Η ιστοσελίδα μετακόμισε!

Ανακατευθύνεστε αυτόματα στη νέα διεύθυνση...

Πατήστε εδώ αν δεν ανακατευθυνθείτε αυτόματα

24 Ιανουαρίου 2026

Η ΟΣΙΑ ΜΗΤΗΡ ΗΜΩΝ ΞΕΝΗ

«Η μακάρια αυτή και αοίδιμη Ξένη καταγόταν από τη μεγαλόδοξη πόλη της Ρώμης, από γένος έντιμο και με ζήλο για την πίστη. Όταν οι γονείς της θέλησαν να την παντρέψουν και είχαν ετοιμαστεί όλα τα σχετικά με τον γάμο, η αγία σηκώθηκε και έφυγε από τη νυφική παστάδα, μαζί με δύο άλλες γυναίκες, δύο υπηρέτριες, κι αφού μπήκε σε πλοίο και γνώρισε άλλους τόπους, τελικώς έφτασε στην πόλη των Μυλασσών. Μάλλον οδηγήθηκε σ’ αυτήν την πόλη από τον θεσπέσιο Παύλο τον μοναχό (ο οποίος φάνηκε σ’ αυτήν εκ Θεού στην Αλεξάνδρεια και έγινε οδηγός της για τα ανώτερα). Εκεί έφτιαξε ένα μικρό ευκτήριο ναό στο όνομα του αγίου πρωτομάρτυρος Στεφάνου, και μαζί με τις δύο υπηρέτριές της, όπως και με κάποιες άλλες που την πλησίασαν,  έζησε καρτερικά με μεγάλη άσκηση, απέχοντας από όλες τις κατ’ αίσθηση ηδονές και ακολουθώντας τον δρόμο που οδηγεί στην ουράνια πολιτεία.

Πέρασε λοιπόν τη ζωή της στο θέλημα του Θεού και μετά το όσιο και μακάριο τέλος της, είχε τη μαρτυρία από τον Ίδιο τον Θεό. Ημέρα μεσημέρι δηλαδή, την ώρα που ο ήλιος φώτιζε τη γη, φάνηκε σταυρός με αστέρια. Αυτόν τον σταυρό τον περικύκλωνε και τον κρατούσε στο μέσον άλλος χορός αστεριών, ώστε να φαίνεται ότι είναι στεφάνι για τη μακαρία Ξένη, που της δόθηκε από τον Θεό, για τη νηστεία και την αγρυπνία και την αγνότητά της. Κι αυτό έγινε φανερό, διότι με την απόθεση του λειψάνου της κάτω από τη γη, σταμάτησε να φαίνεται ο χορός και ο κύκλος των αστεριών. Τα σχετικά με την οσία έγιναν γνωστά, όταν μία από τις θεραπαινίδες της, τότε που επρόκειτο να φύγει από τη ζωή, διηγήθηκε την πατρίδα της μακαρίας και το επίσημο γένος της και το όνομα που είχε από τους γονείς της - διότι ονομαζόταν Ευσεβία – το οποίο το άλλαξε σε Ξένη, γιατί αγωνιζόταν να ζήσει κρυφά».      

Είναι εύλογο. Ο άγιος υμνογράφος της οσίας Ξένης, της οποίας τον βίο και το εγκώμιο έπλεξε ο μεγάλος Πατέρας και Διδάσκαλος της Εκκλησίας μας άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, στο μεγαλύτερο ποσοστό του κανόνα του γι’ αυτήν προβάλλει την αγιασμένη ζωή της μέσα από το ίδιο το όνομά της - Ξένη. Και τούτο γιατί του δίνει την ευκαιρία να σχετίσει την αγία πρώτα από όλα με τον ίδιο τον Κύριο, τον κατ’ εξοχήν «ξένον», κατά την υμνολογία επίσης της Εκκλησίας μας, του Οποίου τον βίο προσπάθησε με τη χάρη του Θεού να μιμηθεί, να προβάλει τον πόθο της για την «ξένην ζωήν την εν ουρανοίς μένουσαν», να δείξει ότι έζησε στα ξένα, με τον τρόπο που δήλωνε ακριβώς και το όνομά της, να την παρακαλέσει ακόμη να βοηθήσει και εμάς που ζούμε ως ξένοι του Θεού, προκειμένου να γίνουμε οικείοι Αυτού. Θαυμάζει κανείς πράγματι την έμπνευση του εκκλησιαστικού μας ποιητή, αλλά και την καλή γνώση του στα θέματα της πνευματικής ζωής. Μερικά δείγματα από την υμνολογία της Εκκλησίας μας επιβεβαιώνουν τις παραπάνω αναφορές.

Η οσία μιμήθηκε τον Κύριο που ήλθε στον κόσμο τούτο ως ξένος. Η δική της ξενιτεία – η οποία από τους ασκητικούς διδασκάλους της Εκκλησίας μας θεωρείται ως σπουδαιοτάτη αρετή, που οδηγεί στη βάση όλων των αρετών, την ταπείνωση – αποτελεί μετοχή στην ξενιτεία Εκείνου, δείγμα της αγάπης της σ’ Αυτόν. «Ξενιτεύτηκες εσύ, σοφή Ξένη, μιμούμενη τον τρόπο του Θεού, που για χάρη μας κατήλθε από τον ουρανό σ’ εμάς, προκειμένου να υψώσει τους πεσμένους στην αμαρτία, και γι’ αυτό μένεις άγνωστη μεν στους συγγενείς σου, αλλά γνωστή στους ευσεβείς». «Έβαλες στο μυαλό σου την ξένη ζωή που μένει στους ουρανούς και δεν παρέρχεται, γι’ αυτό και έκανες το όνομά σου πράξη, κι έτρεξες σαν διψασμένο ελάφι στα ίχνη του αθανάτου μνηστήρα σου Χριστού».

Η δίψα της οσίας για τον Χριστό κάνει τον υμνογράφο εν προκειμένω να φτάσει σε σπουδαία ύψη λυρισμού, όπως γίνεται συνήθως σε παρόμοιες περιπτώσεις οσίων γυναικών. Ο υμνογράφος δηλαδή ακολουθώντας τον έρωτα της ανθρώπινης ψυχής προς τον Θεό, όπως αποτυπώνεται ιδίως στο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης «Άσμα ασμάτων», βάζει και την οσία με τον ίδιο έρωτα προς τον Χριστό να διαλέγεται μαζί Του. «Ως δάμαλις ποθούσα του ποιμένος το θείον κάλλος εκραύγαζες∙ Πού νυν ποιμαίνεις, Νυμφίε; Πού κοιτάζη, ειπέ μοι; Επιποθώ σου ιδείν την υπερβάλλουσαν θέαν και φλέγομαι πάντοθεν» (Σαν δάμαλη που ποθεί τη θεϊκή ομορφιά του ποιμένα, κραύγαζες: Πού ποιμαίνεις το ποίμνιό σου, Νυμφίε; Πού είναι το σπίτι σου, πές μου. Έχω τον πόθο να δω την πάνω από όλα τα ανθρώπινα θέα του προσώπου σου και φλέγομαι από παντού). Για να απαντήσει ο νυμφίος Χριστός στην αναζήτηση αυτή της οσίας Ξένης: «Εράσμιον το κάλλος το εμόν, βοά ο Νυμφίος, ζητούσα, σεμνή, ταις αρεταίς λαμπρυνθείσα, εις ουρανούς με σκόπει∙ εκεί ποιμαίνω εγώ, και τα εμά προσκαλούμαι εκάστοτε θρέμματα» (Αφού ζητάς, σεμνή, τη δική μου αγαπητή ομορφιά, φωνάζει ο Νυμφίος, και έγινες λαμπρή από τις αρετές, αναζήτησέ με στους ουρανούς. Εκεί ποιμαίνω εγώ και εκεί προσκαλώ κάθε φορά τα δικά μου πρόβατα).

Η επιλογή της οσίας Ξένης να ζήσει ως ξένη επί της γης, ώστε να αποκτήσει τον θείο έρωτα στην ψυχή της για τον Χριστό που ήλθε ως Ξένος στη γη – «επί ξένης φερωνύμως βιούσα», στην ξένη χώρα έζησες ως ξένη, όπως λέει το όνομά σου – δεν ήταν κάτι που ήλθε ξαφνικά. Η επιλογή της να φύγει στα ξένα ήταν καρπός μιας μακράς διεργασίας μέσα της, που απλώς φανερώθηκε όταν τα πράγματα στένεψαν γι’ αυτήν με τον γάμο που της ετοίμασαν οι γονείς της. Κι αυτό εξαρχής, ήδη στο πρώτο στιχηρό του εσπερινού της αγίας, επισημαίνει ο υμνογράφος: «Μετανάστευσες από πριν με τη διάθεση, Σεμνή, και βεβαίωσες έπειτα έμπρακτα αυτό που είχες αποφασίσει με το νου σου, γι’ αυτό και βγήκες, μακάρια Ξένη, από τον μάταιο γλιστερό δρόμο των ηδονών».

Πράγματι, ο υμνογράφος κάνει μία σοβαρή εδώ παρατήρηση, ψυχολογικού και ανθρωπολογικού περιεχομένου: αυτό που κάνουμε πράξη στη ζωή μας, συνήθως έχει προετοιμαστεί μέσα στην ψυχή μας προ πολλού. Κι όταν οι συνθήκες γίνουν οριακές, όταν στενέψουν τα πράγματα, τότε το κυοφορούμενο φτάνει να γίνει τοκετός. Είναι αυτό που επισημαίνει και η Εκκλησία μας και για την ίδια την αμαρτία. Η πράξη της αμαρτίας προϋποθέτει την εσωτερική της διεργασία: η αμαρτία ξεκινά από τη στιγμή που η προσβολή της γίνει αποδεκτή ως διάθεση στον άνθρωπο, αρχίζει να ευχαριστείται αυτός με τη σκέψη της, να αιχμαλωτίζεται, να φτάνει στην πράξη. Γι’ αυτό και αμαρτία είναι και οι λογισμοί της αμαρτίας και όχι μόνον οι συγκεκριμένες ενέργειές της. Το ίδιο όμως συμβαίνει και αντιστρόφως: μία καλή πράξη ετοιμάζεται εσωτερικά, που σημαίνει ότι κι αν δεν φτάσει να εκφραστεί, ήδη ενώπιον του Θεού έχει θεωρηθεί ως ενέργεια.

Είναι περιττό βεβαίως να σημειώσουμε ότι οι ύμνοι της Εκκλησίας μας προβάλλουν και το περιεχόμενο της ασκητικής διαγωγής της οσίας Ξένης, όπως και την επίδρασή της στις άλλες γυναίκες που την ακολούθησαν. Ιδίως η αγνότητά της ως νέκρωση της αμαρτίας μέσα της, η εγκράτειά της, τα δάκρυά της είναι εκείνα που ο υμνογράφος δεν παραλείπει να μας περιγράψει: «Έφερες στον Χριστό ως προίκα την αγνότητά σου, τη νέκρωση των μελών σου και τους κόπους της εγκράτειας»∙ «Έβρεχες τη στρωμνή σου με τα δάκρυά σου, οσία, και έτρωγες τον άρτο σου με στάχτη, δηλαδή ζούσες τη μετάνοια σαν τον προφητάνακτα Δαβίδ». Κι από την άλλη, «Έγινες παράδειγμα των καλών και έτσι έλκυσες πολλές ψυχές στη σωτηρία, που είχαν διαστραφεί από την εμπαθή προσκόλληση στον κόσμο».

Ο υμνογράφος νιώθει την ανάγκη να παρακαλέσει την αγία να πρεσβεύσει και για εκείνον, δηλαδή για τον καθένα μας, που με τις αμαρτίες μας γινόμαστε ξένοι από τις εντολές του Θεού. «Εμένα που έγινα ξένος από τις εντολές του Θεού μας, κάνε με δικό Του με τις δεήσεις σου, οσία, και επίσης κάνε με ξένο από τη φοβερή κόλαση και από τα πάθη που με καταδυναστεύουν».  

23 Ιανουαρίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΚΛΗΜΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΓΚΥΡΑΣ

«Ο μακάριος αυτός και θεσπέσιος Κλήμης σε όλη σχεδόν την ανθρώπινη ζωή του πέρασε μαρτυρικά. Διότι επί είκοσι οκτώ χρόνια παρατάθηκε ο αγώνας του προς τους τυράννους, χωρίς να διακόπτεται από κάποια εκεχειρία ούτε από κάποια ανακωχή και ειρήνη, όπως γίνεται στους πολέμους, ώστε ανανεωμένοι οι αντίπαλοι να ξαναρχίσουν και πάλι τον πόλεμο. Αντιθέτως, οι τύραννοι δυνατοί και σκληροί τον πολεμούσαν διαρκώς, ο ίδιος δε υπέμενε σαν να έπασχε κάποιος άλλος, παρά το πλήθος και τη συνεχή φορά των κακών. Πέρασε λοιπόν από κάθε είδος βασανιστηρίων και αφού έλεγξε τους κυρίαρχους τότε τυράννους και βασιλείς και έγινε θέατρο σε όλη σχεδόν την οικουμένη, κατέπληξε ακόμη και τους αγγέλους με την καρτερικότητά του και έτσι έλαβε το στεφάνι της δόξας. Καταγόταν από την πόλη Άγκυρα της Γαλατίας και ο πατέρας του ήταν ειδωλολάτρης, η δε μητέρα του ευσεβής και πιστή χριστιανή, ονόματι Σοφία. Ακολούθησε ο άγιος τον μοναχικό βίο από δώδεκα ετών. Στα είκοσι χρόνια του η Εκκλησία τον έκανε αρχιερέα. Άθλησε επί των βασιλέων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού. Τα είδη των βασάνων που πέρασε ήταν τα παρακάτω: Τον ανάρτησαν σε ξύλο και τον μάτωσαν με ξεσμούς. Τον κτύπησαν με πέτρες, όπως επίσης του κτύπησαν το στόμα με σκληρά αντικείμενα. Τον έβαλαν στη φυλακή. Τον έδεσαν σε τροχό και τον κτύπησαν με ρόπαλα. Τον κατέκοψαν με μαχαίρια. Του ξανακτύπησαν το στόμα με ξυλόκαρφα. Του σύντριψαν τις σιαγόνες και του έσπασαν όλα τα δόντια. Τον έδεσαν με σίδερα και τον ξανάριξαν στη φυλακή. Του πέρασαν στα αυτιά σιδερένιες πυρωμένες βελόνες. Τον έριξαν σε λαμπάδες φωτιάς. Τον έδεσαν σε μεγάλη πέτρα και τον κτύπησαν με σκληρά αντικείμενα στο πρόσωπο και το κεφάλι. Και παρόλο ότι καθημερινά λάμβανε πενήντα πληγές, αυτός υπέμενε. Τελευταίο δε, έκοψαν τα κεφάλια αυτού και του μαθητή του αγίου Αγαθαγγέλου στην Άγκυρα της Γαλατίας. Τελείται η σύναξή τους στον αγιότατο ναό τους, εκεί που έγινε το μαρτύριο, που βρίσκεται πέρα από την περιοχή του Ευδοξίου, πιο πέρα από το Ανάπλι, και στην αγιότατη Εκκλησία της Αγίας Ειρήνης της παλαιάς και της νέας».

Η επισήμανση του συναξαρίου του αγίου Κλήμεντα, ότι όλη η ζωή του ήταν μία μαρτυρική πορεία, αποτελεί και το κεντρικό σημείο που προβάλλει ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης, ο ποιητής του κανόνα του αγίου. «Διάνυσες εκτεταμένους αγώνες πάνω στη γη, όσιε, και αξιώθηκες να λάβεις έτσι το στεφάνι της βασιλείας των ουρανών». «Υπέμεινες, πάνσοφε, τις πληγές των βασάνων, τις πολυχρόνιες και μακρότατες, γι’ αυτό και αποδείχτηκες πολύαθλος». Πράγματι, είναι να απορεί κανείς για το πλήθος και τη διάρκεια των βασανιστηρίων που υπέμεινε ο άγιος, με σταθερό λογισμό, προσβλέποντας πάντοτε στον Κύριο Ιησού Χριστό. Δεν κατέπεσε με τα πρώτα κτυπήματα. Οι δήμιοι υπήρξαν απέναντί του μεθοδικοί και σκληροί: ήξεραν πώς να τον βασανίζουν, χωρίς να επιφέρουν όμως το αποφασιστικό κτύπημα. Αλλά βεβαίως έμεναν στην επιφάνεια των βασανιστηρίων τους. Αγνοούσαν και δεν μπορούσαν να δουν βεβαίως ότι τα κτυπήματα αυτά, μεταποιούμενα από την πίστη του αγίου και τη χάρη του Θεού, γίνονταν γι’ αυτόν, αλλά και για όλη την οικουμένη,  «κατορθώματα και πανηγύρι». «Το ιερότατο πανηγύρι των κατορθωμάτων σου, που φωτιζόταν από το ουράνιο φως, φωτίζει αυτούς που κραυγάζουν: Είσαι ευλογημένος Κύριε, Θεέ των Πατέρων μας». Αυτή είναι η μυστική διάσταση των δοκιμασιών και των βασάνων που υφίσταται ένας χριστιανός: έχοντας λόγο για τα βάσανα που περνά – την πίστη και την αγάπη του για τον Χριστό – αυτά γίνονται η τρυφή και η διασκέδασή του. Δεν χαίρεται δηλαδή για τα βάσανα καθεαυτά – αυτό συνιστά ψυχική αρρώστια - αλλά για το τι προκαλούν αυτά και στον ίδιο και σε όλη την οικουμένη: την αύξηση της χάρης του Θεού, τη φανέρωση της Βασιλείας του Θεού. 

Δεν πρέπει να θεωρούμε παράδοξο τον λόγο περί της παγκοσμιότητας του μαρτυρίου ενός μάρτυρα. Διότι είπαμε ότι και ο ίδιος πανηγυρίζει, αλλά και όλη η οικουμένη, δηλαδή όλη η Εκκλησία, η επίγεια και η ουράνια. Όταν πάσχει ένας πιστός για την πίστη του στον Χριστό, σημαίνει ότι κατεξοχήν τότε ενεργοποιεί τη θέση του ως μέλος Χριστού, ως μέλος δηλαδή Εκείνου που έπαθε υπέρ ημών. Και συνδεδεμένος έτσι με τον Χριστό, άρα και με όλον τον κόσμο τον οποίο προσέλαβε ο Χριστός, απλώνει τη χάρη που εισπράττει διά του μαρτυρίου του και σε όλα τα υπόλοιπα μέλη, ακόμη και σε εκείνα που ακόμη δεν έχουν γίνει ενεργά διά του αγίου βαπτίσματος,  όπως και σε όλη τη δημιουργία. Πρόκειται για τη συμμετοχή των αγίων στην καθολικότητα της σωτηρίας που έφερε ο ίδιος ο Χριστός. Την αλήθεια αυτή τονίζει ο άγιος Θεοφάνης όχι μόνον με το παραπάνω αναφερθέν τροπάριο, αλλά και με άλλα, όπως αυτό της εβδόμης ωδής του κανόνα: «Με το φως του μαρτυρίου σου, χαροποίησες την οικουμένη, καθώς έψελνες στον Χριστό με την καθαρότητα της διάνοιας και της ψυχής σου: Είσαι ευλογημένος Κύριε, Θεέ των Πατέρων μας».

Ο άγιος Θεοφάνης αξιοποιεί αυτό που κάνουν όλοι οι υμνογράφοι σε ανάλογες περιπτώσεις: το όνομα του αγίου∙ «Κλήμης», αλλά και τον τόπο της επισκοπής του∙ «Άγκυρα». Αφενός το όνομά του τον παραπέμπει στη σύνδεση που έχουμε οι χριστιανοί με τον Κύριο, σύμφωνα με Εκείνου τη διαβεβαίωση: «Εγώ ειμι η άμπελος, υμείς τα κλήματα», σύνδεση ουσιαστική και άμεση: «Έγινες τίμιο κλήμα της αμπέλου του Χριστού, πανεύφημε Κλήμη», «Έφερες ωραίους καρπούς, επειδή υπήρξες κλήμα της ζωηφόρου αμπέλου του Χριστού»∙ αφετέρου η Άγκυρα, της οποίας ήταν ο ποιμένας, του θυμίζει την άγκυρα της πίστεως στον Χριστό (μη ξεχνάμε ότι η άγκυρα ήταν ένα από τα γνωστότερα πρωτοχριστιανικά σύμβολα που δήλωνε τη στέρεα πίστη), οπότε την συνδέει με τις άλλες σχετικές αρετές, την αγάπη και την ελπίδα. «Έβαλες θεμέλιο την πίστη σαν ασφαλή άγκυρα, όπως και την ελπίδα και την αγάπη, και ανέθεσες τον εαυτό σου σαν αγιασμένο ναό, Πάτερ παμμακάριε, στην αγία ιερή Τριάδα».

22 Ιανουαρίου 2026

Ο «ΕΝΟΧΛΗΤΙΚΟΣ» ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΑΣ!

Προσπαθούμε συχνά να απαλλαγούμε από την παρουσία ανθρώπων που μας φαίνονται ενοχλητικοί. Διότι ίσως μας έχουν αδικήσει, μας έχουν υβρίσει, μας έχουν κατακρίνει, μας έχουν ελέγξει είτε με τον λόγο τους είτε με τη συμπεριφορά τους. Κι ακόμη διότι, χωρίς προφανή λόγο, η παρουσία τους μας απωθεί. «Δεν μ’ αρέσουν τα μούτρα του» ακούγεται πολλές φορές ως αιτιολογία της ενόχλησής μας για κάποιους συνανθρώπους μας. Υπάρχει, πέραν αυτών,  και η αντιπάθεια προς συνανθρώπους μας, για τον λόγο ότι δεν εκδηλώνονται θετικά απέναντί μας, κρατούν μία στάση λίγο απόμακρη, δεν μας «επαινούν» ή δεν μας «γλύφουν», όταν μάλιστα τους θεωρούμε «υποκάτω» μας. Και γι’ αυτό λοιπόν χαιρόμαστε όταν έρχεται κάποια στιγμή που απαλλασσόμαστε από την παρουσία τους. Αναπνέουμε ελεύθερα, γιατί γλιτώσαμε.

Κι είναι τούτο βεβαίως η πιο τρανή φανέρωση της αθεΐας μας. Της απουσίας του Θεού στη ζωή μας. Της κυριαρχίας του εγωισμού μας, δηλαδή της αμαρτίας μας που μας «παίζει» χωρίς καμία αντίσταση. Στην ουσία μάς «παίζει» ο πονηρός διάβολος που ήδη μας έχει υποτάξει στη δική του δυστυχία, τη δική του ταραχή, τη δική του σκοτεινιά. «Σε ό,τι κανείς έχει ηττηθεί, σ’ αυτό έχει υποδουλωθεί» (απ. Πέτρος). Διότι ποια μεγαλύτερη απόδειξη της δουλείας στον πονηρό υπάρχει από την απουσία της αγάπης; Περίτρανο έλλειμμα αγάπης δεν είναι η εχθρότητα και η αντιπάθεια προς όποιον συνάνθρωπό μας, τον οποίο θεωρούμε ενοχλητικό για τα δεδομένα μας; Ποια η βασική, και η μόνη θα έλεγε κανείς, εντολή του Θεού μας; «Αγαπάτε αλλήλους». Κατά τον τρόπο βεβαίως που έχει καθορίσει ο ερχομός Του στη γη: «Καθώς ηγάπησα υμάς. Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού». Να αγαπάς τον άλλον, αν θέλεις να είσαι χριστιανός, με τη θυσιαστική αγάπη του Ίδιου του Χριστού.

Και ποιος είναι ο άλλος; Ο κάθε συνάνθρωπος, ακόμη και ο εχθρός. Διότι «αγαπάτε τους εχθρούς υμών, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, προσεύχεσθε υπέρ των διωκόντων και επηρεαζόντων υμάς». Κάθε άλλη αγάπη δεν είναι σωτήρια, γιατί συναντάται και στους απίστους και τους αθέους. Οπότε το κρίσιμο σημείο πάνω στο οποίο κρινόμαστε είναι ακριβώς αυτή η αγάπη: προς τον θεωρούμενο εχθρό, προς αυτόν που αποστρεφόμαστε, προς αυτόν που δεν τον χωνεύουμε και η «φάτσα» του δεν μας αρέσει. Εκεί μετράμε τον εαυτό μας. Εκεί βλέπουμε τα πνευματικά μέτρα μας. Κι αν δεν υφίσταται η αγάπη αυτή ή δεν υπάρχει αγώνας αποκτήσεώς της, τότε το έλλειμμα είπαμε είναι τεράστιο. Και καλύπτεται από το σκοτεινό πνεύμα του πονηρού, την ίδια την κόλαση. Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος μας το λέει και με άλλον απόλυτο τρόπο: «Πας ο παραβαίνων και μη μένων εν τη διδαχή του Χριστού, Θεόν ουκ έχει» - δεν κρατάς την αγάπη, είσαι άθεος.

Αλλά υπάρχει και άλλη συνέπεια της απαλλαγής από τον «ενοχλητικό» άλλον – τι χειρότερη άραγε από τη δαιμονική παρουσία; Υπάρχει αυτό που φαίνεται να λειτουργεί ως πνευματικός ψυχολογικός νόμος. Τότε δηλαδή που λες ότι απαλλάχτηκα από τον «αντιπαθητικό» πλησίον μου, γιατί «χάθηκε» από το οπτικό μου πεδίο είτε το επαγγελματικό είτε ακόμη και το οικογενειακό είτε το οποιοδήποτε άλλο, ακριβώς τότε κάνει την εμφάνισή του αυτός υπόγεια και «ύπουλα»! Έρχεται η παρουσία του ως λογισμός που σε κυνηγάει, μπορεί να έρχεται και στα όνειρά σου ως εφιάλτης, έρχεται οπωσδήποτε «επιθετικά» την ώρα που πας να σταθείς στην προσευχή – δεν ησυχάζεις με τίποτε. Διότι εν τέλει αυτός ο άλλος που θέλεις να τον πετάξεις από πάνω σου, είναι ο κρυμμένος Χριστός, είναι ο… άγνωστος εαυτός σου! «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Ο Κάιν θέλησε να απαλλαγεί διαμιάς και ακραία από τον «ενοχλητικό» αδελφό του Άβελ, λόγω ζήλειας, και από κει και πέρα δεν μπορούσε ούτε στιγμή να ησυχάσει. Η «παρουσία» του ήταν πολύ πιο έντονη που κινδύνευε να χάσει τα μυαλά του. «Το αίμα του που τον σκότωσες φωνάζει μέσα από τη γη» του αποκαλύπτει Κύριος ο Θεός του.

Η θεραπεία είναι μονόδρομος και αναφέρθηκε παραπάνω. Η μετάνοιά μας ως επιστροφή προς τον Θεό, δηλαδή ο αγώνας εφαρμογής του αγίου Του θελήματος, της αγάπης. Την ώρα που θα ξεκινήσουμε να βλέπουμε τον συνάνθρωπό μας, και μάλιστα τον «ενοχλητικό και αντιπαθητικό», στο βάθος του, ως τον κρυμμένο Χριστό και τον άγνωστο εαυτό μας, την ώρα συνεπώς που θα κάνουμε χώρο μέσα μας για να τον «χωρέσουμε» ως κάτι δικό μας - συγχώρηση το λέμε – εκείνη την ώρα εξορίζουμε τον πονηρό και πράγματι ελευθερωνόμαστε. Γιατί γινόμαστε άρτιοι και ολόκληροι, καθώς αναδύεται ο εν χάριτι εαυτός μας που μας δόθηκε ως απαρχή στο άγιο βάπτισμά μας. Αυτό είπε και ο Δημιουργός στον Κάιν: «μετανόησε και ξεκίνα να κάνεις το καλό, οπότε θα βρεις και πάλι τη χαμένη χαρά σου»!

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

«Ο άγιος Τιμόθεος ήταν από την πόλη Λύστρα, από πατέρα ειδωλολάτρη και  μητέρα Ιουδαία, που λεγόταν Ευνίκη. Μαθήτευσε στον απόστολο Παύλο και έγινε συνεργός του και κήρυκας του θείου Ευαγγελίου, οπότε πήγε με τον άγιο Ιωάννη τον ιδιαιτέρως αγαπημένο μαθητή του Κυρίου και κατέστη από τον ίδιο τον απόστολο Παύλο επίσκοπος Εφέσου. Όταν λοιπόν εκβράστηκε ο άγιος Ιωάννης από τη θάλασσα (όπως ιστορεί και στα συγγράμματά του ο Ειρηναίος ο επίσκοπος Λουγδούνων) και πήγε πίσω στην Έφεσο, κι ύστερα οδηγήθηκε στη νήσο Πάτμο από τον βασιλιά Δομετιανό ως εξόριστος, αυτός ο μακάριος Τιμόθεος πήρε τη θέση του στην επισκοπή των Εφεσίων. Κάποτε λοιπόν που οι ειδωλολάτρες, σε κάποια πατροπαράδοτη εορτή τους που ονομαζόταν «Καταγώγιο», στην πόλη των Εφεσίων, κρατούσαν είδωλα στα χέρια τους και έβαζαν κάποια από αυτά σαν προσωπεία πάνω τους και τραγουδούσαν με αυτά και επετίθεντο σε άνδρες και γυναίκες με ληστρικό τρόπο και έκαναν φονικά, ο μακάριος Τιμόθεος δεν άντεξε να βλέπει το άτοπο των ενεργειών τους, αλλά αντιθέτως έλεγχε τη μάταια αυτή πλάνη τους, προτρέποντάς τους να αφήσουν τις αισχρές  πράξεις, οπότε φονεύτηκε από αυτούς, καθώς του επετέθησαν με ρόπαλα. Ύστερα δε το άγιο λείψανό του μετακομίστηκε στην Κωνσταντινούπολη και κατατέθηκε στον ναό των αγίων Αποστόλων, όπου τελείται και η Σύναξή του».

Ο άγιος απόστολος Τιμόθεος θεωρείται ο αγαπημένος μαθητής του αποστόλου Παύλου, τον οποίον ακολουθούσε συχνά στις ιεραποστολικές περιοδείες του και από τον οποίο δέχτηκε και τις δύο γνωστές ομώνυμές του επιστολές της Καινής Διαθήκης, την Α΄ και Β΄ προς Τιμόθεον. Και ως μαθητής του Παύλου, η αναφορά του ήταν προς τον Χριστό - αυτό είναι το γνώρισμα της ορθής μαθητείας στους αποστόλους˙ να ακολουθούν τα ίχνη του Κυρίου. Διότι οι απόστολοι, ως γνωστόν, δεν είχαν γύρω τους μαθητές-οπαδούς, δεν δημιουργούσαν ένα είδος πνευματικού «γκέτο», αλλά αυτούς που τους ακολουθούσαν τους προσανατόλιζαν αμέσως στον μόνον Σωτήρα των ανθρώπων, τον Ιησού Χριστό. Εκείνον φανέρωναν οι ίδιοι, Εκείνον λοιπόν και «έβλεπαν» οι μαθητές τους. Η υμνολογία της εορτής του αγίου Τιμοθέου  απαρχής, ήδη από τα πρώτα στιχηρά του εσπερινού, το ξεκαθαρίζει: «Θεόφρον Τιμόθεε, ήπιες τον χείμαρρο της ομορφιάς του Θεού και φρονώντας σαν Εκείνον πότισες αυτούς που ποθούν θερμά τη γνώση Του, μιμούμενος τον Χριστό». Ενώ ήταν μαθητής του Παύλου, τον Θεό «έπινε», Εκείνον δίδασκε, τον Χριστό εμιμείτο. Ο απόστολος Παύλος υπήρξε «καταπέλτης» σ’ εκείνους που θέλησαν να αλλοιώσουν την αλήθεια αυτή στην Κόρινθο. Όταν κάποιοι αποπειράθηκαν να ομαδοποιηθούν με κέντρο κάποιους αποστόλους και όχι τον Χριστό, εκείνος αμέσως αντέδρασε με οξύτητα: «Τι είναι ο Πέτρος ή ο Παύλος ή ο Απολλώς; Μήπως αυτοί σταυρώθηκαν για χάρη σας; Του Χριστού είμαστε όλοι και σε Εκείνον ανήκουμε».

Η κλήση του να γίνει χριστιανός και η συγκατάλεξή του μάλιστα στη χορεία των αποστόλων δεν ήταν του Παύλου ή κάποιου άλλου αποστόλου. Μπορεί ο απόστολος Παύλος να ήταν το μέσο της κλήσεώς του, όμως Εκείνος που γοήτευσε την καρδιά του και την έλκυσε προς Αυτόν ήταν ο ίδιος ο Θεός, ο Οποίος «βλέποντας ως προγνώστης και παντογνώστης  την ομορφιά της διανοίας του τον αξίωσε να συλλειτουργεί με τους θείους αποστόλους, Αυτός που με τη σοφή Του πρόνοια φροντίζει για εμάς». Η θέση αυτή του αγίου υμνογράφου Θεοφάνους για τον άγιο Τιμόθεο  συνιστά αποκάλυψη στην ουσία του ίδιου του Χριστού για όλους τους ανθρώπους. «Ουδείς δύναται ελθείν προς με – είπε ο Κύριος – εάν μη ο Πατήρ ο πέμψας με ελκύση αυτόν», κανείς δεν έρχεται προς τον Χριστό, χωρίς να ελκυστεί από τον Θεό Πατέρα. Κανείς με άλλα λόγια δεν γίνεται χριστιανός από μόνος του, άρα κανείς άνθρωπος, όσο σπουδαίο ευαγγελικό έργο και αν επιτελεί, δεν μπορεί να καυχηθεί γι’ αυτό: ούτε για τη δύναμη του κηρύγματός του ούτε για τη μεθοδικότητα και την οργανωτικότητά του. Αυτά είναι απλά μέσα, συνιστούν ίσως το πλαίσιο, δεν είναι όμως ο πυρήνας. Η χάρη του Θεού είναι η ουσία, γι’ αυτό και ο απόστολος Παύλος σε άλλο σημείο των λόγων του φτάνει στο σημείο να λέει, εξαφορμής κάποιων που κήρυσσαν το όνομα του Χριστού από αντιπαλότητα προς τον ίδιο: είτε από καλή διάθεση το κάνουν είτε αντιδραστικά, αυτό που με ενδιαφέρει είναι ότι «Χριστός καταγγέλλεται», ο Χριστός κηρύσσεται.

Η αλήθεια ότι ο Θεός κινεί τα νήματα της κλήσεως τελικώς του ανθρώπου με τη συνέργεια απλώς των ανθρώπων, δεν πρέπει να μας οδηγήσει σε μία υποβάθμιση όμως του ανθρώπινου παράγοντα. Η ισορροπία είναι λεπτή. Αν ο ίδιος ο Κύριος επανέλαβε τον Γραφικό λόγο ότι «δι’ υμάς βλασφημείται το όνομά μου εν τοις έθνεσι», δηλαδή ότι το όνομα του Θεού βλασφημείται από τους απίστους εξαιτίας των θεωρουμένων κακών εκπροσώπων Του, αυτό σημαίνει ότι και ο ανθρώπινος παράγων δεν είναι αμελητέος ως προς το να κερδηθεί ή να χαθεί ο συνάνθρωπος. Γι’ αυτό και έχει τεράστια σημασία να εκφράζεται η ορθή πίστη στον άνθρωπο ως ορθή πράξη. Ο άγιος υμνογράφος στην τρίτη ωδή του κανόνα του για τον άγιο Τιμόθεο επισημαίνει και τη διάσταση αυτή. «Με τη νέκρωση των μελών της σαρκός σου, δηλαδή του αμαρτωλού σου φρονήματος, μακάριε Τιμόθεε,  υπέταξες το χειρότερο στον φωτισμένο από τον Θεό λόγο, δίνοντας την ηγεμονία στο ανώτερο. Και έτσι κυριάρχησες στα πάθη σου και έκανες φαιδρά και λαμπρή  την ψυχή σου, καθώς ρυθμιζόσουν από τα διδάγματα του Παύλου».

Ο απόστολος Παύλος ήταν ο Γέροντας, για να χρησιμοποιήσουμε μεταγενέστερο εκκλησιαστικό όρο, του Τιμοθέου. Εκείνος τον ρύθμιζε, τον καθοδηγούσε για να υπερβεί ο Τιμόθεος τα πάθη του, να καθαρίσει την καρδιά του, να φωτιστεί από τον Θεό, να βρει τον Θεό. Κι αυτό το έκανε μ’ έναν διπλό τρόπο: πρώτα με την αγιασμένη του ζωή: «Ο σταθερός μαθητής του θείου Παύλου, ακολουθεί τα ίχνη του διδασκάλου»∙ έπειτα με τη διδασκαλία του, είτε την προφορική είτε τη γραπτή μέσω των επιστολών του. Οι επιστολές μάλιστα που του έστελνε δεν είχαν χαρακτήρα  τυπικό ή απλώς συναισθηματικό, αλλά ήταν κατά κυριολεξία «ιερουργία του ευαγγελίου». Ο απόστολος παντού και πάντοτε βρισκόταν «κατ’ ενώπιον του Θεού», «πάντα ενεργών εις δόξαν Θεού». «Ιερουργούσε το ευαγγέλιο του Χριστού από το ύψος των αρετών ο θειότατος Παύλος και με χαρά σού έστειλε ως μαθητή του, Τιμόθεε, θεόγραφες επιστολές».  Θα ήταν μεγάλη ευλογία να μελετούσαμε ή να ξαναμελετούσαμε τις επιστολές αυτές του αποστόλου Παύλου. Θα ήταν και πάλι ένας ευαγγελισμός των ψυχών μας.

21 Ιανουαρίου 2026

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

«Ο όσιος Μάξιμος έζησε κατά τους χρόνους του δυσσεβή Κώνστα, απόγονου του αυτοκράτορα Ηρακλείου. Δέχτηκε τις μέγιστες τιμές από τους πρώην βασιλείς, και επειδή ήταν ικανός, με τους λόγους, τους τρόπους του και τη σύνεση λόγω της μακροχρόνιας θητείας του, να προτείνει τι πρέπει να πράττουν αυτοί στα πολιτικά διοικητικά θέματα, προβιβάστηκε στο αξίωμα του πρωτοασηκρήτη  και έγινε κοινωνός της σκέψης των βασιλέων. Όταν όμως η πονηρή και έκφυλη γνώμη των μονοθελητών ως προς τον ενανθρωπήσαντα Θεό μας, δηλαδή ότι ο Χριστός έχει μία μόνο θεϊκή θέληση,  άρχισε να επικρατεί κατά ανόητο και δυσσεβή τρόπο, και οι μονοθελητές, όσον εξηρτάτο από αυτούς, διέγραφαν τη μία από τις δύο φύσεις του Χριστού, και μάλιστα όταν άρχισαν να γίνονται γνωστά  στον κόσμο διατάγματα, που ενίσχυαν την κακοδοξία και προβάλλονταν στη Μεγάλη Εκκλησία, δεν άντεξε ο όσιος να ασεβεί κι αυτός με τους ασεβείς έχοντας κοινωνία μαζί τους, γι’ αυτό και άφησε τις κοσμικές εξουσίες και προτίμησε να βρίσκεται μάλλον στον οίκο του Θεού παρά να κατοικεί στα σκηνώματα των αμαρτωλών. Πήγε λοιπόν και έμεινε στο Μοναστήρι της Χρυσούπολης και έγινε μοναχός, οπότε εκεί έγινε ύστερα και καθηγητής. Αργότερα, σαν να άναψε από θείο ζήλο, πήγε στην πρεσβυτέρα Ρώμη και έπεισε τον μακαριότατο πάπα Μαρτίνο να συγκαλέσει τοπική Σύνοδο και να αναθεματίσει τους αρχηγούς του δυσσεβούς δόγματος αυτών που είχαν παραφρονήσει πάνω στη μία θέληση του Χριστού. Έγραψε όμως και λόγους και συνέθεσε επιστολές που βεβαίωναν την ακρίβεια της ορθόδοξης πίστης με λογικές και από την αγία Γραφή αποδείξεις, προς έλεγχο αυτών που φρονούσαν αιρετικά, οπότε και τις απέστειλε παντού σε όλη την οικουμένη.

Όταν γύρισε από τη Ρώμη με τους δύο Αναστασίους τους μαθητές του, η Σύγκλητος που ομοδοξούσε με την αίρεση του βασιλιά, του ανέθεσε ευθύνες. Κι ενώ όλοι υπάκουαν στον βασιλιά, αυτός μόνος αντιστέκεται και κινεί σε αποστασία και τους άλλους, πείθοντάς τους με τις επιστολές του να φρονούν αντίθετα προς την αίρεση. Γι’ αυτόν τον λόγο στέλνεται με φρουρά κατά τη Θράκη. Και επειδή επέμενε στην ορθόδοξη πίστη, του έκοψαν το χέρι και τη γλώσσα. Και από εκεί στέλνεται σε εξορία κατά τη Λαζική. Εκεί έζησε επί τρία χρόνια, φροντίζοντας ο ίδιος τα αναγκαία για τη ζωή του, οπότε πλήρης ημερών κι αφού ασθένησε λίγο, αναπαύτηκε εν Κυρίω. Το σώμα του κατατέθηκε στη Μονή του αγίου Αρσενίου, στη χώρα εκείνη των Λαζών, επιτελώντας καθημερινά πολλά θαύματα. Λέγεται μάλιστα ότι μετά την εκτομή της γλώσσας του αποκαταστάθηκε αυτή κατά παράδοξο τρόπο από τον Θεό και ότι διακήρυσσε πάλι την πίστη του, όσο βρισκόταν εν ζωή. Από τους δύο μαθητές του, ο μεν πρεσβύτερος Αναστάσιος, αφού του έκοψαν το χέρι ίδια με τον δάσκαλό του, τον εξόρισαν μακριά, ενώ ο νεώτερος Αναστάσιος, αφού στάλθηκε σε κάποιο από τα φρούρια της Θράκης, πέθανε εκεί».

Η μνήμη του οσίου Μαξίμου του ομολογητού, του «παμμάκαρος και παμμεγίστου»,  αποτελεί για την Εκκλησία μας το αιώνιο κήρυγμα και του αίματός του που χύθηκε για χάρη της πίστεως και των θεοπνεύστων διδασκαλιών του. Η Εκκλησία μας δηλαδή έχει τον εορταζόμενο όσιο όχι ως ένα παρελθόν, έστω και δοξασμένο, αλλά ως ένα διαρκές παρόν της, αφού και το αίμα του (όπως και των άλλων μαρτύρων βεβαίως και διδασκάλων της Εκκλησίας) έθρεψε την Εκκλησία και οι διδασκαλίες του κράτησαν ανόθευτα την αποκάλυψη του Χριστού και το κήρυγμα των αγίων Αποστόλων και των μετέπειτα Πατέρων. Και μάλιστα τα δύο αυτά: το αίμα του και οι διδασκαλίες του ήταν άρρηκτα δεμένα μεταξύ τους, δηλαδή το αίμα του ήταν η επιβεβαίωση των ορθών διδαγμάτων του. Δεν είναι μία δική μας απλώς γνώμη για τον όσιο Μάξιμο. Είναι η κοινή πίστη της Εκκλησίας μας, εκφρασμένη διά στόματος του επίσης μεγάλου Πατέρα και ποιητή αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. Στον κανόνα του για τον όσιο, για παράδειγμα, ο άγιος υμνογράφος σημειώνει μεταξύ άλλων: «Μέχρι σήμερα και σε όλες τους αιώνες, παμμακάριστε και παμμέγιστε Μάξιμε, το σαν του Άβελ χυμένο αίμα σου κηρύσσει στην Εκκλησία του Χριστού, με κραυγαλέα φωνή, τις θεόπνευστες διδασκαλίες σου».

Δεν έχει σημασία που ο άγιος Μάξιμος δεν έφυγε από τη ζωή αυτή μέσα από το μαρτύριο του αίματος. Έπαθε, βασανίστηκε, πληγώθηκε για την πίστη του, εξ ου και ομολογητής χαρακτηρίζεται, αλλά για την Εκκλησία μας δεν παύει να είναι και μάρτυρας όχι μόνο της συνειδήσεως αλλά και του αίματος. Όχι μόνον ο προαναφερθείς ύμνος, αλλά πολύ πιο καθαρά άλλοι ύμνοι τονίζουν τη διάσταση αυτή: «Ο μέγιστος Μάξιμος αναδείχθηκε εντελώς αληθινά και κήρυκας και μάρτυρας δι’ αίματος της ευσεβούς πίστεως του Χριστού». Και δεν πρέπει να μας παραξενεύει η παραπάνω θέση, ότι δηλαδή και το δικό του αίμα έθρεψε την Εκκλησία, διότι είναι γνωστό ότι η Εκκλησία μας, ιδρυμένη από τον Χριστό, τον πρώτο μάρτυρα, τράφηκε και τρέφεται από το αίμα πρώτιστα Εκείνου, αλλά και από τα αίματα των αγίων και εξαίρετων μελών Του, των αγίων μαρτύρων Του.

 Ας δούμε πόσο ωραία, με τη λιτή και θεόπνευστη γραφίδα του, μας το τονίζει το άγιος Δαμασκηνός στον κανόνα του: «Με τη ροή του αίματός σου ποτίστηκε η Εκκλησία του Χριστού». Για να συνεχίσει: «Γι’ αυτό και άνθισε το παραδεδομένο από τους Πατέρες δόγμα του θείου σπόρου σου, όσιε». Αν η γη που ποτίστηκε από τα αίματα ηρώων, προκειμένου να διαφυλάξουν την πατρίδα τους, απαιτεί την ελευθερία της και δεν ησυχάζει μέχρι να εκπληρωθεί τούτο – που σημαίνει ότι κάποια στιγμή τέτοια ματωμένα χώματα θα βρουν τη λευτεριά τους («την οργή των νεκρών να φοβάστε» λέει ο ποιητής) – πόσο περισσότερο τούτο ισχύει για την ίδια την Εκκλησία μας, το ζωντανό σώμα του Χριστού, που κυριολεκτικά ζει και τρέφεται από το αίμα του αρχηγού της, όπως είπαμε,  και των πιστών της; «Πύλαι γαρ Άδου ου κατισχύσουσιν Αυτής»!

Εκείνο όμως που ιδιαιτέρως προβάλλει η υμνολογία του οσίου σήμερα είναι όντως οι θεόπνευστες διδασκαλίες του οσίου. Αντιμετώπισε την αίρεση των μονοθελητών, των αρνουμένων δηλαδή τη διπλή θέληση του Κυρίου, ως Θεού και ανθρώπου, άρα των προεκτεινόντων τη χριστολογική αίρεση των μονοφυσιτών. Στην πραγματικότητα ο αρνούμενος ότι ο Κύριος έχει θεία και ανθρώπινη θέληση, όπως θεία και ανθρώπινη ενέργεια, αρνείται την πραγματικότητα της ενανθρώπησής Του. Και ποιος είναι ο αρνούμενος την εν σαρκί φανέρωση του Θεού, ει μη «ο μη έχων τον Πατέρα ουδέ τον Υιόν»; Γι’ αυτό και ο άγιος Δαμασκηνός επανειλημμένως και με πλήρη γνώση αναφέρεται σ’ αυτήν τη διδασκαλία του: «Είπες ότι είναι μία η φύση της αγίας Τριάδος, μία η θέλησή Της, μία η ενέργειά Της. Αλλά κήρυξες τις δύο φύσεις, τη θεϊκή και την ανθρώπινη δηλαδή, του σαρκωθέντος Θεού, του Χριστού, τις δύο θελήσεις και ενέργειές Του». «Κατέχοντας, Πάτερ, τους θεϊκούς λόγους σου σαν στήλη ορθοδοξίας, σεβόμαστε τον Έναν της Τριάδος, τον Χριστό, με δύο τις ουσίες και τις θελήσεις».

Και γιατί τόσο αγώνας, αιματηρός μάλιστα, για κάποιους φθόγγους; Γιατί το δύο αντί το μία; Διότι, όπως είπαμε, και μία λέξη ή ένας φθόγγος μπορεί να σημάνει πλήρη αλλοίωση της αλήθειας περί Θεού και Χριστού. Ο αγώνας της Εκκλησίας δεν έγκειται στις λέξεις αλλά στα πράγματα, στην αλήθεια. Και η αλήθεια δηλώνεται με λέξεις. Δεν είμαστε οπαδοί λέξεων οι χριστιανοί επομένως, αλλά «ερασταί της αληθείας», δηλαδή «ερασταί του Χριστού». Αυτόν θέλουμε, Αυτόν επιζητούμε, συνεπώς μία αλλοιωμένη διά λέξεων εικόνα Του, μας κάνει να χάνουμε την κοινωνία μαζί Του, που είναι και το διαρκώς ζητούμενο. Με άλλα λόγια δεν μπορούμε με αλλοιωμένη πίστη να δοξάζουμε ορθά τον Χριστό και Θεό μας. Αυτό έχει υπόψη του και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Μας καλεί στο κοντάκιό του «να εγκωμιάσουμε -  φωνάζοντας: χαίρε κήρυκα της πίστεως - τον εραστή της αγίας Τριάδος και Μέγα Μάξιμο, γιατί αυτός μας δίδαξε με τρανό τρόπο  την ένθεη πίστη, προκειμένου να δοξάζουμε τον Χριστό με δύο φύσεις και δύο ενέργειες και θελήσεις», δηλαδή δεν θα είχαμε ορθή δοξολογία του Χριστού, αν δεν είχαμε αυτήν τη συγκεκριμένη πίστη. Θα επρόκειτο για κάποιο είδωλο του νου μας, με το όνομα απλώς του Χριστού – ό,τι προσφέρουν τελικώς οι αιρετικοί. «Τον της Τριάδος εραστήν και Μέγαν Μάξιμον, τον εκδιδάξαντα τρανώς πίστιν την ένθεον, του δοξάζειν τον Χριστόν, φύσεσιν εν δύω, ενεργείαις τε διτταίς ως και θελήσεσιν, επαξίως οι πιστοί ανευφημήσωμεν, ανακράζοντες: Χαίρε κήρυξ της πίστεως».

Και ως εκ περισσού ας σημειώσουμε και το αυτονόητο, που επισημαίνει όμως και πάλι ο άγιος υμνογράφος: ο όσιος Μάξιμος δεν δίδαξε «το πατροπαράδοτον θείον δόγμα» στηριγμένος στις νοητικές του δυνάμεις ή σε περισπούδαστες ίσως μελέτες του. Χωρίς να αποκλείονται και αυτές, εκείνο που αποτέλεσε πρώτιστα στήριγμα και δύναμή του ήταν η καθαρή από τα πάθη καρδιά του. Πάλεψε να κρατήσει μακριά από την ψυχή του ό,τι εμπαθές την βρόμιζε, οπότε σαν καθαρό κάτοπτρο η ψυχή του αντιφέγγισε τις ακτίνες της Θεότητας, τις οποίες και εξέφρασε ως φως, όταν δημιουργήθηκε η κρίση στην Εκκλησία από τους δαιμονοκίνητους αιρετικούς.  Μόνον όποιος έχει καθαρή την καρδιά μπορεί και να δει τον Θεό σωστά, κατά τον λόγο του Κυρίου («μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται»), αυτό συνέβη και με τον όσιο Μάξιμο. «Αποξενώθηκες από κάθε θανατηφόρα ηδονή, μακάριε, και έκανες ολόκληρο τον εαυτό σου καθαρό θεϊκό καθρέπτη».

20 Ιανουαρίου 2026

ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

«Είπε ο μακαριστός μεγάλος αγιορείτης Γέρων Γεώργιος Γρηγοριάτης (Καψάνης): “Κριτήριο γνήσιας χριστιανικής πίστης είναι για εμάς τους ορθοδόξους η στάση απέναντι στην Υπεραγία Θεοτόκο. Οι ετερόδοξοι είτε την αναβιβάζουν σε επίπεδο θεότητος είτε την υποβαθμίζουν θεωρώντας την μία απλή γυναίκα όπως όλες τις άλλες”. Σε ερώτηση δε κάποιου προσκυνητή, έλληνα της διασποράς που βρέθηκε στο Άγιον Όρος, πώς εξηγεί την κατάνυξη που βλέπει να ζουν στις προσευχές τους πολλοί ετερόδοξοι, ο μακαριστός Γέρων που είχε ζήσει κι εκείνος τη Διασπορά στην Αμερική απάντησε: οι προσευχές αυτές με τις εξάρσεις τις ψυχοσωματικές δεν χαρακτηρίζονται από το βίωμα της κατανύξεως. Η κατάνυξη είναι αγιοπνευματικό γεγονός που βασίζεται στην ταπείνωση. Αυτό που βλέπει κανείς στους ετεροδόξους αυτούς είναι απλώς ένα συναίσθημα”».

Για τον μεγάλο μακαριστό Γέροντα Γεώργιο, καθηγούμενο της Ι. Μονής Γρηγορίου του Αγίου Όρους, δεν χρειάζεται κανείς να πει πολλά. Όσοι έχουν κάποια σχέση με την εκκλησιαστική ζωή και το Άγιον Όρος γνωρίζουν τη μεγάλη εμβέλειά του που διαπερνούσε όλους σχεδόν τους χώρους, ακόμη και τους εκτός της Εκκλησίας. Διότι πέραν της σπουδαίας θεολογικής και λοιπής κατάρτισής του – πανεπιστημιακός ήταν που τα άφησε όλα για να βρεθεί στο Όρος – διακρινόταν για την ιεραποστολική δράση του όσο ήταν στον κόσμο, μάλιστα στην περιοχή της Νέας Σμύρνης, κυρίως όμως για τη βαθιά πνευματική κατά Χριστόν ζωή του, την οποία αναγνώριζαν μεγάλες μορφές της Ορθοδοξίας σαν τους οσίους Πορφύριο, Παΐσιο, Εφραίμ τον Κατουνακιώτη.

Και χρειάζεται να υπενθυμίζουμε αδιάκοπα το τελευταίο, ότι δηλαδή η καλλιέργεια της πνευματικής ζωής ως κατά Χριστόν ζωής είναι το ζητούμενο και από την όποια θεολογική κατάρτιση και από την οποιαδήποτε ιεραποστολική και λοιπή δράση, διότι χωρίς τον προσανατολισμό αυτόν όλα μένουν μετέωρα και άνευ σημασίας. Εννοούμε ότι η θεολογική μόρφωση και η ιεραποστολική δραστηριότητα δεν καταξιώνονται από μόνες τους στον χώρο της Εκκλησίας˙ καταξιώνονται από τον βαθμό που προάγουν πνευματικά τον θεολόγο και τον ιεραπόστολο, κατά την προτροπή του αποστόλου Παύλου: «είτε εσθίετε είτε πίνετε είτε τι άλλο ποιείτε, πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε». Οπότε η όποια μελέτη και η όποια δράση εκεί κατατείνουν: στο να στρέψουν τον άνθρωπο μέσα στην καρδιά του και με τα όπλα της πίστεως: την προσευχή, την αγάπη, την ταπείνωση, να καθαρίσει το «έδαφός» της ώστε να βρει τόπο καταπαύσεως ο Τριαδικός Θεός μας. Η διακράτηση του Θεού στην ύπαρξή μας δεν συνιστά τον σκοπό; Το «μορφωθήναι Χριστόν εν ημίν»! «Ο Χριστός δεν μακάρισε εκείνον που γνωρίζει κάτι για τον Θεό, αλλά αυτόν που έχει μέσα του τον Θεό» (άγιος Γρηγόριος Νύσσης).

Ο μακαριστός καθηγούμενος Γεώργιος λοιπόν αυτό είχε ως προτεραιότητα της ζωής του, γι’ αυτό και θεωρείτο άνθρωπος φωτισμένος και χαριτωμένος από τον Θεό, του οποίου τη γνώμη σέβονταν οι πάντες. Κι έχουμε την εντύπωση ότι τον φωτισμό και τη χάρη αυτή τα απέκτησε γιατί είχε φρόνημα ταπεινό, που θα πει φρόνημα υπακοής. Κατανύσσεται κανείς και ισορροπεί πνευματικά όταν τον ακούει ή τον διαβάζει για παράδειγμα στις υποθήκες του προς τους μοναχούς και υποτακτικούς του. «Δεν ήρθαμε στο Άγιον Όρος – συνήθιζε να τους λέγει – για να πάρουμε την «εξουσία» από τους παλαιοτέρους καλογέρους που βρήκαμε στο μοναστήρι. Το αντίθετο: ήρθαμε να κάνουμε υπακοή, έστω κι αν είμαστε τώρα εμείς στα πράγματα. Κι έγνοια μας πρέπει να έχουμε πάντοτε να αναπαύουμε τα γεροντάκια». Τον είχα ακούσει δε και προσωπικά να τονίζει ότι «μπορεί να βρήκαμε από τους παλαιοτέρους κάτι ως παράδοση ακατανόητη για τα δικά μας δεδομένα, όμως δεν το αλλάξαμε, γιατί με την πάροδο του χρόνου ίσως μας αποκαλυφθεί η σημασία του».

Ένας τέτοιος άνθρωπος με τέτοιο φρόνημα υπακοής, δηλαδή με τέτοια ταπείνωση είναι επόμενο να ελκύει τη χάρη του Θεού και μάλιστα πλούσια. Διότι «ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν». Γι’ αυτό και τα πνευματικοπαίδια του, έστω και οι πιο «δύσκολοι» χαρακτήρες, κάμπτονταν μπροστά στη χάρη αυτή και «σιγά σιγά», όπως έλεγε, «η δυσκολία γινόταν ευκολία. Γιατί αδειάζουμε από τον εγωισμό μας, για να γεμίσουμε με Θεό. Όταν ο Θεός βρίσκει εγωισμό μέσα μας δεν έχει χώρο να σταθεί. Λοιπόν παλεύουμε τον εγωισμό να τον μεταποιήσουμε σε φιλοθεΐα και φιλανθρωπία». Και στο σημείο αυτό, του αγώνα μεταστροφής μας, θέση έχουν τα παραπάνω στοιχεία του αποσπάσματος. Διότι χωρίς τη βοήθεια του Κυρίου, συνεπώς χωρίς και τη μεσιτεία των αγίων μελών του σώματός Του, της Εκκλησίας, τίποτε απολύτως δεν μπορούμε να καταφέρουμε. «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» απεκάλυψε το αψευδές στόμα Του, όπως και «ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ, σώσον ημάς».

Για την Εκκλησία μας, η παρουσία της Θεοτόκου στον πνευματικό αγώνα του πιστού είναι μοναδική. Ό,τι εμείς δεν καταφέρνουμε λόγω αδυναμίας, το καταφέρνει Εκείνη που μας βλέπει και μας παρακολουθεί γεμάτη στοργή και αγάπη – οι Παρακλητικοί Κανόνες της αποτελούν επιβεβαίωση απόλυτη της αλήθειας αυτής. Ας θυμηθούμε μεταξύ άπειρων άλλων παρομοίων γεγονότων την επέμβαση της Παναγίας για τη διόρθωση της ζωής του νεαρού Συμεών, μετέπειτα οσίου Σιλουανού του Αθωνίτου. Εκείνη επέβλεψε πάνω του και συνετίστηκε. Κι αργότερα, μέσω Εκείνης του δόθηκε το χάρισμα της αδιάκοπης καρδιακής προσευχής. Τι προϋποθέτει όμως τούτο; Την ορθή θέση και πίστη προς την Παναγία Μητέρα του Κυρίου. Χωρίς η Παναγία να είναι «θεά», όμως λόγω της προσφερθείσας και προσφερομένης σ’ αυτήν αέναα χάρης του Υιού και Θεού της, καθίσταται κατά την υμνολογία της Εκκλησίας μας «θεός μετά Θεόν». Με την έννοια ότι υπήρξε η Θεοτόκος. Η Μοναδική που γέννησε ως άνθρωπο τον Υιό του Θεού. Κι αυτό είναι αναντικατάστατο και κατοχυρωμένο και δογματικά (Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος). Η συμβολή επ’ αυτού του μεγάλου Πατέρα και Οικουμενικού Διδασκάλου αγίου Κυρίλλου αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας είναι πολύ σημαντική. Οπότε, η ορθή θεώρηση της Παναγίας φανερώνει και την ορθή πίστη προς τον Κύριο Ιησού Χριστό. Αν η πίστη προς την Παναγία χωλαίνει, χωλαίνει ταυτοχρόνως και η πίστη προς τον Κύριό μας. Χριστός και Παναγία «συνθεωρούνται». Κριτήριο λοιπόν κατά τον σοφό Γέροντα Γεώργιο ορθοδοξίας  η στάση έναντι της Παναγίας.

Αλλά τούτο, όπως και τα άλλα σημεία της χριστιανικής πίστεως, έχουν νόημα, όπως είπαμε, για εκείνον που αγωνίζεται τον καλόν αγώνα της κατά Χριστόν ζωής˙ που η ορθοδοξία γίνεται ορθοπραξία. Ο άγιος Ιωάννης ο  Θεολόγος το λέει με τρόπο αναμφισβήτητο. «Πας ο παραβαίνων και μη μένων εν τη διδαχή του Χριστού, Θεόν ουκ έχει. Ο μένων εν τη διδαχή του Χριστού ούτος και τον Πατέρα και τον Υιόν έχει» (Β΄ Καθ. επ.). Ποιος μπορεί μετά από τέτοιον λόγο «καταπέλτη» να πει ότι είναι χριστιανός χωρίς να καταβάλλει το μέγιστο των δυνάμεών του; Χωρίς να ζει με την «ένταση» που ζητάει και ο άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ; Η ένταση όμως αυτή που συνιστά τη στροφή του ανθρώπου μέσα στην καρδιά του για να την καθαρίσει το Πνεύμα του Θεού ονομάζεται αλλιώς μετάνοια, με τα συνοδευτικά στοιχεία της που είναι η αδιάλειπτη προσευχή, τα δάκρυα, η αυτομεμψία, η έλλειψη της κατάκρισης, η συγχωρητικότητα, η ταπείνωση – ό,τι φανερώνει την ατμόσφαιρα και το βίωμα της κατανύξεως, η οποία δεν έχει καμία σχέση όντως με καταστάσεις που προκαλούν απλώς το συναίσθημα του ανθρώπου. Με το συναίσθημα βρισκόμαστε σε ανθρώπινο απλώς επίπεδο, αποδεκτό ασφαλώς και ίσως χαλαρωτικό, αλλ’ όχι σωτήριο – ο άνθρωπος περιδινίζεται τελικώς μέσα στα πάθη του. Με την κατάνυξη βρισκόμαστε σε χαρισματικό επίπεδο – η χάρη του Θεού είναι αυτή που έχει την πρωτοβουλία και βαθαίνει το πνεύμα του ανθρώπου, οδηγώντας τον σε άμεση και προσωπική κοινωνία με τον Χριστό. Η διαφορά καταλαβαίνουμε είναι τεράστια.  

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΕΥΘΥΜΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ

«Ο όσιος Πατέρας μας και μέγας Ευθύμιος ζούσε επί της βασιλείας του Γρατιανού, στη Μελιτηνή τη Μητρόπολη της Αρμενίας και γεννήθηκε από κάποιους ευγενείς ανθρώπους, τον Παύλο και τη Διονυσία, όπως και ο μέγας Ιωάννης Πρόδρομος, δηλαδή από στείρα και άκαρπη γαστέρα. Γι’ αυτό και πήρε την ονομασία του «Ευθύμιος» κατά την υπόσχεση του Θεού, όταν ακούστηκε φωνή από τον Ουρανό, που έλεγε να ευθυμούν οι γονείς του, οι οποίοι παρακαλούσαν να δώσει ο Θεός να κάνουν παιδί. Αυτός, μετά τον θάνατο του πατέρα του, οδηγείται από τη μητέρα του στον Ευτρώιο, τον μεγάλο επίσκοπο της Μελιτηνής, και συγκαταλέγεται από αυτόν στην τάξη των κληρικών. Επειδή έδειξε μεγάλη πρόοδο στα ιερά γράμματα και ξεπέρασε όλους τους ομοίους του κατά την άσκηση και τις επιδόσεις στην αρετή, αναγκάζεται να λάβει τη χειροτονία του πρεσβυτέρου και να δεχτεί τη φροντίδα των ιερών ασκητηρίων και μοναστηρίων.

Κατά το εικοστό ένατο έτος της ηλικίας του, φτάνει στα Ιεροσόλυμα και πηγαίνει να ζήσει μαζί με τον όσιο Θεόκτιστο σε κάποιο από τα σπήλαια ενός όρους, όπου απάλλαξε πολλούς από βαριές αρρώστιες. Λέγεται μάλιστα ότι και αυτός, εν ονόματι του Κυρίου, από πολύ λίγους και μικρούς άρτους, έθρεψε τετρακόσιους ανθρώπους, οι οποίοι βρέθηκαν καθ’ οδόν προς τη μονή για να τον συναντήσουν. Όχι μόνο δε ο ίδιος γεννήθηκε με τη δύναμη του Θεού κι έλυσε τη στείρωση της μητέρας του, αλλά και άλλες άτεκνες γυναίκες, με την προσευχή του τις έκανε εύτεκνες και γόνιμες. Και όπως ο μέγας προφήτης Ηλίας, και αυτός άνοιξε τις θύρες του ουρανού και θεράπευσε τη γη, που νοσούσε από την ακαρπία. Φανέρωσε δε την εσωτερική λαμπρότητα του οσίου και ο στύλος του πυρός, τον οποίο αυτοί που παρευρίσκονταν είδαν ότι κατήλθε από τον ουρανό, όταν αυτός ιερουργούσε την αναίμακτη θυσία, και βρισκόταν μαζί με τον όσιο, μέχρι ότου τελείωσε ο καιρός της θυσίας. Σημάδι μάλιστα  της τέλειας ασφαλώς καθαρότητας της καρδιάς του και της αγνότητάς του είναι το γεγονός ότι έβλεπε ο όσιος νοερά τις διαθέσεις εκείνων που προσέρχονταν να μετάσχουν στη θεία κοινωνία, ποιος δηλαδή από αυτούς προσέρχεται με καθαρή συνείδηση και ποιος με βρόμικη. Ο μακάριος αυτός όταν έγινε ενενήντα επτά ετών, εξεδήμησε προς τον Κύριο, επί της βασιλείας Λέοντος του Μεγάλου.

Ο όσιος Ευθύμιος ήταν ευπρεπής στην όψη, απλός στους τρόπους του, λευκός στο χρώμα, καλοστεκούμενος και σεμνός στο μέγεθος, με άσπρες τρίχες, με γενειάδα που έφτανε μέχρι τους μηρούς. Λέγεται ακόμη περί αυτού ότι όταν επρόκειτο κάποιος μοναχός να φύγει από τη ζωή, ο οποίος νομιζόταν από τους πολλούς σώφρων και εγκρατής, αλλά δεν ήταν, αντιθέτως μάλιστα: ήταν ακόλαστος, ο μακάριος Ευθύμιος έβλεπε άγγελο να αποσπά την ψυχή του με τρίαινα, κι ότι άκουσε φωνή, η οποία φανέρωνε τις κρυφές ντροπές του μοναχού.  Τελείται δε η σύναξή του στην αγιότατη μεγάλη Εκκλησία».

Το πρώτο που προβάλλει η υμνογραφία του οσίου Ευθυμίου του μεγάλου – συντεθειμένη από δύο μεγίστους υμνογράφους: τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό και τον όσιο Θεοφάνη – είναι  ο παραλληλισμός του με τους προφήτες Ιερεμία, Σαμουήλ και άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Και τούτο διότι και αυτοί, όπως και ο όσιος, υπήρξαν καρποί προσευχής και ηγιασμένοι εκ κοιλίας μητρός τους. Κι αυτό σημαίνει ότι ο Θεός θέλησε να φανερωθεί με τον τρόπο αυτό η ιδιαίτερη χάρη που είχαν όλοι τους και η σωτήρια για πολλούς ανθρώπους παρουσία τους, με την καθοδήγηση που παρείχαν προς εύρεση του Θεού. Όπως σημειώνει κι ένας ύμνος του οσίου:  «καρπός στειρώσεως ο ίδιος, φάνηκες πολύγονος, διότι από το πνευματικό σου σπέρμα γέμισε από μοναχούς  η πριν αδιάβατη έρημος». «Από τη μήτρα της μητέρας σου σε καθαγίασε ο Θεός, πάτερ όσιε, όπως παλιά τον Ιερεμία και τον Σαμουήλ, θεοφόρε». «Όπως παλιά για τον Πρόδρομο που γεννήθηκε από στείρα γυναίκα, έτσι και θείος άγγελος ανάγγειλε και τη δική σου γέννα, από στείρα μήτρα».

Οι ύμνοι της Εκκλησίας ιδιαιτέρως επικεντρώνουν την προσοχή τους στον μέγιστο Ιωάννη Πρόδρομο, του οποίου τον βίο προσπάθησε να μιμηθεί ο όσιος Ευθύμιος. Και η μίμηση από αυτόν του Προδρόμου έγκειτο αφενός στον αγιασμένο τρόπο ζωής του, τόσο που τον χαρακτηρίζουν «εκμαγείον», αποτύπωμα  αυτού («έγινες αποτύπωμα και εικόνα του Προδρόμου, Ευθύμιε, ευρισκόμενος στα όρη βαπτιστής, ακτήμονας, χωρίς σπίτι, λάμποντας σε όλα τα χαρίσματα»), αφετέρου στο ότι και ο ίδιος υπήρξε άλλου είδους Βαπτιστής, αναγεννώντας τους ανθρώπους με την ορθόδοξη διδασκαλία του στο πνευματικό βάπτισμα της Εκκλησίας, το βάπτισμα της υιοθεσίας («ανέπλασας αυτούς, τους ανθρώπους, με το βάπτισμα της υιοθεσίας. Διότι αφού μιμήθηκες τον βίο του Προδρόμου, αναδείχτηκες Βαπτιστής, Ευθύμιε»).

Αν θέλει κανείς με μία φράση να χαρακτηρίσει τη ζωή του αγίου Ευθυμίου, θα έλεγε αυτό που ο άγιος υμνογράφος επισημαίνει: «Πάτερ Ευθύμιε, ο σος βίος ανυπέρβλητος, η πίστις όντως ορθόδοξος» - η ζωή σου αξεπέραστη, η πίστη σου αληθινά ορθόδοξη. Ορθόδοξη πίστη, αγιασμένη στο έπακρο ζωή, ορθοδοξία και ορθοπραξία: να ο κανόνας ζωής για κάθε πιστό, για κάθε, καλύτερα, άνθρωπο που αποφάσισε να λατρεύει τον Θεό κατά τρόπο τέλειο. «Ο ισάγγελος βίος σου έγινε κανόνας αρετής και ακριβέστατος χαρακτήρας για εκείνους που διάλεξαν να λατρεύουν τον Θεό με τελειότητα». Δεν είναι τυχαίο, γι’ αυτό, που ο υμνογράφος μας άγιος Θεοφάνης τον παραλληλίζει μεταξύ άλλων και με τον προφήτη Μωυσή: όπως εκείνος με τη ράβδο την εκ Θεού έσχισε την ερυθρά θάλασσα προκειμένου να διέλθουν οι Ισραηλίτες προς τη γη της επαγγελίας, το ίδιο και ο όσιος: έγινε μιμητής της αρετής εκείνου και προκάλεσε ρήγμα στη θάλασσα των παθών, οπότε και διάβηκε χωρίς εμπόδια στη γη της επαγγελίας, τη βασιλεία του Θεού.

Οι υμνογράφοι μάς βοηθούν περαιτέρω: ποιες οι αρετές που άσκησε ο όσιος Ευθύμιος και υπερέβη τα πάθη και κέρδισε με τη χάρη του Θεού τη βασιλεία Του; Πρώτα από όλα πόθησε τη βασιλεία του Θεού, ντύθηκε έπειτα την ταπείνωση, ακολούθησε την εγκράτεια, επιδίωξε τη δικαιοσύνη. Συνεπώς μπόρεσε να απεμπλακεί από τη γοητεία της παρούσας ζωής, διότι μετέθεσε το κέντρο βάρους της ζωής του στα μένοντα και αιώνια, λόγω αγάπης προς τον Κύριο. Άλλος δρόμος για κάθε άνθρωπο από αυτόν δεν υπάρχει. Όσο θεωρούμε ότι η όντως ζωή βρίσκεται στον παρόντα κόσμο, τόσο δεν υπάρχει περίπτωση να ζήσουμε αληθινά την πηγή της Ζωής, τον Κύριο και τη χάρη Του. «Καταφρόνησες, Πάτερ Ευθύμιε, τα γήινα πράγματα, διότι πόθησες βαθιά την ουράνια βασιλεία: Θεώρησες βδέλυγμα τα πλούτη, με το να ντυθείς την ταπείνωση,  μίσησες τις ηδονές του βίου και έκανες δικιά σου την εγκράτεια, έδιωξες την αδικία και επιδίωξες τη δικαιοσύνη».