Η ιστοσελίδα μετακόμισε!

Ανακατευθύνεστε αυτόματα στη νέα διεύθυνση...

Πατήστε εδώ αν δεν ανακατευθυνθείτε αυτόματα

13 Νοεμβρίου 2021

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Η΄ ΛΟΥΚΑ

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (Λουκ. ι΄  25-37)

Η παραβολή του καλού Σαμαρείτη

«25 Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, νομικός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ ἐκπειράζων αὐτὸν καὶ λέγων· διδάσκαλε, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; 26 ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτόν· ἐν τῷ νόμῳ τί γέγραπται; πῶς ἀναγινώσκεις; 27 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν· 28 εἶπε δὲ αὐτῷ· ὀρθῶς ἀπεκρίθης· τοῦτο ποίει καὶ ζήσῃ. 29 ὁ δὲ θέλων δικαιοῦν ἑαυτὸν εἶπε πρὸς τὸν  Ἰησοῦν· καὶ τίς ἐστί μου πλησίον; 30 ὑπολαβὼν δὲ ὁ  Ἰησοῦς εἶπεν· ἄνθρωπός τις κατέβαινεν ἀπὸ  Ἱερουσαλὴμ εἰς  Ἱεριχώ, καὶ λῃσταῖς περιέπεσεν· οἳ καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν καὶ πληγὰς ἐπιθέντες ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανῆ τυγχάνοντα. 31 κατὰ συγκυρίαν δὲ ἱερεύς τις κατέβαινεν ἐν τῇ ὁδῷ ἐκείνῃ, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἀντιπαρῆλθεν. 32 ὁμοίως δὲ καὶ Λευΐτης γενόμενος κατὰ τὸν τόπον, ἐλθὼν καὶ ἰδὼν ἀντιπαρῆλθε. 33 Σαμαρείτης δέ τις ὁδεύων ἦλθε κατ᾿ αὐτόν, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη, 34 καὶ προσελθὼν κατέδησε τὰ τραύματα αὐτοῦ ἐπιχέων ἔλαιον καὶ οἶνον, ἐπιβιβάσας δὲ αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἴδιον κτῆνος ἤγαγεν αὐτὸν εἰς πανδοχεῖον καὶ ἐπεμελήθη αὐτοῦ· 35 καὶ ἐπὶ τὴν αὔριον ἐξελθών, ἐκβαλὼν δύο δηνάρια ἔδωκε τῷ πανδοχεῖ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἐπιμελήθητι αὐτοῦ, καὶ ὅ,τι ἂν προσδαπανήσῃς, ἐγὼ ἐν τῷ ἐπανέρχεσθαί με ἀποδώσω σοι. 36 τίς οὖν τούτων τῶν τριῶν πλησίον δοκεῖ σοι γεγονέναι τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς λῃστάς; 37 ὁ δὲ εἶπεν· ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ᾿ αὐτοῦ. εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ  Ἰησοῦς· πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως».

Απόδοση στη Νέα Ελληνική

«25 Κάποιος νομοδιδάσκαλος παρουσιάστηκε στον Ιησού, και για να τον φέρει σε δύσκολη θέση, του είπε: "Διδάσκαλε, τι πρέπει να κάνω για να κερδίσω την αιώνια ζωή;"  26 Και ο Ιησούς του είπε: "Ο νόμος τι γράφει;" 27 Εκείνος απάντησε: "Να αγαπάς τον Κύριο, το Θεό σου με όλη την καρδιά σου και με όλη την ψυχή σου, με όλη τη δύναμή σου και με όλο το νου σου· και τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου". 28 "Πολύ σωστά απάντησες", του είπε ο Ιησούς· "Αυτό κάνε και θα ζήσεις". 29 Εκείνος, όμως, θέλοντας να δικαιολογήσει τον εαυτό του, είπε στον Ιησού: "Και ποιός είναι ο πλησίον μου;" 30 Πήρε τότε αφορμή ο Ιησούς και είπε: "Κάποιος άνθρωπος, κατεβαίνοντας από τα Ιεροσόλυμα για την Ιεριχώ, έπεσε πάνω σε ληστές. Αυτοί τον ξεγύμνωσαν, τον τραυμάτισαν και έφυγαν παρατώντας τον μισοπεθαμένο. 31 Έτυχε να κατεβαίνει από εκείνο το δρόμο και κάποιος ιερέας, ο οποίος, παρ΄ όλο που τον είδε, τον προσπέρασε, χωρίς να του δώσει σημασία. 32 Το ίδιο και κάποιος Λευΐτης, που περνούσε από εκείνο το μέρος· κι αυτός, παρ΄ όλο που τον είδε, τον προσπέρασε χωρίς να του δώσει σημασία. 33 Κάποιος όμως Σαμαρείτης που ταξίδευε, ήρθε προς το μέρος του, τον είδε και τον σπλαχνίστηκε. 34 Πήγε κοντά του, άλειψε τις πληγές του με λάδι και κρασί, και τις έδεσε καλά. Μάλιστα τον ανέβασε στο δικό του το ζώο, τον οδήγησε στο πανδοχείο και φρόντισε γι΄ αυτόν. 35 Την άλλη μέρα φεύγοντας, έβγαλε και έδωσε στον πανδοχέα δύο δηνάρια και του είπε: "Φρόντισέ τον, και ό,τι παραπάνω ξοδέψεις, εγώ όταν ξαναπεράσω θα σε πληρώσω". 36 Ποιος, λοιπόν, από αυτούς τους τρεις, κατά τη γνώμη σου αποδείχτηκε "πλησίον" εκείνου που έπεσε στους ληστές;" 37 Κι εκείνος απάντησε: "Αυτός που τον σπλαχνίστηκε". Τότε ο Ιησούς του είπε: "Πήγαινε και να κάνεις και συ το ίδιο"».

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (Α΄Κορ. δ΄ 9-16)

«9 Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς ἡμᾶς τοὺς ἀποστόλους ἐσχάτους ἀπέδειξεν, ὡς ἐπιθανατίους, ὅτι θέατρον ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ, καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀν­θρώ­ποις. 10 ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστόν, ὑμεῖς δὲ φρόνιμοι ἐν Χριστῷ· ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ὑ­μεῖς δὲ ἰσχυροί· ὑμεῖς ἔν­δοξοι, ἡμεῖς δὲ ἄτιμοι. 11 ἄχρι τῆς ἄρτι ὥρας καὶ πεινῶμεν καὶ διψῶμεν καὶ γυμνητεύομεν καὶ κολαφιζόμεθα καὶ ἀστατοῦμεν 12 καὶ κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταῖς ἰδίαις χερσί· λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν, δι­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­ωκόμενοι ἀνεχόμεθα, 13 βλασφημούμενοι παρα­κα­λοῦμεν· ὡς περικαθάρ­ματα τοῦ κόσμου ἐγενή­θημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι. 14 Οὐκ ἐντρέπων ὑμᾶς γρά­φω ταῦτα, ἀλλ᾿ ὡς τέκνα μου ἀγαπητὰ νουθετῶ. 15 ἐὰν γὰρ μυρίους παιδα­γωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ᾿ οὐ πολλοὺς πατέρας· ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα. 16 παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, μιμηταί μου γίνεσθε».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

9 Ἀδελφοί, ὁ Θεός ἐμᾶς τούς Ἀπο­­­­­­­στόλους μᾶς παρουσίασε δημόσια καί στά μάτια ὅλων ὡς τελευταίους, ὡς καταδίκους πού πρόκειται νά θα­­­να­­τωθοῦν. Διότι γίναμε θέαμα σ’ ὅλο τόν κόσμο, καί στούς ἀγγέλους καί στούς ἀνθρώπους. Καί ἀπό τή μιά μᾶς θαυμάζουν οἱ ἐνάρετοι ἄνθρωποι, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη μᾶς περιφρονοῦν καί μᾶς χλευάζουν οἱ ἄλλοι. 10 Ἐμεῖς οἱ Ἀπόστολοι θεωρούμαστε ἀπό τούς ἀπί­στους ἠλίθιοι καί ἀνόητοι γιά τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ· ἐσεῖς ὅμως εἶστε συνετοί ἐν Χριστῷ. Ἐμεῖς εἴμαστε ἀσθε­νεῖς καί καταδιωκόμαστε ἀπό τούς ἀνθρώπους· ἐσεῖς ὅμως εἶστε ἰσχυροί, διότι δέν σᾶς βρῆκε κάποιος πειρασμός. Ἐσεῖς εἶστε ἔνδοξοι, ἐμεῖς ὅμως εἴ­μαστε ἄτι­μοι καί περιφρονημένοι. 11 Μέχρι τήν ὥρα αὐτή πού σᾶς γράφω, καί πεινοῦμε καί ὑποφέρουμε ἀπό δίψα στίς περιοδεῖες μας, καί δέν ἔχουμε ἀρκετά ροῦχα, ὅταν στή μέση τῶν ταξιδιῶν μας μᾶς πιάνει ξαφνικά ὁ χειμώνας· καί δεχόμαστε χτυπήματα καί κακομεταχειρίσεις, καί δέν παραμένουμε μόνιμα πουθενά, ἀλλά διαρκῶς φεύγουμε ἐδῶ κι ἐκεῖ. 12 Καί κοπιάζουμε δουλεύοντας μέ τά ἴδια μας τά χέρια. Τήν ὥρα πού μᾶς βρίζουν ἐκεῖνοι πού ἀπιστοῦν στό Εὐαγγέλιο καί μᾶς περιγελοῦν, ἐμεῖς εὐχόμαστε τό καλό τους. Ἐνῶ μᾶς καταδιώκουν, δείχνουμε ἀνοχή στούς διῶκτες μας. 13 Ἐνῶ μᾶς δυσφημοῦν καί μᾶς συκοφαντοῦν, ἀπαν­τοῦμε μέ λόγια γλυκά καί παρηγορητικά. Σάν καθάρματα καί σκουπίδια τοῦ κόσμου γίναμε, ἀποβρά­σματα ἀκάθαρτα τῆς κοινωνίας στά μάτια ὅλων μέχρι τή στιγμή αὐτή. 14 Δέν θέλω μ’ αὐτά πού σᾶς γράφω νά σᾶς ντροπιάσω, ἀλλά σάν παιδιά μου ἀγαπητά σᾶς συμβουλεύω. 15 Ναί. Σᾶς συμβουλεύω μέ πατρική λαχτάρα καί στοργή. Διότι, ἐάν ἔχετε πάρα πολλούς παιδαγωγούς καί διδασκάλους ἐν Χριστῷ, δέν ἔχετε ὅμως πολλούς πατέρες. Ἕναν καί μόνο πνευματικό πατέρα ἔχετε, ἐμένα. Διότι ἐγώ μέ τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου σᾶς γέννησα πνευματικά, μέ τή χάρη πού μοῦ ἔδωσε ἡ κοινωνία καί ἡ σχέση μου μέ τόν Χριστό. 16 Ἀφοῦ λοιπόν εἶμαι πατέρας σας, σᾶς παρακαλῶ νά γίνεστε μιμητές μου».

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΛΟΥΚΑ

«Εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ ᾽Ιησοῦς· πορεύου καί σύ ποίει ὁμοίως» (Λουκ. 10, 37)

 Αφορμή για τη γνωστή παραβολή του Κυρίου του καλού Σαμαρείτου – την οποία διασώζει μόνον ο εαυγγελιστής Λουκάς - έδωσε ένας νομοδιδάσκαλος, ένας δηλαδή Ιουδαίος θεολόγος, ο οποίος θέλοντας να Τον φέρει σε δύσκολη θέση – «εκπειράζων αυτόν» - Του έθεσε αφενός το θέμα πώς κερδίζεται η αιώνιος ζωή, αφετέρου το θέμα ποιος είναι ο πλησίον του ανθρώπου, όταν αποκαλύφθηκε ότι ερώτησε κάτι που του ήταν ήδη γνωστό. Ο Κύριος δεν δυσανασχετεί και δεν παρεξηγείται  με την «πονηριά» του θεολόγου. Του απαντά με τρόπο κανονικό και σοβαρό, οδηγώντας τον όμως στο σημείο συμφωνίας του με ό,τι ο Ίδιος έλεγε. Η τελική προτροπή Του μάλιστα προς αυτόν δεν του αφήνει κανένα περιθώριο αντίδρασης. «Πορεύου και συ ποίει ομοίως», πήγαινε και κάνε και συ το ίδιο.

 1. Ο Κύριος καταρχάς καλεί σε κινητοποίηση τον νομοδιδάσκαλο, συνεπώς και κάθε άνθρωπο, προκειμένου να πορεύεται στη ζωή του κατά το πρότυπο του καλού Σαμαρείτη. Η προτροπή Του δηλαδή δεν αφήνει υποψία εφησυχασμού του ανθρώπου, αδράνειας ή περιδίνησης μέσα στα δικά του πάθη. Ο εφησυχασμός και  η αδράνεια δεν σχετίζονται με αυτό που συνιστά θέλημα του Θεού, διότι φανερώνουν καταστάσεις που αλλοιώνουν τη φυσιολογία του ανθρώπου, την κατ’  εικόνα Θεού δηλαδή δημιουργία του. Ο άνθρωπος είναι κίνηση, ενέργεια, πορεία προς τα εμπρός, δημιουργία. Αν υπάρχουν τόσοι συνάνθρωποί μας που δυστυχώς ταλαιπωρούνται από ψυχολογικά κυρίως προβλήματα, είναι γιατί έπεσαν στην παγίδα της στασιμότητάς τους και της ανακύκλωσης των ίδιων πάντοτε παθών τους, κυρίως δε των λογισμών τους. Σαν να λειτουργούν, με άλλα λόγια, μ’ έναν τρόπο «αυτιστικό», περιφερόμενοι αδιάκοπα γύρω από το κέντρο του εαυτού τους. Ο Κύριος λοιπόν στο πρόσωπο του νομοδιδασκάλου καλεί όλους τους ανθρώπους σε πορεία προς τα εμπρός, χωρίς να στρέφονται προς τα οπίσω.

2. Η πορεία αυτή δεν είναι ανεξέλεγκτη και άσκοπη. Δεν καταξιώνεται ο άνθρωπος απλώς με το να πορεύεται, αλλά να πορεύεται σωστά. Και το σωστά σημαίνει: κατά το πρότυπο που προβάλλει η παραβολή ως δικαιωμένο από τον Θεό τρόπο ζωής, δηλαδή του καλού Σαμαρείτη. «Πορεύου και συ ποίει ομοίως». Ομοίως όχι με τον τρόπο  του ιερέα ή του λευίτη, των ιερωμένων του Ιουδαϊσμού, διότι ο τρόπος αυτός καταδικάστηκε και από τον ίδιο τον νομοδιδάσκαλο: είναι ο τρόπος του εγωισμού, της προτεραιότητας των προσωπικών συμφερόντων έναντι των πραγματικών αναγκών του συνανθρώπου, της προτεραιότητας ακόμη και μιας θρησκευτικής αποστολής έναντι του άλλου – δεν αρνείται κανείς ότι μπορεί οι συγκεκριμένοι ιερωμένοι να βρίσκονταν και σε μια τέτοια αποστολή. Το ομοίως λοιπόν είναι με τον τρόπο ζωής του Σαμαρείτη. Αυτός είναι που επαινείται  και θεωρείται ότι βρήκε την οδό της αιώνιας ζωής. Και ποιο είναι το γνώρισμα της οδού αυτής; Όπως αναγκάζεται να το ομολογήσει και ο νομοδιδάσκαλος: «ο ποιήσας το έλεος μετ’  αυτού». Σωστός δηλαδή τρόπος που δικαιώνεται από τον Θεό είναι η αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Όπως τίθεται στην παραβολή, η αγάπη αυτή συνιστά μονόδρομο: έξω από την αγάπη ο άνθρωπος χάνεται σε δρόμους που τον απομακρύνουν από τη σχέση του με τον Θεό. Κι αυτό θα πει∙ για να βρω τον Θεό: «την αιώνιον ζωήν», πρέπει να βρω τον συνάνθρωπό μου: να ποιώ «έλεος μετ’  αυτού».

3. Ο προσδιορισμός της αγάπης προς τον συνάνθρωπο, ως της απόλυτης καθοριστικής προϋπόθεσης για την αιώνια ζωή, απαιτεί, κατά την παραβολή, τρεις διευκρινίσεις:

(1) ο άλλος, ο πλησίον, δεν είναι ο άνθρωπος που ανήκει σε μία συγκεκριμένη ομάδα, κατά τον καταδικασμένο τύπο της Ιουδαϊκής εκδοχής: των Φαρισαίων για παράδειγμα που θεωρούσαν πλησίον μόνον τους γνώστες του ιουδαϊκού νόμου, άρα έθεταν εκτός της έννοιας αυτής τους φτωχούς και αγραμμάτους, ή των Εσσαίων, που θεωρούσαν πλησίον μόνον τους ανήκοντες στην κοινότητά τους, ή ακόμη και των απλών Ιουδαίων, που απέρριπταν την έννοια του πλησίον για τους μη Ιουδαίους. Πλησίον, κατά το πρότυπο του Σαμαρείτη, είναι ο κάθε συνάνθρωπος, ανεξαρτήτως φυλής, θρησκείας ή κοινωνικής τάξεως, διότι ο ίδιος ο άνθρωπος που αγαπά γίνεται πλησίον του άλλου. Απόδειξη τούτου είναι το γεγονός ότι ο Κύριος αντιστρέφει το ερώτημα του νομοδιδασκάλου: από την παθητική διατύπωσή του -  «τις εστί μου πλησίον;» - το θέτει με ενεργητική διάθεση – «γεγονέναι πλησίον». Εγώ να γίνομαι πλησίον του άλλου.

(2) Η αγάπη έτσι προς τον οποιονδήποτε συνάνθρωπο έχει το γνώρισμα της θυσίας. Μπροστά στην ανάγκη του άλλου, το θέλημα του Θεού απαιτεί προσωπική στάση, απώλεια ίσως του χρόνου μας, της άνεσής μας και των δικών μας αναγκαίων μέσων, προσφορά των χρημάτων μας, έγνοια διαρκή. Ό,τι δηλαδή επέδειξε ο Σαμαρείτης. Πρόκειται για την αληθινή αγάπη, για την οποία μίλησε ο Κύριος και με λόγο σαφή, εκτός των παραβολών: «Αύτη εστίν η εντολή η εμή, ίνα αγαπάτε αλλλήλους. Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού». Είναι η αγάπη που έζησε ο Ίδιος και που Τον ανέβασε στον Σταυρό, γεγονός που τονίζεται και από την αλληγορική ερμηνεία της παραβολής, σύμφωνα με την οποία ο Σαμαρείτης είναι ο ίδιος ο Χριστός.

 (3) Αυτονοήτως, η αγάπη, με τα παραπάνω δεδομένα, δεν είναι θεωρία και λόγια, αλλά πράξη. «Ο ποιήσας το έλεος μετ’  αυτού» λέει. Και: «πορεύου και συ  π ο  ί ε ι  ομοίως». Όσο κανείς μένει σε λόγια, ακόμη και σε μία πραγματική καλή διάθεση, δεν έχει αγγίξει την αγάπη που δικαιώνει. «Ου πας ο λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την βασιλείαν του Θεού, αλλ’  ο ποιών το θέλημα του πατρός μου του εν ουρανοίς».

4.  Η αγάπη όμως προς τον συνάνθρωπο που δικαιώνει αυτόν που την ασκεί, είναι, σύμφωνα με το ευαγγελικό ανάγνωσμα, άμεσα συνδεδεμένη και με την αγάπη προς τον Θεό. Ο Κύριος χαρακτήρισε ορθή την απάντηση του νομοδιδασκάλου, όταν ανέφερε την πεμπτουσία του λόγου του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη: «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου, εξ όλης της καρδίας σου, εξ όλης της ψυχής σου, εξ όλης της ισχύος σου και  εξ όλης της διανοίας σου, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Δηλαδή, η αγάπη έχει διπλή διάσταση: προς τον Θεό και προς τον συνάνθρωπο. Και ο Ίδιος έτσι τοποθέτησε τα πράγματα: «Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε», είπε. Κι επειδή η κύρια εντολή Του είναι το «αγαπάτε αλλήλους», άρα αγαπάμε τον Χριστό, εάν αγαπάμε και τους άλλους, όπως και αγαπάμε τους άλλους, εάν αγαπάμε τον Χριστό. Μονομερής ακολουθία της αγάπης, επιλογή της μιας από την άλλη, σημαίνει διαστροφή και των δύο. Είναι τόσο καίριας σημασίας τούτο, ώστε ο ίδιος ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος σημειώνει ότι «όποιος ισχυρίζεται ότι αγαπά τον Θεό και μισεί τον συνάνθρωπό του, είναι ψεύτης». Όπως και το αντίστροφο: «αγαπάμε τον συνάνθρωπο, όταν αγαπάμε τον Θεό και τηρούμε τις εντολές Του».

 Η παραβολή του καλού Σαμαρείτη απαιτεί προς αποδοχή της γενναιότητα ψυχής και απόφαση υπακοής μέχρι θανάτου. Μελετώντας την βεβαιώνουμε δυστυχώς την πνευματική μας γύμνια. Διότι συνήθως τι διαπιστώνουμε στη ζωή των περισσοτέρων μας; Την ακολουθία ενός εύκολου και βολεμένου χριστιανισμού, που έχει ως πρότυπο μάλλον τον τρόπο ζωής του ιερέα και του λευίτη παρά του Σαμαρείτη. Ο Κύριος δεν θέλει κάτι από τη ζωή μας. Θέλει ολόκληρη τη ζωή μας. Μας έδωσε και μας δίνει τη δική Του, κυρίως μέσω του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, κομματιάζεται από αγάπη για εμάς, και ζητεί αντίστοιχο τρόπο ζωής. Η συμπεριφορά Του, όπως καταφαίνεται με κρυστάλλινο τρόπο στη συμπεριφορά του Σαμαρείτη, δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Πόσοι άραγε αντέχουμε να είμαστε αληθινοί χριστιανοί; Πόσοι, τουλάχιστον,  όταν βλέπουμε τη μικρότητά μας, στρεφόμαστε μέσα μας και κλαίμε για την κατάντια μας; Πώς χωρίς έλεος προς τους άλλους μπορούμε έστω και να ζητάμε το έλεος του Θεού για εμάς;

12 Νοεμβρίου 2021

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

«Αυτός ο μέγας φωστήρας και θερμός Διδάσκαλος της οικουμένης, ήταν από τη μεγάλη πόλη της Αντιοχείας, με πατέρα τον Σεκούνδο που ήταν στρατηλάτης, και μητέρα την Ανθούσα, οι οποίοι και οι δύο ήταν ευσεβείς και πιστοί στον Χριστό. Από την αρχή του βίου του απέκτησε μεγάλο έρωτα για τα γράμματα. Με τη σπουδή του λοιπόν σ’ αυτά και με την οξύτητα της φύσεώς του, ασχολήθηκε με όλη την ελληνική παιδεία, φοιτώντας πρώτα κοντά στον Λιβάνιο και τον Ανδραγάθιο, τους δασκάλους του  στην Αντιόχεια, και έπειτα και στους Αθηναίους δασκάλους. Αφού μελέτησε καλά τις Γραφές των Ελλήνων και των Χριστιανών κι έφτασε στο ακρότατο όριο των γνώσεών τους, κι αφού κόσμησε τον βίο του με την αγνότητα και την πνευματική καθαρότητα, εισήλθε στο κληρικό σχήμα  από τον άγιο Μελέτιο Αντιοχείας, διάκονος όμως και πρεσβύτερος χειροτονήθηκε από τον Φλαβιανό. Συνέταξε πολλούς λόγους, που δεν μπορούν να αριθμηθούν, και για τη μετάνοια και για την περί τα ήθη κατάσταση, όπως και ερμήνευσε όλη τη θεόπνευστη Γραφή. Όταν μάλιστα ο Νεκτάριος ο Πρόεδρος της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως απέθανε, μεταπέμφθηκε, με την ψήφο των Επισκόπων και την εντολή του βασιλιά Αρκαδίου, από την Αντιόχεια και καταστάθηκε Αρχιερέας της Βασιλίδος πόλεως, αφού δέχτηκε κανονικά την χειροτονία. Από τότε αύξησε ακόμη περισσότερο τη σπουδή του στις ερμηνείες της Γραφής και τη διδασκαλία του, με την οποία οδήγησε σε θεογνωσία και μετάνοια πολλούς. Ήταν τόσο ασκητικός και εγκρατής, ώστε μόλις και έτρωγε λίγο χυλό από κριθάρι, όπως και κοιμόταν ελάχιστα. Ο ελάχιστος ύπνος του γινόταν όχι σε κρεβάτι, αλλά σε όρθια στάση, καθώς βασταζόταν από κάποια σχοινιά, κι όταν τα γόνατά του λύγιζαν, καθόταν για λίγο.  Ως προς την ασχολία του με τη φιλανθρωπία προς τους αναγκεμένους ανθρώπους και όλους τους άλλους, έγινε παράδειγμα σ’ αυτό. Γι’  αυτό και στους λόγους του δίδασκε να είμαστε φιλάνθρωποι και να απέχουμε από την πλεονεξία. Για όλα αυτά, συγκρούστηκε πρώτα με τη βασίλισσα Ευδοξία και έγινε μισητός. Διότι η βασίλισσα άρπαξε το αμπέλι κάποιας χήρας, και η χήρα φώναζε απελπισμένα ζητώντας το δικό της. Ο άγιος λοιπόν συμβούλευε την Ευδοξία να μην κατέχει το ξένο. Κι επειδή η βασίλισσα δεν πειθόταν, την έλεγχε αυστηρά και την στηλίτευε, σύμφωνα με το παράδειγμα της ειδωλολάτρισσας βασίλισσας του Ισραήλ Ιεζάβελ. Αυτή τότε έγινε σαν θηρίο, και κρατώντας σθεναρά το αμπέλι, τον εξορίζει από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο, την πρώτη φορά με δική της διαταγή, την δε δεύτερη με την ψήφο Επισκόπων, οι οποίοι ζούσαν μάλλον με τις διασυνδέσεις των ισχυρών, παρά με την ορθόδοξη πίστη.  Στη συνέχεια πάλι αποκαταστάθηκε στον θρόνο του. Τέλος ο άγιος αφού για τελευταία φορά εξορίστηκε στην Κουκουσό της Αρμενίας και πέρασε πολλές θλίψεις, παρέθεσε την τίμια ψυχή του στον Κύριο. Όπως δε η κατ’  αυτόν ιστορία δηλώνει, μετά την κάθοδό του από τον θρόνο και την εξορία, αυτοί που συνήργησαν στην εξορία του, έπεσαν σε φοβερές και διάφορες αρρώστιες, ώστε να χάσουν τη ζωή τους, με πρώτη την Ευδοξία, διότι αυτή πρώτη ανόμησε κι έγινε πρόξενος απωλείας και των επισκόπων. Λένε δε ότι μετά το τέλος της Ευδοξίας, προκειμένου να ελεγχθεί η αδικία προς τον άγιο Χρυσόστομο, η λάρνακα στην οποία κατατέθηκε, κινιόταν για τριάντα δύο χρόνια. Κι όταν έγινε η ανακομιδή του τιμίου λειψάνου του αγίου και αποτέθηκε εκεί που είναι τώρα, σταμάτησε ο κλονισμός και η κίνηση».

Αν το χρυσάφι είναι από τα πιο πολύτιμα μέταλλα που δεν χάνει ποτέ την αξία του, τότε αντιστοίχως ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, κατά τον υμνογράφο του, θεωρείται ίσως ο πολυτιμότερος όλων των ανθρώπων, διότι ρέει χρυσάφι και από την ψυχή και από το σώμα του. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά και χρυσώνει τα πάντα με τα λόγια του, σαν τον παλαιό εκείνον  Μίδα, που ό,τι έπιανε γινόταν χρυσός. «Χρυσόρρυτον έχων την τε ψυχήν και το σώμα πανόλβιε∙ και πάντα διαχρυσώσας τοις λόγοις σου». Εννοείται βεβαίως ότι το χρυσάφι αυτό, για το οποίο κάνει λόγο ο υμνογράφος, θεωρείται από πλευράς πνευματικής, προκειμένου να τονίσει το πνευματικό ύψος του αγίου και τη δύναμη των λόγων του, ενώ του δίνει την ευκαιρία να εκφραστεί με τέτοιο ποιητικό τρόπο η ίδια η προσωνυμία του αγίου: Χρυσόστομος. Τι συγκεκριμένα θέλει να τονίσει ο εκκλησιαστικός ποιητής; Ευρισκόμενος καταρχάς σε αδυναμία να υμνήσει πρεπόντως τον άγιο Ιωάννη κατανοεί ότι πρόκειται περί ανθρώπου, ο οποίος πέραν της αγιωτάτης ζωής του εξέφραζε με απόλυτη σαφήνεια τον λόγο του Θεού και τα δόγματα της Εκκλησίας: «Χαίροις (Ιωάννη)…θεολογίας υψηλής η ακρίβεια∙ η σαφήνεια των Γραφών των του Πνεύματος». Κι αυτό διότι «κατέμαθε την σοφίαν εξ ύψους και την χάριν των λόγων παρά Θεού», που σημαίνει ζούσε ως «σκεύος Θεού», «ζώντας πάντοτε μέσα στο φως Εκείνου».

Δεν μπορεί να μιλήσει κανείς για τον άγιο Ιωάννη, χωρίς όχι απλώς να σημειώσει, αλλά να κραυγάσει το πάθος και την αγάπη που είχε για τις άγιες Γραφές της Εκκλησίας μας. Ήταν εκείνος ο άγιος, που κυριολεκτικά νυχθημερόν ανέπνεε με τον λόγο του Θεού, τον οποίο ερμήνευσε καθ’  ολοκληρίαν και κατά μοναδικό πράγματι τρόπο, ώστε να μπορεί να χαρακτηρίζεται και ως «ο ερμηνευτής» της Εκκλησίας, ως «ο λειμών των λόγων των θεοπνεύστων Γραφών», του οποίου «οι σιαγόνες είναι γεμάτες, σαν φιάλες ενθέων αρωμάτων». Κατεξοχήν αγάπησε τον άγιο απόστολο Παύλο, στου οποίου τις επιστολές εμβάθυνε τόσο, ώστε θεωρείται ότι ο ίδιος ο απόστολος τον καθοδηγούσε στην ερμηνεία τους, κάτι που καταφαίνεται και από την ωραιότατη εικόνα του, που τον απεικονίζει γράφοντα, ενώ έχει δίπλα από το αυτί του τον άγιο Παύλο να του υπαγορεύει τις ορθές σημασίες των λόγων του. Κι όμως!  Ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος του κανόνα του αγίου Χρυσοστόμου,  δεν επικεντρώνει σ’ αυτό. Υμνολογεί τον έρωτα του αγίου προς τις άγιες Γραφές, δεν αναφέρεται όμως στην ιδιαίτερη σχέση του με τον απόστολο Παύλο, πλην ενός στίχου του, που παραπέμπει στον μεγάλο απόστολο: «Νουν συ Χριστού πεπλουτηκώς» καταγράφει. Ο άγιος Χρυσόστομος απέκτησε πλούσια τον νου του Χριστού, όπως ο απόστολος Παύλος ομολογεί ότι και εκείνος έχει «νουν Χριστού».

Πλήρης αγίου Πνεύματος ο άγιος Χρυσόστομος, με την αδιάκοπη σπουδή του στις άγιες Γραφές, σπουδή που συνδυαζόταν με την πράξη της εφαρμογής – είναι αυτός που τονίζει ότι δεν πρέπει να προχωράμε στην ανάγνωση των λόγων των Γραφών, χωρίς να θέτουμε κάθε φορά το ερώτημα αν τους έχουμε τηρήσει – έγινε ο θερμότερος κήρυκας της αγάπης του Θεού, που καλεί τον άνθρωπο σε μετάνοια. Δεν είναι δυνατόν άνθρωπος που μελετά την Γραφή, με ορθό όμως τρόπο, δηλαδή μέσα στο φως της εκκλησιαστικής παράδοσης και έμπρακτα, να μη κηρύσσει αυτό που διαλαλεί η Γραφή: την αγάπη του Θεού, σαρκωμένη και σταυρωμένη στο πρόσωπο του Χριστού, την οποία αποδεχόμενος ο άνθρωπος αλλάζει τρόπο ζωής.  Ο άγιος Χρυσόστομος, σε σημείο μάλιστα υπερβολής, παρουσιάζεται ακριβώς ως «της μετανοίας κήρυξ ο ένθεος» και των «αμαρτωλών εγγυητής».  «Συ κήρυξες την ευσπλαχνία του Θεού, εκθέτοντας τους τρόπους της μετάνοιας». Κι αλλού: «Φάνηκες να εγγυάσαι τη σωτηρία σ’ αυτούς που μετανοούν θερμά, γιατί  είσαι μυημένος στην άβυσσο της χρηστότητας και της ευσπλαχνίας του Θεού».

Κι είναι τούτο κάτι που πρέπει να εξαγγέλλεται συχνά πυκνά: η μετάνοια που κηρύσσει η Εκκλησία μας, η μετάνοια που κηρύσσει συνεπώς και ο άγιος Χρυσόστομος, δεν θεωρείται το αποτέλεσμα ενός φόβου και μιας απειλής μπροστά σε ένα Θεό «μπαμπούλα». Μία τέτοια κατανόηση της μετανοίας έχουμε ίσως στην Παλαιά Διαθήκη. Εκεί οι προφήτες καλούν σε μετάνοια, ενόψει μιας επερχόμενης καταστροφής. Μετά τον ερχομό του Κυρίου, η μετάνοια έρχεται ως το αποτέλεσμα της συναίσθησης ότι ο Θεός μάς αγαπά και ότι μακριά Του η ζωή είναι κυριολεκτικά κόλαση και καταστροφή. Όπως το βλέπουμε και στην παραβολή του ασώτου. Αυτό ακριβώς διακηρύσσει και ο άγιος Ιωάννης. Ας επιμείνουμε ακόμη, με την καταγραφή του αγίου υμνογράφου: «Χαίρε άγιε, σύ που είσαι η γλώσσα που υποδεικνύεις σε εμάς τους ποικίλους τρόπους της μετανοίας φιλανθρώπως». Όχι ένας, αλλά πολλοί οι τρόποι της μετάνοιας, όχι με απειλή, αλλά με την αγάπη ο άνθρωπος οδηγείται σε αυτήν.

Τον άγιο Χρυσόστομο δεν μπορούμε να τον παραβλέψουμε. Δεν μπορούμε να περιφρονήσουμε τα λόγια του, γιατί τα υπομνημάτισε με την αγία ζωή του. Ό,τι έλεγε, το έπραττε. Δοκιμάστηκε ο ίδιος σαν το χρυσάφι στο καμίνι με τους πειρασμούς που υπέστη, όταν μάλιστα είχε να αντιμετωπίσει και την έχθρα των «συναδέλφων» του επισκόπων και της παραφροσύνη της βασίλισσας. Και  βγήκε νικητής. Και πρεσβεύει στον Θεό για εμάς, τον Θεό για τον Οποίο αγωνίστηκε ζέων τω πνεύματι. Το δοξαστικό των καθισμάτων του όρθρου, μετά τον πολυέλεο, είναι αριστουργηματικό: «Ούτε η έχθρα της συνόδου (των επισκόπων) που ήταν έξω από τον νόμο του Θεού ούτε το μίσος της βασίλισσας που ήταν παράφρων έσβησαν τις αρετές σου, Πάτερ. Αλλά αφού δοκιμάστηκες σαν χρυσάφι στη φωτιά των πειρασμών, παρακαλείς αδιάκοπα την αγία Τριάδα, για την οποία αγωνίστηκες γεμάτος με θερμότητα πνεύματος».

ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ: "Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΙΛΟΣ ΣΕ ΜΟΛΙΣ ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΕΚΛΕΙΣΕ ΕΝΑ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΣΥΜΠΑΝ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ"!

Στην Ακολουθία του Εσπερινού που τελέστηκε στον πανηγυρίζοντα Ιερό Ναό Αγίου Νείλου Πειραιώς, «ο όποιος είναι μοναδικός σε ολόκληρη την Ορθόδοξη Αγία μας Εκκλησία», χοροστάτησε σήμερα Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2021 ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς κ.Σεραφείμ.

Κατά την διάρκεια του κηρύγματός του ο Σεβασμιώτατος έθεσε «ένα υπαρξιακό, κολοσσιαίο, τεράστιο ερώτημα: μπορεί ο άνθρωπος μέσα σε λίγα χρόνια, σε λίγο καιρό, σε λίγες στιγμές, να εγκλείσει, να περικλείσει, μία ατελεύτητη αιωνιότητα; Και ακόμη ποιος είναι ο σκοπός της ζωής;»

Ακολούθως τόνισε ότι σε αυτά τα ερωτήματα έρχεται να απαντήσει με ένα τρόπο συγκλονιστικό ο Άγιος Νείλος, «ο κατά κόσμον Νικόλαος Τερζάκης που γεννήθηκε ακριβώς το 1601 στο χωριό Άγιος Πέτρος Κυνουρίας της Πελοποννήσου μας».

«Μέσα σε μόλις πενήντα χρόνια έκλεισε ένα ολόκληρο σύμπαν και μία ατελεύτητη αιωνιότητα. Και αν και πέρασαν από τότε τέσσερις ολόκληροι αιώνες, ιδού εκείνος είναι παρών» ανέφερε ο Σεβασμιώτατος, συμπληρώνοντας πως με τα χαριτόβρυτα Ιερά Λείψανά του τα οποία μυροβλύζουν, «αποδεικνύει ότι ο άνθρωπος δεν έχει όριο στον παρόντα κόσμο, αλλά η ανθρωπίνη ψυχή υπερβαίνει το θάνατο και εισέρχεται  στην αιώνια πραγματικότητα», όπου «εκεί υπάρχει μόνο η άπλετος φωτοχυσία της Θείας παρουσίας και αγάπης», υπογράμμισε.

Επισημαίνοντας πως σε αυτά τα πενήντα χρόνια ο Άγιος Νείλος «ενέκλεισε όλο το άρωμα της ζωής του», αναφέρθηκε σε σημαντικούς σταθμούς του βίου του καταλήγοντας στο 1651 έτος κατά το οποίο ο Άγιος κοιμήθηκε. «Αλλά ιδού το θαύμα!», συμπλήρωσε. «Μέσα απο αυτό το πονεμένο και ασκητικό σώμα ανέβλυσαν κρουνοί μύρου». «Αυτός ο άνθρωπος σε πενήντα μόλις χρόνια γήινης παρουσίας, έκλεισε όλον τον παράδεισο, κέρδισε όλη την αιωνιότητα, απέκτησε όλον τον θησαυρόν, γέμισε τη ζωή του με όλον τον Πανάγιον Θεόν. Επέτυχε τελικά του σκοπού της υπάρξεως, αξιώθηκε να υπερβεί όλα τα κτιστά και τα εφήμερα… και έγινε ο Όσιος και Θεοφόρος Νείλος».

«Καλούμεθα στον 21ο αιώνα να απαντήσουμε στα δικά μας υπαρξιακά εναγώνια ερωτηματικά», είπε στην συνέχεια του κηρύγματός ο Σεβασμιώτατος, υπογραμμίζοντας παράλληλα πως «μας βαραίνει η στιγμή, η ώρα, η πανδημία, ο θάνατος, η ακαταστασία των ανθρώπων, η αντιπαλότητα, η αντινομία, η σύγχυση, η μεγάλη αδιακρισία, ο ευτελισμός του ενός από τον άλλον, ο πόλεμος που έσπειρε διχόνοια και ακαταστασία σκέψεως». «Καλούμεθα» σημείωσε αναφερόμενος στο παράδειγμα του Αγίου Νείλου, «να αντλήσουμε φως από αυτά τα πενήντα χρόνια αγώνος που έζησαν στην Παναγιά της Μαλέβη, στον Άγιο Πέτρο Κυνουρίας και στο Άγιον Όρος».

«Έχουμε κληθεί να γίνουμε μεγάλοι», είπε σε άλλο σημείο του κηρύγματός του, επισημαίνοντας πως «οι ώρες είναι πραγματικά σκληρές, αλλά όπως ο Άγιος Νείλος μας χαρίζει την ευλογία, μπορούμε στα λίγα χρόνια αυτής της ζωής… να απολαύσουμε την βεβαιότητα της αιωνιότητος».

Σημειώνοντας πως «η ζωή με τον Θεόν είναι κοινωνία προσώπων», κατέληξε λέγοντας πως «αυτό βίωσε ο Όσιος Νείλος, αυτό κηρύσσει τώρα τέσσερις αιώνες, αυτό μας προσφέρει απόψε. Αυτό ταπεινά, πατρικά, φιλάδελφα ικετεύω να προσλάβετε, γιατί είναι η μόνη δύναμη να νικήσετε κάθε πειρασμό, κάθε θάνατο, κάθε ασθένεια, κάθε αδυναμία κάθε μικρότητα».

(Από το ιστολόγιο της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς)



Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΝΑ ΠΝΙΓΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΣΤΟ ΚΟΛΥΜΒΙ!

«Είναι επικίνδυνο να κολυμβά κανείς με τα ρούχα του· ομοίως και το να εγγίζει τη θεολογία, ενώ έχει πάθη» (Άγιος Ιωάννης Κλίμακος, λόγ. κζ΄, α΄, 9).

Το καταλαβαίνουμε αμέσως όλοι: το κολύμπι με τα ρούχα είναι εξαιρετικά επικίνδυνο, γιατί πέρα από το ότι δεν υπάρχει η ελευθερία κινήσεων, τα ρούχα καθώς διαποτίζονται από το νερό μάς σπρώχνουν προς τον βυθό. Το ίδιο όμως λέει ο όσιος συμβαίνει και μ’ εκείνον που εγγίζει τη θεολογία, δηλαδή ασχολείται και μιλάει για θεολογικά θέματα, ενώ ακόμη βρίσκεται σε κατάσταση εμπαθή. Γιατί αυτό; Διότι όπως εξηγεί ο ίδιος «ο βυθός των δογμάτων είναι βαθύς» - τα δόγματα (αυτά είναι κυρίως η θεολογία) αναφέρονται στον ίδιο τον Τριαδικό Θεό και στον Κύριό μας Ιησού Χριστό: τη διπλή Του φύση, αλλ’ όχι την υπόστασή Του. Και πώς τα ξέρουμε; Μα από την αποκάλυψη του Ίδιου του Κυρίου: Εκείνος ήλθε, μας τα φανέρωσε και μας τα εξήγησε. «Εκείνος εξηγήσατο». Χωρίς την αποκάλυψη του Υιού και Λόγου του Θεού περί του Ιδίου του Θεού – και τα πρώτα σπέρματα αυτής στην Παλαιά Διαθήκη - με ποια δύναμη θα μπορούσαμε οι άνθρωποι, και μάλιστα ευρισκόμενοι στην κατάσταση της πτώσης στην αμαρτία, να κατανοήσουμε τη θεότητα; Στην κατάσταση αυτή ο άνθρωπος το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να δημιουργεί είδωλα, πλάσματα δηλαδή της πλανεμένης φαντασίας του! Και αυτό έχει δείξει μέχρι τώρα η ανθρώπινη ιστορία.

Τα δόγματα λοιπόν είναι αποκαλυμμένες αλήθειες, οι οποίες μας βγάζουν από την άγνοια και μας προσανατολίζουν στην αλήθεια. Κι αυτά αποτελούν τον πλούτο και τον θησαυρό της Εκκλησίας μας. Με βάση αυτά μάλιστα μπορούμε να έχουμε την ορθή πνευματική ζωή - η πνευματική ζωή αποτελεί επακολούθημα της ορθής πίστης προς τον Θεό, ώστε η ορθοδοξία να γίνεται και ορθοπραξία. Γι’ αυτό και τονίζουν όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας ότι χωρίς τη σύνδεση και των δύο αυτών πάσχει και το ένα και το άλλο. Με διαφορετική διατύπωση, «ο βίος πρέπει να είναι  έλλογος και ο λόγος να είναι έμπρακτος».

Οπότε, όσο κανείς βρίσκεται υπό την επήρεια των παθών του δεν μπορεί και δεν πρέπει να ασχολείται με τα θεολογικά θέματα. Τα πιστεύει, τα αποδέχεται, αλλά επικεντρώνει την προσοχή του στα πρακτικά θέματα, την τήρηση δηλαδή των αγίων εντολών του Χριστού, ώστε να μπορεί να καθαρίζει την ψυχή του. Και κατά την αναλογία της καθάρσεως αυτής αρχίζει να κατανοεί κάπως βαθύτερα και τα δόγματα της πίστεως. Ας θυμηθούμε τι έλεγε και ο νεώτερος πατέρας και δάσκαλος άγιος πατρο-Κοσμάς ο Αιτωλός. Πασχίζοντας να εξηγήσει όσο μπορούσε το Τριαδικό του Θεού στους απλοϊκούς υπόδουλους χριστιανούς της εποχής της Τουρκοκρατίας, έβλεπε το αδιέξοδο και κατέληγε: «Εξομολογηθείτε στον Κύριο παστρικά, και θα φωτιστείτε από Εκείνον να κατανοήσετε την αποκάλυψη του Χριστού μας»! Διαφορετικά, μία εμπαθής ενασχόληση με τα δόγματα θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια σε αίρεση, γιατί τα πάθη επηρεάζουν αμεσότατα το λογιστικό του ανθρώπου, συνεπώς η κρίση του λειτουργεί υπό καθεστώς πλάνης. Όλοι οι αιρετικοί της Εκκλησίας δυστυχώς έτσι έγιναν αιρετικοί: χωρίς ακόμη να καθαρίσουν το οπτικό της ψυχής, θέλησαν με δαιμονική υπερηφάνεια  να «εξερευνήσουν» τα της θεότητας! Και βεβαίως πλανήθηκαν! Αλλά το ίδιο δεν συμβαίνει και σήμερα, με την ευκολία μάλιστα του καθενός να διαδίδει ό,τι θέλει στο διαδίκτυο; Ταραγμένοι άνθρωποι, που παρουσιάζονται ως τάχα διδάσκαλοι της πίστεως, διεκδικώντας το «αλάθητο»! Αξιολύπητοι κατά τα άλλα, γιατί φαίνεται να «κολυμβούν» όχι απλώς με τα ρούχα, αλλά σηκώνοντας πάνω τους και τις βαριές πέτρες του μεγάλου εγωισμού τους!

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΕΛΕΗΜΩΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ

«Ο άγιος Ιωάννης ήταν Κύπριος, υιός του Επιφανίου, του άρχοντα της χώρας. Νυμφεύθηκε, σύμφωνα με την επιθυμία του πατέρα του, και απέκτησε και παιδιά. Όταν η γυναίκα του και τα παιδιά του έφυγαν από τη ζωή αυτή, όλη την έφεση της ψυχής του την έστρεψε στην επίδοση της αρετής και στο να αρέσει στον Θεό. Λόγω ακριβώς της λαμπρής κατά Θεόν ζωής του, καταστάθηκε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Αλεξάνδρειας, αφού ζήτησε αυτόν ως αρχιεπίσκοπο ο λαός των Αλεξανδρέων από τον βασιλιά Ηράκλειο. Ο Ιωάννης λοιπόν, αφού τέθηκε επί την λυχνίαν, κατά τον ευαγγελικό λόγο, έλαμψε στην οικουμένη σαν πυρσός. Ήταν μάλιστα αυτός πρώτος που εμπόδισε την προσθήκη στον τρισάγιο ύμνο, όταν αιρετικοί με πονηρή γνώμη πρόσθεσαν στο Άγιος αθάνατος, το «ο σταυρωθείς δι’  ημάς». Ο άγιος διέπρεψε στην αρχιερωσύνη για πολλά έτη, κι αφού έκανε πάμπολλα θαύματα και πρόσφερε πλουσιοπάροχα τα αναγκαία σε όσους είχαν ανάγκη, γεγονός που του έδωσε και την προσωνυμία Ελεήμων, κι αφού έγινε αξιοσέβαστος σε όλους, ακόμη και στους απίστους, όπως μαρτυρούν  η ιστορία και  τα βιβλία γι’  αυτόν, εξεδήμησε προς Κύριον».

Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος δεν φείδεται πράγματι επαίνων, προκειμένου να παρουσιάσει τη λαμπρά παρουσία και στην στρατευόμενη και στην θριαμβεύουσα Εκκλησία  του αγίου Ιωάννου του ελεήμονος. Τον θεωρεί ως λάμποντα και «υπέρ τον ήλιον» ακόμη, τον οποίο «ο δοτήρ του ελέους μεγάλως ηλέησε και φαιδρώς κατελάμπρυνεν». Προκειμένου μάλιστα ο ποιητής, ως στόμα της Εκκλησίας, να δώσει το στίγμα του αγίου στον τόπο που αναδείχθηκε, την Αλεξάνδρεια, τον σχετίζει καταρχάς με τον άγιο απόστολο Μάρκο, τον ιδρυτή της συγκεκριμένης Εκκλησίας, του οποίου, λέγει, κόσμησε με ιερό τρόπο τον θρόνο. «Τον του Μάρκου θρόνον ιερώς εκόσμησας, έργοις ενθέοις». Αλλά κι ακόμη: τον βλέπει να τον «συλλαμβάνουν» οι δύο άλλοι μεγάλοι φωστήρες της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, οι οικουμενικοί Πατέρες και Διδάσκαλοι, άγιοι Αθανάσιος και Κύριλλος, να τον έχουν, μετά το τέλος του, ανάμεσά τους και να του απονέμουν «ιερωτάτην τιμήν». «Ιδού σε μετά τέλος, μέσον συλλαμβάνει, δυάς Αγίων Πατέρων, εν μνήματι, ιερωτάτην τιμήν σοι, Πάτερ, προσνέμουσα».

Εκείνο βεβαίως στο οποίο μένει ο υμνογράφος και δεν μπορεί να μην αποδώσει το δίκαιο, είναι η ελεήμων διάθεση και πράξη του αγίου Ιωάννη. Δεν είναι, κατ’  αυτόν, ότι υπήρξε άνθρωπος συμπαθείας και ελεημοσύνης ο Ιωάννης. Όλοι οι άγιοι υπήρξαν τέτοιοι άνθρωποι, ιδιαιτέρως μάλιστα εκείνοι, σαν τους αγίους Αναργύρους για παράδειγμα, που έλαμψαν με τη συμπάθειά τους. Ποιος άγιος, πράγματι, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί άγιος, χωρίς την αγάπη, την μόνη αρετή που  φανερώνει αληθινά την παρουσία του Θεού; Κι όμως! Για τον άγιο Ιωσήφ, ο Ιωάννης υπερέβαλε όλους τους αγίους ως προς τη συγκεκριμένη διάθεση αγάπης. Και το τονίζει όχι μόνο μία φορά. «Ανέλαβες ελεήμονα γνώμη και φάνηκε ευσυμπάθητος, Ιωάννη. Γι’  αυτό και πλούτησες την ονομασία σου (του ελεήμονα), συνδυασμένη με την πράξη, παραπάνω από όλους τους αγίους, μακάριε». «Ονομάστηκες ελεήμων παραπάνω από όλους τους αγίους, που έλαμψαν ως άγιοι με τη συμπάθειά τους στους ανθρώπους».

Τι ήταν εκείνο που έκανε τον άγιο Ιωάννη να διαπρέψει τόσο πολύ στην αγάπη και την ελεημοσύνη; Ασφαλώς η ενσυνείδητη αποδοχή των λόγων του Κυρίου περί της αγάπης, και μάλιστα του μακαρισμού περί της ελεημοσύνης: «μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται». «Με τα έργα βεβαίωσες τους λόγους του Σωτήρα Χριστού και εντάχθηκες στον χορό των μακαριζομένων από Αυτόν». Κι αυτό σημαίνει ότι ο άγιος Ιωάννης έγινε μιμητής του Πρώτου και κατεξοχήν Ελεήμονος, του ίδιου του Τριαδικού Θεού, της πηγής του Ελέους και της Αγάπης -  «τον μιμητήν φανέντα του φιλοικτίρμονος Θεού» -  με άλλα λόγια ο άγιος κατανοείται στον κόσμο ως συνέχεια Εκείνου, ως «καθαρόν καταγώγιον της Αγίας Τριάδος».

Ο άγιος ποιητής όμως, με τη διάκριση και τον φωτισμό που έχει, επισημαίνει επ’  αυτού και κάτι ακόμη. Όχι μόνον ήταν η πίστη του αγίου Ιωάννη που τον έκανε να αγωνίζεται για την αγάπη, αλλά και ο ίδιος ο χαρακτήρας του. Ο άγιος προφανώς ήταν εκ φύσεως ελεήμων και συμπαθής προς τους άλλους, γι’  αυτό και ο Κύριος ενίσχυσε και πολλαπλασίασε την καλή αυτή διάθεσή του, ώστε να φτάσει χαρισματικά πια στο απώγειό της. Μία αλήθεια που λέει: ο Θεός ό,τι καλό βλέπει σε εμάς εκ φύσεως, εκ χαρακτήρος, το παίρνει και το αυξάνει. Αρκεί να θέλει ο άνθρωπος να συνεργαστεί με τη χάρη Του. Ας δούμε πώς επισημαίνει την αλήθεια αυτή ο υμνογράφος: «Ο Θεός, ο δοτήρας του ελέους, αφού χαρίτωσε την από πριν ελεήμονα διάνοιά σου, ελέησε πολλούς με τη θεία μεσιτεία σου». Ότι βεβαίως έπρεπε  ο άγιος, πέραν της αγαθής διάθεσής του, να αγωνιστεί και παλέψει – με τις δεήσεις, τη νηστεία, τις αγρυπνίες του -  και με τα δικά του πάθη, ώστε να εξαλείψει, μάλλον να μεταστρέψει αυτά και να τα κάνει ένθεα πάθη, δηλαδή πλησμονή αγάπης, είναι περιττό και να αναφέρουμε. «Δεήσεσι και νηστεία σχολάζων, και αγρύπνως τον Θεόν ικετεύων…».

11 Νοεμβρίου 2021

ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ: Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ

«Όπως η ηλιακή ακτίνα που εισχωρεί από κάποιο μικρό άνοιγμα στο σπίτι, το φωτίζει τόσο, ώστε να διακρίνεται και η πιο λεπτή σκόνη που αιωρείται στον αέρα, έτσι και ο φόβος του Θεού εισερχόμενος στην καρδιά του ανθρώπου, της φανερώνει όλα τα αμαρτήματά της» (Άγιος Ιωάννης Κλίμακος, λόγ. κστ΄, γ΄, 29).

Το φως του ήλιου, έστω και μιας ακτίνας του, μας κάνει να βλέπουμε ακόμη και την πιο λεπτή σκόνη που αιωρείται στον αέρα. Χωρίς την ηλιακή ακτίνα, χωρίς φως δηλαδή, δεν βλέπουμε τίποτε: το σκοτάδι δεν αντανακλά τα αντικείμενα όπως και τη βρωμιά του όποιου χώρου. Το ίδιο συμβαίνει και στα πνευματικά. Για να μπορούμε να δούμε  την κατάσταση της καρδιάς μας, τη βρωμιά και τις αμαρτίες μας, θα πρέπει να φωτιστούμε - χρειαζόμαστε έστω και μία αχτίδα φωτός. Κι αυτή είναι ο φόβος του Θεού. Που προϋποθέτει ασφαλώς την αληθινή πίστη σ’ Εκείνον, αφού μας κάνει να Τον λαμβάνουμε σοβαρά υπ’ όψιν μας στη ζωή μας. Χωρίς τον φόβο αυτόν, χωρίς το φως του Θεού δηλαδή, βρισκόμαστε στο σκοτάδι, συνεπώς δεν γνωρίζουμε τον εαυτό μας, γι’ αυτό και συχνά διαμορφώνουμε εικόνα «μεγαλειότητας» για τον εαυτό μας. Οπότε το ξέρουμε πια: αυτογνωσία, συνεπώς και αληθινή ταπείνωση,  υπάρχει εκεί που υπάρχει έστω και λίγη… γνώση Θεού. Διαφορετικά, κινούμαστε ως τυφλοί.

Πρόκειται για αλήθεια, που όχι μόνο την επισημαίνουμε  στη γύρω μας εξωτερική πραγματικότητα, κατά το παράδειγμα του οσίου, αλλά μας το κραυγάζει διαρκώς και ο ίδιος ο λόγος του Θεού. Γιατί άραγε ο Κύριος επανειλημμένως τόνιζε ότι «Αυτός εστι το φως του κόσμου», και ότι «ο ακολουθών Αυτώ ου μη περιπατήσει εν τη σκοτία, αλλ’ έξει το φως της ζωής»; Ας θυμηθούμε και τον προφήτη Ησαΐα: στην κλήση του στο προφητικό αξίωμα, ενώπιον πια του Θεού, συνειδητοποιεί την τραγικότητα της ζωής του: το πόσο «τάλας εστι»! Χωρίς το φως του Θεού έτσι το μόνο που υφίσταται είναι το σκοτάδι. Ακόμη και το φως του νοερού οφθαλμού μας μπορεί να έχει κάποιο φως – που και αυτό όμως το έχει ως δωρεά από τον Ίδιο πάλι Δημιουργό μας Χριστό – αλλά χωρίς Εκείνον, χωρίς πίστη δηλαδή, είναι τόσο ισχνό, που τελικώς μπορεί να χαρακτηριστεί άλλου είδους… σκοτάδι! Ας το εφαρμόσουμε στις διάφορες φιλοσοφίες του κόσμου τούτου ή και στις διάφορες θρησκείες, οι οποίες όντως έχουν ψήγματα φωτός, που δεν οδηγούν όμως στη σωτηρία και στη ζωντανή σχέση με τον Θεό.

Λοιπόν, όσο πιστεύουμε βαθιά και αληθινά στον Κύριο, όσο τοποθετούμαστε σωστά απέναντί Του μέσα στο χώρο της αποκάλυψής Του, την Εκκλησία, τόσο και θα διανοίγονται τα νοερά μάτια μας για να βλέπουμε και τις πιο αθέατες πλευρές μας. Ο φόβος Του, ο οποίος δεν εννοείται ως τρόμος αλλά ως δέος μπροστά στην πανταχού παρουσία Του, μας κάνει να τηρούμε τις άγιες εντολές Του, μας καθαρίζει από κάθε βρωμιά της ψυχής μας, μας φωτίζει όλο το ασυνείδητό μας, μας οδηγεί τελικά στην αγάπη απέναντί Του. Οπότε, γινόμαστε «όλο μάτια», κατά την προσφιλή έκφραση των νηπτικών δασκάλων, έχοντας ένοικο πια της ψυχής και του σώματός μας τον ίδιο τον Δημιουργό μας.