12 Ιουνίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α΄ ΕΝ ΝΙΚΑΙΑ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

 

«Ἐγώ σέ ἐδόξασα ἐπί τῆς γῆς, τό ἔργον ἐτελείωσα ὅ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· καί νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρά σεαυτῷ» (Ἰωάν. 17, 4-5)

 Σέ ἄμεση ἀναφορά πρός τούς Πατέρες τῆς Α΄ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τούς ὁποίους ἑορτάζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας τό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα. Παρμένο ἀπό τήν ἀρχιερατική προσευχή τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ τονίζει αὐτό γιά τό ὁποῖο ἀγωνίστηκαν οἱ Πατέρες ἐν Συνόδῳ: τήν ἑνότητα καί ὁμοουσιότητα Αὐτοῦ μέ τόν Θεό Πατέρα καί  τό σωτηριῶδες ἔργο Του πάνω στή γῆ, γεγονός πού παραπέμπει στή σχέση τοῦ Ἴδιου πρός τούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι σέ ἑνότητα πιά μέ τόν Χριστό μποροῦν νά φανερώνουν καί αὐτοί στή ζωή τους τή θεϊκή Τριαδική ἑνότητα. Ὁ Κύριος εἶναι ἀπολύτως βέβαιος γιά ὅ,τι προσέφερε στόν κόσμο. Ἡ εὐθύνη ἀπό δῶ καί πέρα θά ἀνήκει πρωτίστως στους ἀνθρώπους. «Ἐγώ φανέρωσα τή δόξα Σου πάνω στή γῆ, ἀφοῦ ὁλοκλήρωσα τό ἔργο πού μοῦ ἀνέθεσες νά κάνω. Τώρα λοιπόν ἐσύ, Πατέρα, δόξασέ με κοντά σ’ ἐσένα».

 1. Ἡ ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου τοῦ Κυρίου: τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων, συνιστᾶ τή δόξα τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Ὁ Κύριος εἶναι ἀπολύτως σαφής: ὅλη ἡ ζωή Του ἐπί τῆς γῆς, ἡ διδασκαλία Του, τά θαύματά Του, κατεξοχήν δέ ἡ Σταύρωση καί ἡ Ἀνάστασή Του, ἀποτελοῦν τήν ἐξαγγελία τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ Πατέρα, ἤ ἀλλιῶς: τό κάθε γεγονός τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου εἶναι καί μία ἀποκάλυψη τῆς ζεστῆς ἀγκαλιᾶς τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος μέχρι τόν ἐρχομό τοῦ Υἱοῦ Του ὡς ἀνθρώπου κατενοεῖτο πρωτίστως ὡς φόβητρο καί ἀπειλή γιά τόν ἄνθρωπο. Κατά συνέπεια ἡ ἐπί γῆς ζωή τοῦ Κυρίου ἔχει ἀναγωγικό χαρακτήρα, ἀφοῦ τελική ἀναφορά της ἔχει πάντοτε τόν Θεό καί τή δόξα Του. Μόνον Ἕνας – κι Αὐτός εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός – στόν ὁποῖο ὁ Θεός ἦταν τό διαρκές ὅραμά Του καί ἡ βούλησή Του ἦταν ἀταλάντευτα προσανατολισμένη πρός τό ἅγιο θέλημα Ἐκείνου μποροῦσε νά λέει στούς Ἰουδαίους καί σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους κάθε ἐποχῆς: «Τίς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει με  περί ἁμαρτίας;», ὅπως καί ὅτι «οὐδέποτε αὐτός ἐκζήτησε τή δόξα τή δική του». Γι’ αὐτό καί ὁ Κύριος εἶναι ἀγάπη στόν βαθμό πού εἶναι καί ταπείνωση.

2. Κι ἀκριβῶς αὐτή εἶναι καί ἡ ἐξήγηση τήν ὁποία δίνει καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: Δόξασε τόν Θεό Πατέρα, γιατί ἔκανε ἀπόλυτη ὑπακοή σέ ὅ,τι Ἐκεῖνος Τοῦ ἀνέθεσε, μέχρις ὅτου ὁλοκλήρωσε τό ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. «Τό ἔργον ἐτελείωσα ὅ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω». Τό ἔργο τῆς σωτηρίας δηλαδή ἦταν καρπός ἀνάθεσης ἀποστολῆς ἀπό τόν Θεό Πατέρα, πού σημαίνει ὅτι τότε δοξάζεται κατεξοχήν ὁ Θεός, ὅταν ὁ ἄνθρωπος κατά τό πρότυπο τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου ὑπακούει στό ἅγιο θέλημα Αὐτοῦ. Γιατί αὐτό; Διότι ἡ ὑπακοή στόν Θεό δημιουργεῖ τίς συνθῆκες φανέρωσης  τῆς ἀληθινῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο, σάν νά γίνεται ὁ ὑπήκοος σ’ Αὐτόν διάφανη δίοδός Του. Τό ἴδιο τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη τό εἶχε ἐπισημάνει: «Πρός τίνα ἐπιβλέψω ἀλλ’ ἤ ἐπί τόν ταπεινόν καί ἡσύχιον καί ἀκούοντά μου τούς λόγους καί τρέμοντα αὐτούς;» Ἔτσι ἡ ὑπακοή δέν  κατανοεῖται κατά τόν τρόπο τῶν κοσμικῶν ἀνθρώπων, ὡς δηλαδή ἐξωτερικός καταναγκασμός πού ἐξεγείρει τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλ’ ὡς ἐκείνη ἡ ἀναγκαία συνθήκη πού συντονίζει τόν ἄνθρωπο μέ τή ζωή τοῦ Θεοῦ. Ἕνα συγκλονιστικό πράγματι περιστατικό ἀπό τή ζωή τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἄθω ἐν προκειμένῳ διασώζει ὁ ἁγιασμένος Γέρων Σωφρόνιος. Σέ ἐπίσκεψη μοναχοῦ στόν ἅγιο στή Μονή τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος πού ζοῦσε καί στήν ἀποκάλυψή του ὅτι τοῦ φανερώθηκε ἡ Παναγία, ὁ ἅγιος Σιλουανός ἀμφισβήτησε ἐντελῶς τό «ὅραμά» του γιά τήν Παναγία μέ τό ἑξῆς ἁπλό ἀλλά καί βαθύτατα θεολογικό ἐπιχείρημα: «Η Παναγία ἦταν πρότυπο ὑπακοῆς σέ ὅλη τή ζωή της ἀπέναντι στόν Θεό. Ἐσύ, πάτερ μου, ζεῖς κατά τό δικό σου τό θέλημα, συνεπῶς εἶναι ἀδύνατον νά σοῦ ἐμφανίστηκε ἡ ὑπήκοος στόν Θεό  Θεοτόκος».

 Ὁ δοξασμός τοῦ Θεοῦ μέσω τοῦ ὑπηκόου στό ἅγιο θέλημά Του ἐπιβεβαιώνεται θά ἔλεγε κανείς καί ἐκ τοῦ ἀντιθέτου: Πότε, κατά τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, βλασφημεῖται ὄντως ὁ Θεός; Ὅταν κηρύσσεται τό ὄνομά Του ἀπό ἐκείνους πού κατά τήν πράξη τῆς ζωῆς τους εἶναι ἀνυπάκουοι πρός Αὐτόν. Ὁ κήρυκας δηλαδή στήν περίπτωση αὐτή φανερώνει ἕναν Θεό πού ὑπάρχει μόνον στά χείλη του καί δέν ὑποστηρίζεται ἀπό τήν ἴδια τή ζωή του. Συνεπῶς, γιά τόν ἐκτός τῆς πίστεως αὐτός ὁ Θεός δέν ὑφίσταται, εἶναι ψεύτικος. Ἰσχύει ὅ,τι εἶχε γράψει καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «Μισῶ διδάγματα οἷς ἐναντίος ὁ βίος». Μόνον ὁ ὑπάκουος λοιπόν στό θέλημα τοῦ Θεοῦ γίνεται ἡ γέφυρα πού ἑνώνει τή γῆ μέ τόν Οὐρανό, κι αὐτό λόγω τῆς πίστεως καί τῆς ἀγάπης πού αὐτός τρέφει πρός τόν Θεό, μέσα σέ πλαίσια μάλιστα ἀπόλυτης ἐλευθερίας. Κι ἄν αὐτό συμβαίνει γιά τούς χριστιανούς, ἄς φανταστεῖ κανείς πόσο τοῦτο ἰσχύει γιά τόν ἴδιο τόν ἐνανθρωπήσαντα Θεό, τόν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος «ἐγένετο ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ»!

3. Εἶναι εὐνόητο λοιπόν ὅτι ὁ Θεός δοξάζεται ὄχι ἐκεῖ πού ἁπλῶς ἐκφέρεται τό ὄνομά Του, ὄχι ἐκεῖ πού ἐκβιαστικά προβάλλεται τό θέλημά Του, ὄχι ἐκεῖ πού δέν ἀφήνεται χῶρος νά ἀναπνεύσει ὁ ἄνθρωπος, ἔστω καί στό ὄνομα Ἐκείνου – κάθε κατάργηση τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου συνιστᾶ διαστροφή τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, συνεπῶς κατανοεῖται ὡς βλασφημία Του - ἀλλά ἐκεῖ πού φανερώνεται ἡ ἀγάπη ὡς σεβασμός τοῦ ἄλλου καί θυσία πρός χάρη αὐτοῦ, δηλαδή στήν ἀληθινή ὑπακοή στόν Θεό. Μέ ἄλλα λόγια ἀρεστό στόν Θεό, δοξολογία Ἐκείνου κατά τό ἐκπεφρασμένο ἀπό τόν Ἴδιο θέλημά Του εἶναι ὅπου ὑπάρχει παραίτηση ἀκόμη καί ἀπό τά νόμιμα θεωρούμενα δικαιώματα προκειμένου νά ζήσει ὁ ἄλλος. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἡ μεγαλύτερη δοξολογία πού ὑπῆρξε ποτέ γιά τόν Θεό, ἡ ἀπόλυτη δόξα Του, ἦταν ὅταν σταυρώθηκε ὁ Κύριος. Πάνω στόν Σταυρό ἡ ἴδια ἡ ἀγάπη μέ τά ἀληθινά ὅριά της, τά ὅρια τῆς θυσίας, δοξολογεῖ μέ τή δυνατότερη φωνή τόν Δημιουργό, ὁ ἴδιος ὁ Σταυρός γίνεται ὄντως ἡ «δόξα» Κυρίου κατά τή θεόπνευστη ἐκτίμηση ἰδίως τοῦ εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη.

4. Καί τί γίνεται σ’ αὐτήν τήν περίπτωση, κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου; Ὁ ἀληθινά ὑπάκουος δέχεται καί ὁ ἴδιος τόν δοξασμό του ἀπό τόν Θεό. «Καί νῦν δόξασόν σε σύ, Πάτερ, παρά σεαυτῷ». Ἄν ὁ Κύριος θεωρεῖ δεδομένη τήν ἀνταπόδοση τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ Πατέρα, λόγω τοῦ ταπεινοῦ καί ὑπάκουου φρονήματός Του, τό ἴδιο θά ἰσχύει καί γιά κάθε ἀκόλουθο καί μαθητή Του. Αὐτό δέν διδάσκει καί ὅλη ἡ ἐκκλησιαστική ἱστορία μέσα ἀπό τούς βίους τῶν ἁγίων; «Τούς ἐμέ  δοξάζοντας δοξάσω». «Τοῖς ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ αὐτοῦ ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος». Ὅ,τι ὁ Κύριος ἀπεκάλυψε καί σέ ἀνάλογη παραβολή Του: ὅτι τόν πιστό ὑπηρέτη του ὁ βασιλιάς θά τόν ἀνταμείψει καί θά τόν διακονήσει ὁ ἴδιος, ἀκριβῶς τοῦτο βλέπουμε ὄχι μόνο στόν ἴδιο ὡς ἄνθρωπο, ἀλλά καί σέ κάθε συνεπές μέλος Του. Ἡ ἐν δόξῃ μάλιστα ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, κατά τήν ὁποία ὁ Κύριος κάθεται στά δεξιά τοῦ Θεοῦ Πατέρα καί μέ τήν ἀνθρώπινη φύση Του διαπαντός, συνιστᾶ τή μεγαλύτερη ἐπιβεβαίωση τοῦ παραπάνω λόγου Του, μέ τόν ὁποῖο παρακαλεῖ τόν Θεό Πατέρα «νά Τόν δοξάσει μέ τή δόξα πού εἶχε κοντά Του προτοῦ νά γίνει ὁ κόσμος».

Ἡ ἀνυπακοή τοῦ πρώτου Ἀδάμ ἐπέφερε τήν ἀμαύρωση τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ  στήν ὕπαρξή του καί τήν ἀλλοίωσή της στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου μέ τά γνωστά σέ ὅλους καταστροφικά ἀποτελέσματα. Ἡ ὑπακοή τοῦ νέου Ἀδάμ, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐπέφερε τόν καθαρισμό τῆς εἰκόνας Αὐτοῦ καί τῆς σωτηρίας γι’ αὐτό τοῦ ἀνθρώπου. Ὡς χριστιανοί ἡ μόνη ὁδός πού μᾶς σώζει εἶναι νά ἀκολουθοῦμε χάριτι Θεοῦ τά ἴχνη τοῦ Κυρίου. Εἶναι ἡ μόνη ὁδός πού φέρνει τόν Θεό στή ζωή μας καί μᾶς καθιστᾶ ζωντανά παραδείγματα δοξολογίας τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἡ μόνιμη ἄλλωστε προτροπή καί ἐντολή Του: «Οὕτω λαμψάτω τό φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν τά καλά ὑμῶν ἔργα καί δοξάσωσιν τόν Πατέρα ὑμῶν τόν ἐν τοῖς Οὐρανοῖς».