμως για αίρεση με απομακρύνει από τον ίδιο τον Θεό.

24 Οκτωβρίου 2021

ΘΕΟΛΟΓΙΑ: Η ΔΙΗΓΗΣΗ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΣΙΩΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ!

Ο Κύριος προτρέπει τον πρώην δαιμονισμένο να γυρίσει στο σπίτι του και να διηγείται εκεί και στους γύρω του όσα θαυμαστά του έκανε ο Θεός. Και τι του έκανε; Τον θεράπευσε από ό,τι χειρότερο υπάρχει στον κόσμο: την καταδυναστεία του πονηρού διαβόλου. Διότι ο πονηρός διάβολος ευρισκόμενος ο ίδιος μέσα σε απόλυτη δυστυχία και κόλαση  αυτό έχει ως «χαρά» του: να μεταγγίζει σε κάθε όργανο και υποχείριό του τη δική του τραγική κατάσταση. Κι εδώ έχουμε την απόλυτη ανοησία και τρέλλα: ο διάβολος να έχει καταργηθεί από τον Κύριο και να έχει εξαφανιστεί η δύναμή του, όμως εκείνος να «αναλαμβάνει» και πάλι δυνάμεις από την τροφή που του προσφέρουμε εμείς όταν γινόμαστε θύματά του, όταν δηλαδή αμαρτάνουμε – ο διάβολος «τρέφεται» από τις αμαρτίες μας. Και τρέφοντας βεβαίως τον διάβολο αφήνουμε «νηστικό» και σε «ένδεια» τον Κύριο και Δημιουργό και Ευεργέτη μας Ιησού Χριστό – η συγκλονιστική ερμηνεία του «ἐπείνασα καί οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν» του Κυρίου από τον μεγάλο  Πατέρα ἅγιο Συμεών τον νέο Θεολόγο.

Λοιπόν, ο Κύριος αρνείται στον πρώην δαιμονισμένο να Τον ακολουθήσει στις περιοδείες Του, γιατί του αναθέτει άλλο διακόνημα: τη διήγηση της εμπειρίας του από την επέμβαση σ’ αυτόν της ενέργειας Εκείνου. Κι αυτό συνιστά ένα είδος θεολογίας! Γιατί αυτό είναι η θεολογία ευρύτερα στην Εκκλησία μας. Όχι μία φαντασιακού και διανοητικού τύπου στοχαστική ενέργεια του νου του ανθρώπου που φτιάχνει δικές του εικόνες περί «Θεού», αλλά η διήγηση αυτού που είδε και άκουσε και γεύτηκε και ένιωσε με όλη την ύπαρξή του! «Σας γράφουμε γι’ αυτό που υπήρχε από την αρχή, το οποίο ακούσαμε, είδαμε με τα μάτια μας, παρατηρήσαμε από κοντά και ψηλαφήσαμε με τα χέρια μας, δηλαδή την αιτία της ζωής... Αυτό το οποίο είδαμε και ακούσαμε αναγγέλλουμε και σε σας» (άγιος Ιωάννης Θεολόγος). «Διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός»! Γι’ αυτό και η θεολογία της Εκκλησίας, που θα πει η θεολογία των Αποστόλων και των Πατέρων και των Αγίων της, έχει χαρακτήρα εμπειρικό και είναι μαρτυρία. Μαρτυρία μάλιστα που περικλείει τεράστια δύναμη γιατί συνήθως συνοδεύεται και από το μαρτύριο του αίματος – ομολογεί ο άγιος τον Χριστό και με τα λόγια του, κυρίως όμως με τη θυσιασμένη για χάρη Του ζωή του.

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΑΡΕΘΑΣ ΚΑΙ Η ΣΥΝΟΔΙΑ ΑΥΤΟΥ

«Ο άγιος Αρέθας ήταν ο πρώτος της πόλεως Νεγράς στην Αιθιοπία, επί της βασιλείας του Ιουστίνου, όταν βασίλευαν στην μεν Αιθιοπία ο χριστιανικότατος Ελεσβαάν, στους δε Ομηρίτες κάποιος Εβραίος ονόματι Δουναάν. Η χώρα αυτή από μεν την Αγία Γραφή λέγεται Σαβά, από δε τους Έλληνες Ευδαίμων Αραβία. Ο Ελεσβαάν υπέταξε τον Εβραίο και έβαλε φρουρές στην πόλη του. Επαναστάτησε όμως ο Εβραίος και σκότωσε τους φύλακες, ενώ επιτέθηκε στην πόλη Νεγρά, την οποία πολιόρκησε και υπέταξε, όχι με στρατιωτική δύναμη, αλλά με επιορκίες, με αποτέλεσμα να σκοτώσει όλους τους χριστιανούς κατοίκους της, άνδρες και γυναίκες. Τότε ήταν που ο άγιος Αρέθας αντιστάθηκε με γενναιότητα, αφού προηγουμένως στήριξε όλους στην πίστη  του Χριστού, μολονότι είχε φθάσει στο έσχατο γήρας, ώστε να μη μπορεί ούτε να περπατήσει. Τόση ήταν η σωματική αδυναμία του, ώστε όταν παραδόθηκε για να του κόψουν την κεφαλή, με χαρά οδηγήθηκε στο μαρτύριο βασταζόμενος. Κι αφού του απέκοψαν την κεφαλή, παρέδωσε το πνεύμα στον Κύριο».

Προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι εκείνος ο οποίος ηγείτο στην αντίσταση κατά των Ομηριτών του Εβραίου Δουναάν  ήταν όχι ένας νέος άνδρας, που τη γενναιότητα την έχει ως φυσικό του ιδίωμα, αλλά ένας σεβάσμιος γέροντας, ο οποίος μάλιστα αδυνατούσε και να περπατήσει. «Φυσιολογικά», ο γέρων Αρέθας θα έπρεπε να είναι ο μαζεμένος και ανασφαλής, δεδομένου ότι συνήθως οι προχωρημένοι  στην ηλικία είναι περισσότερο δειλοί, λόγω της αδυναμίας που φέρνει ακριβώς η ηλικία τους. Και όμως! Δεν ήταν η ηλικία στον άγιο Αρέθα το πρόβλημα, διότι το φρόνημά του ήταν νεανικό. Κι αιτία γι’  αυτό το «παράδοξο» ήταν η αγιοπνευματική ζωή του. Ο άγιος Αρέθας διακατεχόταν από την παρουσία του Θεού, ο Οποίος τον ενίσχυε και του έδινε  την εκπλήσσουσα τόλμη του, ώστε και αλείπτης να παρουσιάζεται, δηλαδή ενισχυτής και εμψυχωτής της πίστεως των άλλων, και με χαρά να οδεύει προς το μαρτύριο. Ο υμνογράφος της ακολουθίας του επισημαίνει και τα δύο παραπάνω στοιχεία: και το αξιοσέβαστο δηλαδή της γεροντικής ηλικίας του, αλλά και το τολμηρό του χαρακτήρα του. «Η με θεϊκό φρόνημα πόλις σου, παμμακάριστε Αρέθα, που συγκροτήθηκε από τη δική σου σύνεση, από εσένα δηλαδή που έλαμπες από το σεμνό γήρας, αγωνίστηκε με ανδρειότητα προς τους παράνομους». Κι είναι τούτο μία αλήθεια που δεν πρέπει να μας διαφεύγει: όταν ο άνθρωπος ζει με τον Θεό, όταν νιώθει με αίσθηση καρδίας ότι είναι μέλος Χριστού και έχει επομένως ενεργούσα μέσα του την παρουσία του αγίου Πνεύματος, τότε ανεξάρτητα από ηλικία γίνεται ένας τολμηρός άνθρωπος, ο οποίος διοχετεύει και σε άλλους την τόλμη αυτή. Ο Θεός πάντοτε κρατάει νέο τον άνθρωπο, γιατί η «καρδιά» κάνει κάποιον νέο ή γέρο. Κι είναι τραγικό να βλέπει κανείς αυτό που επεσήμαινε και ο άγιος Γέροντας Παΐσιος: νέους με «γέρικη» καρδιά, με μαραμένο δηλαδή φρόνημα, που έχουν ήδη παραδώσει τα όπλα, πριν καν ξεκινήσουν τη ζωή τους. Διότι ακριβώς έχουν διαγράψει τον Χριστό από την ύπαρξή τους.