Η ιστοσελίδα μετακόμισε!

Ανακατευθύνεστε αυτόματα στη νέα διεύθυνση...

Πατήστε εδώ αν δεν ανακατευθυνθείτε αυτόματα

10 Αυγούστου 2021

ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ, ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ! (8)

«Μη με παρίδης τον άσωτον, ελπίς απηλπισμένων»

(ωδή δ΄ Μεγάλου Παρακλ. Κανόνος).

(Μη παραβλέψεις, Παναγία, εμένα τον άσωτο, Συ που είσαι η ελπίδα των απελπισμένων).

Είναι γνωστό ότι η αμαρτία, ως η άρνηση του ανθρώπου να βρίσκεται εν υπακοή προς τον Θεό,  είναι η χειρότερη δυνατή επιλογή στη ζωή του, αφού τον οδήγησε, ήδη απαρχής σχεδόν της δημουργίας του,  στη λεγόμενη πτώση του, με αποτέλεσμα τον πνευματικό πρώτα, κι έπειτα τον σωματικό θάνατο: «διά της αμαρτίας ο θάνατος» κατά τον λόγο της Γραφής, με την έννοια ότι τον απομάκρυνε από τον Θεό, την πηγή της ζωής. Ο άνθρωπος έκτοτε βρέθηκε μέσα στη σκοτεινιά των παθών του, γενόμενος έρμαιο αυτών, αλλά και του ανθρωποκτόνου διαβόλου, του οποίου η χαρά είναι να προτρέπει τον άνθρωπο στην αμαρτία, ώστε να βιώνει διαρκώς τη δυστυχία της αποκοπής του από τον Θεό. Κι αυτή η αποκοπή από τον Θεό βεβαίως έχει ως άμεσο αποτέλεσμα και την αποκοπή από τον συνάνθρωπο, αλλά κι από τον ίδιο τον εαυτό του, που σημαίνει ότι η αμαρτία κάνει τον άνθρωπο να χάνει αυτό που λέμε την ταυτότητά του. Και ναι μεν ο Θεός μας ενανθρώπησε στο πρόσωπο του Χριστού και σήκωσε τις αμαρτίες μας, επαναφέροντάς μας και πάλι στην αρχική, κι ακόμη περισσότερο, κατάστασή μας, όμως δυστυχώς συνεχίζουμε να αμαρτάνουμε και να ζούμε την τραγωδία της διαστροφής μας αυτής.

Κι όμως! Υπάρχει κατάσταση χειρότερη και από την ίδια την αμαρτία, όσο περίεργο και παράδοξο κι αν ακούγεται τούτο. Κι αυτή η κατάσταση δεν είναι άλλη από την απελπισία. Η πατερική μας παράδοση διαρκώς τονίζει ότι βεβαίως η αμαρτία έχει τις τραγικές διαστάσεις που ακροθιγώς θίξαμε, όμως υπάρχει το αντίδοτο, που λέγεται μετάνοια. Με τη μετάνοια, η οποία υποκινείται από τον ίδιο τον Θεό στον καλοπροαίρετο άνθρωπο, αυτός φτάνει σε σημεία υπέρβασης της πτώσεώς του, και ζώντας τη μετάνοια αυτή ως ανοδική πορεία μέσα στην Εκκλησία, αγιάζεται και θεώνεται. Ο άσωτος της παραβολής είναι το διαρκές πρότυπο της αληθινής μετανοίας ως επιστροφής στον Θεό. Η απελπισία όμως κάνει τον άνθρωπο να μη θέλει ούτε και τη μετάνοια. Είναι μία παραίτηση από όλα, δείγμα της κυριαρχίας του πονηρού στην ψυχή του ανθρώπου, και συνεπώς συνιστά την επιβεβαίωση της απιστίας του. Η απελπισία ταυτίζεται εν προκειμένω με την αμετανοησία – ο απελπισμένος δεν αφήνει χώρο στο Πνεύμα του Θεού – και συνεπώς συνιστά τη βλασφημία του αγίου Πνεύματος. Ο διάβολος, λένε οι άγιοι, δεν χαίρεται τόσο, όταν αμαρτάνουμε, όσο όταν απελπιζόμαστε.

Σ᾽ αυτήν την κατάσταση, ή καλύτερα στην τάση προς αυτήν την κατάσταση, η μόνη ελπίδα είναι, κατά τον υμνογράφο, η Παναγία. Μπορεί ο άνθρωπος να έχει διαγράψει τα πάντα, όμως εκείνη, λόγω του πλήθους της ευσπλαγχνίας της, ρίχνει ευμενές βλέμμα στον άνθρωπο αυτόν  και πρεσβεύει υπέρ αυτού στον Υιό και Θεό της. Αν η αγάπη της συναντήσει κάποιο ῾υπόστρωμα᾽ καλό, τότε η χάρη του Θεού, υποκινημένη από τη δύναμη προσευχής της Παναγίας, λειτουργεί ως ανασήκωμα του ανθρώπου. Με την έννοια αυτή η Παναγία γίνεται «ελπίς απηλπισμένων». Είναι περιττό και πάλι να πούμε ότι ο Χριστός είναι Εκείνος που δίνει τη χάρη αυτή και στην Παναγία Μητέρα Του, διότι στην πραγματικότητα η πηγή του ελέους και όλων των ελπίδων είναι Εκείνος.

Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΠΙΣΤΟΥ

«῾Ο Θεός ἀγάπη ἐστί» καί τό σχεδιό Του γιά τόν ἄνθρωπο, τόν πεσμένο λόγω τῆς ἀνυπακοῆς του στήν ἁμαρτία, ἦταν νά τόν φέρει καί πάλι στήν ἀγάπη, τή μόνη σωτήρια καί ἁρμόζουσα γι᾽ αὐτόν ζωή. Γι᾽ αὐτό καί ἡ ἐντολή πού τοῦ δίνει, ἡ πρώτη καί ἀπόλυτη καί συγκεφαλαιοῦσα τά πάντα, εἶναι ἀκριβῶς αὐτή, ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη: «῎Ακουε, ᾽Ισραήλ. Κύριος ὁ Θεός ἡμῶν Κύριος εἷς ἐστιν. Καί  ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καί ἐξ ὅλης τῆς δυνάμεώς σου» (Δευτερ. 6, 5). ῾Ο ἐρχομός τοῦ Χριστοῦ κατανοεῖται ὡς συνέχεια καί ἐπιβεβαίωση αὐτῆς. Πέραν τοῦ γεγονότος ὅτι ὁ Κύριος παραπέμπει στήν ἐντολή αὐτή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τήν ὁποία ἄλλωστε ὁ ῎Ιδιος ὡς ἄσαρκος ἀκόμη Λόγος ἔδωσε (βλ. π.χ.: «῾Ο ᾽Ιησοῦς ἔφη αὐτῷ: ᾽Αγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καί ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καί ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου. Αὕτη ἐστί πρώτη καί μεγάλη ἐντολή. Δευτέρα δέ ὁμοία αὐτῇ: ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν»: Ματθ. 22, 37-39), τήν ξανατονίζει σχετίζοντάς την καί μέ τή δική Του ἐπί γῆς αὐθεντία: «Αὕτη ἐστίν ἡ ἐντολή ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» (᾽Ιωάν. 15, 13). Κι ἀκόμη περισσότερο τήν ῾δένει᾽ μέ τήν ἀγάπη στό δικό Του πρόσωπο. «᾽Εάν ἀγαπᾶτε με, τάς ἐντολάς τάς ἐμάς τηρήσατε». «᾽Εάν τις ἀγαπᾷ με, τόν λόγον μου τηρήσει» (᾽Ιωάν. 15, 15.23). ῾Ο ἄνθρωπος θά ξέρει ὅτι ἀγαπᾶ τόν Θεό, μόνον ἄν βρίσκεται πάνω στήν ἐντολή Αὐτοῦ καί τοῦ Χριστοῦ. Μπορεῖ νά δίνονται καί ἄλλες ἐντολές, ἀλλά ὅλες θά βρίσκουν τή σημασία καί τό νόημά τους μόνον ἄν βρίσκονται σέ συντονισμό καί προοπτική μέ αὐτήν τήν πρώτη καί καίρια. Ὁ Κύριος τό ἔφερε στήν ἐπιφάνεια μέ τόν πιό ἀπόλυτο καί καθαρό τρόπο: «᾽Εν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοί μαθηταί ἐστε, ἐάν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις» (᾽Ιωάν. 13, 35). Καί βεβαίως ἀκόμη περισσότερο μέ τήν παραβολή τῆς κρίσεως πού εἶπε: «᾽Εφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε. Καί ἐφ᾽ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, οὐδέ ἐμοί ἐποιήσατε» (Ματθ. 25, 40.45). Τό πιό καθοριστικό στοιχεῖο τῆς ζωῆς στόν κόσμο τοῦτο πού θ᾽ ἀποδεικνύει τή χριστιανικότητα κάποιου καί θά τοῦ ῾ἐξασφαλίζει᾽ τήν εἴσοδο στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη. Καί μάλιστα αὐτή πού ἀναφέρεται στόν ἐλάχιστο ἀδελφό.

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ ΑΡΧΙΔΙΑΚΟΝΟΣ, ΞΥΣΤΟΣ ΠΑΠΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ

«Οι άγιοι Λαυρέντιος αρχιδιάκονος, Ξύστος πάπας Ρώμης και Ιππόλυτος,  έζησαν τον καιρό του αυτοκράτορα Δεκίου. Και ο μεν άγιος Ξύστος καταγόταν από την Αθήνα, στην οποία εξάσκησε και τον φιλοσοφικό λόγο. Στη Ρώμη που πήγε, χειροτονείται επίσκοπος, μετά το μαρτύριο του αγίου Στεφάνου. Επειδή ήταν πολλά τα βάσανα των χριστιανών από το διωγμό εναντίον τους, δίνει εντολή ο άγιος Ξύστος στον Λαυρέντιο τον αρχιδιάκονό του, να διαχειριστεί αυτός τα σκεύη της Εκκλησίας. Κι αυτός τα πούλησε και τα μοίρασε στους πτωχούς. Όταν επέστρεψε ο Δέκιος από την Περσία, οδηγήθηκε ενώπιόν του ο άγιος Ξύστος ο επίσκοπος, κι αφού δεν πείστηκε να αρνηθεί τον Χριστό, αλλά αντίθετα με παρρησία τον ομολογούσε Θεό και Δημιουργό του παντός, κόπηκε η κεφαλή του με ξίφος. Οδηγήθηκε δε και ο Λαυρέντιος ο αρχιδιάκονος ενώπιον του βασιλιά, ο οποίος και του ζήτησε τα χρήματα της Εκκλησίας. Κι αυτός, αφού ζήτησε άμαξες και έβαλε μέσα όλους τους χωλούς και τους ανάπηρους, στους οποίους είχε δώσει τα χρήματα, τις έφερε στον βασιλιά. Μόλις είδε το θέαμα ο βασιλιάς, οργίστηκε κι έδωσε εντολή να κτυπηθεί πολύ σκληρά ο άγιος Λαυρέντιος κι έπειτα να ριχτεί στη φυλακή. Εκεί, θεράπευε όλους που είχαν ανάγκη, από οποιοδήποτε νόσημά τους. Ο αξιωματούχος Καλλίνικος, που επιστατούσε τη φυλακή, βλέποντας τα θαυμαστά που γίνονταν, πίστευσε στον Χριστό και βαπτίστηκε. Μετά από αυτό οδηγείται ο άγιος Λαυρέντιος και πάλι στον βασιλιά, κι αφού δεν πείστηκε να θυσιάσει στα είδωλα, απλώνεται πάνω σε σχάρα, που κάτω έκαιγε φωτιά. Κι εκεί, αφού ευχαρίστησε τον Θεό, άφησε την τελευταία του πνοή, ενώ ο επίσκοπος Ιππόλυτος του έκανε την οφειλόμενη κηδεία. Όταν το έμαθε ο βασιλιάς, ζήτησε και του έφεραν τον Ιππόλυτο, και διέταξε να μαστιγωθεί με σιδερένιες αλυσίδες, που κατέληγαν σε μυτερά δόντια, κι έπειτα να δεθεί σε άγρια άλογα. Σύρθηκε επί πολύ από αυτά κι έτσι παρέδωσε το πνεύμα του. Λέγεται δε, ότι την έβδομη ημέρα, μετά το μαρτύριο του αγίου Ιππολύτου, ο Δέκιος και ο Ουαλλεριανός, ενώ έφταναν στο θέατρο καθισμένοι πάνω στα άλογά τους, άφησαν ξαφνικά την τελευταία τους πνοή. Κι ο μεν Δέκιος έκραξε την ώρα του θανάτου του: ῾Ω, Ιππόλυτε, σαν αιχμάλωτο, έτσι δεμένο, με οδηγείς;᾽, ο δε Ουαλλεριανός έκραξε κι αυτός: ῾Με πύρινες αλυσίδες, έτσι με σέρνεις;᾽ Αυτό έγινε γνωστό σε όλη την οικουμένη, κι όλοι στερεώθηκαν στην πίστη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα  στους αιώνες. Αμήν».

Στα πρώτα ηρωϊκά χρόνια του χριστιανισμού, μας μεταφέρει το συναξάρι των σήμερα εορταζομένων αγίων, και ιδιαιτέρως του αγίου Λαυρεντίου. Κι εκείνο στο οποίο κοντοστέκεται κανείς, είναι  η ετοιμότητα του αγίου Λαυρεντίου, με τη σύμφωνη βεβαίως γνώμη και του αγίου Ξύστου του επισκόπου, να μοιραστεί η όποια τότε περιουσία της Εκκλησίας στους ταλαιπωρημένους από τους διωγμούς χριστιανούς. Η κίνηση μάλιστα του αγίου Λαυρεντίου να φέρει τους χωλούς και αναπήρους, στους οποίους είχαν πάει τα χρήματα, ενώπιον του βασιλιά, είναι μία ισχυρότατη ένδειξη στο τι η Εκκλησία θεωρεί τελικώς ως πραγματική περιουσία της. Περιουσία δηλαδή της Εκκλησίας είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι, και μάλιστα οι πιο άσημοι και φτωχοί, διότι εννοείται ότι στο πρόσωπο αυτών εικονίζεται ο ίδιος ο Χριστός, σύμφωνα με του Ίδιου τη διαβεβαίωση: «εφ᾽όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». Και βεβαίως με τον τρόπο αυτό δίνει η Εκκλησία μας και την απάντηση στο νόημα που έχει η όποια περιουσία της: να χρησιμοποιείται προς χάρη των φτωχών και αναγκεμένων.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η Εκκλησία προέβη στην κίνηση αυτή. Πολλές φορές στην ιστορία της, και παλαιότερα και στα νεώτερα χρόνια, όταν είδε ότι ο λαός της, οι άνθρωποι γενικά, πάσχουν και υποφέρουν, έδωσε ό,τι είχε και δεν είχε, προς κάλυψη των αναγκών τους. Και το είδαμε τούτο και στα χρόνια της κατοχής, αλλά και αργότερα ακόμη. Πάνω από όλα όμως, μη ξεχνάμε αυτό που έγινε μετά την απελευθέρωση του έθνους μας από την τουρκική τυραννία: σχεδόν ολόκληρη η περιουσία της Εκκλησίας δημεύτηκε από το τότε κράτος, κάτι στο οποίο βεβαίως συμφώνησε η Εκκλησία, εφόσον το θεώρησε ότι ήταν πράγματι προς χάρη των αναγκεμένων Ελλήνων.

Και σήμερα είναι αρκετοί εκείνοι, οι οποίοι φωνάζουν ότι πρέπει η Εκκλησία να δώσει την περιουσία της για κάλυψη των αναγκών των ανθρώπων. Αλλά οι φωνές αυτές δεν πηγάζουν πάντοτε από καθαρή καρδιά. Η στάση πολλών μοιάζει με του αυτοκράτορα Δέκιου, που απαίτησε κι αυτός τα «ιερά χρήματα». Στις φωνές αυτές επισημαίνει κανείς τό «παραμύθι» με το οποίο έχουν πολλοί διαποτιστεί: ότι η Εκκλησία έχει αμύθητη περιουσία. Αλλά σ᾽ αυτό έχει δοθεί επανειλημμένως η απάντηση: η Εκκλησία έχει ελάχιστη περιουσία, από αυτή που της άφησαν οι Βαυαροί μετά την απελευθέρωση, όπως είπαμε. Κι αυτή η όποια περιουσία, αν δεν είναι δεσμευμένη, που σημαίνει μη αξιοποιήσιμη, είναι προς κάλυψη του φιλανθρωπικού έργου της Εκκλησίας.

09 Αυγούστου 2021

ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ, ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ! (7)

«Ευεργέτην τεκούσα, τον των καλών αίτιον»

(ωδή γ΄ Μικρού Παρακλ. Κανόνος)

Ευεργέτες συνήθως ονομάζουμε εκείνους που έχουν κάνει σπουδαία έργα για τον τόπο τους ή την πατρίδα τους, που πρόσφεραν από την προσωπική τους περιουσία για το κοινό καλό, και αυτήν την προσφορά τους βεβαίως αναγνωρίζουμε όσοι τη δεχτήκαμε, νιώθοντας, το λιγότερο, ευγνωμοσύνη απέναντί τους. Έτσι η προσφορά στο κοινωνικό σύνολο αποτελεί το βασικό γνώρισμα του κάθε ευεργέτη. Βεβαίως, η αποτίμηση της προσφοράς τους στηρίζεται σ᾽ αυτό που έκαναν, στο έργο τους, ενώ αγνοούμε τα βαθύτερα κίνητρά τους. Μπορεί κάποιος να προσέφερε από πραγματική αγάπη στον συνάνθρωπο ή στην πατρίδα, μπορεί όμως να κινήθηκε από μία κενοδοξία, τύπου ῾να ακουστεί το όνομά μου και να γραφεί αυτό σε κάποια πινακίδα῾. Ό,τι και να ᾽ναι όμως,  η προσφορά τους ισχύει, ενώ ο Θεός θα είναι Εκείνος που θα ελέγξει τα όποια κίνητρά τους.

Ο υμνογράφος με το παραπάνω τροπάριο μάς υποδεικνύει τον μεγαλύτερο ευεργέτη που πέρασε ποτέ από την ανθρωπότητα, ο Οποίος δεν μας ευεργέτησε απλώς με μία ή περισσότερες προσφορές, αλλά μας έδωσε ολόκληρη τη ζωή Του, θυσιάστηκε για μας και μας λύτρωσε από τον χειρότερο εφιάλτη του ανθρωπίνου γένους, την αμαρτία και τον θάνατο. Διότι πράγματι ο μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου, ο μεγαλύτερος τύραννος είναι πάντοτε ο θάνατος και το αίτιό του, η αμαρτία. Ο Χριστός λοιπόν που μας λύτρωσε από αυτά – και μαζί με αυτά και από τον διάβολο που παρακινεί διαρκώς στην αμαρτία – και μάλιστα διαχρονικά, για όλες τις εποχές όσο θα υπάρχει κόσμος, είναι όντως ο μεγαλύτερος ευεργέτης, για τον Οποίο όμως έχουμε βεβαιωμένα και τα κίνητρά Του: την άπειρη σε εμάς αγάπη Του. «Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν αυτού τον μονογενή έδωκε, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ᾽έχη ζωήν αιώνιον». Ο λόγος του Θεού κάνοντας τη γενική εκτίμηση της ζωής του Χριστού στον κόσμο επισημαίνει: «Διήλθεν ευεργετών και ιώμενος πάντας». Διαρκώς ευεργετούσε και θεράπευε τους πάντες.

Ο υμνογράφος έτσι, προβάλλοντας τον Χριστό ως τον ευεργέτη της ανθρωπότητας, προβάλλει ταυτοχρόνως και την Παναγία, ως ευεργέτιδά μας. Διότι ακριβώς γέννησε τον κατεξοχήν ευεργέτη και μπορεί με τη δύναμη της μεσιτείας της να διοχετεύει τις ευεργεσίες Του και σε εμάς. Η παράθεση όμως της φράσης «τον των καλών αίτιον, δηλαδή ο Χριστός ειναι ευεργέτης, ο Οποίος είναι ο αίτιος για κάθε καλό, προσδίδει στην έννοια της ευεργεσίας ένα ξεχωριστό βάθος: μας ανάγει, όπως είπαμε, στην πηγή της ευεργεσίας, που σημαίνει ότι πραγματικός ευεργέτης είναι εκείνος που από την καρδιά του, από μέσα του γεννά το καλό κι αυτό απλώνεται ως κοινό καλό για όλους. Κι αυτό είναι το παρήγορο, αλλά και η ευθύνη για όλους τους χριστιανούς. Διότι μπορεί να μην έχουμε χρήματα ή διάφορα υλικά πράγματα να προσφέρουμε, όπως οι γνωστοί ευεργέτες, όμως μπορούμε κι έχουμε χρέος να κάνουμε πάντοτε το καλό ως έκφραση της αγαπώσας καρδιάς μας. Το παραμικρό τότε που θα προσφέρουμε θεωρείται ότι είναι ευεργεσία, το δε σημαντικότερο είναι ότι με τον ίδιο τρόπο, ως ευεργεσία, θα το εκλάβει και ο Κύριός μας. 

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΑΤΘΙΑΣ

"Ο άγιος Ματθίας ήταν ένας από τους εβδομήντα μαθητές του Χριστού, ο οποίος και συγκαταριθμήθηκε με τους ένδεκα αποστόλους, αντί του Ιούδα του Ισκαριώτη. Κήρυξε το ευαγγέλιο στην έξω Αιθιοπία κι αφού υπέστη πολλά μαρτύρια από αυτούς, παρέθεσε το πνεύμα του στον Θεό".

Ο απόστολος Ματθίας όχι άμεσα, αλλά έμμεσα – μέσω κλήρου – κλήθηκε από τον Κύριο να αναπληρώσει τη θέση του προδότη μαθητή Ιούδα του Ισκαριώτη. Συνεπώς κατ᾽ουσίαν ανήκει στη χορεία των δώδεκα κι έδρασε, όπως κι εκείνοι, στο έργο του ευαγγελισμού των ανθρώπων, δίνοντας και τη ζωή του στην υπακοή της πίστεως. Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας κοσμούν τη μνήμη του με λαμπρές εικόνες και εκφράσεις, όπως κάνουν και για τους υπόλοιπους αποστόλους, τονίζοντας και την ένθεη, πνευματική ζωή του, και τους κόπους του για τη διάδοση, όπως είπαμε, του ευαγγελίου. "Μέγας ήλιος ώφθης, φωτί τω μεγάλω αξιάγαστε, μεθ᾽ ημών γενομένω, ομιλήσας αμέσως Απόστολε". Απόστολε, φάνηκες ως μέγας ήλιος, αφού συναναστράφηκες με τον μεγάλο ήλιο, που ήρθε κι έζησε μαζί μας, αξιοθαύμαστε.

Εκείνο που είναι ιδιαιτέρως αξιοπρόσεκτο στον απόστολο Ματθία είναι το γεγονός ότι με θείο φωτισμό και απόφαση της Εκκλησίας παίρνει τη θέση του προδότη μαθητή. Στην πτώση του ενός ανίσταται ο άλλος. Το κενό δεν μένει κενό, αλλά γεμίζει με κάτι άλλο καλύτερο. Με άλλα λόγια, μία αποτυχία, πέραν της θλίψεως που μπορεί να φέρνει, γίνεται ευκαιρία για ένα νέο ξεκίνημα. Κι είναι τούτο μία πραγματικότητα, που πρέπει να την επισημαίνουμε, γιατί δίνει ελπίδα και παρηγοριά, εκεί που πάει να δημιουργηθεί απόγνωση και απελπισία. Στην ιστορία, και όχι μόνο της Εκκλησίας, πάμπολλες είναι οι περιπτώσεις  που επιβεβαιώνουν την παραπάνω επισήμανση. Πόσες φορές για παράδειγμα, η ύπαρξη μίας αίρεσης δεν δημιούργησε την ανάγκη να διατυπωθεί με σαφήνεια η πίστη και το βίωμα της Εκκλησίας; Πόσες φορές η κατοχή μίας καίριας θέσης από έναν κακό θεωρούμενο ηγεμόνα δεν έφερε τον προβληματισμό για την επιλογή στη θέση του ενός καλού ηγεμόνα;

Αν όμως τούτο μπορεί να διαπιστωθεί γενικώς, ιδίως μπορούμε να το δούμε στην πνευματική ζωή του πιστού. Κι είναι αυτό που αποτελεί και το βίωμα της μετανοίας. Γιατί τι άλλο είναι η μετάνοια παρά το νέο ξεκίνημα, πάνω στα ερείπια μίας αμαρτωλής ζωής; Ο άσωτος της ομώνυμης παραβολής του Κυρίου – το κλασικότερο παράδειγμα μετάνοιας – τι κάνει; Δεν απελπίζεται πάνω στα συντρίμμια της αποτυχημένης του ζωής, αλλά ανίσταται: "αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου". Έτσι στην όποια αποτυχία και αμαρτία μας, στην όποια προδοσία δηλαδή της πίστεώς μας, η λύση είναι γνωστή: αποδοχή της πτώσεως, αλλά με ταυτόχρονο ανασήκωμα και πάλι για νέους αγώνες. Στη θέση του Ιούδα εαυτού, να βάζουμε τον μαθητή Ματθία. "Οσάκις αν πέσης, έγειραι και σωθήση". Ο απόστολος Ματθίας, το νέο φύτευμα στη θέση του παλιού και σαπισμένου, μας δίνει και αυτή την όραση από τη ζωή του.

08 Αυγούστου 2021

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΥΖΙΚΟΥ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

«Ο άγιος αυτός για τις άγιες και τίμιες εικόνες, υπέμεινε πολλά μαρτύρια και πικρές εξορίες από τον θηριώνυμο και ασεβή Λέοντα, και έτσι έλαβε το στεφάνι της ομολογίας και εκοιμήθη εν Κυρίω».

Δύο κυρίως σημεία θίγει η ακολουθία της ημέρας από τη ζωή του αγίου Αιμιλιανού. Πρώτον: τον αγώνα του υπέρ της ορθοδόξου πίστεως, όταν αναφάνηκε η αίρεση της εικονομαχίας, δεύτερον: τον αγώνα του για την πνευματική ζωή, προκειμένου να παραμένει συνδεδεμένος με τον Κύριο Ιησού Χριστό και να νιώθει στην ύπαρξή του τη δύναμη της ζωντανής παρουσίας Του. Και τα δύο αυτά σημεία είναι βεβαίως άρρηκτα ενωμένα μεταξύ τους, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατόν να έχει ορθή και εις βάθος γνώση της χριστιανικής πίστεως, ώστε να διακρίνει, σ’ εποχή μάλιστα που μόλις είχε διατυπωθεί πλήρως αυτή, την πλάνη από την αλήθεια, παρά μόνον εκείνος που αγωνίζεται την οδό του Κυρίου, ως γνήσιος ακόλουθος Εκείνου. Με άλλα λόγια, σε άνθρωπο που δεν ζει ορθά την πνευματική ζωή -  «το ακολουθείν τω Χριστώ» - και η όποια γνώση της πίστεως που μπορεί να έχει, θεωρείται επισφαλής, πολύ γρήγορα μάλιστα θα ξεθωριάσει από τη μνήμη του, ως κάτι το περιττό. Μη ξεχνάμε ότι και ο διάβολος, ο οποίος ήταν πρώτα άγγελος, μετά την πτώση του από τη σχέση που είχε με τον Θεό, λησμόνησε οτιδήποτε τον συνέδεε με Εκείνον, «σβήστηκε» από αυτόν η ένθεη ζωή του και του έμεινε μόνον μία «ψιλή», απογυμνωμένη πίστη, ως κάτι το θεωρητικό.

Ο άγιος Αιμιλιανός λοιπόν υπήρξε υπέρμαχος της ορθοδόξου πίστεως, με τον αγώνα του υπέρ των αγίων εικόνων. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός βεβαίως ήταν ο φωτισμένος από τον Θεό Πατέρας και Διδάσκαλος, που έδειξε με μεγάλη δύναμη και ενάργεια ότι η εικονομαχία αποτελεί χριστολογική αίρεση, δηλαδή, στην ουσία της, αρνείται την πραγματικότητα της ενανθρώπησης του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού – διδασκαλία που έγινε αποδεκτή εν Πνεύματι αγίω από τη Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο (787 μ.Χ.) και διατρανώθηκε επί Θεοδώρας της Αυγούστης με την Κυριακή της Ορθοδοξίας (843 μ.Χ.) – αλλά και ο άγιος Αιμιλιανός, ως επίσκοπος και ποιμένας, με αλάνθαστο κριτήριο, αγωνίστηκε και αυτός για την αλήθεια, για την οποία και υπέστη μαρτύρια και εξορίες, γενόμενος ομολογητής. Κεντρικό σημείο μάλιστα της διδασκαλίας του εν προκειμένω ήταν αυτό που και ο Μέγας Βασίλειος, πολύ πιο παλιά, είχε διακηρύξει: «η τιμή της εικόνος επί το πρωτότυπον διαβαίνει», κάτι που το επισημαίνουν και οι ύμνοι της ακολουθίας του, όπως για παράδειγμα το τροπάριο της ζ΄ ωδής του κανόνα του όρθρου: «πάσι γαρ εκήρυξας την των εικόνων προσκύνησιν, σαφώς ειδώς διαβαίνειν, αυτήν προς το πρωτότυπον». Σε όλους κήρυξες την προσκύνηση των εικόνων, γιατί ήξερες με σαφήνεια ότι αυτή διαβαίνει προς το πρωτότυπο.

Είπαμε όμως ότι η ορθόδοξη πίστη του στον Χριστό και στην Εκκλησία ήταν αποτέλεσμα – και προϋπόθεση από την άλλη – της έντονης πνευματικής ζωής που ζούσε. Όλη η άσκησή του ήταν προσανατολισμένη στην εφαρμογή των εντολών του Χριστού, δείγμα της μεγάλης αγάπης του γι’  Αυτόν – «εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει» είπε ο Ίδιος – γι’  αυτό και εμπειρικά έμαθε ότι η πνευματική ζωή έχει θετικό και όχι αρνητικό χαρακτήρα. Θέλουμε να πούμε ότι εκείνος – σαν τον άγιο Αιμιλιανό – που με σοβαρότητα θέλει να είναι πιστός, βλέπει ότι η ζωή του κινείται πάνω στον κανόνα του αποστόλου Παύλου «νίκα εν τω αγαθώ το κακόν». Το κακό δηλαδή, η αμαρτία, δεν νικιέται με άλλον τρόπο, παρά μόνον αν ο πιστός προσανατολίσει  τη σκέψη του, τις επιθυμίες του, τα συναισθήματά του στο πρόσωπο του Κυρίου και στην αγάπη που Εκείνος εκπέμπει. Κι αυτό ασφαλώς με τη χάρη του Θεού μέσα στην Εκκλησία. Τότε συμβαίνει αυτό που και οι σύγχρονοι άγιοι Γέροντες, σαν τον Πορφύριο και τον Παΐσιο, έλεγαν και τόνιζαν: το σκοτάδι φεύγει, μόλις κανείς ανάψει το φως. Η αμαρτία δηλαδή, η πλάνη, το κακό, αμέσως υποχωρούν, εκεί που θα εμφανιστεί η αγάπη, η ορθή πίστη, η αρετή του Θεού. Την αλήθεια αυτή, που συνιστά και το μυστικό, θα έλεγε κανείς, της πνευματικής ζωής, τη ζούσε λοιπόν και την κήρυσσε και ο άγιος Αιμιλιανός, όπως μας το λέει με βέβαιο και οριστικό λόγο και ο υμνογράφος: «Τον της αιρέσεως πιών, εις κόρον ο παμπόνηρος, διδακτικώ σου λόγω διήλεγκται. Φωτί γαρ σκότος εξαφανίζεται». Μέχρι κορεσμού ήπιε το ποτήρι της αιρέσεως ο παμπόνηρος (αιρεσιάρχης Λέων) και ελέγχθηκε από τον διδακτικό σου λόγο. Διότι το σκοτάδι εξαφανίζεται με το φως. Ταις αυτού πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς.

ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ, ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ! (6)

                          «Ου σιωπήσω του βοάν τρανώτατα τα μεγαλεία τα σα»                             

        (ωδή α΄ Μεγάλου Παρακλ. Κανόνος).

«Η σιωπή είναι η γλώσσα του μέλλοντος αιώνος» λέει κάπου στα Ασκητικά του ο μέγας Ισαάκ ο Σύρος. Η σιωπή πάντοτε επαινέθηκε, και στους αρχαίους χρόνους με το πασίγνωστο «κρείττον το σιγάν του λαλείν», καλύτερη η σιωπή από την ομιλία, και στα πλαίσια του χριστιανισμού, ιδίως από τους ασκητικούς διδασκάλους, ως η αρετή που φανερώνει, όταν δεν είναι βεβαίως καρπός εγωισμού και πείσματος, τη στροφή του ανθρώπου προς τον Θεό, η οποία τον απορροφά τόσο στη θεία αγάπη, που δεν του αφήνει περιθώριο για κενά και ανούσια λόγια. Η αποτίμηση μάλιστα του αγίου Ιωάννη της Κλίμακος περί της σιωπής, ως κρυφής πνευματικής ανάβασης και αφανούς προκοπής, είναι, νομίζουμε, κλασική. Παρ’ όλα αυτά. Υπεράνω της σιωπής βρίσκεται ασφαλώς η αγάπη, η οποία ρυθμίζει τελικώς τον άνθρωπο στο αν θα μιλά ή θα σιωπά, διότι του δίνει τον φωτισμό της διάκρισης. «Μίλα δια τον Θεόν, σιώπα δια τον Θεόν» ακούμε από τους αγίους αββάδες στο Γεροντικό (όσιος Ποιμήν). Και δικαιολογημένα: η αγάπη είναι η βασίλισσα των αρετών, ο σκοπός της ύπαρξής τους, διότι πηγάζει από τον Θεό και φανερώνει τη λυτρωτική παρουσία Του.

Κάτω από την οπτική αυτή κατανοούμε και τον υμνογράφο, ο οποίος ομολογεί στο τροπάριο: «Ου σιωπήσω του βοάν τρανώτατα τα μεγαλεία τα σα». Δεν θα σιωπήσω, προκειμένου να φωνάζω πολύ δυνατά, για να φανερώνω τα δικά Σου μεγαλεία, Θεοτόκε. Προφανώς είναι τέτοια η αγάπη του προς την Παναγία από τη χάρη Της, την οποία   δέχτηκε κι αυτός και οι άλλοι πιστοί που γνωρίζει, είναι τέτοια τα χαρμόσυνα συναισθήματα που τον έχουν κατακλύσει, από αυτήν την ενέργεια της αγάπης της – προέκταση βεβαίως της αγάπης του Χριστού – ώστε νιώθει ότι δεν μπορεί να τα αποσιωπήσει ή να τα καταπιέσει. Όπως συμβαίνει πάντοτε που, όταν νιώθουμε μία πολύ μεγάλη χαρά από ένα εξαιρετικό γεγονός, θέλουμε να το διαλαλήσουμε και να το μοιραστούμε με άλλους – «μοιρασμένη χαρά, διπλή χαρά» λέει ο λαός μας – έτσι και με τον ποιητή: διαλαλεί τη χαρά του μπροστά στο μέγεθος της χάρης της Παναγίας, μπροστά στην αγάπη της, μπροστά στις ευεργεσίες τις οποίες απηύλασε. Γι’  αυτό «δοξάζει, υμνολογεί και μεγαλύνει» την προς αυτόν και όλο τον κόσμο συμπάθεια της Παναγίας.

Να διαλαλούμε την αγάπη του Θεού, της Παναγίας, των αγίων απέναντί μας. Αλλά κι εδώ θέλει προσοχή και διάκριση. Αυτό το «διαλάλημα» και η κραυγή μας ίσως πρέπει πρωτίστως να είναι έκφραση της αγιασμένης ζωής μας και λιγότερο των λόγων μας. Όταν πράγματι αγαπάμε την Παναγία μας κι έχουμε δεχτεί τις ευεργεσίες της, τούτο φαίνεται από την ίδια την ύπαρξή μας, κατά το «καρδίας ευφραινομένης πρόσωπον θάλλει», γεγονός που σημαίνει ότι και σιωπώντας κραυγάζουμε  και μαρτυρούμε την αγάπη αυτή. Τότε βεβαίως και ο όποιος λόγος μας όχι μόνο παίρνει τη μορφή της δοξολογίας και του ύμνου, αλλά γίνεται και εξαιρετικά πειστικός.