Η ιστοσελίδα μετακόμισε!

Ανακατευθύνεστε αυτόματα στη νέα διεύθυνση...

Πατήστε εδώ αν δεν ανακατευθυνθείτε αυτόματα

04 Αυγούστου 2021

ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ, ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ! (4)

«Τῇ Θεοτόκῳ ἐκτενῶς νῦν προσδράμωμεν... ἐν μετανοίᾳ... κράζοντες ἐκ βάθους ψυχῆς...».

Το τροπάριο είναι από τα γνωστότερα θεοτοκία που ψέλνει η Εκκλησία μας, το οποίο  με λιτό, αλλά ανάγλυφο τρόπο, προβάλλει τη στάση του πιστού ανθρώπου έναντι της Παναγίας Θεοτόκου. Δύο είναι τα στοιχεία που συνιστούν τη στάση αυτή: (1) η Παναγία έχει αφενός την εξουσία να βοηθήσει εμάς που ταλανιζόμαστε από τα θλιβερά του βίου και «χανόμαστε» από το πλήθος των πταισμάτων μας, λόγω της παρρησίας της έναντι του Υιού και Θεού της, αφετέρου την αγάπη για να έχει στραμμένο το ενδιαφέρον της σ’ εμάς και να θέλει να μας βοηθήσει. Τυχόν αμφισβήτηση της δύναμης και της αγάπης της θα ακύρωνε και τη θέση της στην Εκκλησία και την ίδια την ύπαρξη βεβαίως των προσευχών μας σε αυτήν. Η Παναγία όμως είναι «των θλιβομένων η χαρά και των χριστιανών η προστάτις», κι ακόμη «ο γλυκασμός των αγγέλων». Όλη η δημιουργία αναπνέει τον αέρα της αγιασμένης παρουσίας της και τρέφεται με το όνομά της, πλην βεβαίως των αγγέλων του σκότους και των συν αυτοίς, για τους οποίους και μόνη η αναφορά της είναι φωτιά που τους κατακαίει.

(2) Εμείς που την προσεγγίζουμε και την επικαλούμαστε, πρέπει να την προσεγγίζουμε και με τον σωστό τρόπο. Και ο υμνογράφος κυρίως σ’ αυτό επικεντρώνει την προσοχή μας.

Δηλαδή, πρώτον: «προσδράμωμεν ἐκτενῶς». Στην Παναγία πηγαίνουμε με σπουδή, τρέχοντας. Όχι ράθυμα, όχι «σέρνοντας», σαν να κάνουμε μία αγγαρεία. Ένας τέτοιος τρόπος φανερώνει την έλλειψη της αγάπης μας προς αυτήν, άρα και προς τον Χριστό, γεγονός που σημαίνει ότι θέτουμε οι ίδιοι εμπόδιο στην παροχή της χάρης που είναι έτοιμη να μας δώσει. Με άλλα λόγια, όπως το μικρό παιδί τρέχει στην αγκαλιά της μάνας του, για να βρει ασφάλεια και καταφύγιο, έτσι και ο πιστός: η προσφυγή στην Παναγία είναι κάτι το φυσικό και ό,τι πιο αγαπητό μπορεί να υπάρξει σ’ αυτόν. Κι «ἐκτενῶς»: όχι μία λέξη και να φύγουμε, αλλά να μείνουμε στην αγκαλιά της, να της πούμε τον πόνο μας, τις ταλαιπωρίες μας. Γιατί το νιώθουμε ως ανάγκη και εκείνη χαίρεται για τα παιδιά της που την αγαπούν.

Και δεύτερον: «ἐν μετανοίᾳ» και «ἐκ βάθους ψυχῆς». Δεν είναι δυνατόν να τρέχω με σπουδή σ’  Εκείνην που δείχνει αδιάκοπα τον Χριστό και να είμαι αμετανόητος. Όπως η μόνη στάση έναντι του Χριστού είναι η μετάνοια, το ίδιο και έναντι της Παναγίας. Διότι η μετάνοια φανερώνει την αληθινή διάθεση του πιστού να συντονιστεί με τη ζωή του Χριστού. Χωρίς μετάνοια είναι γνωστό ότι ο άνθρωπος ζει μόνο τον εγωισμό του και αποτελεί ενεργούμενο των πονηρών δυνάμεων. Παναγία λοιπόν και αμετανοησία από πλευράς μας είναι μείγμα ανύπαρκτο και αδιανόητο. Πώς φαίνεται η γνησιότητα της μετανοίας μας; Από το γεγονός ότι θέλουμε να αλλάξουμε ριζικά: «ἐκ βάθους ψυχῆς». Η επιφανειακότητα στη σχέση μας με την Παναγία κατανοείται ως ένα είδος παιχνιδιού του εγωισμού μας. Αλλά ο «Θεός – όπως και οι άγιοι – οὐ μυκτηρίζεται». Δεν κοροϊδεύουμε τον Θεό και τους αγίους. Μία στροφή μας στην Παναγία, δηλαδή τελικώς στον Χριστό και Θεό μας, όπως έχουμε ξαναπεί, απλώς και μόνο σε κάποια δύσκολη στιγμή μας, για να «γλιτώσουμε», ώστε να επανέλθουμε στον ίδιο αμαρτωλό ρυθμό μας, μάλλον θα μας έκανε να πέσουμε στην «οργή» του Θεού. Και «φοβερόν τό ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος».

Να παρακαλούμε την Παναγία, ναι. Αλλά με τον τρόπο  που πρέπει. Διότι «αἰτεῖτε, καί οὐ λαμβάνετε, διότι κακῶς αἰτεῖσθε» (άγιος Ιάκωβος).

ΦΩΣ ΑΠΟ ΤΟ... ΜΕΛΛΟΝ!

Τό ἐσχατολογικό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας, ὁ διαρκής προσανατολισμός της δηλαδή πρός τόν καί πάλιν «ἐρχόμενον μετά δόξης κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς» Ἰησοῦ Χριστό καί τή Βασιλεία Του τήν αἰώνια, (πού θά πεῖ ὅτι ἡ Ἐκκλησία φωτίζεται από τό μέλλον),  διαφυλάσσει τούς πιστούς ἀπό τόν μεγαλύτερο κίνδυνο πού διατρέχουν πάντοτε καί παντοῦ: τόν συσχηματισμό τους μέ τόν κόσμο, τήν ἔκπτωσή τους ἀπό τό «καινόν» πού ἔφερε ὁ Χριστός στό «κοινόν» τοῦ κόσμου – νά ζοῦν ὅπως οἱ ἀποκομμένοι ἀπό τόν Θεό ἄνθρωποι μέ τό ρυπαρό στοιχεῖο τῆς ἁμαρτίας νά τούς διακατέχει. Πρόκειται γιά τόν κίνδυνο τῆς ἐκκοσμικεύσεως πού ἐλλοχεύει στή ζωή ὅλων μας, εὐθύς ὡς ἀπομακρυνθοῦμε ἀπό αὐτό τό ἦθος, τό ὁποῖο μᾶς θέτει ἀδιάκοπα πάνω στήν ἐγρήγορση πού ζήτησε καί ζητᾶ ὁ Χριστός ἀπό τούς πιστούς. Ἡ αἴσθηση ὅτι ὁ κόσμος δέν εἶναι ἡ τελική ἀναφορά μας, διότι «παράγει», παρέρχεται, ἡ βαθειά πεποίθηση ὅτι ὡς μέλη τοῦ Χριστοῦ δέν μποροῦμε παρά νά προσβλέπουμε στόν μόνο καί αἰωνίως Ὄντα, τόν Τριαδικό Θεό καί τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, δίνει τήν ἀποφασιστική ὤθηση ὥστε νά ζοῦμε σύμφωνα μ’ αὐτό πού ἐπισημαίνει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος: ὡς τέκνα ὄχι πιά τοῦ σκότους, ἀλλά τοῦ φωτός, διότι ἡ νύκτα ἔχει παρέλθει  καί τό φῶς ἤδη ἔχει φανεῖ (πρβλ. Ρωμ. 13, 11 ἑξ.).  Μόνον ὅταν ἡ λήθη, πού συνιστᾶ τή μεγαλύτερη τυραννίδα κατά τούς Πατέρες, μᾶς καταλάβει, τότε πράγματι μποροῦμε νά χάσουμε αὐτό πού εἶναι ἡ προτεραιότητά μας, δηλαδή ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. «Ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην Αὐτοῦ» (Ματθ. 6, 33) προτρέπει συνεχῶς ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ.

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΕΠΤΑ ΠΑΙΔΕΣ ΟΙ ΕΝ ΕΦΕΣῼ

«Αυτοί οι άγιοι έζησαν επί Δεκίου βασιλέως (3ος μ.Χ. αι.) και σκέφτηκαν να μοιράσουν τα υπάρχοντά τους και να κλειστούν σ’  ένα σπήλαιο. Εκεί προσευχήθηκαν να φύγουν από τη ζωή αυτή και να μην παραδοθούν στο βασιλιά, λόγω των διωγμών κατά των χριστιανών που είχε διατάξει, κάτι που έγινε. Ο Δέκιος, μετά την επιστροφή του στην Έφεσο, τους αναζήτησε για να θυσιάσουν στα είδωλα, μα όταν έμαθε το τέλος τους στη σπηλιά, διέταξε να τη σφραγίσουν καλά. Από τότε πέρασαν  περίπου διακόσια χρόνια κι ήρθε η εποχή που βασίλευε ο Θεοδόσιος Β΄ο  μικρός (περί τα μέσα του 5ου μ.Χ. αι.). Στα χρόνια αυτά της βασιλείας του φάνηκε μία αίρεση που κήρυσσε ότι  δεν υπάρχει ανάσταση, κι ο βασιλιάς βλέποντας ότι προκαλείται ταραχή στην Εκκλησία, αφού και επίσκοποι παρασύρονταν από αυτήν, απορούσε τι να κάνει. Περιβλήθηκε σάκο, κοιμόταν καταγής και με δάκρυα παρακαλούσε τον Θεό να φανερώσει ό,τι έπρεπε. Κι ο Κύριος απάντησε: Ο κάτοχος της περιοχής που βρισκόταν το σπήλαιο που είχαν κοιμηθεί οι παίδες, θέλησε να φτιάξει μία μάντρα για το ποίμνιό του. Κύλισε λοιπόν τους λίθους, για να τους χρησιμοποιήσει για τη μάντρα, κι αποκαλύφθηκε έτσι το στόμιο, χωρίς εκείνος να το καταλάβει. Με προσταγή του Θεού, αναστήθηκαν τα παιδιά, σαν να ξυπνούσαν από χθεσινό ύπνο. Δεν κατάλαβαν τίποτε, πιστεύοντας ότι η ζωή τους συνεχίζεται κανονικά, γι’ αυτό και ο ένας από αυτούς, ο Μαξιμιλιανός, προέτρεψε όλους τους άλλους, αν συλληφθούν από τον Δέκιο, να μείνουν σταθεροί στην πίστη τους και να μην την προδώσουν. Έστειλε μάλιστα τον Ιάμβλιχο να αγοράσει ψωμί, περισσότερο όμως από την «προηγούμενη» ημέρα, που ήταν λιγοστό. Ο Ιάμβλιχος κατέβηκε στην πόλη και θαύμαζε και για το σημείο του Σταυρού που έβλεπε να υπάρχει σε πολλά σημεία, και για τα καινούργια οικοδομήματα. Σ’  ένα αρτοποιείο που μπήκε, αγόρασε ψωμί κι έδωσε τα χρήματα, τα οποία όμως προκάλεσαν τον θαυμασμό και την απορία του μαγαζάτορα και των άλλων, γιατί βεβαίως ήταν πολύ παλαιά. Στην απορία και στις ερωτήσεις τους για τον θησαυρό αυτό, λόγω της παλαιότητας, δεν μπόρεσε να απαντήσει πειστικά ο Ιάμβλιχος, γι’  αυτό και διά της βίας τον οδήγησαν στον ανθύπατο της περιοχής, ο οποίος τον ανέκρινε, χωρίς όμως και αυτός να μπορέσει να πειστεί. Έμαθε τα γεγονότα και ο επίσκοπος Μαρίνος, ο οποίος άρχισε να υποπτεύεται ότι εδώ πρόκειται για κάτι το θαυμάσιο και θεϊκό, γι’ αυτό και τελικώς όλοι ακολούθησαν τον Ιάμβλιχο στο σπήλαιο, το οποίο απεκάλυψε, για να τους επιβεβαιώσει τα λεγόμενά του. Η επιβεβαίωση υπήρξε θαυμαστή και κατανυκτική, όταν μάλιστα βρήκαν ότι τα ονόματά τους και η ιστορία τους ήταν γραμμένα από δύο χριστιανούς στρατιώτες, από αυτούς που είχε διατάξει ο Δέκιος να σφραγίσουν το σπήλαιο. Ο βασιλιάς Θεοδόσιος που το έμαθε, γέμισε από χαρά, και δάκρυα ανέβλυσαν από τα μάτια του, γιατί είδε την απάντηση που έστειλε διά των παίδων ο Θεός, στο πρόβλημα της αίρεσης των αρνητών της ανάστασης. Οι άγιοι παίδες, μετά από λίγο, αισθάνθηκαν κούραση και παρέδωσαν για δεύτερη φορά την ψυχή τους στον Κύριό τους, ενώ οι σύγχρονοι πια τους τίμησαν ποικιλοτρόπως ως αγίους, ιδίως ο βασιλιάς, στον οποίο όμως, μέσω ονείρου, αρνήθηκαν την επιθυμία του να τοποθετήσει τα λείψανά τους σε ακριβές λειψανοθήκες και να τους θάψει εκεί που βρίσκονταν στο σπήλαιο».

Το συναξάρι των αγίων επτά παίδων των εν Εφέσω θεωρείται ένα από τα παραδοξότερα και θαυμασιότερα που έχουν γραφεί, γι’  αυτό και η ιστορία των αγίων αυτών ενέπνευσε και τη γραφίδα του γνωστού και σπουδαίου λογοτέχνη Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, ώστε να την αποδώσει με τρόπο μυθιστορηματικό. Η παραδοξότητα της ιστορίας τους δεν έγκειται μόνο στο γεγονός ότι αυτοί αναστήθηκαν από τους νεκρούς - κάτι που ανατρέπει πράγματι τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά κατανοείται μέσα στα πλαίσια της Ανάστασης του Κυρίου, ο Οποίος  ως πηγή της ζωής καταργεί τον θάνατο και τον κάνει δίοδο κι αυτόν ζωής – αλλά και στο ότι αναστήθηκαν μετά παρέλευση εκατονταετιών από την ώρα του θανάτου τους, έγινε γνωστό σε όλους το συμβάν τούτο, ενώ στη συνέχεια παρέδωσαν και πάλι στον Κύριο τις αγιασμένες ψυχές τους.

Όλη η ακολουθία τους τονίζει με διαφόρους τρόπους τον σκοπό για τον οποίο ο Κύριος επέτρεψε να συμβεί το μεγάλο αυτό θαύμα: «εις γαρ πίστωσιν νεκρών αναστάσεως γέγονε το τελούμενον», δηλαδή έγινε το θαύμα για να πιστοποιηθεί η ανάσταση των νεκρών, «άπασαν ενθάπτοντες δυσμενών απιστίαν»,  ώστε να θαφτεί όλη η απιστία των αρνουμένων αυτήν. Μόλις παραπάνω το συναξάρι μάς εξήγησε ότι την εποχή εκείνη (5ος μ.Χ. αι.) παρουσιάστηκε αίρεση, η οποία αμφισβητούσε την ανάσταση εκ των νεκρών, συνεπώς έπληττε την ίδια τη χριστιανική πίστη και τη ζωή της Εκκλησίας, η οποία έχει ως θεμέλιό της την Ανάσταση του Χριστού. Με την ανάσταση λοιπόν των επτά παίδων ο Κύριος θέλησε να δώσει απάντηση και να στηρίξει τους πιστούς, επιβεβαιώνοντας ότι η Ανάστασή Του ήταν γεγονός αδιαμφισβήτητο, χωρίς το οποίο βεβαίως, κατά τον απόστολο, «ματαία η πίστις ημών». Διότι ο Κύριος ήρθε για να φέρει τη ζωή στον άνθρωπο, που την είχε χάσει λόγω της πτώσεώς του στην αμαρτία. «Εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσιν και περισσόν έχωσιν». Αμφισβήτηση της Ανάστασης του Χριστού και επομένως και των ανθρώπων σημαίνει διαγραφή όλης της αποκάλυψης του Χριστού και «ταφή» του ανθρώπου και πάλι στα στοιχεία του κόσμου τούτου, την αμαρτία, τον θάνατο, τον διάβολο.

Το μεγάλο αυτό θαύμα όμως διατρανώνει και κάτι ακόμη πολύ σημαντικό: ο Κύριος δεν αφήνει ποτέ «αμάρτυρον» τον Εαυτό Του, σε όλο το πέρασμα της ιστορίας. Δεν είναι μόνον η δική Του ιστορική παρουσία που σφράγισε με απόλυτο βεβαίως τρόπο την παγκόσμια ιστορία. Συνεχίζει να φέρνει αυτήν την παρουσία Του αδιάκοπα στο προσκήνιο, με την αγία Του Εκκλησία ασφαλώς, αλλά και με τους αγίους Του που αναδεικνύει μέσα σ’ αυτήν, και τα θαύματα που επιτελεί μέσω αυτών. Διότι δυστυχώς οι άνθρωποι, λόγω της μάστιγας της λήθης που μας πιάνει, παρασυρόμαστε από την καθημερινότητα και εμπλεκόμαστε στα πάθη του κόσμου τούτου. Ο Χριστός λοιπόν, όπως πολύ σωστά έχει ειπωθεί, «δεν μας αφήνει σε ησυχία». Κάτι κάνει κάθε φορά, σε κάθε ιστορική περίοδο, ώστε να μας τοποθετεί ενώπιόν Του. Αυτό συνέβη και  με τους αγίους επτά παίδες, αυτό συμβαίνει και θα συμβαίνει πάντοτε. Έτσι ερμηνεύει για παράδειγμα και ο όσιος μεγάλος Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ τη χαρισματική παρουσία του αγίου Σιλουανού του Άθω: ως σύγχρονη μαρτυρία της αιώνιας αγάπης του Θεού, έτσι μας παρηγορεί και ο όσιος Παΐσιος, λέγοντας ότι στους εσχάτους χρόνους ο Χριστός θα μας φανερωθεί με πολύ έντονο τρόπο, θα δώσει ισχυρά σημάδια της παρουσίας Του, για να μας ενισχύσει στον αγώνα μας κατά των υιών του σκότους. Αινούμε και ευλογούμε τον Κύριο για την αγάπη Του και τη στοργική πρόνοιά Του για όλους μας.

03 Αυγούστου 2021

Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ ΜΑΣ

῾Ο Θεός «ἀγάπη ἐστί» κατά τήν Ἀποκάλυψή Του, ἀπαρχῆς καί πάντοτε, χωρίς νά ὑπάρχει ὁποιαδήποτε μετατόπιση ἀπό τήν ἀλήθεια αὐτή. Κι αὐτό γιατί ὁ Θεός εἶναι ὁ μόνος «πιστός» καί δέν μπορεῖ νά ἀλλάξει καί ν᾽ ἀρνηθεῖ τόν ῾Εαυτό Του - «ἀρνήσασθαι ἑαυτόν ὁ Θεός οὐ δύναται» (Β´ Τιμ. 2, 13) -,  κάτι πού συνιστᾶ ὄχι μόνο θεμέλιο γιά τήν πίστη μας, ἀλλά καί τή μεγαλύτερη παρηγοριά μας. ῎Ας φανταστοῦμε τί σχέση θά εἴχαμε μέ τόν Θεό, τί αἰσθήματα θά βιώναμε, ἄν πιστεύαμε ὅτι ὁ Θεός ἔχει μεταπτώσεις συναισθηματικές καί μᾶς συμπεριφέρεται κατά τό δοκοῦν! Θά ἦταν ὄχι ὁ Θεός τῆς Γραφῆς καί τοῦ Χριστοῦ μας, ἀλλ᾽ οἱ θεοί τῆς εἰδωλολατρίας καί τῶν ᾽Αρχαίων ῾Ελλήνων, θεοί-δημιουργήματα τοῦ ἀνθρώπου, κατ᾽ εἰκόνα αὐτοῦ καί ὄχι τό ἀντίστροφο. Μή ξεχνᾶμε ὅτι οἱ ῾θεοί᾽ τῶν διαφόρων θρησκειῶν λειτουργοῦν ὡς οἱ ἄνθρωποι μέ τίς δικές τους διακυμάνσεις τῆς ψυχῆς καί ἀντιστοίχως πρός τά ἀνθρώπινα πάθη. Γι᾽ αὐτό καί δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι τό κυρίαρχο στοιχεῖο πρός τούς ὑποτιθέμενους αὐτούς θεούς εἶναι ὁ φόβος, πού σημαίνει ὅτι στό βάθος ὁ ἄνθρωπος στέκει μέ φόβο τελικῶς ἀπέναντι καί στόν ἴδιο του τόν ἑαυτό.

Ὁ Θεός μας ὅμως εὐτυχῶς εἶναι ὁ Πατέρας μας, ὁ φίλος καί ἀδελφός μας, ἡ Μάνα μας, Ἐκεῖνος πού ἡ χαρά Του εἶναι νά βρίσκεται καί νά εἶναι μαζί μας!

ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ, ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ! (3)

«Ἀπορήσας ἐκ πάντων, ὀδυνηρῶς κράζω σοι· πρόφθασον θερμὴ προστασία, καὶ σὴν βοήθειαν, δός μοι τῷ δούλῳ σου, τῷ ταπεινῷ καὶ ἀθλίῳ, τῷ τὴν σὴν ἀντίληψιν ἐπιζητοῦντι θερμῶς» (γ΄ ωδή Μεγ. Παρακλ. Κανόνος).

Σε όλα βρήκα αδιέξοδο, γι’  αυτό με οδύνη σου φωνάζω: πρόφθασε, (Παναγία), Συ που είσαι η θερμή προστασία, και δώσε τη βοήθειά σου σ’ εμένα το δούλο σου, που είμαι ταπεινός και άθλιος και που επιζητώ με ζήλο τη δική σου ενίσχυση. 

Στους παραπάνω στίχους του βασιλιά ποιητή – και όχι μόνο σ’  αυτούς - ο τόνος  είναι δραματικός, γιατί ο ποιητής, εκπροσωπώντας σύνολο τον πιστό λαό, αποτυπώνει μία μεγάλη αλήθεια: ο άνθρωπος όπου κι αν στραφεί στον κόσμο τούτο, για να βρει τη χαρά και το νόημα της ζωής, χωρίς Χριστό, προσκρούει σε αδιέξοδο. Είτε άνθρωποι είτε χρήματα είτε διασκεδάσεις είτε οτιδήποτε άλλο, στο τέλος όλα αυτά αφήνουν τη στυφή γεύση του ανικανοποίητου της καρδιάς. Ο υμνογράφος λοιπόν γίνεται εκφραστής αυτής της αλγούσας και οδυνωμένης καρδιάς του ανθρώπου, που παντού συναντά το αδιέξοδο. «Απορήσας εκ πάντων οδυνηρώς κράζω σοι…».

Θα τολμούσαμε να παρομοιάσουμε την κατάσταση αυτή με εκείνη που βίωσε ο πρωτόπλαστος Αδάμ, όταν έχασε, λόγω εμμονής στην αμαρτία, τη σχέση με την πηγή της ζωής, τον Θεό. Στράφηκε τότε, μέσα στην εναγώνια αναζήτησή του να βρει τη ζωή, στη γυναίκα του. Και νομίζοντας ότι βρήκε αυτήν τη ζωή στο πρόσωπό της, της δίνει το όνομα: Ζωή, «Εύα». Αντί του Θεού, ο άνθρωπος. Κι αυτό βεβαίως ήταν η απαρχή των αδιεξόδων του.

Ο υμνογράφος όμως είναι πιστός και ζει τη σωτηρία που έφερε ο Χριστός. Ξέρει ότι μόνον Εκείνος γεμίζει την καρδιά του ανθρώπου, γιατί είναι ο Πατέρας και ο Δημιουργός Του. Σαν τον απόστολο Πέτρο κι εκείνος ομολογεί: «Κύριε, προς τίνα απελευσόμεθα; Συ ρήματα ζωής αιωνίου έχεις» - Κύριε, σε ποιον να στραφούμε; Εσύ έχεις τα λόγια της αιώνιας ζωής.  Γι’ αυτό και η τραγικότητα της φωνής του μεταβάλλεται σε κραυγή ανακούφισης, δηλαδή όταν στο αδιέξοδο έχει βρει τη διέξοδο και τη λύση: Επικαλείται Εκείνον που είναι η σωτηρία, αλλά μέσω της Παναγίας Μητέρας Του. Οι αμαρτίες του, που τον κάνουν να νιώθει ταπεινός και άθλιος, του θέτουν εμπόδιο, ώστε να ριχτεί άμεσα στην αγκαλιά του Χριστού. Η λύση γι’  αυτόν είναι η μεσιτεία της Παναγίας. Υπερβολή ίσως και πιθανόν μία έμμεση «υποβάθμιση» της αγάπης του Χριστού στον άνθρωπο - ο Χριστός είναι «ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου» από απειρία αγάπης προς αυτόν. Αλλά είπαμε: ο Κύριος χαίρεται πάντοτε να βλέπει αυτό που «αντανακλά» τον δικό Του τρόπο ζωής και το δικό Του ήθος: την ταπείνωση. Κι αυτό φανερώνει ο υμνογράφος, όταν «διστάζει» να στραφεί άμεσα στον Κύριο και Θεό του, πραγματοποιώντας το όμως με άλλον τρόπο: μέσω της Θεοτόκου!

ΟΙ ΟΣΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΔΑΛΜΑΤΟΣ, ΙΣΑΚΙΟΣ ΚΑΙ ΦΑΥΣΤΟΣ

«Ο άγιος Δαλμάτος ήταν στρατιωτικός επί Θεοδοσίου του βασιλιά, ζώντας με ευσέβεια και θεάρεστα. Για την αγάπη του Θεού, εγκατέλειψε τη γυναίκα του και τα παιδιά του, και παίρνοντας μαζί του μόνον τον γιο του Φαύστο, έρχεται προς τον όσιο Ισάκιο, γίνεται μοναχός και φθάνει σε μεγάλο ύψος αρετών. Ο δε θαυμάσιος Ισάκιος από πολύ μικρός κατοίκησε στην έρημο, ασκώντας κάθε είδος αρετής, γι’  αυτό και ο λόγος του ήταν λαμπρότατος, που επιβεβαιωνόταν  από την ως κόσμημα ζωή  του. Αυτός, όταν εξεστράτευε ο αρειανόφρονας βασιλιάς Ουάλης κατά των Σκυθών, τον πλησίασε και του είπε: Άνοιξε, βασιλιά, τις εκκλησίες των ορθοδόξων και θα νικήσεις στον πόλεμο. Επειδή όμως δεν τον έπειθε, αλλ’  αντίθετα τον εξόργισε, ο βασιλιάς του είπε ότι θα τον κανονίσει μετά την επάνοδό του. Αν επιστρέψεις, είπε ο όσιος, σημαίνει ότι δεν είναι μαζί μου Κύριος ο Θεός. Διότι θα κάνεις τον πόλεμο και θα υποχωρήσεις μπροστά στους εχθρούς σου, και θα καείς ζωντανός μέσα στη φωτιά. Αυτό και έγινε, διότι κλείστηκε μέσα σε αχυρώνα ο βασιλιάς και κατακάηκε. Ο άγιος Ισάκιος, όταν επρόκειτο να φύγει από τον κόσμο αυτό, έκανε τον όσιο Δαλμάτο ηγούμενο, όταν πατριάρχευε στην Κωνσταντινούπολη ο Αττικός. Ο Δαλμάτος δε, αφού προηγουμένως διέπρεψε στην άσκηση και έμεινε χωρίς φαγητό επί σαράντα ημέρες και έπειτα για άλλες τόσες ευρισκόμενος σε έκσταση, «καθίσταται αιδέσιμος» από τον βασιλιά, τη Σύγκλητο και τους Πατέρες της Γ΄ εν Εφέσω Οικουμενικής Συνόδου, οι οποίοι και τον ψήφισαν ισόβιο αρχιμανδρίτη, όπως και όλους τους μετά από αυτόν ηγουμένους της Μονής του. Κι αφού εκοιμήθη εν Κυρίω, ετάφη στο δικό του Μοναστήρι».

Κύριο γνώρισμα των οσίων αυτών, κατά τον εκκλησιαστικό υμνογράφο, ήταν η απάθεια, στην οποία έφτασαν και με την οποία φώτισαν τις καρδιές όλων των πιστών. «Και τη απαθεία διαλάμψαντες, πάντων τας καρδίας κατεφώτισαν», όπως σημειώνει ήδη το πρώτο τροπάριο των στιχηρών του εσπερινού τους. Λέγοντας όμως απάθεια δεν εννοεί η Εκκλησία μας μία φιλοσοφικού τύπου, σαν των Στωϊκών, ή μία ασκητική, Βουδιστικού τύπου, κατάσταση, κατά την οποία ο άνθρωπος φτάνει στο σημείο να απέχει από όλους και από όλα, ώστε να διατηρείται σε ένα είδος ψυχικής γαλήνης. Αυτό μπορεί να προβάλλεται ως υψηλού τύπου πνευματικότητα από ορισμένους, αλλά πόρρω απέχει από ό,τι η πνευματική ζωή της Εκκλησίας κατανοεί με τον όρο αυτό. Κατά την ορθόδοξη πίστη μας λοιπόν η απάθεια, την οποία έζησαν οι όσιοί μας, αλλά και όλοι οι άγιοι, είναι το ανώτερο σημείο στο οποίο φτάνει ο πιστός χριστιανός, το ενσυνείδητο μέλος του Χριστού - άρα με τη δύναμη και τη χάρη Εκείνου και όχι αυτοδύναμα – όπου έχει υποτάξει τα πάθη της σαρκός, δηλαδή τη φιληδονία, τη φιλαργυρία, τη φιλοδοξία, δια των ενθέων παθών, δηλαδή της εγκρατείας, της αγάπης, της ταπείνωσης. Με άλλα λόγια, η απάθεια είναι η χαρισματική κατάσταση, κατά την οποία ο πιστός ζει ως δική του τη ζωή του Χριστού, συνεπώς κατάσταση που συνιστά όχι μία αποχή και άρνηση, αλλά μία δυναμική, εν αγάπη πολλή, στροφή προς τον κόσμο, που τον κάνει να αναλαμβάνει τις οδύνες του κόσμου ως κάτι το προσωπικό:  ένα είδος μετοχής δηλαδή στον Σταυρό του Χριστού. Έτσι απάθεια είναι η εσωτερική, μυστική ζωή του αποστόλου Παύλου, που τον έκανε να ομολογεί: «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη εν εμοί Χριστός».

Το συναξάρι των οσίων όμως, πέραν των παραπάνω, προκαλεί τη σκέψη μας με την αναφορά του στον βίο ιδίως του οσίου Δαλμάτου: «Διά την αγάπην του Θεού, σημειώνει, κατέλιπε την γυναίκα και τα τέκνα αυτού», γενόμενος μοναχός στη Μονή του οσίου Ισακίου. Πώς μπορεί να γίνει αποδεκτή αυτή η φυγή από την οικογένεια; Θεωρείται σύμφωνη με το θέλημα του Θεού; Μία πρώτη απάντηση είναι ότι ο όσιος φεύγει «δια την αγάπην του Θεού». Συνεπώς, είναι δικαιολογημένος για την επιλογή του αυτή. Ο Κύριος δεν είπε ότι πρέπει να Τον αγαπάμε πάνω από όλα, δηλαδή και από γυναίκα και από τέκνα και από γονείς και από κτήματα; «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή τέκνα ή αγρούς υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος». Από την άλλη όμως, ο γάμος και η οικογένεια μπορεί να θεωρηθούν εμπόδια για την αγάπη προς τον Χριστό; Ο ίδιος ο Χριστός δεν ευλόγησε αυτά, γι’ αυτό και η οικογένεια χαρακτηρίζεται ως «κατ’ οίκον Εκκλησία»; Κι αν πρέπει κανείς ν’  αφήσει την οικογένειά του χάριν της αγάπης του Θεού, πώς ο απόστολος Παύλος τονίζει, με αυστηρότητα μάλιστα, ότι «έκαστος εφ’ ω ετάχθη, εκεί μενέτω» - ο καθένας εκεί που τάχθηκε εκεί και να μένει; Δεν είναι ο γάμος και η οικογένεια δρόμος μέσα στην Εκκλησία, παράλληλος της άγαμης αφιερωμένης ζωής, που οδηγεί και αυτός στη βασιλεία του Θεού; Πόσους εγγάμους αγίους δεν έχουμε;

Την απάντηση, ως προς τον όσιο Δαλμάτο, λοιπόν,  πρέπει να την αναζητήσουμε και με άλλα δεδομένα. Βεβαίως, κριτήριό του ήταν η αγάπη του Θεού, που τον κινούσε στις διάφορες επιλογές του, αλλά η απόφασή του να εγκαταλείψει την οικογένεια δεν πρέπει να κατανοηθεί ως εναντίωση προς αυτήν, αλλ’  ούτε ως υποβάθμισή της. Οπωσδήποτε πρέπει να είχε τη συγκατάθεση της συζύγου του, τη σύμφωνη γνώμη της, δεδομένου ότι και το παιδί τους Φαύστο παίρνει μαζί του, αφήνοντας τα άλλα, και επικροτεί την απόφασή του αυτή ο διορατικός και προορατικός γέρων όσιος Ισάκιος. Έτσι για τον όσιο Δαλμάτο η φυγή αυτή φαινόταν και ήταν σύμφωνη προς το θέλημα του Θεού, κάτι που επιβεβαιώθηκε αργότερα με την όλη εξέλιξη της ζωής του: αναδείχθηκε σε μεγάλο άγιο, τόσο που και την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο στην Έφεσο (431 μ.Χ.) στήριξε κι αυτός – και ο όσιος Δαλμάτος, αλλά και οι άλλοι μαζί του άγιοι, διακρίθηκαν και για την ιεραποστολική και αντιαιρετική δράση τους-  αλλά και η Σύνοδος, όπως είδαμε στο συναξάρι, τον τίμησε  και του έδωσε τον τίτλο του αρχιμανδρίτη.

Με βάση τα παραπάνω, λοιπόν, αφενός θα πρέπει να συνειδητοποιούμε και εμείς ότι η απάθεια των αγίων αποτελεί προοπτική και δική μας, γιατί ταυτίζεται τελικώς με τον αγώνα για απόκτηση της αγάπης, δηλαδή του ίδιου του Θεού – ο Θεός μας είναι ο κατεξοχήν απαθής ως η απόλυτη αγάπη – αφετέρου δεν θα πρέπει να σπεύδουμε να βγάζουμε επιφανειακά συμπεράσματα από τη ζωή των αγίων μας. Και τονίζουμε το δεύτερο, γιατί ακούγονται κάποιες φωνές από χριστιανούς, οι οποίες λένε ότι ίσως θα έπρεπε να εγκαταλείψουν και αυτοί την οικογένειά τους, για την αγάπη του Θεού, και να γίνουν μοναχοί. Κάτι τέτοιο νομίζουμε ότι θα διέστρεφε τη ζωή των αγίων, γιατί, όπως είπαμε, δεν θα ελάμβανε υπόψιν το ίδιο το θέλημα του Θεού, το οποίο είναι και το απόλυτα ρυθμιστικό στοιχείο στη ζωή ενός χριστιανού. Και για να το πούμε πολύ απλά: ένας έγγαμος, υποθετικά, ίσως θα μπορούσε να φύγει για να γίνει μοναχός, αν η δίψα του για τον Θεό ήταν τεράστια, τέτοια που όλος ο νους του να είναι αιχμαλωτισμένος από Εκείνον, αν συμφωνούσε γι’  αυτό η σύζυγος και τα παιδιά του, κι αν είχε βεβαίως έναν Γέροντα Πορφύριο ή ένα Γέροντα Παῒσιο, που να «έβλεπε» ότι πράγματι τα κίνητρά του ήταν υγιή, που σημαίνει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.

02 Αυγούστου 2021

ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ, ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ! (2)

«Θελητήν του ελέους, ον εγέννησας, μήτερ αγνή, δυσώπησον…» (ζ΄ωδή Μικρού Παρακλ. Κανόνος)

(Παρακάλεσε, Αγνή Μητέρα, τον Χριστό που γέννησες και που θέλησή Του είναι να μας ελεεί).

Απευθυνόμαστε και πάλι στην Παναγία να γίνει η μεσίτριά μας προς τον Υιό και Θεό της: να παρακαλέσει Εκείνον για χάρη μας – «και Σε μεσίτριαν έχω προς τον φιλάνθρωπον Θεόν» - διότι εμείς, λόγω των πταισμάτων και των μολυσμάτων της ψυχής μας, δεν έχουμε παρρησία ενώπιόν Του, ώστε ο Χριστός προς χάρη πια Εκείνης να μας δώσει την ίαση της ψυχής και του σώματος. Ο ύμνος όμως χρησιμοποιεί μία φράση που νομίζουμε είναι από τις πιο ωραίες και κατανυκτικές των παρακλητικών κανόνων: ο Κύριος είναι ο «θελητής του ελέους». Δηλαδή όχι μόνον έχει έλεος: αγάπη και συμπάθεια και συγχωρητικότητα για όλους τους ανθρώπους και μάλιστα τους πιστούς σε Αυτόν, με την έννοια ότι οι πιστοί βλέπουν αυτό το έλεος και το αποδέχονται, με αποτέλεσμα να πολλαπλασιάζεται στη ζωή τους, αλλά  θ έ λ ε ι   και να το έχει. Θέλουμε να πούμε ότι το έλεος του Χριστού σε μας δεν είναι μία προσφορά και ένα άνοιγμα «αφ’ υψηλού», όπως ενός πλούσιου σε έναν φτωχό για παράδειγμα, που του δίνει πολλές φορές για να τον «ξεφορτωθεί» ή από οίκτο, αλλά είναι μία προσφορά, ένα δόσιμο που κατανοείται ως «ανάγκη» του Χριστού, δηλαδή είναι προσφορά χαράς, πού δεν μπορεί να μην υπάρχει.

Αιτία γι’  αυτό είναι το γεγονός ότι «ο Θεός αγάπη εστί», η αγάπη δηλαδή συνιστά, όπως λένε οι θεολόγοι, τον τρόπο ύπαρξής Του και δεν είναι απλώς ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά Του. Έτσι ο Θεός δεν μπορεί να μην αγαπά, η αγάπη είναι οφειλή στα πλάσματά Του, γεγονός που σημαίνει ότι είτε Τον θέλουμε είτε δεν Τον θέλουμε, η θετική στάση Του απέναντί μας είναι δεδομένη. Αν ο ίδιος ο Κύριος εντέλλεται να αγαπάμε και τους εχθρούς μας, αν ο απόστολος Παύλος μάς τονίζει ότι «μηδενί μηδέν οφείλετε ει μη το αγαπάν αλλήλους», δηλαδή οφείλουμε, χρωστάμε την αγάπη μας σε κάθε άνθρωπο, ανεξάρτητα από τι είναι αυτός, πόσο περισσότερο ισχύει τούτο για Εκείνον, που είναι η πηγή της αγάπης; Μπροστά σ’  αυτόν τον Θεό μας η μόνη στάση βεβαίως είναι η δοξολογία μας και τα δάκρυά μας.