17 Δεκεμβρίου 2025

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΙΓΙΝΗΣ Ο ΕΝ ΖΑΚΥΝΘΩ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ

 

«Ο αοίδιμος Πατήρ ημών Διονύσιος ο νέος ήταν από τη νήσο Ζάκυνθο. Οι γονείς του ήταν ένδοξοι και πλούσιοι, ονόματι Μώκιος και Παυλίνα, που ανέθρεψαν με ευσέβεια τον υιό τους, ο οποίος επιδόθηκε ιδιαιτέρως στα ιερά γράμματα. Μεγαλώνοντας άφησε όλα τα γήινα, γιατί πόθησε την αγγελική ζωή των μοναχών, και εντάχθηκε  στην ασκητική Μονή των Στροφάδων. Εκεί αφού εξάσκησε όλες τις αρετές της μοναχικής ζωής για αρκετά μεγάλο διάστημα, θέλησε έπειτα να πάει στην αγία πόλη της Ιερουσαλήμ, προκειμένου να προσκυνήσει τον τόπο  που πάτησαν τα άχραντα πόδια του Σωτήρα Χριστού. Για τον λόγο αυτό πήγε στις Κυκλάδες, νομίζοντας ότι από εκεί ήταν πιο εύκολο να βρει πλοίο για την Παλαιστίνη. Ευρισκόμενος κοντά σχετικά στην Αθήνα, θεώρησε φυσικό να πάρει την ευλογία του αρχιεπισκόπου Αθηνών, ο οποίος όμως του εισηγήθηκε να αφήσει το προσκυνηματικό σχέδιό του και να αποδεχτεί τη διαποίμανση της Εκκλησίας των Αιγινητών, κάτι που έκανε, με την πεποίθηση ότι υπακούει στην Πρόνοια του Θεού. Στην Αίγινα έμεινε αρκετό διάστημα, ποιμαίνοντας κατά τρόπο θεάρεστο το ποίμνιό του, το οποίο όμως κάποια στιγμή το άφησε, δίνοντας την πνευματική ευλογία του, γιατί φοβήθηκε την ανθρώπινη δόξα που άρχισε να του προσφέρεται λόγω της μεγάλης του αρετής. Επέστρεψε λοιπόν πίσω στη Ζάκυνθο και αποσύρθηκε πάνω σε βουνό, που ήταν το πολυθρύλητο μοναστήρι της Παναγίας της Αναφωνήτριας, οπότε εκεί αύξησε τον έρωτά του προς τον Θεό, ζώντας το υπόλοιπο της ζωής του με ασκητικούς κόπους, όσια και θεάρεστα, και διαλάμποντας σε ποικίλες αρετές, ιδίως την τέλεια αγάπη προς τον πλησίον. Κατεξοχήν φανερώθηκε αυτή η αγάπη όταν έκρυψε τον δολοφόνο του ίδιου του του αδελφού Κωνσταντίνου, ο οποίος (δολοφόνος), αγνοώντας ότι ο Διονύσιος είναι ο αδελφός του φονευθέντος, κατέφυγε σ’ αυτόν. Ο άγιος τον περιποιήθηκε, κατεύνασε την οργή αυτών που τον δίωκαν, του φανέρωσε τέλος ποιος ήταν, λέγοντάς του όμως ότι δεν έχει να φοβηθεί τίποτε από αυτόν, τον νουθέτησε, τον συγχώρησε, του έδωσε μάλιστα και εφόδια για να πορευτεί στο εξωτερικό, δείχνοντας δηλαδή μία τέτοια αγάπη, που απόρησαν και οι άνθρωποι όταν την έμαθαν, αλλά και οι άγγελοι, και που εύφρανε ιδίως τον διδάσκαλο Ιησού, γιατί βρέθηκε άνθρωπος που τήρησε απαράλλακτα σαν Εκείνον αυτήν την αγάπη. Ο δε Ιησούς άμειψε αυτήν τη χριστομίμητη αρετή, καταπλουτίζοντάς τον με υπερφυείς θαυματουργίες και εξαιρετικές θεοσημείες.

Για παράδειγμα: τον έπιασε κάποτε βροχή μεγάλη στον δρόμο και αυτός δεν βράχηκε καθόλου. Σταμάτησε τον ρου ενός πλημμυρισμένου ποταμού και τον διάβηκε χωρίς να βραχεί. Νεκρούς που είχαν διαμείνει άλιωτοι  από δεσμό αφορισμού, με τη δύναμη της προσευχής του  έλυσε τον αφορισμό τους και αμέσως λιώσανε και γίνανε χώμα τα οστά τους. Διόρθωσε με παράδοξο θαύμα ψαρέματος την ανόητη δεισιδαιμονία και τη θρασύτητα κάποιων ψαράδων. Υπενθύμισε στην εξομολόγηση ενός πρεσβυτέρου, Παγκρατίου στο όνομα, την αμαρτία που είχε κάνει κάποτε, να του πέσει από απροσεξία ο θείος άρτος της θείας κοινωνίας, και που αυτός την είχε ξεχάσει. Τον έλεγξε για την απροσεξία του αυτή, τον νουθέτησε και τον συγχώρησε, ενώ ο ιερέας είχε μείνει κατάπληκτος για την αποκάλυψη αυτή.

Έφθασε τέλος στο τέρμα του βίου του, σε βαθύ γήρας, και παρέδωσε τη μακάρια ψυχή του ευχαρίστως και θεοσεβώς στον Κτίστη του, το 1624, στις 17 Δεκεμβρίου, αφού είχε προείπει στους οικείους του να εναποθέσουν το σκήνος του στην προαναφερθείσα μονή των Στροφάδων, εκεί που αφιέρωσε αρχικά τον εαυτό του. Μετά από λίγα έτη φάνηκε με όνειρο στον προεστώτα και σε αδελφούς της Μονής, λέγοντας να τον βγάλουν γρήγορα από τον τάφο, πράγμα το οποίο εκείνοι έκαναν. Βρήκαν δε  το πάντιμο σκήνος του σώο, ανελλιπές και ακέραιο, γεμάτο από υπερφυή ευωδία, οπότε και το τοποθέτησαν ευσεβώς σε τιμία λάρνακα μέσα στο Νάρθηκα του Ναού, όπου και σώζεται, θαυματουργώντας αδιάκοπα σε όλους τους πιστούς προσκυνητές για κάθε ανάγκη τους, στενοχώρια και θλίψη. Αποτελεί το φυλακτήριο της Μονής και η μεγάλη παρηγοριά της, που θεραπεύει νόσους και επιτελεί πάμπολλα θαύματα καθημερινώς. Τελείται δε η ιερή του σύναξη στη βασιλική και πατριαρχική αυτή μονή των Στροφάδων, στη θεόσωστη και ξακουστή πόλη και νήσο Ζάκυνθο, την πατρίδα του. Εκεί έχει εγερθεί ναός σπουδαίος με δαπάνη της Μονής (σαν μετόχι αυτής) επ’ ονόματι του αγίου. Ταις αγίαις πρεσβείας του αγίου Διονυσίου, Χριστός ο Θεός ημών, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν» . 

Η μνήμη μεγάλων θαυματουργών αγίων κατά τον μήνα Δεκέμβριο (Νικολάου, Σπυρίδωνος, Διονυσίου Αιγίνης) βιώνεται από τους πιστούς,  μέσω του χαρίσματος της θαυματουργίας τους, ως μεγάλη παρηγοριά.  Διότι λόγω της παρρησίας τους ενώπιον του Κυρίου μπορούν και επεμβαίνουν στη ζωή μας, δίνοντας λύση στα αδιέξοδά μας και θεραπεία σε ανίατα πολλές φορές νοσήματά μας. Προς άρσιν βεβαίως παρεξηγήσεως, όλοι οι άγιοι είναι θαυματουργοί, αφού έχουν δύναμη προσευχής που ενεργοποιεί τον έτσι κι αλλιώς «θελητήν του ελέους» Τριαδικό Θεό μας. Κι αν κάποιοι άγιοι δεν έχουν φήμη μεγάλου θαυματουργού αγίου, σαν κάποιους μεγάλους Δασκάλους της Εκκλησίας, είναι γιατί αυτοί χαριτώθηκαν από τον Θεό με το χάρισμα της ιάσεως των λογισμών των ανθρώπων και της διαφυλάξεώς τους από τη λύμη των αιρετικών, κάτι που συνιστά το μέγιστο ίσως χάρισμα του Θεού -  η ορθή πίστη στον Θεό και η αληθινή εικόνα της Εκκλησίας είναι το μέγιστο δώρο του Θεού στον άνθρωπο. Ποιο θαύμα, για παράδειγμα, θεραπείας σωματικής αρρώστιας θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί και τι νόημα θα είχε, έξω από την αληθινή Εκκλησία του Χριστού; Το θαύμα της ορθής πίστεως προϋποτίθεται του θαύματος της ιάσεως των αρρωστημάτων του σώματος.

Ο άγιος Διονύσιος λοιπόν (1547-1622) ανήκει στους μεγάλους νεωτέρους θαυματουργούς αγίους της Εκκλησίας, που «ο Χριστός τον  δόξασε πλούσια με  θεοσημεία και θαύματα, και όσο ήταν ζωντανός και όταν μεταστάθηκε», όπως σημειώνει ο άγιος υμνογράφος του ως στόμα της Εκκλησίας. Ο ίδιος μάλιστα εξηγεί τη δωρεά αυτή του Κυρίου στον άγιο: ο άγιος «μιμήθηκε όλες τις αρετές των ενδόξων προπατόρων μας. Τη φιλόξενη διάθεση του Αβραάμ, την ακακία του Ιακώβ, την καθαρότητα του Ιώβ, την απλότητα του Μωυσή, την πραότητα, τη συμπάθεια και φιλοστοργία του βασιλιά Δαβίδ». Κι αυτό σημαίνει: ο Θεός προσφέρεται θεραπευτικά στον κόσμο, όταν βρει ανθρώπους συντονισμένους με το άγιο θέλημά Του – μέσω ανθρώπων ενεργεί στους ανθρώπους ο Θεός. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να σώσει τον άνθρωπο.  

Εκεί όμως που ο άγιος Διονύσιος αποτελεί ορόσημο  για όλους είναι η τεράστια αγάπη του – συνέχεια της αγάπης του Θεού. Η αγάπη προς τον πλησίον, εκτεινόμενη και προς τον θεωρούμενο εχθρό, ήταν το κύριο γνώρισμά του  στον κόσμο – ό,τι ο Κύριος χαρακτήρισε ως σημείο μαθητείας σ’ Εκείνον. Γι’ αυτό και όλες οι αρετές του είχαν νόημα, διότι ακριβώς κατέληγαν σ’ αυτήν την αγάπη. Αυτή συνιστά το μέτρο, αυτή δίνει τον ρυθμό. Χωρίς την αγάπη, η όποια αρετή έχει τη στιφάδα της αυστηρότητας και της ξεραΐλας. Γίνεται αποκρουστική. Με την αγάπη όλα βρίσκουν τον ρυθμό τους και αποκτούν γλυκύτητα. Ο άγιος Διονύσιος λοιπόν είχε και έχει αυτήν την γλυκύτητα: την παρουσία του ίδιου του Χριστού. Τον πλησιάζουμε και η καρδιά μας παρηγορείται και κατανύσσεται. Προσκυνούμε  τον ασκητή με τους μεγάλους ασκητικούς κόπους και νιώθουμε να μας βάζει στην αγκαλιά του πλαταίνοντας τη στενότητα της ψυχής μας. Νιώθουμε σαν παιδιά που τα έχει κοντά του ο αγαπημένος τους παππούς - το μυαλό μας είναι αδιάκοπα καρφωμένο στο πώς αντιμετώπισε τον φονιά του αδελφού του: τον φυγάδευσε και τον έσωσε από το απόσπασμα!

Ο υμνογράφος του φαίνεται να πανηγυρίζει την πλατειά αυτή αγκαλιά του. «Δεν γνώρισε τον Θεό που είναι αγάπη, όποιος δεν αγαπά τον εχθρό του, που τυχαίνει να είναι ο πλησίον του» υπενθυμίζει. Και: «Άκουσες, αγιότατε Πατέρα, τον διδάσκαλο Χριστό να λέει στο Ευαγγέλιο: από αυτό θα γνωρίσουν όλοι ότι είστε μαθητές μου, εάν έχετε αγάπη μεταξύ σας, οπότε σε κάθε ευκαιρία αναδείχτηκες έμπρακτα δόκιμος μαθητής Του».

Μακάρι μια τέτοια καρδιά να θερμάνει τις ψυχραμένες λόγω ανομιών δικές μας καρδιές, ώστε να νιώσουμε, έστω και ακροθιγώς, αληθινά Χριστούγεννα.

16 Δεκεμβρίου 2025

ΜΙΑ ΠΕΡΙΕΡΓΗ… ΔΙΕΣΗ (#)!

Το βλέπαμε χρόνια τώρα, αλλά δεν είχε τύχει να το διευκρινίσουμε. Λέγαμε πως ήταν μία ιδιαιτερότητα του οικογενειακού γιατρού μας – ιεραποστολικού κυριολεκτικά ανθρώπου, με βαθιά γνώση της ιατρικής αλλά και με πλατειά καρδιά που ένιωθες πως σε αγκαλιάζει προσφέροντάς σου πάντοτε δύναμη και παρηγοριά -, ο οποίος όταν μας συνταγογραφούσε τα φάρμακα ξεκινούσε πάντοτε στο κέντρο της κορυφής του χαρτιού να βάζει το σχήμα της δίεσης. Ήλθε όμως κάποια στιγμή που τον ρωτήσαμε. Και μάθαμε και καταλάβαμε και τον δικαιολογήσαμε, αλλά και κυρίως συγκινηθήκαμε. Γιατί το απλό αυτό σύμβολο για τον γιατρό είχε από πίσω του μία ξεχωριστή ιστορία που απεκάλυπτε λίγο από το πνευματικό κόσμο του και το ύψος της οικογενειακής του παράδοσης. Κι αξίζει να το μεταφέρουμε.  

Ο πατέρας του γιατρού, γεννημένος στις αρχές του εικοστού αιώνα, ανήκε σε εύπορη οικογένεια αγροτών της Αιτωλικής γης. Το χωριό του μάλιστα ήταν από αυτά που «ξέκλιναν» από την «κανονική» πορεία των υπολοίπων χωριών της επαρχίας, δηλαδή όχι μόνο δεν ερημώθηκε όσο περνούσε ο καιρός, αλλά τόσο και αυξανόταν με δυναμική ανάδειξής του από χωριό σε δήμο! Την αγροτική ζωή ζούσε και εξασκούσε και ο πατέρας του γιατρού μέχρι περίπου την ηλικία των είκοσι χρόνων του. Οι αναζητήσεις όμως του νεαρού εικοσάχρονου φαίνεται πως ήταν βαθύτερες και πιο ουσιαστικές. Η ενασχόλησή του με τη γη, την οποία βεβαίως αγαπούσε πολύ, έβλεπε ότι δεν του καλύπτει την ανάγκη του για άμεση προσφορά και βοήθεια στον συνάνθρωπό του. Οραματιζόταν για τον εαυτό του τον ρόλο ενός κοινωνικού εργάτη, που η παρουσία του θα σχετιζόταν ιδιαιτέρως με τον άνθρωπο στη μεγαλύτερη ανάγκη του, την κατάσταση της αρρώστιας και του πόνου του, εκεί που οι καρδιές ανοίγονται και ψηλαφά κανείς με τον πιο ανάγλυφο τρόπο το όριο που συναντιέται τις περισσότερες φορές ο άνθρωπος όχι μόνο με τον συνάνθρωπό του, αλλά και με τον ίδιο τον Δημιουργό του.

Στην ευαισθησία του αυτή συνέτεινε ασφαλώς και η χριστιανική πίστη του. Ο Κώστας, ας τον ονομάσουμε έτσι, από οικογενειακή παράδοση αλλά και από προσωπική επιλογή ήταν άνθρωπος της Εκκλησίας. Κυριακές, αλλά και μεγάλες γιορτές, βρισκόταν στον Ναό για να λατρέψει τον Χριστό του και να τιμήσει τους αγίους Του, ιδιαίτερα την Παναγία Μητέρα Του. Κι είχε καταλάβει πολύ καλά ότι η λατρεία προς τον Θεό αν δεν συνοδεύεται από το άνοιγμα προς τον συνάνθρωπο δεν έχει καμία σημασία. Οπότε, ασυνείδητα σχεδόν, ο προσανατολισμός του προς την κοινωνική προσφορά γινόταν μονόδρομος. Πρέπει να βοήθησε όμως στην επιλογή της Ιατρικής και κάποιος φίλος του, που διακατεχόταν από τις ίδιες μ’ εκείνον ευαισθησίες και σπούδαζε ήδη την ιατρική επιστήμη. Έδωσε λοιπόν εξετάσεις, πέρασε στην Ιατρική, κάποτε τελείωσε τις σπουδές του - πιο αργά είναι αλήθεια από το σύνηθες, γιατί όπως εξηγούσε αργότερα στον γιο του τον γιατρό, «εκείνα τα χρόνια του μεσοπολέμου γίνονταν αλλεπάλληλες αλλαγές στην κοσμική εξουσία, συνοδευόμενες σχεδόν πάντοτε από σφοδρές ταραχές, που έκλειναν και τα Πανεπιστήμια, οπότε μας έστελναν πίσω στα χωριά μας».

Τι έκανε λοιπόν ο γιατρός πια, πρώην αγρότης, Κώστας; Ξανοίχτηκε στην προσφορά στον συνάνθρωπο. Δεν υπήρχε άνθρωπος που να τον καλεί και να μη σπεύδει να του δώσει αυτό που κατείχε πια και ως γνώση: τη θεραπεία της ιατρικής, αλλά πιο πολύ ίσως τη συμπαράστασή του, το άνοιγμα της καρδιάς του, το χαμόγελό του, το φιλάνθρωπο χέρι του για να του κτυπήσει προς ενίσχυση την πλάτη του. Κι είναι γνωστό πως πάρα πολλές φορές, για να μην πούμε πάντα, εκείνο που θέλει πρώτιστα ένας άρρωστος από τον γιατρό του είναι η… ανθρωπιά του, το βλέμμα της αγάπης του, η ελπίδα πως ό,τι κι αν έχει μπορεί να ξεπεραστεί, ακόμη και στις περιπτώσεις που τούτο φαντάζει σχεδόν αδύνατο! Κι ο γιατρός Κώστας όχι μόνο το ήξερε, αλλά το ζούσε. Και προχωρούσε και σε κάτι ακόμη που φανέρωνε τη διακριτικότητά του, αλλά και τη βαθιά πίστη του στον Θεό και την ισορροπία της δικής του ζωής. Σε κάθε συνταγογράφησή του έβαζε στην κορυφή του κέντρου της άγραφης ακόμη σελίδας το σύμβολο της… δίεσης (#)! Όχι όμως με πλάγιες γραμμές, αλλά με όρθιες!

«Γιατί, πατέρα;» ρώτησε κάποια ημέρα που το είδε ο γιος του, ο μετέπειτα γιατρός. «Γιατί ξεκινάς έτσι; Θέλεις ένα… σύμβολο του δικού σου ιατρικού… αποτυπώματος;» Κι η απάντηση ήταν εκείνη που συγκίνησε τον γιο του, που έκτοτε το ακολούθησε ως «αποτύπωμα» και της δικής του πορείας. «Όχι, παιδί μου. Δεν το κάνω από ένα… βίτσιο ή για να φανεί το «αποτύπωμά» μου όπως λες». «Αλλά;» «Είναι μία ομολογία, θα έλεγε κανείς, μία «προσευχή» αν θέλεις πες το, ότι ο γιατρός κάνει ό,τι μπορεί, αλλά πρώτα είναι η βοήθεια που έρχεται από τον Θεό. Αν πρόσεξες, οι κάθετες στη… δίεση που είπες, είναι πράγματι κάθετες, δεν είναι πλάγιες. Για να δείξω ότι πρώτα έρχεται στη θεραπεία του ασθενούς η βοήθεια από τον Θεό κι έπειτα από τα όποια φάρμακα. Ίσως θα λέγαμε μία δίεση που γίνεται…δέηση».

Συγκινημένος ο οικογενειακός γιατρός μας από την εξιστόρηση για τον πατέρα του και το… σύμβολό του μας αποχαιρέτησε κι έφυγε. Το χαρτί με τα φάρμακα το κρατήσαμε στα χέρια μας, αλλά σχεδόν πια ευλαβικά. Το σύμβολο της… δίεσης έστρεψε λίγο περίεργα τη σκέψη μας και στα Χριστούγεννα: ο Θεός που έγινε άνθρωπος. «Πρώτα ο Θεός κι έπειτα τα φάρμακα». 

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΑΓΓΑΙΟΣ

«Ο προφήτης Αγγαίος καταγόταν από τη φυλή Λευί. Γεννήθηκε στη Βυβυλώνα κατά την εκεί αιχμαλωσία του Ισραηλιτικού λαού (586-538 π.Χ.). Νέος ακόμη ήλθε από τη Βαβυλώνα στα Ιεροσόλυμα και προφήτευσε μαζί με τον προφήτη Ζαχαρία επί τριάντα έξι έτη. Προανήγγειλε και αυτός τη σάρκωση του Χριστού, τετρακόσια εβδομήντα έτη πριν τη Γέννησή Του, ενώ φανερά προφήτευσε για την επιστροφή του λαού από την αιχμαλωσία. Είδε μάλιστα και ένα μέρος από την οικοδομή του νέου ναού που έκτισαν οι επανακάμψαντες Ισραηλίτες. Πέθανε και ετάφη πλησίον των ιερέων, όπως αυτοί, ένδοξα, διότι και αυτός ήταν από γένος ιερατικό. Ήταν γηραιός πολύ, αξιοσέβαστος λόγω της ηλικίας του, πασίγνωστος για την αρετή του, αγαπώμενος  από όλους και τιμώμενος ως ένδοξος και μέγας προφήτης. Το όνομά του ερμηνεύεται Εορτή ή εορταζόμενος».

Με τον προφήτη Αγγαίο βρισκόμαστε στο κλίμα της πρώτης αποκάλυψης του Θεού στον κόσμο, την Παλαιά Διαθήκη: εκεί που ο Θεός προετοίμαζε το έδαφος για τον ερχομό Του ως ανθρώπου. Διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Παλαιά Διαθήκη έχει τόση σημασία για την Εκκλησία μας, όχι βεβαίως διότι καταγράφει την Ισραηλιτική ιστορία – αυτό θα ενδιέφερε πρώτιστα τους Ισραηλίτες – αλλά διότι προφητεύει την Καινή Διαθήκη∙ τον ερχομό του Χριστού. Η Παλαιά Διαθήκη δηλαδή είναι σαφώς προσανατολισμένη προς την Καινή, και μόνον κάτω από την οπτική αυτή μπορεί να κατανοήσει κανείς και τη σημασία της. Με άλλα λόγια ο χριστολογικός χαρακτήρας της φανερώνει και την ισότιμη θέση της προς την Καινή, γι’ αυτό και Αγία Γραφή χαρακτηρίζεται τόσο η Παλαιά, όσο και η Καινή Διαθήκη. Ο ίδιος ο Κύριος με σαφήνεια το έδειξε, όταν μεταξύ άλλων είπε πως «ό,τι έγραψε ο Μωυσής και οι προφήτες για Εμένα το έγραψαν».

Τον χριστολογικό χαρακτήρα των προφητειών του προφήτου Αγγαίου καταγράφει και ο υμνογράφος του άγιος Θεοφάνης. Πολλοί από τους ύμνους της ακολουθίας του αναφέρονται ακριβώς στο γεγονός ενανθρωπήσεώς Του, της ενσάρκου οικονομίας Του. «Προφητεύεις τη σωτήρια απολύτρωση για όλους τους ανθρώπους» σημειώνει μεταξύ άλλων∙ «Χριστέ, υπέδειξες στον προφήτη σου τον έμψυχο ναό που φτιάχτηκε για σένα από Παρθένο» τονίζει αλλού∙ κι ακόμη: «Θεόπτη προφήτη Αγγαίε, προανήγγειλες με φανερό τρόπο ότι θα φανερωθεί ο άναρχος Λόγος στους εσχάτους χρόνους». Έτσι ενώ με τον προφήτη Αγγαίο μεταφερόμαστε αρκετούς αιώνες προ Χριστού, με τις εν Πνεύματι Αγίω προφητείες του («Θείω Πνεύματι πεφωτισμένην την διάνοιαν έχων, προφήτα») πατάμε και πάλι στο έδαφος της Καινής, βλέποντας μαζί του τη Γέννηση του ίδιου του Κυρίου μας.

Ο προφήτης Αγγαίος «δέθηκε» με την επάνοδο των συμπατριωτών του από την αιχμαλωσία της Βαβυλώνος και με την ανοικοδόμηση του νέου, λόγω καταστροφής του παλαιοτέρου από τους Βαβυλωνίους,  ναού των Ιεροσολύμων. Το διπλό αυτό «δέσιμο» προβάλλεται κατά κόρον από τους ύμνους της Εκκλησίας μας, με συνεπή αναγωγή τους όμως και στην πνευματική ζωή των χριστιανών. Τι εννοούμε; Ο άγιος υμνογράφος αφενός την απελευθέρωση των Ιουδαίων την παίρνει ως αφορμή για να αναφερθεί και στην απελευθέρωση των ίδιων των χριστιανών από τη δική τους «βαβυλώνια» αιχμαλωσία: τα δίκτυα του διαβόλου, με την παρουσία του Χριστού («Σωτήρα Κύριε, από τον κατώτατο βυθό της αμαρτίας που ήταν αιχμαλωτισμένος ο άνθρωπος επί μακρόν τον ανύψωσες και τον ελευθέρωσες, και τον οδήγησες πάλι ως φιλάνθρωπος προς την άνω Πόλη, τη Βασιλεία Σου»), αφετέρου την ανοικοδόμηση του ναού που κήρυσσε ο προφήτης την χρησιμοποιεί ως μέσον για να τονίσει και ότι ο ίδιος ο προφήτης έγινε ναός του Θεού («Ο Θεός που κατοικεί στα ουράνια και γεμίζει όλη την οικουμένη σε φανερώνει ναό αγιωσύνης, προφήτη») και ότι εμείς οι χριστιανοί είμαστε ναός του αγίου Πνεύματος που καλούμαστε να το επιβεβαιώνουμε διαρκώς στην καθημερινότητά μας («μακάριε Προφήτη, αξίωσέ μας να γίνουμε ναοί του ζωντανού Θεού»).

15 Δεκεμβρίου 2025

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ

«Ο άγιος Ελευθέριος ήταν από την πόλη της Ρώμης, πολύ νέος στην ηλικία, ορφανός από πατέρα, που είχε μόνη τη μητέρα του, στο όνομα Ανθία, η οποία είχε κατηχηθεί στην πίστη του Χριστού από τον άγιο απόστολο Παύλο. Οδηγήθηκε από αυτήν στον επίσκοπο Ανίκητο ο άγιος και έμαθε από αυτόν τα ιερά γράμματα, ενώ τον ενέταξε και στο τάγμα των κληρικών. Κατά το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του χειροτονείται διάκονος, κατά το δέκατο όγδοο πρεσβύτερος, στο δε εικοστό προχειρίζεται επίσκοπος του Ιλλυρικού, ενώ προηγουμένως είχε κάνει πολλά θαύματα λόγω της μεγάλης αρετής του. Επειδή όμως, με τη διδασκαλία του, μετέστρεφε πολλούς προς την πίστη του Χριστού, ο βασιλιάς Αδριανός στέλνει και τον καλεί. Κι όταν εκείνος διακήρυξε  ενώπιόν του ότι ο Χριστός είναι Θεός των όλων, δίνει προσταγή να τον βάλουν σε χάλκινο κρεβάτι και να απλώσουν από κάτω σωρό φωτιάς. Έπειτα να τον βάλουν σε σχάρα που είχε εκκαυθεί πάρα πολύ, και πάλι σε πυρωμένο τηγάνι, γεμάτο από λάδι και στέαρ και πίσσα. Με τη χάρη όμως και τη δύναμη του Χριστού φυλάσσεται από όλα αβλαβής. Έπειτα κατασκευάζεται κλίβανος, με τη συμβουλή του επάρχου Κορέμμονος, έχοντας από τη μία και την άλλη πλευρά μυτερούς οβελίσκους. Στον κλίβανο αυτόν εισέρχεται πρώτος ο ίδιος ο Κορέμμων, αφού γέμισε από άγιο Πνεύμα και ομολόγησε ότι ο Χριστός είναι Θεός. Από αυτόν εξήλθε αβλαβής και του έκοψαν το κεφάλι. Ο άγιος Ελευθέριος ρίχτηκε στο τηγάνι, αλλά βγήκε σώος, γιατί σβήστηκε η φλόγα. Έπειτα φρουρείται και δένεται σε άρμα, που το τραβούσαν άγρια άλογα. Λύθηκε όμως από αγγέλους, που τον οδήγησαν σε όρος υψηλό, όπου έζησε μαζί με τα άγρια ζώα, τα οποία εξημερώνονταν, καθώς ο άγιος τους έλεγε λόγια του Θεού. Αργότερα νουθέτησε τους στρατιώτες που έστειλαν να τον συλλάβουν και τους βάπτισε μαζί με άλλους, περίπου πεντακόσιους, που πίστεψαν στον Χριστό. Οδηγήθηκε κάποια στιγμή προς τον βασιλέα και ρίχτηκε στα θηρία να τον φάνε, αλλά διαφυλάχθηκε σώος, οπότε φονεύεται από δύο στρατιώτες που επέπεσαν πάνω του, με προσταγή του ηγεμόνα. Η δε μητέρα του Ανθία, αφού αγκάλιασε το νεκρό σώμα του αγίου και το ασπαζόταν, φονεύεται και αυτή με ξίφος. Τελείται δε η σύναξή του στο μαρτυρείο του, πλησίον του Ξηρολόφου».

 Εν πρώτοις, πριν από οποιαδήποτε άλλη αναφορά, θα πρέπει να επισημάνουμε μία παραδοξότητα: την υπέρβαση οποιουδήποτε κανόνα της Εκκλησίας σχετικά με την είσοδο του αγίου Ελευθερίου και την εξέλιξή του στους βαθμούς της ιερωσύνης. Τι θέλουμε να πούμε; Ο άγιος Ελευθέριος κλήθηκε από την Εκκλησία να γίνει διάκονος σε ηλικία μόλις δεκαπέντε ετών. Τρία χρόνια αργότερα, σε ηλικία δεκαοκτώ ετών χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, και σε ηλικία μόλις είκοσι ετών, προήχθη σε επίσκοπο. Όταν κανείς γνωρίζει ότι οι ηλικίες που διαμορφώθηκαν, τα μετέπειτα βεβαίως χρόνια, για τους βαθμούς της ιερωσύνης είναι κατά πολύ μεγαλύτερες – η Εκκλησία μας καθόρισε ότι στα εικοσιπέντε του χρόνια κάποιος μπορεί να γίνει διάκονος για παράδειγμα – κοντοστέκεται, γιατί βλέπει ότι ενώπιον του αγίου Ελευθερίου η ίδια η Εκκλησία κινήθηκε με έναν εντελώς ελεύθερο τρόπο, δηλαδή με τον χαρισματικό τρόπο που καθορίζει το Πνεύμα του Θεού, που «πνει όπου θέλει», ανεξάρτητα από οποιαδήποτε δέσμευση ηλικίας και φύσεως. Και το γεγονός τούτο συγκινεί ιδιαίτερα, διότι φανερώνει ότι η Εκκλησία μας δεν δεσμεύεται από κανέναν νόμο κανονιστικό, όταν βλέπει την παρουσία του αγίου Πνεύματος. Για την Εκκλησία μας η σημαντικότερη κανονιστική αρχή είναι αυτή που εξήγγειλε ο ίδιος ο αρχηγός Της: «το Σάββατον διά τον άνθρωπον εγένετο, ουχ ο άνθρωπος διά το Σάββατον».

 Γιατί όμως; Τι ήταν εκείνο που έκανε την Εκκλησία την εποχή εκείνη, να θέσει «επί την λυχνίαν επισκοπής» ένα νεαρό παλληκάρι, έφηβο ακόμη; Η απάντηση δεν είναι δύσκολη και υπονοήθηκε και προηγουμένως: η πνευματεμφορία του αγίου Ελευθερίου. Ο άγιος Ελευθέριος, όπως σημειώνουν μάλιστα και οι ύμνοι της Εκκλησίας μας, «εκ θείου Πνεύματος λαβών της σοφίας τον πλούτον, μιμητής ανεδείχθη των Αποστόλων». Η αγιασμένη του ζωή, με άλλα λόγια, το γεγονός ότι εκ βρέφους αποδείχθηκε «καθαρά μυροθήκη του Πνεύματος» υπήρξε η προϋπόθεση, προκειμένου να λάβει «την προσθήκην του Πνεύματος» διά της ιερωσύνης, την οποία κατέστεψε και με το στεφάνι του μαρτυρίου.

Πώς φανερωνόταν η παρουσία του Πνεύματος του Θεού στη ζωή του; Μα, πρώτα από όλα, με εκείνο που ο ίδιος ο απόστολος Παύλος χαρακτηρίζει ως καρπό του Πνεύματος: τις αρετές. «Ο γαρ καρπός του Πνεύματός εστιν αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, αγαθωσύνη, χρηστότης, πίστις, πραότης, εγκράτεια». Ο άγιος Ελευθέριος ήταν πλήρης αρετών. «Των αρετών το τερπνόν καταγώγιον» τον ονομάζει ο υμνογράφος της Εκκλησίας. Κι έπειτα, με τα πάμπολλα θαύματα τα οποία επιτελούσε, και εξακολουθεί βεβαίως και επιτελεί. Θαύματα που αποδείκνυαν την παρρησία την οποία είχε και έχει ενώπιον του Τριαδικού Θεού μας, ο Οποίος ήθελε και θέλει να προσφέρει τη χάρη Του μέσω του ταπεινού αγίου Του. Κι εκεί που κατεξοχήν θεωρείται μέχρι σήμερα ο προστάτης και ο ευεργέτης, είναι στις επίτοκες γυναίκες, τις έγκυες, οι οποίες πάντοτε τον επικαλούνταν, προκειμένου να φτάσουν να «ελευθερωθούν» με τον καλύτερο τρόπο. Την παραπάνω αλήθεια επισημαίνει και ο υμνογράφος της Εκκλησίας μας: «Φροντίζοντας, πάτερ, τις επίτοκες γυναίκες, δίνεις ελευθερία σ’ αυτές, που έρχονται προσκυνήτριες στον Ναό σου. Και έκανες καλοτάξιδους πάλι εκείνους που σε παρακάλεσαν θερμά, όπως και στους ασθενείς δίνεις την υγεία, λάμποντας έτσι με τα θαύματα».

Πώς έφτασε σ’ αυτό το σημείο αγιασμού ο άγιος Ελευθέριος, με αποτέλεσμα να χαριτωθεί τόσο πολύ από τον Θεό; Βεβαίως, με τη νόμιμη άσκησή του. Από μικρός, «εκ νεότητος» «ως ο Σαμουήλ», κατενόησε ότι εκείνο που εμποδίζει την παρουσία του Θεού στη ζωή του ανθρώπου είναι τα πάθη του. Γι’ αυτό και αποδύθηκε σε ασκητικούς αγώνες εξαλείψεως των παθών αυτών, καλύτερα: μεταστροφής τους σε ένθεα πάθη, δηλαδή, σε αγάπη του Θεού και σε αγάπη του ανθρώπου.   Στον αγώνα αυτόν είχε συνεργό βεβαίως τον ίδιο τον Κύριο, αφού χωρίς Αυτόν «ου δυνάμεθα ποιείν ουδέν», αλλά και ο ίδιος προσανατόλισε ολοκληρωτικά τον νου και την καρδιά του σ’  Εκείνον, έχοντας μάθει από την Παράδοση της Εκκλησίας ότι μόνον όποιος έχει μεταθέσει το κέντρο βάρους της ύπαρξής του στον Θεό μπορεί και πράγματι να βρει τον Θεό και να Τον κάνει κάτοικο της ψυχής και του σώματός Του. Κατά τον υμνογράφο του, ο άγιος «προσήλωσε ολοκληρωτικά τον νου του στο ωραιότατο κάλλος του θείου εραστή, του Χριστού, και πληγώθηκε από τον γλυκό του έρωτα». Πράγματι: η ταλάντευση μεταξύ του Θεού και του κόσμου, η «διψυχία» που λέει ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος, συνιστά ακαταστασία, που το μόνο που φέρνει στην ψυχή του ανθρώπου είναι η ταραχή. Ο ίδιος ο Κύριος το απεκάλυψε: «Ουδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν». Ο άγιος Ελευθέριος λοιπόν δεν «έπαιζε» με την πίστη του: αγάπησε με πάθος τον Κύριο, προσκολλήθηκε σ’  Αυτόν, γι’  αυτό και δέχτηκε τόσο πλούσια τη δύναμή Του, δύναμη τέτοια ώστε χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία να υπερβεί τα ανθρώπινα πάθη του. «Προσκολλήθηκες στον Θεό με καθαρότατο νου, ήδη από τη νεότητά σου, και απομάκρυνες την ψυχή σου από το σαρκικό αμαρτωλό φρόνημα, οπότε και απέκτησες πλούσια την άφθονη χάρη των θαυμάτων».

 Δεν μπορούμε βεβαίως  να μην επισημάνουμε και τη βοήθεια που του παρέσχε ο πνευματικός του πατέρας, ο άγιος Ανίκητος, πάπας Ρώμης. Αν έμαθε από την Παράδοση της Εκκλησίας ότι σκοπός της ζωής είναι να αποκτήσει το Πνεύμα του Θεού και ότι αυτό επιτυγχάνεται με την άσκηση κατά των παθών, το έμαθε, γιατί ακριβώς καθοδηγήθηκε σωστά. Πέραν της βοήθειας σ’ αυτό από την ίδια τη μητέρα του – μαθήτρια του αποστόλου Παύλου – ο άγιος Ανίκητος ήταν εκείνος που τον μύησε στην πνευματική αυτή Παράδοση. Ο ίδιος υπήρξε φορέας αυτής, γι’  αυτό και είχε τη δυνατότητα να την μεταγγίσει στο νεαρό βλαστάρι της πίστεως, τον άγιο Ελευθέριο. Έτσι ο άγιός μας ευλογήθηκε από τον Θεό να μάθει την Παράδοση όχι από βιβλία και διαλέξεις, αλλά από ζωντανή πηγή, από τη συναναστροφή του με αγίους. Κατά τον συναξαριστή του, όπως είδαμε: «Οδηγήθηκε από τη μητέρα του στον επίσκοπο Ανίκητο ο άγιος και έμαθε από αυτόν τα ιερά γράμματα, ενώ τον ενέταξε και στο τάγμα των κληρικών».

Ο άγιος Ελευθέριος προσανατολίζει και εμάς σήμερα στην ίδια με αυτόν ζωή, ζωή στην πραγματικότητα του Χριστού και των αγίων Αποστόλων. Και μας καλεί, δεόμενος υπέρ ημών, σε απελευθέρωση από τα πάθη μας. Όπως το θέτει και ο άγιος υμνογράφος: «Μάρτυς Ελευθέριε, ελευθέρωσέ με τώρα, με τις ευφρόσυνες ικεσίες σου στον Κύριο, εμένα που είμαι υποδουλωμένος στη μαυρίλα των παθών». Είθε με τις πρεσβείες του αγίου να φτάσουμε κι εμείς σ’  αυτήν την απελευθέρωση, που μας καταξιώνει ως ανθρώπους και μας ανοίγει τη Βασιλεία του Θεού ήδη από τη ζωή αυτή.

13 Δεκεμβρίου 2025

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ

 

ΕΛΑΤΕ! ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΕΤΟΙΜΑ!

«Το τραπέζι είναι στρωμένο. Όλα σερβιρισμένα. Τα πάντα έτοιμα. Οι θέσεις σας σάς περιμένουν». Η φωνή του υπηρέτη του Κυρίου δεν μπορούσε να είναι πιο σαφής. Η παραβολή του Κυρίου δηλαδή για το μεγάλο Δείπνο δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης: είναι τέτοια η επιθυμία Κυρίου του Θεού μας για να έχει τον άνθρωπο κοντά Του, είναι τόσο σφοδρός ο πόθος Του να είναι μαζί μας που ήδη μας έχει θέσει στο τραπέζι της Βασιλείας Του. Κι αν κατανοήσουμε την αλήθεια ότι τελικώς Βασιλεία του Θεού είναι ο ίδιος ο Κύριος – ο ερχομός Του στον κόσμο αποτελεί την είσοδο της Βασιλείας Του -, τότε κατανοούμε ότι η θέση στο τραπέζι Του είναι η θέση μας μέσα στην καρδιά Του, στο κέντρο της ύπαρξής Του – ο καθένας μας είναι ό,τι ανώτερο και ιερότερο για τον Θεό μας. Κι αυτό γιατί; Διότι μας δημιούργησε έτσι ώστε να Τον «επαναλαμβάνουμε» (όσιος Σωφρόνιος). «Κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν» Του κάθε άνθρωπος, που θα πει στο πρόσωπο του κάθε ανθρώπου ο Δημιουργός μας «έβλεπε και βλέπει» τον εαυτό Του! Και μπορεί βεβαίως να ανταρτέψαμε και να χάσαμε την υπερβολή της προσφοράς του Πατέρα, γιατί μάλλον δεν καταλάβαμε το μεγαλείο μας, όμως Εκείνος «έκλινεν ουρανούς και κατέβη», έγινε ένας από εμάς, ίδιος μ’ εμάς, για να μας δώσει εκ νέου την ευκαιρία να αποκτήσουμε και πάλι το πεταμένο δώρο: να γίνουμε θεοί με τη χάρη Του. «Ο Θεός έγινε άνθρωπος για να γίνουμε εμείς θεοί».

Η θέση μας έτοιμη και μας περιμένει. Αλλά εμείς δεν έχουμε... χρόνο. Κι έχουμε απόλυτο «δίκιο»! Αυξήσαμε το βιος μας, τη γη και τα ζωντανά μας, κάναμε δηλαδή επενδύσεις – πώς θα ζήσουμε και θα κυριαρχήσουμε στον κόσμο αυτόν που μας έβαλε ο Δημιουργός μας; Εκείνος δεν είπε: «και κατακυριεύσατε της γης;». Και πιο πολύ: πώς να βρούμε χρόνο αφού παντρευτήκαμε; Ο ίδιος ο Θεός πάλι δεν είπε ότι «δεν είναι καλό να είναι ο άνθρωπος μόνος;» Να λοιπόν, παντρευτήκαμε. Κάναμε υπακοή στο θέλημά Του. Οπότε δεν γίνεται να αφήσουμε μόνο/η τον/τη σύζυγο για κάτι άλλο. Δεν είμαστε απολύτως δικαιολογημένοι; «Σε παρακαλώ, δικαιολόγησέ με!»

Ο Κύριος όμως εξοργίστηκε από τη στάση μας. Μα γιατί; Διότι είμαστε τόσο τυφλοί που δεν καταλαβαίνουμε ότι περιπέσαμε και περιπίπτουμε σε βλασφημία. Τι είναι η βλασφημία; Δεν είναι η αδυναμία ιεράρχησης των προτεραιοτήτων μας; Δεν είναι να βάζουμε πρώτο αυτό που έπρεπε να ακολουθεί και δεύτερο αυτό που από τη φύση του είναι πρώτο; Ποιο είναι το πρώτο; Αυτό που γνωρίζουμε και έχουμε ακούσει χιλιάδες φορές: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής, εξ όλης της καρδίας, εξ όλη της διανοίας, εξ όλης της ισχύος»! Να επιδιώκουμε δηλαδή πρώτα τη Βασιλεία του Θεού, τον ίδιο τον Θεό δηλαδή, κι όλα τα υπόλοιπα θα τα βλέπουμε να έρχονται σωρηδόν και με ευλογίες στη ζωή μας! Και στην πράξη τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει να θέτουμε σε προτεραιότητα της ζωής μας το άγιο θέλημα του Θεού, τις άγιες εντολές του Κυρίου, δηλαδή τελικώς την αγάπη προς τον συνάνθρωπό μας. Αυτή είναι η κανονική εργασία μας που μας κινητοποιεί και μας κάνει να βρούμε τη θέση μας στο τραπέζι της Βασιλείας του Θεού, να βρούμε δηλαδή το κέντρο της ύπαρξής μας μέσα στο κέντρο της καρδιάς του Θεού μας.

Η κατανόηση της αλήθειας αυτής εννοείται πως φωτίζει την κανονική αυτή εργασία μας – «εργάζεσθε μη την βρώσιν την απολλυμένην αλλά την μένουσαν εις ζωήν αιώνιον» - αλλά με προοπτική καθημερινότητας. Τι θέλουμε να πούμε; Η αποδοχή ή η άρνηση της πρόσκλησης του Θεού μας να μένουμε μέσα σ’ Εκείνον και Εκείνος μέσα σ’ εμάς – το βάθος ερμηνείας της παραβολής του μεγάλου Δείπνου – δεν είναι θέμα μίας φοράς. Η κάθε ώρα και η κάθε στιγμή της ζωής μας είναι η ώρα πρόσκλησης του Θεού μας για να είμαστε μαζί Του – έχουμε ανοικτή πρόσκληση. Που θα πει: αδιάκοπα βρισκόμαστε στο κρίσιμο σημείο επιλογής να είμαστε πιστοί ή άπιστοι. Όσο έχουμε χρόνο, δηλαδή όσο διαρκεί η εδώ ζωή μας.

 Η συγκεκριμένη παραβολή του Κυρίου πράγματι δεν μας αφήνει σε ησυχία. Και η απάντηση που Του δίνουμε κάθε φορά κρίνει την όποια θεωρούμενη χριστιανικότητά μας. Χριστιανός πάντως του: πότε ναι και πότε όχι, δεν υπάρχει! Γιατί «ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστι».

12 Δεκεμβρίου 2025

Ο ΜΕΓΑΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ: ΓΙΑΤΙ ΚΑΙ ΠΩΣ;

 

- Ο άγιος Σπυρίδων έχει την προσωνυμία θαυματουργός. Είναι τόσα πολλά τα θαύματα που έκανε και συνεχίζει να κάνει – διότι βεβαίως οι άγιοί μας είναι ζωντανοί ως μέλη Χριστού ανήκοντας στη θριαμβεύουσα λεγόμενη Εκκλησία απ’ όπου μας παρακολουθούν και μετέχουν στη ζωή μας – ώστε και η απλή καταγραφή τους θα πήγαινε σε μεγάλη έκταση. Εντελώς ενδεικτικά: θεράπευσε τον ίδιο τον βασιλιά Κωνστάντιο που έπασχε από βαριά ασθένεια· μετέβαλε ένα φίδι σε χρυσάφι προκειμένου να βοηθήσει μια φτωχή γυναίκα, κι αργότερα το επανέφερε στην κανονική του κατάσταση· προσευχήθηκε σε περίοδο ανομβρίας και έβρεξε αμέσως, ενώ σταμάτησε από την άλλη τη μακρά περίοδο βροχών που είχε αρχίσει να δημιουργεί κινδύνους· κατέστρεψε σχέδιο πονηρών εμπόρων σίτου, οι οποίοι πήγαν να δημιουργήσουν τεχνητή κρίση για να πλουτίσουν εις βάρος του απλού λαού· μίλησε με την κεκοιμημένη κόρη του, η οποία πέθανε αιφνιδίως και δεν πρόλαβε να πει σε ποιο σημείο κρατούσε θησαυρό που της είχε εμπιστευθεί κάποια γυναίκα κ.ά.π.

Το ερώτημα βεβαίως είναι σαφές: τι ήταν εκείνο που καθιστούσε τόσο θαυματουργό τον μεγάλο αυτόν άγιο; Ποια «ιδιαιτερότητα» ενδεχομένως είχε που γινόταν δίοδος τέτοιων θαυμαστών καταστάσεων; Η απάντηση είναι απλή και μονολεκτική, ενώ εξαγγέλλεται ποικιλοτρόπως και από την υμνολογία της Εκκλησίας μας. Μέσα του ενεργούσε ο ίδιος ο Κύριος. «Ο Χριστός ενήργει εν αυτώ». Που θα πει: οτιδήποτε θαυμαστό προσφέρει στον κόσμο ένας άγιος, στην πραγματικότητα είναι προσφορά του ίδιου του Θεού, ο Οποίος βρίσκει την καθαρή καρδιά ενός πιστού Του - δηλαδή την καρδιά τη γεμάτη αγάπη στον συνάνθρωπο - για να λειτουργεί ως το χέρι Του και ως «βοηθός» Του. Ο Θεός μας χαίρεται να προσφέρεται στον άνθρωπο κυρίως μέσω των ανθρώπων. Κι ένας τέτοιος άνθρωπος του Θεού, ευλογία κυριολεκτικά για όλον τον κόσμο σε όλες τις εποχές, είναι ο αγαπημένος άγιος Σπυρίδων.

- «Ο Χριστός ενήργει εν τω αγίω Σπυρίδωνι», ώστε να καταστεί αυτός μέγας θαυματουργός άγιος. Και μπόρεσε να βρει δίοδο μέσα του, λόγω της καθαρής του καρδιάς της γεμάτης από έλεος και ευσπλαγχνία, που σημαίνει ότι εκείνο που θέτει εμπόδιο στην έλευση του Κυρίου μέσα μας είναι αποκλειστικά και μόνον ο εγωισμός μας, δηλαδή η αμαρτία μας. Κι είναι ευνόητο: πώς σε μια καρδιά γεμάτη από το εγώ, το οποίο λειτουργεί πάντοτε με κατακτητικό τρόπο που δεν αφήνει τίποτε άλλο δίπλα του, θα μπορέσει να συνυπάρξει ή να ’βρει λίγο χώρο η χάρη του Θεού; «Εγώ» και «χάρη Θεού» είναι αντιθετικές πραγματικότητες, κατά τον αψευδή λόγο του Κυρίου, «ουδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν».

Και η Εκκλησία μας έρχεται και μας παίρνει από το χέρι για να μας πάει σε βαθύτερα επίπεδα του εσωτερικού κόσμου του αγίου Σπυρίδωνα. Κυριάρχησε ο Χριστός μέσα στην καρδιά του αγίου εξορίζοντας τον νοσηρό εγωισμό του, έγινε δηλαδή «καταγώγιον θείου Πνεύματος», διότι «εγένετο έμπλεως αποστολικής διδασκαλίας» και  έζησε «δι’ εναρέτου πολιτείας». Να λοιπόν το «μυστικό» της πνευματικής ζωής του αγαπημένου αυτού αγίου: Στράφηκε με δύναμη ψυχής – ενισχυόμενος προφανώς από τη χάρη του Θεού – στην αληθινή εικόνα του Χριστού που κηρύσσει η αποστολική εκκλησιαστική παράδοση, και αγωνίστηκε, όση αυτώ δύναμις, να τηρήσει τις άγιες εντολές Εκείνου.  Αλήθεια πίστεως της Εκκλησίας και ενάρετη ζωή. Όπου υπάρχει η έφεση στα δύο αυτά, εκεί έχουμε Πνεύμα Θεού, εκεί έχουμε αγιότητα, εκεί λοιπόν κηρύσσεται ορθά ο Θεός και προσφέρονται ιάματα ψυχής και σώματος σε όλους τους ανθρώπους.

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΡΙΜΥΘΟΥΝΤΟΣ ΚΥΠΡΟΥ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ

«Ο άγιος Σπυρίδων άκμασε επί της βασιλείας Κωνσταντίνου του μεγάλου και Κωνσταντίου του υιού του. Ήταν στον τρόπο απλός και στην καρδιά ταπεινός. Απαρχής ήταν ποιμένας προβάτων, έπειτα παντρεύτηκε και μετά τον θάνατο της γυναίκας του καταστάθηκε επίσκοπος. Τόσο πολύ του δόθηκε από τον Θεό η χάρη των ιαμάτων, ώστε τα θαύματα έγιναν γι’ αυτόν η επωνυμία του. Πράγματι: σε εποχή ξηρασίας έφερε βροχή, και πάλι εμπόδισε τη μεγάλη βροχή με την προσευχή του. Άλλη φορά, διέλυσε σχέδιο σιτοκαπήλων, που μελέτησαν να φέρουν πείνα, με το να πέσουν οι αποθήκες τους που είχαν το σιτάρι. Ένα φίδι το μετέβαλε σε χρυσάφι, που το έδωσε σε πτωχό.  Μετά το ξεπέρασμα της συμφοράς από τον πτωχό, πάλι το χρυσάφι το αποκατέστησε σε φίδι. Κράτησε επίσης ρεύματα ποταμών, ενώ μία πόρνη που τόλμησε να τον αγγίξει, αφού είπε τα σχετικά με τη ζωή της, την έπεισε  να εξομολογηθεί. Αυτούς που μεγαλοφρονούσαν για τη συλλογιστική τους δεινότητα τους έκλεισε το στόμα στη Σύνοδο της Νικαίας με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος. Και σε μια γυναίκα  που ζητούσε θησαυρό που είχε δώσει προς φύλαξη στην κόρη του αγίου, η οποία όμως είχε πεθάνει, πήγε στον τάφο της και την ρώτησε πού είχε κρύψει τα χρήματα, κι αφού το έμαθε, τα έδωσε στην κάτοχο  αυτών. Απάλλαξε επίσης  και τον βασιλιά Κωνστάντιο από μία ασθένεια που τον ταλαιπωρούσε, ενώ ανάστησε και το παιδί μιας γυναίκας. Επιπλέον, έλεγξε και εκείνον που ήθελε από πλεονεξία να πάρει μία αίγα του, ενώ η αίγα πήγαινε πίσω προς τη μάνδρα της, θέλοντας να φύγει από εκείνον που την τραβούσε με τη βία. Όταν όμως πλήρωσε την τιμή της, έμεινε μαζί με τις άλλες που είχε αγοράσει ο άνθρωπος. Θεράπευσε μάλιστα και την αφωνία του Διακόνου, ο οποίος ενώ ήταν να πει μία μικρή ευχή, αυτός λόγω κενοδοξίας την έκανε μεγάλη, και αμέσως έχασε τη φωνή του. Στον άγιο φάνηκαν άγγελοι να τον υπηρετούν, λέγοντας «Και τω πνεύματί σου», όταν εκφωνούσε το «ειρήνη πάσι». Κι όταν άναψαν οι υπηρέτες λίγα φώτα με τα καντήλια, κάτι που έκανε τον όσιο να δυσανασχετήσει, εκείνοι έλεγαν ότι βρίσκονται λίγοι πιστοί στην Εκκλησία κι έτσι δεν χρειάζονται περισσότερα φώτα, φανερώθηκε όμως στον άγιο από τον Κύριο, ότι είχε θεατές περισσότερο αγγέλους που έψελναν μαζί του στις ευχές. Από την άλλη, ποιους δεν θα εκπλήξει το θαύμα της ξαφνικής ανάβλυσης λαδιού κατά τον εσπερινό, όταν λόγω ένδειάς του το φως ήταν λιγοστό; Από πρόγνωση θεϊκή, ανέφερε τα μέλλοντα σε πολλούς. Και τον επίσκοπο Τριφύλλιο, που στρεφόταν στα ωραία της ζωής αυτής, τον νουθέτησε και τον έπεισε να ποθεί τα μέλλοντα αγαθά. Και τη γυναίκα που είχε πέσει στο αμάρτημα της μοιχείας και δεν ήθελε να εξομολογηθεί το αμάρτημά της, προσπαθώντας μάλιστα να πείσει τον άντρα της κατά τη γέννα ότι το παιδί ήταν δικό του, μολονότι αυτός έλειπε στη θάλασσα είκοσι μήνες και συνεπώς δεν είχε σχέσεις μαζί της, την επιτίμησε και την παρέδωσε σε θάνατο. Κατά το θέρος, που έκαιγε ο ήλιος, η κεφαλή του αγίου φαινόταν γεμάτη από δροσιά, δείγμα ότι ο Θεός φανέρωνε την τιμή που θα γινόταν στο μέλλον σ’ αυτόν. Πόσο δε ήταν συμπαθής και γεμάτος αγάπη προς τους ανθρώπους, φανέρωσε αυτό που συνέβη με εκείνους που επιχείρησαν να κλέψουν τα δικά του πρόβατα. Διότι όχι μόνον τους απάλλαξε από αυτό που έπαθαν, που κρατήθηκαν ακίνητοι με αόρατο τρόπο, αλλά τους ελευθέρωσε, δίνοντάς τους και από ένα κριάρι, με την εξήγηση ότι δεν έπρεπε να θεωρηθεί μάταια η αγρύπνια τους. Ο άγιος Σπυρίδων λοιπόν αφού κατεύθυνε καλά το ποίμνιο που του εμπιστεύθηκε ο Θεός, μετατάχθηκε στην πολιτεία και τη διαγωγή των αγγέλων. Τελείται δε η σύναξή του στο αποστολείο του Αγίου και κορυφαίου Πέτρου, που ήταν κοντά στην αγιότατη μεγάλη Εκκλησία».

Πριν λίγες μόνο ημέρες εορτάσαμε τον μεγάλο άγιο, Νικόλαο τον θαυματουργό. Η θαυματουργία του αποτελούσε και αποτελεί την προσωνυμία του, δεδομένου ότι κάθε ένας που και μόνο θα επικαλεστεί το όνομά του, θα τον βρει πρόθυμο συμπαραστάτη του. Το ίδιο συμβαίνει και με τον επίσης μεγάλο σημερινό άγιο, όπως άλλωστε αναφέρει και το συναξάρι του: «επωνυμίαν αυτώ γενέσθαι τα θαύματα». Ο Θεός τον θαυμάστωσε με το ίδιο χάρισμα, διότι αγάπησε με πάθος, όπως λέει ο υμνογράφος του, τον Θεό και τον συνάνθρωπό του, γενόμενος έτσι δίοδος που φανερώνεται η Βασιλεία του Θεού. «Τω πόθω τρωθείς Χριστού, ιερώτατε…θυσιαστήριον θείον γενόμενος». Είναι τέτοιο το χάρισμα θαυματουργίας του αγίου, ώστε στο απολυτίκιό του ο υμνογράφος σ’ αυτό επικεντρώνει την προσοχή μας: «…και θαυματουργός (ανεδείχθης), θεοφόρε, Σπυρίδων, πατήρ ημών».

Ο άγιος δεν ανήκει στους διδασκάλους της Εκκλησίας, σε εκείνους δηλαδή, σαν τον άγιο Αθανάσιο, σαν τον άγιο Βασίλειο, σαν τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, που σε συγκεκριμένη κρίση που πέρασε αυτή λόγω κάποιας αίρεσης, φωτίστηκαν από τον Θεό για να δώσουν απάντηση. Ανήκει όμως στους Πατέρες της, που κύριο γνώρισμά τους έχουν την εμπειρία του Θεού και συνεπώς τη γνώση που δίνει αυτή η εμπειρία. Έτσι ο άγιος Σπυρίδων με αυτήν την εκ Θεού εμπειρική γνώση του – απόρροια της ορθής μετοχής του στην Αποστολική Παράδοση («αποστολικής διδασκαλίας γενόμενος έμπλεως») – μπόρεσε να συμβάλει και αυτός με τον δικό του απλό τρόπο στην υπέρβαση της κρίσης που προκαλούσε στην εποχή του ο Αρειανισμός. «Εν τη του Πνεύματος αίγλη καταλαμπόμενος, το ζοφερόν καθείλεν ο σοφός Ιεράρχης Αρείου το ληρώδες∙ όθεν απλώς δογματίσας Τριάδα πιστώς, υπό σοφών εδοξάσθη και συνετών, και την σύνοδον εκύρωσεν» (Καταλαμπόμενος από το φως και τη δόξα του αγίου Πνεύματος, κατέστρεψε ο σοφός Ιεράρχης την τρέλα του Αρείου. Γι’ αυτό, αφού δογμάτισε με απλό τρόπο και με πίστη την αγία Τριάδα, δοξάσθηκε από τους σοφούς και τους συνετούς Πατέρες, και έδωσε κύρος στη Σύνοδο).  Το περιστατικό στην Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο (325) – που φέτος εορτάζουμε τα 1700 από τη σύγκλησή της – κατά το οποίο σηκώθηκε και έκανε θαύμα με ένα κεραμίδι, για να δείξει ότι η αγία Τριάδα είναι τρεις υποστάσεις αλλά έχει μία φύση ή ουσία, είναι γνωστό σε όλους. Ο λόγος του δηλαδή μπορεί να μην επαρκούσε με τη χρήση αποδεικτικών επιχειρημάτων, η αλήθεια όμως που ζούσε βρήκε τρόπο να εκφραστεί: το κεραμίδι ήταν ένα, αλλά αναλύθηκε στα εξ ων συνετέθη: το χώμα, το νερό, τη φωτιά που έψησε τον πηλό.

Δεν θα επιμείνουμε στις αρετές του – καρπό της χάρης του Θεού λόγω της αγάπης του προς Εκείνον: την πραότητά του, την ακακία του, τη μεγάλη του ταπείνωση. Αυτές θα αποτελούν πάντοτε τα προσανατολιστικά στοιχεία των πιστών κάθε εποχής, ιδίως της δικής μας, που έχουν περισσέψει η οργή και τα νεύρα, η κακία, η αλαζονεία και η υπερηφάνεια. Εκείνο όμως που δεν θέλουμε να το αφήσουμε στη λήθη, είναι ένα από τα θαύματά του, που αναφέρεται παραπάνω και στο συναξάρι του, και που νομίζουμε ότι έχει άμεση αναφορά και στη γενικότερη κρίση που περνά η πατρίδα μας και σύνολη τελικά η ανθρωπότητα. Πρόκειται για το σχέδιο των εμπόρων σίτου, που θέλησαν να προκαλέσουν μία τεχνητή κρίση, ώστε να αυξήσουν τις τιμές του σίτου, συνεπώς  να αυξήσουν τα πλούτη τους εις βάρος του πτωχού λαού. Ο άγιος κατάλαβε αμέσως την πονηρία των εμπόρων και επενέβη: οι αποθήκες με το σιτάρι κατέπεσαν, το πονηρό σχέδιο διαλύθηκε.

Η αντιστοιχία με τη σημερινή, και όχι μόνον, εποχή είναι πασιφανής: η κάθε κρίση, διαχρονικά πια, φαντάζει  τεχνητή. Τράπεζες και «εγκληματίες της οικονομίας», όπως έχουν χαρακτηριστεί, – τέτοιοι «εγκληματίες» δεν ήσαν την εποχή του αγίου οι έμποροι σίτου; - θεωρούν ότι μόλις βρεθεί η κατάλληλη στιγμή να προκαλέσουν κάποια αναταραχή, επεμβαίνουν προκειμένου να καρπωθούν τεράστια κέρδη για το αποκλειστικό συμφέρον τους. Και βεβαίως οι χώρες που συνήθως την «πληρώνουν» καθώς λέμε, είναι οι πιο αδύναμες και μικρές χώρες, όπως συμβαίνει και με τη δική μας πατρίδα. Κι οι κρίσεις αυτές, που ταυτοχρόνως βεβαίως αποκαλύπτουν την ηθική και πνευματική κρίση που ζούμε, δεν έχει όριο και «πάτο». Για τον απλούστατο λόγο ότι δεν έχει τελειωμό η αρπακτικότητα των «γερακιών» των μεγάλων χωρών και των κολοσσών που ορίζουν τα τεκταινόμενα στην παγκόσμια «σκακιέρα».

Όμως η Εκκλησία μας έχει κι άλλα όπλα, πέραν των οικονομικών θεωριών και των όποιων σπασμωδικών κινήσεων. Τα όπλα της πίστεως, το «βαρύ πυροβολικό» των αγίων μας. Και τέτοιο όπλο είναι και ο άγιος Σπυρίδων – το απέδειξε στην εποχή του περίτρανα. Τι θα ήταν εμπόδιο στον άγιο, με την παρρησία που έχει ενώπιον του Θεού και με τη βοήθεια και των άλλων αγίων, να βοηθήσει και να βοηθάει πάντοτε στην υπέρβαση της όποιας κρίσεως; Τίποτε, πλην ενός: την πίστη και τη μετάνοια των ίδιων των ανθρώπων. Κι εκεί συνήθως προσκρούει η φαινομενική «απραξία» των αγίων: δεν κινητοποιούμαστε σε μετάνοια˙ δεν στρεφόμαστε με πίστη στον μόνον δυνάμενον σώζειν, τον Κύριο Ιησού Χριστό, ο Οποίος ακριβώς αναμένει τη βαθιά καρδιά μας για να επέμβει. Δεν φαίνεται όμως κάτι τέτοιο, εκτός ολίγων μόνο περιπτώσεων, οπότε μας αφήνει στις εγωιστικές επιλογές μας, «σχεδιάζοντας» όμως και από αυτές άλλον τρόπο θεραπείας μας – η αγάπη Του δεν εξαντλείται, γιατί είναι άπειρη.

Οπότε, για πιο δραστικές και άμεσες λύσεις το ερώτημα παραμένει ανοικτό: έχουμε διάθεση να μετανοήσουμε; Έχουμε την ταπείνωση να πιστέψουμε ότι η λύση βρίσκεται έξω από τα δικά μας «λογικά» χέρια ή τους όποιους «ευφυείς» προγραμματισμούς μας; Προφανώς την εποχή του αγίου Σπυρίδωνα υπήρχαν οι καρδιές που ανήκαν στον Κύριο, γι’ αυτό και η προσευχή του κλόνισε και κατέστρεψε τα σχέδια των ανόμων. Σήμερα όμως;