12 Ιουλίου 2024

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ

Σπανίως να βρεθεί άνθρωπος στην εποχή μας που να μη γνωρίζει τον όσιο Παΐσιο τον αγιορείτη. Έχουν ειπωθεί και γραφεί τόσα πολλά, ως και ταινίες έχουν γυριστεί γι’ αυτόν, ώστε και ο πιο «άσχετος» προς την εκκλησιαστική ζωή να έχει κάποια γνώση περί τούτου. Βεβαίως εκείνο που έχει σημασία για έναν πιστό είναι όχι να έχει γνώση και πληροφορίες κάποιων γεγονότων από τη ζωή του αγίου, αλλά να αποκτήσει προσωπική κοινωνία μαζί του μέσα στο ζωντανό σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, (δεδομένου ότι εν Χριστώ όλοι είμαστε ένα), κάτι που επιτυγχάνεται με την αγάπη που ο πιστός τρέφει πρώτιστα προς τον Κύριο και έπειτα προς τους αγίους - η αγάπη ενεργοποιεί την πνευματική και μυστική αυτή πραγματικότητα της των πάντων ενότητας.

Η πορεία της επί γης ζωής του είναι γνωστή. Γεννημένος στα Φάρασα της Καππαδοκίας, το 1924, βαπτίστηκε από τον άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη τις ημέρες εξόδου των Φαρασιωτών και όχι μόνο προς τη μητέρα Ελλάδα, ο οποίος μάλιστα διορατικά θέλησε να τον αφήσει «στο ποδάρι του» καθώς είπε. Τα παιδικά και νεανικά του χρόνια τα πέρασε στην Κόνιτσα, αποδυόμενος στους πρώτους ασκητικούς αγώνες του, έως ότου έφυγε για τον Άγιον Όρος, όπου και μόνασε σε διάφορα μοναστήρια, για να επανακάμψει στην Κόνιτσα μετά από πληροφορία της Υπεραγίας Θεοτόκου στην ιερά Μονή Στομίου και από εκεί να φύγει για το Σινά, για λόγους πνευματικούς επί μία διετία (1962-1964). Μετά τη διετία αυτή οριστικά εγκαταστάθηκε στο Άγιον Όρος, όπου και μετά από λίγα χρόνια, το 1974, βρήκε αποκούμπι στην περιοχή Παναγούδα, τη μικρή Παναγία δηλαδή, κοντά στην πρωτεύουσα του Όρους τις Καρυές. Εκεί έγινε περισσότερο γνωστός στον πολύ κόσμο, γι’ αυτό και πλήθη συνέρρεαν καθημερινά για να τον δουν, να τον συμβουλευτούν, να τον παρακαλέσουν για ένα σοβαρό ή όχι πρόβλημά τους, μολονότι η φύση του ήταν ησυχαστική και ήθελε να αποφεύγει τους ανθρώπους προκειμένου να αφιερώνεται στην προσευχή. Προφανώς τούτο δεν ήταν το θέλημα του Θεού, γι’ αυτό και ο ίδιος έλεγε: «Θέλησα να αποφύγω τους ανθρώπους για χάρη του Θεού κι Εκείνος με έβαλε ακριβώς στο πρόγραμμα των ανθρώπων». Κι ήταν τούτο που επιβεβαίωνε τη μεγάλη αγιότητά του: δεν έκανε ό,τι ήταν αρεστό στον ίδιο αλλ’ ό,τι έβλεπε ως θέλημα του Κυρίου για εκείνον. Κεφάλαιο μεγάλο στη ζωή του ήταν οι διάφορες αρρώστιες που τον καταπονούσαν, για τις οποίες όμως ένιωθε ευγνώμων στον Θεό, γιατί ήταν εκείνες που του έδωσαν, καθώς έλεγε, τη μεγαλύτερη ώθηση προς αγιασμό του. «Αυτό που κέρδισα με τις αρρώστιες μου δεν μπόρεσα ποτέ να αποκτήσω με όλα τα χρόνια της ασκητικής μου ζωής» ομολογούσε. Στο τέλος, κατά προτροπή και παράκληση των φίλων και γνωστών του αναγκάστηκε να πάει στο νοσοκομείο, γιατί κατατρυχόταν από καρκίνο, μέχρις ότου άφησε εκεί την τελευταία του πνοή (1994) μέσα σε κλίμα παρ’ όλες τις οδύνες του δοξολογίας προς τον Θεό. Άφησε μνήμη οσίου ανδρός, κάτι που η Εκκλησία μας επιβεβαίωσε διακηρύσσοντας την αγιότητά του το 2015. Η μνήμη του τιμάται στις 12 Ιουλίου, ημέρα της οσιακής κοιμήσεώς του. Το σεπτό λείψανό του αναπαύεται στο αγαπημένο του ιερό γυναικείο ησυχαστήριο που καθοδηγούσε, τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο στη Σουρωτή της Θεσσαλονίκης, τόπο που συγκεντρώνει πάμπολλα πλήθη προσκυνητών από όλον τον κόσμο. Οι εκδόσεις του ιερού ησυχαστηρίου για τον άγιο, τόσο τα δικά του κείμενα όσο και αυτά που το μοναστήρι κατέγραψε από την εμπειρία με αυτόν, θεωρούνται μοναδικά και αποδίδοντα αυθεντικά το άρωμα της αγίας του ζωής.

Πολλές είναι οι ακολουθίες που εκδόθηκαν για τον άγιο και μία με πολλή αίσθηση και αγάπη προς αυτόν γραμμένη είναι της κ. Αδαμαντίας Καβάγια-Πιπεράκη. Με λυρισμό μοναδικό που «πατάει» όμως σε έδαφος ακραιφνώς ρεαλιστικό η σπουδαία υμνογράφος αποδίδει όλη την πορεία της ζωής του αγίου, διεισδύοντας όμως εμπνευσμένα και κατ’ αναλογία του βίου άλλων γνωστών οσίων και στα «άδυτα» του εσωτερικού του κόσμου. Το δοξαστικό μάλιστα των αίνων του όρθρου σε ήχο πλ. δ΄ νομίζουμε ότι συνιστά μία σύνοψη όντως του φαινομένου που λέγεται Παΐσιος.

«Δεῦτε πιστοί τόν τρισμακάριστον Παΐσιον ἀνυμνήσωμεν βροτόν ἐν οὐρανοῖς, ἐπί γῆς δε ἄγγελον. Οὗτος ζωήν τήν ἀγήρω ποθήσας ἐκ παιδός, καθυπέταξε Θεῷ τό θέλημα και μέγας ἐν ἀσκηταῖς ἀνεδείχθη∙ τήν γάρ σάρκα ἐδουλαγώγησε και ὑπήκοον τῷ πνεύματι ἐποίησε∙ τό δέ πνεῦμα ἐταπείνωσε και ὑποκάτω πάσης κτίσεως ἔθηκε. Διό ὁ Πλούσιος ἐν ἐλέει ἐπλούτισεν αὐτόν διά χαρισμάτων πνεύματος σοφίας, προφητείας τε και διοράσεως, προοράσεώς τε και διακρίσεως πνευμάτων, και ἀνέδειξεν αὐτόν ἀείῤῥοον ποταμόν ἰαμάτων ψυχῶν τε και σωμάτων. Ὅθεν και ἡμεῖς τον δοξασθέντα ἐν θαύμασι ζῶντα και μετά τέλος, ὅσιον Παΐσιον ἱκετεύσωμεν ἐκτενῶς τοῦ πρεσβεύειν προς Κύριον ἐλεηθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν». (Εμπρός πιστοί ας ανυμνήσουμε τον τρισμακάριστο Παΐσιο, ουράνιο άνθρωπο και επίγειο άγγελο. Αυτός αφού πόθησε την αιώνια ζωή από παιδί, υπέταξε το θέλημά του στον Θεό και αναδείχθηκε μέγας μεταξύ των ασκητών. Διότι δουλαγώγησε τη σάρκα του και την έκανε υπάκουη στο πνεύμα του. Το δε πνεύμα του το ταπείνωσε και το έβαλε κάτω από όλη τη δημιουργία. Γι’ αυτό ο Πλούσιος σε έλεος Κύριος τον πλούτισε με τα χαρίσματα του πνεύματος της σοφίας, της προφητείας και της διοράσεως, της προοράσεως και της διακρίσεως των πνευμάτων, και τον ανέδειξε ανεξάντλητο ποταμό ιαμάτων για τις ψυχές και τα σώματα. Λοιπόν και εμείς αυτόν που δοξάσθηκε και ζωντανός και μετά το τέλος του με θαύματα, τον όσιο Παΐσιο, ας τον ικετεύσουμε εκτενώς ώστε να πρεσβεύει προς τον Κύριο να ελεηθούν οι ψυχές μας).

Ποιο θεωρείται το κρισιμότερο στοιχείο στον ύμνο που χαρακτηρίζει τον άγιο; Ασφαλώς όχι τα χαρίσματα με τα οποία πλούσια τον χαρίτωσε ο Θεός: η προφητεία, η προόραση, η διόραση, η διάκριση των πνευμάτων, η θαυματουργία – αυτά θεωρούνται επακολουθήματα και δωρεές Εκείνου στον άγιο για να τα θέτει στην υπηρεσία του συνανθρώπου, κάτι που βεβαίως και έκανε. Αλλ’ ούτε και η μεγάλη παρρησία που είχε και έχει, ώστε με τη δύναμη της πρεσβείας του να «επηρεάζει» για εμάς την κρίση του Θεού – κι αυτό αποτέλεσμα της όλης αγιασμένης βιοτής του θεωρείται. Το κρίσιμο στοιχείο ήταν η υπακοή και η υποταγή που επέδειξε σε όλη τη ζωή του, και μάλιστα με αυξητικό τρόπο όσο περνούσαν τα χρόνια, στο θέλημα του Θεού. Ό,τι χαρακτηρίζει έναν άγιο, ένα συνεπή πιστό χριστιανό δηλαδή, είναι ακριβώς η ετοιμότητα υπακοής του όχι, όπως είπαμε και προηγουμένως για τον όσιο Παϊσιο, στο δικό του θέλημα, αλλά στο θέλημα του Θεού. Κατά τους νηπτικούς αγίους «το θέλημα, το ανθρώπινο δηλαδή, το εγωιστικό, συνιστά χάλκινο τείχος που χωρίζει τον άνθρωπο από τον Θεό». Γιατί ακριβώς στο θέλημα αυτό αποκαλύπτεται το περιεχόμενο της καρδιάς. Η επιβολή του δικού μου θελήματος φανερώνει ότι η καρδιά, δηλαδή όλος ο εσωτερικός μου κόσμος, είναι πλήρης από το (διεστραμμένο) Εγώ μου, συνεπώς δεν υπάρχει κανένας χώρος για την παρουσία της χάριτος του Θεού – το Εγώ χαρακτηρίζεται από την κυριαρχικότητα και την υπερηφάνεια, είναι από την άποψη αυτή το δαιμονικό στοιχείο στον άνθρωπο. Η υπακοή όμως ως η συνειδητή προσπάθεια παραμερισμού του εγωισμού ώστε να λειτουργήσει η χάρη του Θεού φανερώνει το ήθος του αγίου ανθρώπου που είναι το ήθος του ίδιου του Θεού μας. «Η υπακοή ζωή, η παρακοή θάνατος» συνήθιζαν και συνηθίζουν να μας υπενθυμίζουν πάντοτε οι άγιοι του Θεού, εξαγγέλλοντας αυτό που ουσιαστικά διαλαλεί η Αγία Γραφή. «Ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος και ταπείνωσε τον εαυτό του γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού».

Και τι κινεί την ετοιμότητα αυτή υπακοής στον άγιο, όπως σημειώνει και η σεμνή υμνογράφος; Απολύτως σε όλους τους αγίους ο πόθος και η αγάπη για τον Θεό. «Πόθησε από παιδί ο Παΐσιος (Αρσένιος τότε) την αιώνια ζωή, δηλαδή τον ίδιο τον Θεό». Και ποιο το άμεσο αποτέλεσμα πριν έρθουν τα μεγάλα χαρίσματα; Η ισορροπία στη ζωή του με την έννοια της ορθής ιεράρχησής της. Στον Παΐσιο βλέπουμε πράγματι τι σημαίνει να ιεραρχείται η ανθρώπινη ζωή κατά τον τρόπο που θέλει ο Θεός: η σάρκα να υποτάσσεται με την άσκηση στο πνεύμα και το πνεύμα να αποκαλύπτει την αλήθεια του με την ταπείνωση, «το έχειν εαυτόν υποκάτω πάσης της κτίσεως». Η ταπείνωση δεν συνιστά το απόλυτο ρυθμιστικό στοιχείο της ζωής, επειδή αποτελεί τον μαγνήτη που μαγνητίζει τη χάρη του Θεού; «Ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν». Στον όσιο Αγιορείτη λοιπόν βλέπουμε να προβάλλονται όλα τα γνωρίσματα της αγιότητας: αγάπη Θεού, υπακοή στο άγιο θέλημά Του, ταπείνωση, εγκράτεια και έλεγχος των άτακτων ορμών του σώματος, πνευματική ισορροπία, εμφάνιση χαρισμάτων, παρρησία μεγάλη ενώπιον του Θεού. Οπότε τι άλλο μπορεί να κάνει ένας πιστός που χειμάζεται στον κόσμο τούτο παρά να προσφεύγει και στον άγιο αυτόν που έχει την ιδιαιτερότητα να είναι των ημερών μας; Και η ιστορία της Εκκλησίας έχει δείξει ότι ο Θεός θέλει να ελεεί τον κόσμο του μέσω όλων ασφαλώς των  αγίων Του, περισσότερο όμως ίσως μέσω των αγίων της εκάστοτε εποχής.