Η ιστοσελίδα μετακόμισε!

Ανακατευθύνεστε αυτόματα στη νέα διεύθυνση...

Πατήστε εδώ αν δεν ανακατευθυνθείτε αυτόματα

20 Αυγούστου 2021

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΣΑΜΟΥΗΛ

«Ο άγιος Σαμουήλ καταγόταν από την Αρμαθαί Σιφά, από το όρος Εφραίμ, από τη φυλή Λευί, και ήταν γιος του Ελκανά και της Άννας. Ο Ελκανά είχε δύο γυναίκες, την Άννα και την Φαινάννα. Και η μεν Φαινάννα είχε παιδιά, ενώ η Άννα δεν είχε. Ανέβηκε λοιπόν κάποια φορά ο Ελκανά στο ιερό της Σηλώμ να προσκυνήσει τον Θεό μαζί με την Άννα, κι εκεί ήταν ο Ηλεί και οι δύο του γιοι, ο Οφνεί και ο Φινεές, που ήταν όλοι ιερείς του Θεού. Ο δε Κύριος απέκλεισε τη μήτρα της Άννας, ώστε να μην μπορεί να τεκνοποιήσει, και γι’  αυτό την στενοχωρούσε η αντίζηλός της Φαινάννα. Η Άννα προσευχήθηκε στον Κύριο, ο Οποίος την θυμήθηκε, και γέννησε γιο, τον Σαμουήλ, τον οποίο αφιέρωσε στον Θεό. Κι ο Σαμουήλ αυξήθηκε και μεγάλωσε στην ηλικία κι έγινε λειτουργός του Κυρίου, αναδείχθηκε δε σε μεγάλο Προφήτη. Ο Ηλεί από την άλλη, και οι γιοι του, επειδή εξόργιζαν τον Θεό με την έλλειψη σεβασμού προς Εκείνον, έχασαν τη ζωή τους. Υπήρξε και κριτής ο Σαμουήλ, που δίκαζε όλες τις ημέρες του, και δώρα δεν έλαβε. Ήταν εκείνος που έχρισε κατ’  εντολή του Θεού τον Δαυίδ ως βασιλέα, κι αφού έφτασε σε βαθιά γεράματα, πλήρης ετών, απέθανε. Έζησε χίλια τριάντα πέντε χρόνια προ Χριστού και υπήρξε προφήτης για σαράντα χρόνια».

Η Σάρρα του Αβραάμ δεν είχε παιδιά, και μετά από πολλή προσευχή γεννά τον Ισαάκ, που αναδείχθηκε σε μεγάλο Πατριάρχη του Ισραήλ και προτύπωση (προφητεία χωρίς λόγια δηλαδή) του Κυρίου Ιησού Χριστού. Πολύ αργότερα, η Άννα του Ιωακείμ, είναι στείρα και μετά από προσευχητική προσμονή ετών γεννά την Μαριάμ, την Υπεραγία Θεοτόκο, τη Μητέρα του Κυρίου. Η Ελισάβετ, ακόμη πιο ύστερα, λόγω και πάλι στειρότητας, δεν μπορεί να τεκνοποιήσει, ενώ μετά ιδιαίτερη προσευχή γεννά τον Ιωάννη, τον Πρόδρομο του Κυρίου, τον μεγαλύτερο από όλους τους προφήτες, κατά τον λόγο του ίδιου του Κυρίου. Η Άννα του Ελκανά, στην προκείμενη εορτή της ημέρας,  κι αυτή δεν μπορεί να γεννήσει, και μετά από θερμή και επίμονη προσευχή, γεννά τον Σαμουήλ, ο οποίος αναδεικνύεται προφήτης του Θεού και κριτής του Ισραήλ. Έτσι διαπιστώνει κανείς μέσα από την ιερή Ιστορία ότι συχνά ο Θεός, προκειμένου να έρθουν στον κόσμο κατεξοχήν χαρισματούχα πρόσωπα, πρόσωπα δηλαδή που θα παίξουν σημαντικό ρόλο στο σχέδιό Του για τη σωτηρία του κόσμου, «αποκλείει» τη μήτρα της μητέρας τους για κάποιο διάστημα, ώστε αυτό που θα γεννηθεί να είναι καρπός μεγάλης και θερμής προσευχής. Με άλλα λόγια, ο Θεός φαίνεται ότι θέλει εξαρχής, για τα πρόσωπα αυτά, να δηλώνει τη θαυμαστή παρουσία τους στον κόσμο: δεν είναι δυνατόν αυτοί που θα Τον φανερώνουν να μην είναι «σφραγισμένοι» δικοί Του. Κι από την άλλη μπορεί κανείς κατ’ επέκταση να διακινδυνεύσει μία γενικότερη επισήμανση: μία περίοδος στειρότητας, από πλευράς πολιτισμικής, κοινωνικής προσφοράς, εργασιακής, προσωπικής ανάπτυξης, πνευματικής ακόμη, μπορεί να θεωρείται εκ πρώτης όψεως ως έλλειμματική και κενή, ίσως όμως αποτελεί τη δημιουργική προεργασία, προκειμένου να αναφανούν ελλάμψεις φωτός και καταστάσεις όντως αληθινής προκοπής. Δεν είναι τυχαίο ότι συνεπικουρεί τη διακινδύνευση της κρίσεως αυτής η διαπιστωμένη από την εμπειρία κοινωνιολογική παρατήρηση ότι λειτουργεί πολλές φορές η «θεωρία του εκκρεμούς». Δηλαδή ο κόσμος πορεύεται πολύ συχνά σαν την κίνηση που κάνει ένα εκκρεμές: εκεί που έχει γίνει η μία κίνηση ανόδου, συνεπώς η άλλη πλευρά παρουσιάζει «κενό», στη συνέχεια το «κενό» γεμίζει, διότι έχει αρχίσει η αντίστροφη κίνηση.

Ο άγιος Σαμουήλ λοιπόν, για να επανέλθουμε στην εορτή του, απαρχής αναδεικνύεται προφήτης και κριτής. Είναι «ο προ συλλήψεως δοθείς, δοτός Θεώ τω Υψίστω, υπό μητρός πανευκλεούς», κατά τον υμνογράφο, δηλαδή: και πριν ακόμη από τη σύλληψή του, δόθηκε από την ένδοξη μητέρα του ως προσφορά στον Θεόν τον Ύψιστο, γι’ αυτό και χαριτώθηκε με το χάρισμα του «βλέποντος τα μέλλοντα» - «ο βλέπων» είναι μία από τις κύριες προσωνυμίες του. Με τον προφήτη Σαμουήλ όμως  διαπιστώνεται για μία ακόμη φορά και κάτι πολύ σημαντικό: δεν αρκεί κανείς να έχει το εκ Θεού χρίσμα απαρχής, χωρίς να αγωνίζεται καθημερινά να το επιβεβαιώνει στη ζωή του. Με άλλα λόγια, ο Θεός δίνει τη χάρη Του, αλλά αν ο άνθρωπος δεν καταθέτει και τη δική του θέληση προς αύξηση της χάρης αυτής, ο ίδιος ο Θεός την αποσύρει. Ο υμνογράφος αποκαλύπτει με φωτισμό Θεού την πνευματική διεργασία που επιτελούσε ο άγιος μέσα του: «πάσαν ύλην εκκενώσας, ένδοξε, του σου νοός, έσοπτρον του Πνεύματος εδείχθης». Ο Σαμουήλ είχε τη χάρη του Θεού, αλλά ταυτοχρόνως αγωνιζόμενος να απομακρύνει κάθε μη εκ Θεού υλικό από το νου του, κάθε λογισμό πονηρό δηλαδή, ανεδείχθη έσοπτρο του αγίου Πνεύματος.

Η μνήμη του αγίου Σαμουήλ αποτελεί μεγάλη παρηγοριά όχι μόνο για τις άτεκνες γυναίκες, αλλά και για όλους τους χριστιανούς, ιδίως, όπως είπαμε, την περίοδο της πνευματικής μας ξηρασίας. Όπως ο Θεός «διήνοιξε την μήτραν» της μητέρας του Άννας, το ίδιο μπορεί να κάνει πάντοτε και σε οποιαδήποτε γυναίκα. Κι αντιστοίχως: η πνευματική ξηρασία λόγω στειρότητας αρετών, μπορεί διαμιάς να μεταβληθεί σε πνευματική δροσιά. Αρκεί να επιμένουμε στην προσευχή και να εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στον Κύριο. «Την στείραν μου ψυχήν, αρετών ευτεκνίαν, εκλβαστάνειν σαις ευχαίς, αξίωσον σοφέ, στειρευούσης το βλάστημα». Αξίωσε, σοφέ Σαμουήλ, με τις ευχές σου στον Κύριο, συ που είσαι το βλάστημα της στείρας, να βλαστάνει η στείρα μου ψυχή την ευτεκνία των αρετών.

19 Αυγούστου 2021

Η ΠΑΡΑΔΟΞΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

Είναι τόσο παράδοξη και περίεργη πολλές φορές η λογική της χριστιανικής πίστεως, ιδίως για τον σύγχρονο χριστιανό, που χρειάζεται συχνά πυκνά να εγκύπτει στα κείμενα των Πατέρων μας, ώστε να αποκτά την αίσθησή της και να εισέρχεται στην ατμόσφαιρά της. Από την άλλη βεβαίως, η αποδοχή και η σταδιακή προσοικείωση αυτής της λογικής οδηγεί στο «ξάφνιασμα» της γεύσης της άλλης βιοτής που έφερε ο Κύριος Ιησούς Χριστός – στο άνοιγμα των οφθαλμών και των πνευματικών αισθήσεων για να βλέπει ο πιστός και να αισθάνεται την αιώνια ζωή μέσα στο πλαίσιο της εδώ στενής και μίζερης θεωρούμενης ζωής, να θεάται τα μη βλεπόμενα και αιώνια που λέει και ο απόστολος Παύλος. Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι:  Οι πειρασμοί και οι θλίψεις για παράδειγμα, που ενώ είναι τα χαρακτηριστικά της ζωής μας, όμως όλοι τα θεωρούμε αρνητικά και απευκταία, τόσο που και η ίδια η Εκκλησία μας, συγκαταβαίνοντας στην αδυναμία μας, εύχεται διαρκώς να μη τα συναπαντήσουμε στη ζωή μας. Κι όμως: για τους αγίους μας, τα αρνητικά αυτά όταν τα θεωρήσουμε κάτω από την οπτική της πίστεως, θεωρούνται σκαλοπάτια που μας οδηγούν στο ανέβασμα της πνευματικής ζωής, που θα πει σε πιο προσωπική και ζωντανή σχέση μας με τον Θεό. «Βγάλε τους πειρασμούς από τη ζωή – μας λένε – και κανείς δεν πρόκειται να σωθεί». Διότι με τους πειρασμούς και τις θλίψεις και τις δοκιμασίες προκαλούμαστε προφανώς να παλέψουμε με τον ίδιο τον εαυτό μας, να ξεπεράσουμε τις αδυναμίες μας, να ανοίξουμε χώρο για να σκηνώσει μέσα μας ο Θεός μας.  

Ο όσιος Ισαάκ ο Σύρος είναι από αυτούς τους ασκητικούς δασκάλους μας που με ανάγλυφο τρόπο μάς «μυεί» στα μυστικά της λογικής της πίστεως: «Όσο περπατώντας προχωρείς στην οδό της Βασιλείας του Θεού και πλησιάζεις σ’  Αυτόν – σημειώνει με τον μοναδικό βιωματικό του τρόπο -  έχε το εξής σημάδι: σε συναντά η δύναμη των πειρασμών. Κι όσο προχωρείς και προκόβεις, τόσο και οι πειρασμοί αυξάνουν και διεγείρονται εναντίον σου… Διότι κατά το μέγεθος της θείας χάρης φέρνει ο Θεός στην ψυχή και τις θλίψεις των πειρασμών»! Οι πειρασμοί λοιπόν και οι θλίψεις: σημάδι ότι βαδίζεις καλά! Αλλά μας λέει και κάτι άλλο εξίσου πολύ σημαντικό: πριν από τους πειρασμούς και τις δοκιμασίες ο Θεός μάς ενισχύει με τη χάρη Του – σαν να μετράει κατά κάποιον τρόπο τις δυνάμεις μας και επιτρέπει για εμάς αυτό που αντέχουμε προκειμένου να ανεβούμε περισσότερο! Γιατί; Διότι το ζητούμενο για τον Χριστό και Θεό μας  -  κι εδώ φανερώνεται στο απόλυτο η λογική της πίστεως που λέμε -  δεν είναι αν περνάμε ή όχι θλίψεις και δοκιμασίες: αυτές είναι δεδομένες λόγω της πτώσεως του ανθρώπου στην αμαρτία. Το ζητούμενο και ο διακαής πόθος του Δημιουργού και Πατέρα μας είναι να είμαστε μαζί Του και με τη βοήθειά Του να διατηρούμε ζωντανή τη σχέση μας μ’ Αυτόν! Μας θέλει δηλαδή  έ ν α  μ’ Εκείνον, θεούς μέσα στη θεότητά Του, «παραγνωρίζοντας», χωρίς να παραγνωρίζει, ή κάνοντας πως δεν «βλέπει», ενώ βλέπει και πάσχει κι Αυτός, τις δοκιμασίες μας – είναι το φάρμακό μας για να θεραπευτούμε.

 Ας ακούσουμε και πάλι τον όσιο Ισαάκ: «Δεν έρχεται ο πειρασμός αν πρώτα η ψυχή δεν δεχθεί κρυφά κάποια δύναμη πάνω από το μέτρο της από τη χάρη του αγίου Πνεύματος. Και το μαρτυρεί αυτό ο πειρασμός του Κυρίου, όπως και οι πειρασμοί των αποστόλων, οι οποίοι δεν παραχωρήθηκαν να εισέλθουν σε πειρασμούς, παρά μόνο όταν δέχτηκαν το πανάγιον Πνεύμα. Διότι όσοι απολαμβάνουν τα καλά, τους πρέπει να υπομένουν και τους πειρασμούς αυτών των καλών. Επειδή το καλό συνοδεύεται από θλίψη. Έτσι αρέσει στον πάνσοφο Θεό να πράττει σε όλα τα έργα Του. Κι αν το χάρισμα προηγείται του πειρασμού, όμως η αίσθηση των πειρασμών προηγείται της αισθήσεως του χαρίσματος, κι αυτό για να δοκιμαστεί η ελευθερία του ανθρώπου. Επειδή η χάρη δεν προλαβαίνει να γίνει αισθητή σε κάποιον, προτού αυτός γευθεί την πικρία των πειρασμών. Και προηγείται μεν η χάρη στον νου, όμως αργοπορεί να φανερωθεί η ενέργειά της».

Μυστικά της πνευματικής ζωής που όσο τα γνωρίζουμε, τόσο και συγκινούμαστε από την αγάπη του Θεού μας, τόσο και κατανοούμε το δικό Του Πάθος που υπέστη για χάρη μας, τόσο και αποδεχόμαστε την υπομονή ως τον μονόδρομο για τη σωτηρία μας!

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ

«Ο άγιος  έζησε τον καιρό του ασεβεστάτου Μαξιμιανού κι υπήρξε στο στράτευμα της ανατολικής χώρας, υπό τις διαταγές του στρατηγού Αντιόχου. Όταν ο Αντίοχος έδωσε εντολή σ’ αυτόν και σε άλλους στρατιώτες να πολεμήσουν τους Πέρσες, γιατί αυτοί καταπάτησαν τα σύνορα των Ρωμαίων και κατέστρεφαν τη χώρα τους, ο άγιος Ανδρέας, πείθοντας και τους άλλους στρατιώτες να κάνουν το ίδιο, επικαλέστηκε τον Χριστό και με τη δύναμη Εκείνου έτρεψε τους Πέρσες σε φυγή και καταδιώκοντάς τους κατέστρεψε τη δύναμή τους. Μ’  αυτήν την ανέλπιστη νίκη που κατήγαγαν στο όνομα του Χριστού, έφερε στην πίστη σ’  Εκείνον όλους τους στρατιώτες. Κατηγορήθηκε τότε και αυτός και οι στρατιώτες στον Αντίοχο, ο οποίος, αφού ο άγιος παραστάθηκε σ’  αυτόν ως κατάδικος, έδωσε έντολή ο μεν Ανδρέας να απλωθεί σε πυρακτωμένη σιδηρά κλίνη, οι δε στρατιώτες να δεθούν στα χέρια τους σε τετράγωνα ξύλα. Έπειτα πρόσταξε πάλι ο Αντίοχος να διωχτούν από τα όρια της χώρας, με τη βοήθεια χιλίων άλλων στρατιωτών, που και αυτούς όμως κατήχησε ο άγιος Ανδρέας και τους μετέστρεψε στη χριστιανική πίστη. Το έμαθε και αυτό ο Αντίοχος, οπότε τους καταδίωξε όλους μαζί και πρόσταξε να φονευτούν διά ξίφους».

Ο υμνογράφος σήμερα επανειλημμένως τονίζει τη λαμπρότητα της ζωής, αλλά και του μαρτυρίου του αγίου Ανδρέα, και μαζί με αυτόν και των υπολοίπων χιλιάδων μαρτύρων, που εορτάζουν μαζί του. Δεν σταματά να προβάλλει τον άγιο ως κοσμούμενο «ευπρεπεί στεφάνω», καθώς παρίσταται ενώπιον του Χριστού, αλλά και να θεωρεί ότι η είσοδος του αγίου στη Βασιλεία του Θεού συνιστά πλουτισμό των προηγηθέντων από αυτόν μαρτύρων. «Μαρτύρων περιφανώς λαμπρότητα, μάκαρ, επλούτησας», όπως συγκεκριμένα αναφέρει.   Με άλλα λόγια ο άγιος Ανδρέας δεν «έπιασε απλώς τη βάση» για να σωθεί, όπως ταπεινόφρονα ευχόταν για τον εαυτό του και για εμάς ο μεγάλος σύγχρονος όσιος Παΐσιος αγιορείτης, αλλά θα λέγαμε ότι μπήκε τροπαιοφόρος στον Παράδεισο, εντασσόμενος από τον Κύριο στην ομάδα των εκλεκτών μαρτύρων. «Συν εκλεκτοίς μάρτυσι, εν αγαλλιάσει τω Χριστώ παρίστασαι». Γι’  αυτό άλλωστε και μεγαλομάρτυς χαρακτηρίζεται.

Χρησιμοποιεί μάλιστα ο ποιητής και μία ωραία εικόνα, παρμένη από το σημαντικότερο γεγονός της Π. Διαθήκης, τη διάβαση της Ερυθράς θάλασσας, προκειμένου να τονίσει το μεγαλείο του αγίου και τα μεγάλα και ποικίλα βάσανα τα οποία υπέστη από τους εχθρούς της πίστεως, όπως και το καθοδηγητικό ευαγγελιστικό έργο, το οποίο επιτελούσε. «Ιστίω τω του Σταυρού, των πειρασμών διεκπερών πέλαγος, τους δυσμενείς ένδοξε, ρείθροις των αιμάτων εβύθισας». Περνώντας το πέλαγος των πειρασμών, με το κατάρτι του Σταυρού, βύθισες τους εχθρούς, ένδοξε, στα ρείθρη των αιμάτων σου. Κι αλλού: «τω δυσμενεί συμπλεκόμενος, τούτον ώλεσας, Φαραώ ως άλλον, ρείθροις των αιμάτων σου, βυθίσας πανστρατί αξιάγαστε». Παλεύοντας με τον εχθρό, τον εξολόθρευσες, σαν άλλο Φαραώ, αξιοθαύμαστε, αφού τον βύθισες στα ρείθρα των αιμάτων σου, με όλο το στράτευμά του. Όπως δηλαδή ο Ισραήλ, καθοδηγούμενος από τον Μωυσή - που με εντολή του Θεού τον έβγαλε από τη δουλεία της Αιγύπτου -  πέρασε την Ερυθρά θάλασσα με θαυμαστό τρόπο και είδε να βυθίζεται το στράτευμα του Φαραώ που ακολουθούσε στα νερά που κλείστηκαν και πάλι, έτσι και με τον άγιο Ανδρέα τον στρατηλάτη: το αίμα του μαρτυρίου του ήταν εκείνο που αφενός έγινε η δίοδος για να περάσει αυτός και οι συν αυτώ στη Βασιλεία του Θεού, αφετέρου έγινε ο καταποντισμός των εχθρών του, και των ειδωλολατρών και βεβαίως των πονηρών δυνάμεων.  Από την άποψη αυτή το μαρτύριο του αγίου υπήρξε η συμμετοχή του στο μαρτύριο του Πρώτου Μάρτυρα, του Ίδιου του Κυρίου Ιησού Χριστού: Ο Σταυρός Του και η με Αυτόν συνδεδεμένη Ανάστασή Του υπήρξε το Πάσχα ημών, το πέρασμά μας στη Βασιλεία του Θεού. Με τη Σταυρική θυσία του Χριστού σωθήκαμε. Κάθε άλλη θυσία, σαν του αγίου Ανδρέα, όπως και των υπολοίπων μαρτύρων, κατανοείται ως συμμετοχή σ’ αυτήν την πρώτη και άπαξ πραγματοποιηθείσα για τη σωτηρία μας θυσία.

Και το δικό μας αίμα πρέπει να χυθεί, για να μπούμε στη βασιλεία του Θεού. «Ουδείς ανήλθεν εις τον ουρανόν μετά ανέσεως», όπως σημειώνουν οι άγιοί μας. Αν, με άλλα λόγια, δεν θυσιαστούμε κι εμείς, δεν θα βρούμε το μονοπάτι συμμετοχής μας στον Δρόμο του Χριστού. Και βεβαίως δεν εννοούμε να μαρτυρήσουμε με το μαρτύριο του αίματος, σαν τους γνωστούς μάρτυρες τους οποίους τιμάμε ως αγίους. Κάτι τέτοιο συνιστά ιδιαίτερη χάρη, που επιτρέπει ο Θεός, όταν κρίνει ότι συντρέχουν οι συνθήκες γι’ αυτό. Όπως το λέει ο απόστολος Παύλος: «ημίν εχαρίσθη ου μόνον το εις Αυτόν (τον Χριστόν) πιστεύειν, αλλά και το υπέρ Αυτού πάσχειν». Εννοούμε αυτό που σημειώνουν οι Πατέρες μας ως μαρτύριο και θυσία κάθε εποχής: το μαρτύριο της συνειδήσεως, κατά το «δος αίμα και λάβε Πνεύμα». Το μαρτύριο αυτό είναι ο πνευματικός αγώνας του κάθε Χριστιανού, προκειμένου να κρατήσει στη ζωή του τις άγιες εντολές του Κυρίου Ιησού Χριστού. Διότι η τήρηση των εντολών αυτών συνιστά όντως μαρτύριο, αφού καλείται κανείς να θυσιάζει καθημερινά τον εγωισμό του και τα όποια θελήματά του με τον αγώνα της εντολής της αγάπης. Προϋπόθεση γι’ αυτό, υπενθυμίζουμε, είναι η ίδια η χάρη του Θεού βεβαίως, αλλά και η δική μας η συμμετοχή με ανδρεία της ψυχής. Κι εδώ έχουμε την ιδιαίτερη συμβολή του αγίου Ανδρέα: όπως νίκησε αυτός τους εχθρούς με ανδρειωμένη καρδιά – «ανδρεία την ψυχήν, κραταιούμενος Μάρτυς, ηφάνισας εχθρού το ανίσχυρον θράσος» - έτσι κι εμείς: χωρίς ανδρειωμένο φρόνημα, χωρίς ζήλο Θεού δεν θα μπορέσουμε δυστυχώς να πετύχουμε τίποτε. Ο Θεός ενισχύει πάντοτε, αλλά όταν το «λέει» και η δική μας καρδιά.

18 Αυγούστου 2021

Ο ΟΣΙΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΝΕΟΣ Ο ΕΝ ΠΑΡΩ

«Ο Όσιος Αρσένιος γεννήθηκε στα Ιωάννινα στις 31 Ιανουαρίου του έτους 1800 μ.Χ. και ονομαζόταν Αθανάσιος. Από μικρή ηλικία έμεινε ορφανός και σε ηλικία εννέα ετών μετέβη στις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας, όπου σπούδασε στην ονομαστική σχολή της πόλεως έχοντας ως σχολάρχη τον περίφημο διδάσκαλο ιερομόναχο Γρηγόριο Σαράφη. Κατά τα τελευταία έτη της φοιτήσεώς του συνδέθηκε με τον πνευματικό Γέροντα Δανιήλ από τη Ζαγορά του Πηλίου, έναν από τους ονομαστούς πνευματικούς της εποχής εκείνης και έγινε υποτακτικός του.
Το έτος 1815 μ.Χ. ο Άγιος αναχώρησε για το Άγιον Όρος με τον Γέροντα Δανιήλ και εκεί εκάρη μοναχός. Αργότερα χειροτονήθηκε Διάκονος παρά τις αντιδράσεις του, καθώς δεν θεωρούσε τον εαυτό του άξιο και μετά από εξαετή παραμονή στο Άγιον Όρος ήλθε και πάλι με τον Γέροντά του, στη μονή Πεντέλης στην Αθήνα. Στη συνέχεια μετέβησαν στις Κυκλάδες, όπου ο Όσιος χειροτονήθηκε το 1817 μ.Χ. Πρεσβύτερος.
Ο Όσιος Αρσένιος έδρασε κυρίως στην Πάρο και τη Φολέγανδρο, όπου δίδαξε από το 1829 μ.Χ. μέχρι το 1840 μ.Χ.

Μετά την κοίμηση του Γέροντά του Δανιήλ, ο Όσιος ασκήτεψε στη μονή Λογγοβάρδας της Πάρου. Κοιμόταν και έτρωγε ελάχιστα και συνεχώς αγρυπνούσε, προσευχόμενος για τα πνευματικά του τέκνα και τη σωτηρία του κόσμου. Βασική του τροφή ήταν η ανάγνωση των θείων Γραφών και των συγγραμμάτων των Αγίων Πατέρων. Γι’ αυτό και ο Όσιος θεωρούσε τη μικρή του βιβλιοθήκη ως κήπο τερπνότατο και ωραιότατο με αγλαόκαρπα δένδρα, πλήρη από εύχυμους καρπούς.
Ο Όσιος αγαπούσε τους πάντες χωρίς διακρίσεις. Περισσότερο όμως αγαπούσε τους ασθενείς, τους οποίους διακονούσε με μεγάλη προθυμία.
Όταν το 1861 μ.Χ., κοιμήθηκε ο ηγούμενος της μονής, ευσεβής ιερομόναχος Ηλίας, οι πατέρες εξέλεξαν ηγούμενο και προϊστάμενό τους τον Όσιο Αρσένιο, ο οποίος τους ποίμανε με θεοφιλή και θεάρεστο τρόπο. Λίγα χρόνια αργότερα παραιτήθηκε, για να ασχοληθεί απερίσπαστα με το έργο της ιεράς εξομολογήσεως.

Ο Όσιος κοιμήθηκε με ειρήνη στις 31 Ιανουαρίου του έτους 1877 μ.Χ. Η ανακομιδή των λειψάνων του έγινε το έτος 1938 μ.Χ. και εορτάζεται στις 18 Αυγούστου. Τα ιερά λείψανά του φυλάσσονται με ευλάβεια στη Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Πάρου» (Από το ιστολόγιο ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ).

Ο όσιος των νεώτερων χρόνων Αρσένιος ο εν Πάρω, άλλος βεβαίως από τον Μέγα Αρσένιο των παλαιών χρόνων και από τον άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη, τον ανάδοχο του οσίου Παϊσίου του αγιορείτου, αποτελεί μία εξαιρετική περίπτωση πιστού ανθρώπου που στην εποχή του ζωντάνεψε με μοναδικό τρόπο την οσιακή ζωή των παλαιών μεγάλων αγίων, σε βαθμό που βλέποντάς τον οι σύγχρονοί του ή διαβάζοντας τη ζωή του όλοι οι μετέπειτα μέχρι σήμερα να θεωρούν ότι βλέπουν έναν άγγελο επί της γης. Κι αυτό σημαίνει ασφαλώς ότι και με τον όσιο Αρσένιο τον Παριανό επιβεβαιώνεται η κεντρική αλήθεια της πίστεώς μας ότι το Πνεύμα του Θεού πνέει σε κάθε εποχή αρκεί να βρει ανθρώπους με καλή διάθεση και με βούληση να ζήσουν τις εντολές του Θεού.

Στο πρόσωπο του αγίου Αρσενίου με άλλα λόγια ψηλαφάμε την παρουσία του ίδιου του Κυρίου, μία δική Του προέκταση όπως το απεκάλυψε απαρχής: «Εγώ είμαι το αμπέλι κι εσείς είστε τα κλήματα». Ήδη το απολυτίκιό του, και όχι μόνο, επισημαίνει την αλήθεια αυτή: «Ζήλεψες ένθεα την άσκηση των οσίων με την ενάρετή σου ζωή κατά τους έσχατους καιρούς, όσιε Αρσένιε. Διότι αφού ασκήθηκες στη νήσο Πάρο ίδια με τους αγγέλους, έλαβες από τον Θεό τη χάρη των θαυμάτων, παρέχοντας σ’ αυτούς που σε τιμούν χάρη και έλεος». «Την αρετή των παλαιών οσίων πατέρων φανέρωσες σαν ζωγραφιά στον εαυτό σου και ακολούθησες τα ίχνη τους, θεόφρον Αρσένιε» (στιχ. μ. εσπ.).

Τι σημαίνει πιο συγκεκριμένα ότι στη ζωή του βλέπουμε τη ζωή των οσίων Αντωνίου του Μεγάλου, Σάββα του ηγιασμένου, Αρσενίου του μεγάλου, οσίου Ποιμένος και των λοιπών μεγάλων αγίων; Τίποτε λιγότερο από ό,τι επισημαίνουμε και σε αυτούς: την πληγωμένη καρδιά τους από την αγάπη και τον έρωτα του Χριστού. Γιατί τι καθιστά έναν άνθρωπο άγιο του Θεού; Η ολοκάρδια στροφή της ύπαρξής του στον Χριστό, η εν αγάπη «κόλληση» της καρδιάς του σ’ Εκείνον μόνον! Αυτό δεν είναι και το ζητούμενο από τον ίδιο τον Κύριο για το αν είναι πράγματι οι πιστοί ακόλουθοί Του ή όχι; «Μείνετε ενωμένοι με Εμένα», προτρέπει. «Αν τηρήσετε τις εντολές μου θα δείξετε την αγάπη σας σ’ εμένα και τον Πατέρα μου και εγώ θα σας φανερωθώ». Απαρχής ο άγιος υμνογράφος σπεύδει να διευκρινίσει τον πυρήνα αυτόν της πίστεως: «Πληγώθηκες, όσιε Αρσένιε, από τον πόθο του Χριστού... κι Αυτόν έφερες στην καρδιά σου μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα» (στιχ. εσπ.). Γι’ αυτό και ο ποιητής βλέπει τον όσιο μίμημα του Χριστού και όλων των Αποστόλων, κατεξοχήν μάλιστα μίμημα του αποστόλου Παύλου που περιέφερε στο σώμα και την ψυχή του τη νέκρωση του Χριστού ως νέκρωση απέναντι στην αμαρτία, συνεπώς ζώντας την ανάστασή Του. «Αφού ντύθηκες, Αρσένιε, τη ζωοπάροχη νέκρωση Χριστού του Θεού μας και Τον μιμήθηκες ως γνήσιος μύστης και μαθητής Του, νέκρωσες ολόκληρο τον εαυτό σου, κι αφού πέθανες ως προς τον (αμαρτωλό) κόσμο βρήκες πράγματι την αγνή και καθαρή εν Χριστώ ζωή» (λιτή).

Μία τέτοια ζωή βεβαίως οδηγεί σε μεγάλη παρρησία ενώπιον του Θεού μας, που σημαίνει ότι ο όσιος διαρκώς πια πρεσβεύει υπέρ ημών που εξακολουθούμε να χειμαζόμαστε στον κόσμο αυτόν. Κι επανειλημμένως ο άγιος υμνογράφος δεν παραλείπει να μας το υπενθυμίζει: «Λύτρωσε, άγιε, όλους αυτούς που πανηγυρίζουμε τη θεία μνήμη σου από τις πολύπλοκες θλίψεις και τις συμφορές» (αίνοι).

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΩΣ ΑΡΧΙΚΗ ΑΙΣΘΗΣΗ ΑΠΟΥΣΙΑΣ...

Η μαρτυρία του γνωστού ανά τον κόσμο καθηγητή του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης Επισκόπου Διοκλείας Καλλίστου Γουέαρ για το πώς από προτεστάντης έγινε ορθόδοξος χριστιανός είναι συγκλονιστική και πολύ διδακτική. «Ήμουν 17 χρονών – είπε ο επίσκοπος καθηγητής -  και ετοιμαζόμουν για το Πανεπιστήμιο. Ήμουν σε ένα σχολείο στο Λονδίνο. Ένα Σάββατο βράδυ πήγα περίπατο και είδα έναν ναό που δεν είχα ξαναδεί ως τότε. Από περιέργεια ή μάλλον από Θεία Πρόνοια αποφάσισα να μπώ μέσα. Ήταν ο Ρώσικος Ορθόδοξος ναός του Λονδίνου. Στην αρχή όταν μπήκα μέσα στο ναό, ήταν σκοτεινός. Δεν είδα εύκολα τι είχε μέσα. Η πρώτη μου εντύπωση ήταν μια απουσία. Είχα την εντύπωση ότι κανείς και τίποτα δεν είναι εδώ, ότι ο ναός είναι κενός, δηλαδή δεν είχε στασίδια, καρέκλες, μόνο το πάτωμα. Αργότερα κατάλαβα ότι υπάρχουν μέσα στο ναό εικόνες, λαμπάδες αναμμένες, λίγος αριθμός ανθρώπων και κάπου, που δεν μπορούσα να δω υπήρχε μια μικρή χορωδία που έψαλλε. Έτσι ήρθα στην ώρα κατά την οποία οι Ρώσοι κάθε Σάββατο βράδυ έχουν μια μικρή αγρυπνία. Και η πρώτη μου εντύπωση μιας απουσίας – ότι δεν είναι τίποτε εδώ – άλλαξε ολοκληρωτικά. Απέκτησα μια άλλη εντύπωση, όχι απουσίας, αλλά παρουσίας. Κατάλαβα ότι εμείς οι ολίγοι άνθρωποι, παρόντες σε αυτήν την ακολουθία, συμμετέχουμε σε μια πράξη πάρα πολύ μεγαλύτερη από αυτήν την ακολουθία που γίνεται σε μια γωνιά του Λονδίνου. Κατάλαβα ότι συμμετέχουμε σε μια λειτουργική σύναξη που έχει πολλούς αοράτους προσκυνητάς. Πολλούς παρόντες που προσεύχονται μαζί μας, παρότι δεν τους βλέπουμε. Είχα την αίσθηση ότι πραγματικά η Εκκλησία είναι ουρανός επί γης».

Τα λόγια του επισκόπου καθηγητή αποτελούν πρό(σ)κληση για σπουδή στην Ορθοδοξία – πολλά σημεία του αποκαλύπτουν τις διαστάσεις της ορθόδοξης πίστης και του ορθόδοξου βιώματος. Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο π. Κάλλιστος αποτελεί έναν από τους πιο σπουδαίους και διαπρύσιους κήρυκες της ορθοδοξίας στον Δυτικό κόσμο, κάτι που μπορεί και κάθε έλληνας να το επιβεβαιώσει μέσα από τα βιβλία του, τα περισσότερα μεταφρασμένα και στην ελληνική. «Ορθόδοξος δρόμος», «Η εντός ημών Βασιλεία», «Η δύναμη του ονόματος του Χριστού» κ.ά.π. είναι ενδεικτικά ορισμένα μόνον από αυτά.

Από τα πολλά σημεία-προκλήσεις της παραπάνω μαρτυρίας του μένουμε για λίγο στην αρχική του αίσθηση: ωθούμενος από την Πρόνοια του Θεού, όπως μετέπειτα κατενόησε, εισέρχεται σε ορθόδοξο (ρωσικό) ναό και νιώθει ότι βρίσκεται σε κάτι «άδειο». Κενό και απουσία! Για να συνειδοποιήσει λίγο αργότερα ότι τα πράγματα ανατρέπονται άρδην! Όλα είναι γεμάτα και πλημμυρισμένα από μία Παρουσία που δεν λειτουργεί όμως κατά τον κοσμικό τρόπο: θορυβωδώς και προκλητικά. Η Παρουσία αυτή, του Θεού παρουσία όπως ένιωσε η (διψασμένη για νόημα) καρδιά του, λειτουργεί μυστικά και αθόρυβα, στον τόπο της «σιωπής» που συνηθίζει να ζει η αλήθεια. Μας θυμίζει η μαρτυρία του π. Καλλίστου αυτό που κατενόησε ο προφήτης Ηλίας, όταν ο Θεός τού μήνυσε ότι θα του αποκαλυφθεί. Κι η αποκάλυψή Του δεν ήλθε με τον θορυβώδη τρόπο του ισχυρού ανέμου ή του μεγάλου σεισμού ή της καταστροφικής φωτιάς, αλλά με τον ήπιο και απαλό τρόπο της δροσερής αύρας.

Κι είναι η αλήθεια που επίσης φανέρωσε ο ίδιος ο Κύριος με όλη τη ζωή Του και με τη διδασκαλία Του. Πώς εισέρχεται στον κόσμο ο Κύριος; Ως απλό βρέφος μέσα από μία απλή και άγνωστη μικρή κοπέλα στον πιο άσημο τόπο του τότε κόσμου! Και μάλιστα μέσα σ’  ένα σπήλαιο! Όπως και η διδασκαλία Του τι λέει; «Η Βασιλεία του Θεού ουκ έρχεται μετά παρατηρήσεως. Ουκ έστιν ώδε ή ώδε. Ιδού, η Βασιλεία του Θεού εντός υμών εστίν». Και μοιάζει η Βασιλεία του Θεού με το σπαρμένο έδαφος στο οποίο η γη «αυτομάτη καρποφορεί» - εσωτερικά γίνεται η διεργασία χωρίς να την κατανοεί κανείς εξωτερικά.

Λοιπόν, ο Θεός μάς θέλγει και μας ελκύει εσωτερικά – στρέφεται η καρδιά μας εκεί που είναι ο Ίδιος, χωρίς να υπάρχει λογικός έλεγχος επ’  αυτού – αρχίζουμε να νιώθουμε τη μυστική παρουσία Του κι όταν επιμείνουμε σ’ αυτό που ο γλυκασμός της καρδιάς μας δείχνει, εκεί αρχίζουμε να βλέπουμε, να ακούμε, να γευόμαστε, να οσφραινόμαστε, να ψηλαφάμε! «Κανείς δεν μπορεί να έλθει κοντά Μου, αν μη ο Πατέρας μου που με έστειλε δεν τον ελκύσει».

Και το εξόχως αξιοσημείωτο: η όλη αυτή μυστική διεργασία πραγματοποιείται στον Ναό του Κυρίου, την ώρα της ακολουθίας, εκεί που η αγαπώσα καρδιά του πιστού ορμά με έρωτα προς τον Κύριο – οι προσευχές της Εκκλησίας δεν είναι τα δώρα του Κυρίου στον πιστό άνθρωπο; «Συ Κύριε είσαι Αυτός που μας χάρισες τις κοινές και σύμφωνες προς τη φύση μας προσευχές...» ομολογούμε διαρκώς στη Θεία Λειτουργία.

Λοιπόν: όπου υπάρχει δίψα για τον Θεό, δηλαδή για την αλήθεια και για το νόημα της ζωής μας, εκεί και τίποτε να μη ξέρουμε θα δούμε την ενέργεια της Πρόνοιας του Θεού πάνω μας. Η απουσία Του θα γίνει μία Παρουσία, κάτι που θα λειτουργεί και ως «μοτίβο» πια στη ζωή του πιστού – μία πορεία «εκ πίστεως εις πίστιν». Κι αυτό γιατί ο Θεός μας είναι Θεός αγάπης που η χαρά Του είναι να είμαστε κοντά Του, στον βαθμό όμως που μπορούμε να αντέξουμε την παραμονή Του μέσα στην ύπαρξή μας!   

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΦΛΩΡΟΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΟΣ

«Οι άγιοι αυτοί ήταν δίδυμα αδέλφια, λιθοξόοι στην τέχνη, την οποία έμαθαν από τους αγίους Πρόκλο και Μάξιμο. Μετά το μαρτύριο υπέρ Χριστού των διδασκάλων τους, εγκατέλειψαν το Βυζάντιο και εγκαταστάθηκαν στην πόλη Ουλπιανών της Δαρδανίας, στο Ιλλυρικό. Εκεί, κοντά στον ηγεμόνα Λουκίωνα, μάζευαν διάφορα μέταλλα κι εργάζονταν την τέχνη τους. Έπειτα, ο Λουκίων τους έστειλε στον Λικίνιο, τον υιό της βασίλισσας Ελπιδίας, ο οποίος τους έδωσε χρήματα, προκειμένου να ανεγείρουν ναό για τα είδωλα, κάνοντας και τα σχέδια γι᾽ αυτόν. Οι άγιοι πήραν τα χρήματα, τα οποία τα μοίρασαν αμέσως στους φτωχούς, και τη νύκτα τους την περνούσαν στην προσευχή. Μετά από ημέρες,  άρχισαν τα έργα, που τα ετελείωσαν πολύ γρήγορα. Καθώς λοιπόν μέσα σε λίγες ημέρες έγινε ο ναός και ολοκληρώθηκε, με τη βοήθεια Αγγέλου που ενδυνάμωνε τους αγίους, αμέσως ο ειδωλολάτρης ιερέας Μερέντιος πίστεψε στον Χριστό, ενώ είχε ήδη πιστέψει και ο γιος του Αθανάσιος, γιατί οι άγιοι τού είχαν θεραπεύσει τον τυφλό του οφθαλμό. Οι μάρτυρες του Χριστού λοιπόν τότε μάζεψαν τους πτωχούς στους οποίους είχαν μοιράσει τα χρήματα, και με τη βοήθειά τους πέρασαν σχοινιά στους τραχήλους των ξοάνων και τα έριξαν κάτω στη γη. Έπειτα άναψαν φώτα πολλά και καθιέρωσαν τον ναό λέγοντας ῾Δόξα σοι, Χριστέ ο Θεός, αποστόλων καύχημα, μαρτύρων αγαλλίαμα, ων το κήρυγμα, Τριάς η ομοούσιος᾽. Προηγείτο δε αυτών ο τύπος του τιμίου Σταυρού. Μόλις έμαθε τι είχε συμβεί ο Λικίνιος, διέταξε να αναφθεί κάμινος και να ριχτούν μέσα οι πτωχοί, οι οποίοι έτσι παρέδωσαν τα πνεύματά τους. Οι δε άγιοι Φλώρος και Λαύρος, δέθηκαν σε έναν άξονα και μαστιγώθηκαν. Έπειτα στάλθηκαν στον Λύκωνα, ο οποίος τους έκλεισε μέσα σε βαθύ πηγάδι. Μέσα σ᾽ αυτό οι άγιοι έκαναν δεήσεις στον Θεό υπέρ αυτών που θα τους μνημονεύουν, υπέρ ευσταθείας του κόσμου και υπέρ της καταπαύσεως των διωγμών, οπότε και άφησαν τις ψυχές τους. Μετά από χρόνια μάζεψαν τα ιερά τους λείψανα και τα κατέθεσαν με σεβασμό σε λειψανοθήκες, ενώ αυτά ανέβρυζαν μύρα και γίνονταν πηγές ιάσεων».

Μία ῾πονηριά᾽ χρησιμοποίησαν οι άγιοι, εκμεταλλευόμενοι την ευκαιρία που τους έδωσε ο άρχοντας Λικίνιος: ανέλαβαν να κτίσουν ειδωλολατρικό ναό και να λαξεύσουν ξόανα, έχοντας στο νου τους όμως να ρίξουν τα ξόανα και να καθιερώσουν το ναό στον Χριστό, κάτι που έγινε. Αιτία για την ενέργειά τους αυτή βεβαίως ήταν η πίστη τους ότι τα είδωλα συνιστούν ψεύδος και ανταποκρίνονται στο τίποτε ή στα δαιμόνια, ενώ η πίστη στον Χριστό είναι η αληθινή πίστη, η οποία απεκαλύφθη από τον ενανθρωπήσαντα Θεό και βεβαιώθηκε ποικιλοτρόπως, και με τα θαύματα του Κυρίου, ιδίως την Ανάστασή Του, και με όλες τις θαυμαστές ενέργειες έπειτα των μαθητών του Χριστού, οι οποίοι διεσπάρησαν ανά τα πέρατα της οικουμένης και έδωσαν και τη ζωή τους προς χάριν ακριβώς της πίστεως αυτής. Συνεπώς η αλλαγή της χρήσης του ναού - να αφιερωθεί στον Χριστό - ήταν για τους αγίους μας μία κίνηση καταρχάς συμβολική: μία μαρτυρία και ομολογία Χριστού, διότι ήξεραν ότι θα υποστούν την οργή του ηγεμόνα και ο ναός θα επανέλθει στα χέρια των ειδωλολατρών, αλλά και μία κίνηση έπειτα αγιαστική, διότι εξέφραζε την πεποίθησή τους ότι  εκεί που ο χώρος έχει αγιαστεί από τις προσευχές προς τον Χριστό και την παρουσία του Σταυρού, εξαφανίζεται η όποια ύπαρξη δαιμονίων.

Οπότε, δοξολογούμε τον Θεό μας Κύριο και τους αγίους Του, γιατί μας καθοδηγούν στην ουσία των πραγμάτων, εκεί που λειτουργεί πάντοτε η αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, και δεν μας εγκλωβίζουν στην επιφάνεια και τον εγωισμό μίας ευσεβίστικης ηθικής. Μαζί με τους αγίους μας αναπνέουμε τον  αέρα της πραγματικής ελευθερίας.

17 Αυγούστου 2021

ΑΓΑΠΗ ΣΤΟ... ΨΥΓΕΙΟ!

Ο Γέροντας ήταν σαφής: «Στην πνευματική ζωή οι κύριες εποχές είναι δύο: το καλοκαίρι και ο χειμώνας. Στο καλοκαίρι βέβαια βρίσκεις και την πιο όμορφη άνοιξη, ενώ στον χειμώνα περιέχεται και το φθινόπωρο…».

«Τι εννοείται, Γέροντα;» δεν άντεξα και τον διέκοψα. «Πώς είναι δύο οι εποχές; Και πώς συμπεριλαμβάνονται σ’ αυτές και οι άλλες;»

Χαμογέλασε ο Γέροντας. «Έχεις δίκιο που απορείς», μου είπε. «Μα, σκέψου: ο Κύριός μας δεν είπε πως όταν αυξηθούν στον άνθρωπο οι αμαρτίες του τότε γίνεται… ψυγείο και η αγάπη του;» “Διά το πληθυνθήναι την ανομίαν, ψυγήσεται η αγάπη”. Λοιπόν, όταν παλεύεις ν’ αγαπάς, θερμαίνεις την καρδιά σου, κι αυτό είναι καλοκαίρι κι είναι και άνοιξη μαζί. Τότε χαίρεται η καρδιά κι η χαρά αυτή περνάει μέσα σε όλο το σώμα. Είναι η χάρη του Θεού που έρχεται και σκηνώνει στην ύπαρξη του ανθρώπου, όπως άλλωστε ο ίδιος ο Κύριος μας το βεβαίωσε. “Τηρήστε τις εντολές Μου – και η κύρια εντολή Του είναι η αγάπη – και ο Πατέρας μου θα σας αγαπήσει και θα έρθουμε να κάνουμε μοναστήρι μέσα του”. Οπότε, χειμώνας, ψύχος, παγωνιά, είναι το αντίθετο. Όταν λείπει η αγάπη, που σημαίνει ότι κυριαρχεί ο εγωισμός και τα πάθη στον άνθρωπο: πώς να αρπάξει για να ‘χει, πώς να ικανοποιήσει τη σάρκα του, πώς να φανεί το όνομά του, τότε πετρώνει η καρδιά, γίνεται παγόβουνο, πλησιάζεις έναν τέτοιο άνθρωπο κι αισθάνεσαι ότι θέλεις να βάλεις… κάτι επάνω σου. Τίποτε δυστυχώς δεν σε ελκύει σ’ αυτόν. Πρέπει να κάνεις μεγάλη προσπάθεια για να τον δεις με συμπάθεια, να δεις δηλαδή την κρυμμένη χάρη και το κρυμμένο φως που κάθε άνθρωπος έχει».

Είπε ο Γέροντας και δυο δάκρυα κύλισαν από τα μάτια του. Έσκυψα το κεφάλι μου κι αναρωτήθηκα: «Μήπως τον… πάγωσα τον Γέροντα; Σίγουρα, σ’ έναν βαθμό τον έχω βάλει σε αγώνα να βλέπει το κρυμμένο δικό μου φως». Κύλισαν κι απ’ τα δικά μου μάτια δυο δάκρυα. «Κύριε, ελέησον», ψιθύρισα. Κι ένιωσα λίγο την ανατολή να πάει να θερμάνει και τη δική μου καρδιά…