Η ιστοσελίδα μετακόμισε!

Ανακατευθύνεστε αυτόματα στη νέα διεύθυνση...

Πατήστε εδώ αν δεν ανακατευθυνθείτε αυτόματα

04 Σεπτεμβρίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

«Δούλε πονηρέ… ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλόν σου, ως και εγώ σε ηλέησα;» (Ματθ. ιη΄, 32-33) (Δούλε πονηρέ, δεν έπρεπε κι εσύ να ελεήσεις τον σύνδουλό σου, όπως και εγώ σε ελέησα;)

 Μία πολύ γνωστή παραβολή του Κυρίου, αυτήν του πονηρού δούλου, μας περιγράφει το ευαγγελικό ανάγνωσμα. Πρόκειται για έναν βασιλιά, που θέλησε να αποδώσουν λόγο σ᾽ αυτόν οι δούλοι του. Κι ενώ ένας δούλος διαπιστώθηκε ότι ήταν οφειλέτης πολλών χρημάτων, τα οποία αδυνατούσε να τα πληρώσει με κίνδυνο να φυλακιστεί αυτός και η οικογένειά του, τελικώς του χαρίστηκε το χρέος, γιατί τον σπλαγχνίστηκε ο Κύριός του από τα παρακάλια του. Δεν έκανε το ίδιο όμως εκείνος σ᾽ έναν σύνδουλό του, ο οποίος του χρωστούσε ένα μηδαμινό ποσό, οπότε και τον έκλεισε στη φυλακή. Η δικαιοσύνη αποκαταστάθηκε, όταν ο Κύριος έμαθε τι είχε συμβεί, και οργισμένος διέταξε τον εγκλεισμό του πονηρού δούλου στη φυλακή. Ο Κύριος εξήγησε την παραβολή: το ίδιο θα πάθει οποιοσδήποτε, την ώρα της κρίσεως, από τον Θεό, αν δεν συγχωρήσει από την καρδιά του τα παραπτώματα των συνανθρώπων του.

 1. Πρόκειται καταρχάς για παραβολή που δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για την κατανόησή της – η ευθυβολία της δεν αφήνει περιθώρια παρεξήγησής της, πολλώ μάλλον που ο ίδιος ο Κύριος δίνει το δίδαγμά της: χωρίς έλεος και συγχωρητικότητα προς τον συνάνθρωπο, ο άνθρωπος το μόνο που θα συναντήσει από τον Θεό θα είναι η οργή Του. Και μας συγκλονίζει η αποτίμηση του Κυρίου. Την έλλειψη ελέους και συγχωρητικότητας προς τον συνάνθρωπο την ταυτίζει με την πονηρία. «Δούλε πονηρέ», λέει. Η πονηρία δηλαδή είναι η ψυχική κατάσταση, κατά την οποία ο άνθρωπος αδιαφορεί για τις όποιες ανάγκες του συνανθρώπου του, μικρές ή μεγάλες, και το μόνο που έχει προ οφθαλμών είναι το ατομικό του συμφέρον. Που θα πει ότι η πονηρία αποτελεί σύμπτωμα του εγωισμού κι έλλειμμα της αγάπης,  (του τρόπου υπάρξεως του Θεού), συνεπώς ισοδυναμεί με την ίδια τη  δαιμονικότητα. Μη λησμονούμε ότι πονηρός κατεξοχήν ονομάζεται ο διάβολος.

2. Ο Κύριος έτσι μας αποκαλύπτει τον πιο εύκολο και άμεσο δρόμο, προκειμένου οι άνθρωποι να τύχουμε του ελέους του Θεού, να απαλειφθούν οι όποιες αμαρτίες μας, να έχουμε καλή σχέση μαζί Του. Κι αυτός δεν είναι άλλος από το να είμαστε εύσπλαγχνοι και ελεήμονες απέναντι στον συνάνθρωπό μας –από τον συνάνθρωπο εξαρτάται δηλαδή η σχέση με τον Θεό μας. Είναι τόσο καίρια και βασική η αλήθεια αυτή, ώστε ο Κύριος την ετόνιζε ποικιλόμορφα, και ως σαφή διδασκαλία και ως παραβολή. Για παράδειγμα, ο τονισμός της αγάπης, καρπός της οποίας είναι το έλεος και η συγχώρηση, ως της πρώτης και αποκλειστικής σχεδόν εντολής του Κυρίου, ή η άλλη γνωστή παραβολή της κρίσεως, ιδίως αυτή, κατά την οποία η στάση μας προς τον συνάνθρωπο συνιστά στάση μας απέναντι στον ίδιο τον Κύριο, τι άλλο τονίζει παρά ακριβώς τη σημασία της σημερινής παραβολής; Κι όλη η αποστολική διδασκαλία στη συνέχεια εκεί τελικώς συγκεφαλαιώνεται: «πάντα υμών εν αγάπη γινέσθω» (απ. Παύλος), διότι «η κρίσις ανίλεώς εστι τω μή ποιήσαντι έλεος» (η κρίση του Θεού θα είναι χωρίς έλεος γι’ αυτούς που δεν έδειξαν έλεος) ( απ. Ιάκωβος). Κατά συνέπεια, δεν είναι υπερβολή αυτό που οι άγιοι αββάδες του Γεροντικού σημείωναν με επιμονή: «Από τον πλησίον εξαρτάται η ζωή και ο θάνατος. Αν κερδίσουμε τον αδελφό, τον Θεό κερδίζουμε».

3. Τι είναι εκείνο που αιτιολογεί την εξάρτηση της σωτηρίας μας – τη σχέση με τον Θεό – από τον συνάνθρωπό μας; Γιατί υπάρχει το εκφρασμένο θέλημα του Θεού  για την καλή σχέση μας με τον άλλον; Η απάντηση είναι σαφής και την υπαινιχθήκαμε παραπάνω: «Ο Θεός αγάπη εστί και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ». Δεν μπορώ να είμαι με τον Θεό, που είναι αγάπη, αν δεν βρίσκομαι στην πορεία της αγάπης. Μία διαφορετική επιλογή, μία έχθρα ας πούμε, ένα μίσος, μία πικρία που επιμένει, δημιουργεί ένα τέτοιο κλίμα στην καρδιά, που αυτομάτως φυγαδεύει το Πνεύμα του Θεού από αυτήν. Όπως είναι αδύνατον να συντονίσει κανείς το ραδιόφωνό του σε άλλο μήκος κύματος από αυτό που εκπέμπει ο σταθμός που αναζητεί, κατά τον ίδιο τρόπο είναι αδύνατο να συντονιστεί κανείς με τον Θεό, έξω από εκεί που «εκπέμπει» πάντοτε Εκείνος: στην αγάπη. Πρέπει συνεπώς να βρισκόμαστε σε αναλογία ζωής με τον Θεό, για να Τον έχουμε στη ζωή μας. Διότι το ζητούμενο βεβαίως – και αυτό αποτελεί το σκοπό του ανθρώπου – είναι να είμαστε με τον Θεό, γεγονός που παραπέμπει στην «κατ᾽ εικόνα και καθ᾽ ομοίωσιν Θεού» δημιουργία μας. Έτσι λοιπόν, φτιαγμένος ο άνθρωπος από τον Θεό, για να ζει τον Θεό και να κατατείνει σε Αυτόν, χρειάζεται να συντονίζεται με ό,τι συνιστά τρόπο ζωής του Θεού. Και αυτός ο τρόπος δεν είναι άλλος, όπως είπαμε,  από την αγάπη.

4. Στην παραβολή του πονηρού δούλου, η αγάπη του Θεού, ταυτοποιημένη στο πρόσωπο του Κυρίου της παραβολής, παίρνει συγκεκριμένο περιεχόμενο: ο Θεός μάς αγαπά και μάς ελεεί, παραβλέποντας τις αμαρτίες και τα σφάλματά μας και μη λαμβάνοντας υπόψη Του τις όποιες οφειλές μας. Με την προϋπόθεση ότι και εμείς θέλουμε την αγάπη Του αυτή, καθώς φανερώνεται από την παράκλησή μας για κάτι τέτοιο: «Πάσαν την οφειλήν αφήκά σοι, επεί παρεκάλεσάς με». Κι εδώ ίσως υπονοείται το όλο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία μας, μέσα από τη σταυρική θυσία του Υιού Του. Με άλλα λόγια, στο έλεος του Θεού έχουμε την υπέρβαση της απλής έννοιας της δικαιοσύνης και τη φανέρωση αυτής στα αληθινά, του Θεού, πλαίσια: ο Χριστός μάς ελεεί, γιατί σηκώνει τις δικές μας αμαρτίες και μάς προσφέρει πλούσια την αγάπη Του. Από την άποψη αυτή, το ζητούμενο και από εμάς έλεος προς τους συνανθρώπους μας, η αγάπη που εντέλλεται ο Θεός στη σχέση μας με τον άλλον, δεν τελειώνει μ᾽ ένα απλό συγγνώμη και μ᾽ ένα «συγχώρησέ με». Αγαπάμε τον άλλον, τον ελεούμε, όταν κι εμείς είμαστε έτοιμοι να σηκώσουμε αντί για εκείνον το δικό του βάρος, να θυσιάσουμε κάτι – αν όχι όλον – από τον εαυτό μας για τη σωτηρία του. Και τονίζουμε αυτό το όριο της αγάπης και του ελέους, γιατί ο ίδιος ο Κύριος θέτει το δικό Του μέτρο ως μέτρο στάσης μας προς τους άλλους: «ως και εγώ σε ηλέησα». Το μέτρο μας για τους άλλους μάς το δίνει ο ίδιος ο Θεός.

  Εύκολο; Συγκλονιστικά δύσκολο. Θα έλεγε κανείς ακατόρθωτο. Γίνεται όμως κατορθωτό και εύκολο, μόνον μέ τη χάρη του Θεού. Κι αυτό σημειώνεται, από μία άποψη, στην παραβολή: μόνον ένας «ηλεημένος Κυρίου», άρα ευρισκόμενος μέσα στη χάρη του Θεού, μπορεί αντιστοίχως και να ελεήσει, κατά τα μέτρα του Θεού, τον συνάνθρωπό του. Κι αυτό βεβαίως σημαίνει ένταξη στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Αν δεν είσαι μέλος Χριστού και οι δυνάμεις Εκείνου δεν επενεργούν μέσα σου, είναι των αδυνάτων αδύνατον να συγχωρήσεις τον άλλον για τα σφάλματά του απέναντί σου, πολύ περισσότερο να σηκώσεις εσύ το δικό του βάρος αμαρτιών.  

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΒΑΒΥΛΑΣ

«Ο άγιος επίσκοπος Αντιοχείας Βαβύλας, όταν εισήλθε στην Εκκλησία ο βασιλιάς Νουμεριανός, τον έδιωξε από αυτήν, διότι φόνευσε τον υιό του βασιλιά των Περσών που τον είχε όμηρο. Γι’  αυτόν τον λόγο κι ο βασιλιάς αλυσόδεσε τον άγιο και τον διαπόμπευσε, ενώ στο τέλος έκοψε και το κεφάλι του, μαζί με τα κεφάλια τριών παιδιών που ήταν μαζί με τον άγιο» (Συναξάρι του Μηναίου).

Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, σαν τον τρισμέγιστο άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο, όχι μόνο ασχολήθηκαν με τον άγιο Βαβύλα και τα τρία πνευματικά τέκνα του, αλλά έγραψαν σπουδαίους λόγους για να τονίσουν το ιερό παράδειγμά τους και τη θερμουργό πίστη τους στον Κύριο Ιησού Χριστό, κατάληξη της οποίας ήταν και η προσφορά του αίματός τους για χάρη Του, συνεπώς και η ένδοξη είσοδός τους στη Βασιλεία των Ουρανών. Σ’ αυτούς τους λόγους στοιχεί και ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης, ο οποίος αναφερόμενος στον άγιο επίσκοπο Βαβύλα σημειώνει με έμφαση αυτό που συνήθως τονίζεται όταν πρόκειται περί αγίων ιερομαρτύρων: ο άγιος υπήρξε και θύτης, αλλά και θύμα. Θύτης, γιατί ιερουργούσε ως αρχιερέας τον Ιησού Χριστό στη Θεία Λειτουργία∙ θύμα, γιατί κλήθηκε εν χάριτι στην προσφορά και της ζωής του προς χάρη ακριβώς της πίστεώς του. Οι στίχοι του συναξαρίου είναι πολύ εκφραστικοί: «Ο Χριστόν αυτόν Βαβύλας θύων πάλαι, Χριστῷ προθύμως θύεται διά ξίφους» (Ο Βαβύλας που θυσίαζε τον Ίδιο τον Χριστό από παλιά ως ιερέας, θυσιάζεται πρόθυμα για χάρη Του με ξίφος).

Για τον άγιο Θεοφάνη βεβαίως, εκείνο που κατεξοχήν συνιστά το σημαντικότερο γεγονός, το οποίο ερμηνεύει και τη θαρραλέα ομολογία του αγίου (όπως και των τριών παιδιών) ενώπιον του βασιλιά, ομολογία που ξεπερνά και αυτή τη φυσική στροφή του ανθρώπου για διατήρηση της ζωής του («ἀπειλαῖς ἀπτόητος πρό βημάτων τυραννικῶν»: ωδή δ΄), είναι η μεγάλη αγάπη του αγίου για τον Ιησού Χριστό, ο έρωτάς του κυριολεκτικά για την αγία Τριάδα. Μιλάει όντως για θεϊκό έρωτα, χαρακτηρίζει τον άγιο ως εραστή της υπέρθεης Τριάδος. Κι αυτό γιατί; Διότι προκειμένου ο άνθρωπος να απεμπλακεί από τον πόθο των γήϊνων πραγμάτων – έχοντας σώμα στρεφόμαστε λόγω της πτώσεως στην αμαρτία με πάθος σε ό,τι αποτελεί έλξη της ύλης – απαιτείται μία ισχυρότερη δύναμη από τον πόθο αυτόν∙ κι αυτή η δύναμη δεν ειναι άλλη από τον έρωτα προς τον Χριστό και Θεό μας. «Εσύ, Βαβύλα μακάριε» σημειώνει συγκεκριμένα, «αφού υπέταξες τον πόθο των γήϊνων πραγμάτων στον θεϊκό έρωτα, καταφρόνησες και την ίδια τη ζωή, γιατί βιαζόσουν να δεις την ωραιότητα του Χριστού» (ωδή α΄) – ό,τι ομολογεί και ο άγιος Ιγνάτιος για τον έρωτά του Χριστό: «ὁ ἐμός ἔρως ἐσταύρωται».

Μιλώντας για τους αγίους της Εκκλησίας μας, βρισκόμαστε σε επίπεδο πέραν των υλικών και γηῒνων. Εισαγόμαστε δι’ αυτών μέσα στα λόγια του Ίδιου του Κυρίου, ο Οποίος μας καλεί σε αντίστοιχη αγάπη προς τη Δική Του, που σημαίνει ότι εισερχόμαστε μέσα σ’ Εκείνον, αφού κατά τον πατερικό λόγο ο Ίδιος περικλείεται στα λόγια Του – «Ἐν Αὐτῷ ζῶμεν καί Αὐτός ἐν ἡμῖν».  

03 Σεπτεμβρίου 2021

ΤΙ ΕΒΛΕΠΕ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΑ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΘΙΜΟΣ;

«Πρηστήρια ὄργανα, βασανιστήρια πάντα πρό ὀφθαλμῶν σου βλέψας, οὐκ ἐσαλεύθης τῷ νοΐ˙ ἀλλά θερμῶς ἐχώρησας πρός βάσανα, Ἄνθιμε πολύαθλε» (ωδή γ΄ κανόνος αγίου).

(Ενώ είδες μπροστά στα μάτια σου τα φοβερά όργανα του μαρτυρίου και όλα τα βασανιστήρια, δεν σαλεύτηκε καθόλου ο νους σου. Αντίθετα, προχώρησες προς τα βάσανα με θερμή θέληση, Άνθιμε πολύαθλε).

Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος με τον φωτισμό του Θεού που έχει μάς ανοίγει λίγο τα μάτια να κατανοήσουμε το τι συνέβαινε την ώρα του σκληρού μαρτυρίου του αγίου Ανθίμου. Ο ηγεμόνας Μαξιμιανός προκειμένου να τρομοκρατήσει τον άγιο και να τον κάμψει ψυχολογικά τον έφερε προς ανάκριση μπροστά στα όργανα του βασανισμού του – ποιος φυσιολογικός άνθρωπος δεν θα πανικοβαλλόταν ξέροντας τι τον περιμένει σε μία ενδεχόμενη άρνηση της θέλησης του εξουσιαστή του; Δεν είναι συνήθης τακτική όλων των δικτατόρων για να κάμψουν το φρόνημα του υποτιθεμένου αντιπάλου τους; Η δημιουργία κλίματος φόβου και τρόμου - αυτό που κάνει και ο Πονηρός διάβολος όταν επιτίθεται στον πιστό άνθρωπο: το κλίμα φόβου είναι το κατάλληλο πλαίσιο υποταγής σ’ αυτόν.

Κι όμως ο άγιος Άνθιμος όχι μόνον δεν κάμπτεται και δεν πτοείται, αλλά αντιθέτως προχωρεί με θέρμη ψυχής προς τα βασανιστήρια. Και τα αντέχει και τα υπερνικά και εισέρχεται νικητής στη Βασιλεία του Θεού, έχοντας δώσει και το αίμα του για τον Κύριο της ζωής του. Πώς; Ποιο είναι το «μυστικό» του που τον ανεβάζει σε ανώτερο του φυσικού επίπεδο; Ασφαλώς, η αληθινή πίστη του, θεμελιωμένη στην αγάπη του Δημιουργού του. «Γίνου πιστός άχρι θανάτου» είναι η προτροπή του Πνεύματος του Θεού. Ο ίδιος ο Κύριος άλλωστε είχε πει: «μη φοβηθείτε αυτούς που σκοτώνουν το σώμα σας, αλλά δεν έχουν καμία εξουσία στην ψυχή σας», γιατί η ψυχή είναι αυτή που καθορίζει την ποιότητα της ζωής του ανθρώπου και εξασφαλίζει ή όχι τη ζωντανή σχέση με τον Θεό. Άλλωστε, όπου υπάρχει γνήσια και θερμή αγάπη, εκεί ο φόβος απομακρύνεται, όπως το επισημαίνει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος: «Φόβος δεν υπάρχει εκεί που υπάρχει η αγάπη, αλλά η τέλεια αγάπη βγάζει έξω από την καρδιά του ανθρώπου τον φόβο».

Λοιπόν, ο υμνογράφος άγιος Ιωσήφ στην πνευματική κατάσταση του αγίου Ανθίμου προσανατολίζει τη σκέψη μας: ο άγιος ιερομάρτυς ζούσε τόσο έντονα την παρουσία του Χριστού στη ζωή του, είχε τόσο πολύ προσηλωμένους τους οφθαλμούς της διανοίας του σ’ Εκείνον, κατά το αγιογραφικό «οι οφθαλμοί μου διά παντός προς τον Κύριον», ώστε ενώ «έβλεπε» τα φοβερά όργανα του βασανισμού του, δεν τα έβλεπε! Γιατί η προσοχή του ήταν στραμμένη στο πέραν αυτών, δηλαδή όπως είπαμε στην παρουσία του Κυρίου, στους αγγέλους που παρευρίσκονταν και τον ενίσχυαν, στους αγίους που είχαν προηγηθεί αυτού στα μαρτύρια, στο στεφάνι που ο Κύριος του είχε ετοιμάσει. «Δεν προσέχουμε τα βλεπόμενα αισθητά, αλλά τα μη βλεπόμενα» σημειώνει ο απόστολος Παύλος, «διότι τα βλεπόμενα είναι πρόσκαιρα, ενώ τα μη βλεπόμενα είναι αιώνια».

Κι εδώ έγκειται η σπουδαιότητα της επισήμανσης του αγίου υμνογράφου. Σε όλα τα προβλήματα και τις δοκιμασίες που αντιμετωπίζουμε οι άνθρωποι σ’ αυτήν τη ζωή, σε όλα τα «μαρτύρια» που μπορεί να περνάμε – που δεν είναι μόνον μαρτύρια απώλειας της φυσικής ζωής μας εννοείται – το «μυστικό» του αγίου Ανθίμου είναι το μυστικό του κάθε πιστού. Προσπαθούμε με τη χάρη του Θεού να μη μένουμε προσκολλημένοι στα αισθητά προβλήματα, σε ό,τι πάει να μας καταβάλει γιατί είναι ενώπιόν μας, αλλά να ενεργοποιούμε τον οφθαλμό της πίστεως και να βλέπουμε το «βάθος» των πραγμάτων: την πανταχού παρουσία του Κυρίου, την παρουσία του φύλακα αγγέλου μας, το στοργικό βλέμμα της Παναγίας Μητέρας μας. Κι εκεί να επιμένουμε. Ο νους μας τότε δεν θα σαλεύεται, δεν θα χάνει τον προσανατολισμό του, με αποτέλεσμα γρήγορα να αισθανθούμε και την ενέργεια της χάρης του Κυρίου, η οποία θα μας ενισχύσει και στην ψυχή και στο σώμα. Ο πειραματισμός πάνω στην πραγματικότητα αυτή θα μας πείσει απολύτως περί της αλήθειας της.

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΑΝΘΙΜΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΝΙΚΟΜΗΔΕΙΑΣ

«Ο άγιος Άνθιμος οδηγήθηκε δέσμιος για εξέταση προς τον αυτοκράτορα Μαξιμιανό, ενώ είχαν φέρει εκεί όλα τα όργανα των βασανιστηρίων. Κι όταν ρωτήθηκε και με παρρησία κήρυξε τον Χριστόν, του σπάσανε τον τένοντα, τον πλήγωσαν με πυρωμένα σίδερα και τον άπλωσαν γυμνό πάνω σε όστρακο, οπότε και τον κτύπησαν με ραβδιά. Στη συνέχεια του βάλανε ως υποδήματα χαλκά στηρίγματα πυρακτωμένα και τον έδεσαν σε τροχό, ενώ στο τέλος του έκοψαν το κεφάλι. Κι ενώ κόπηκε το κεφάλι, συνέχισε να φυτρώνει τρίχες».

Ο άγιος Άνθιμος ανήκει στη χορεία των αγίων ιερομαρτύρων, οι οποίοι έχουν διπλή τη χάρη του Θεού: της ιερωσύνης και του μαρτυρίου. Και στα δύο διέπρεψε τόσο, ώστε να χαίρονται και να δοξολογούν τη μνήμη του και οι πιστοί στον κόσμο τούτο, αλλά και οι άγγελοι και οι προγενέστεροι αυτού μάρτυρες, άρα σύμπασα η Εκκλησία, η στρατευόμενη και η θριαμβεύουσα ονομαζομένη. Διότι «θυσίαν το πρότερον Θεώ φέρων την αναίμακτον, ως ιερεύς εννομώτατος, ως ολοκάρπωμα και δεκτήν θυσίαν σεαυτόν δι’  αίματος, ως Μάρτυς αληθέστατος ύστερον, Χριστώ προσήγαγες», δηλαδή ως ιερεύς που ζούσε απολύτως σύμφωνα με το θέλημα του Θεού πρόσφερε πρώτα την αναίμακτη θυσία σ’  Εκείνον, έπειτα δε, ως μάρτυς αληθέστατος πρόσφερε τον εαυτό του δεκτή θυσία στον Χριστό με το αίμα του. Κι όχι μόνο αυτό: υπήρξε, όπως έχει σημειωθεί και άλλοτε, αλείπτης πολλών μαρτύρων, δηλαδή με τον λόγο του,  τις παραινέσεις του και τις προσευχές του, κυρίως όμως με τη ζωή του,  καθοδήγησε και άλλους στο να μείνουν σταθεροί στην πίστη τους και να γίνουν και αυτοί μάρτυρες του Κυρίου. «Μαρτύρων στρατεύματα Χριστώ, Πάτερ, προσενήνοχας, ταις υποθήκαις σου, Άνθιμε, και παραινέσεσι, νουθετών, διδάσκων, και σαφές υπόδειγμα, θεόφρον, σεαυτόν παρεχόμενος» (Πάτερ θεόφρον, πρόσφερες στον Χριστό στρατεύματα μαρτύρων, καθώς τους νουθετούσες με τις διδασκαλίες σου και τις παραινέσεις σου και τους παρείχες τον εαυτό σου ως σαφές υπόδειγμα).

Η υπέρ άνθρωπον πορεία του αγίου Ανθίμου, και όσο ζούσε εν ειρήνη και την ώρα του μαρτυρίου, είναι βεβαίως καρπός και της θείας χάρης που τον ενίσχυε – κανείς δεν μπορεί από μόνος του να γίνει μάρτυρας Χριστού, με την έννοια όχι μόνον της υπομονής στα βασανιστήρια, κάτι που το συναντάμε και στα μαρτύρια εκτός της χριστιανικής πίστεως, αλλά και της επιμονής στην αγάπη προς τους εχθρούς: ο μάρτυρας του Χριστού πεθαίνει προσευχόμενος για τους διώκτες του – αλλά και της δικής του θέλησης, την οποία ολοκάρδια είχε καταθέσει στον Κύριό του. Αν μάλιστα δεν υπάρχει αυτή η θέληση από πλευράς του ανθρώπου, η χάρη του Θεού μένει ανενέργητη, όσο κι αν επιθυμεί ο Θεός να σώσει τον άνθρωπο. Η θέληση του αγίου Ανθίμου να είναι με τον Θεό, η οποία ενεργοποιούσε και τη χάρη του Θεού, φάνηκε από την επίμονη προσπάθειά του να κρατάει στο νου και την καρδιά του τη μνήμη του Θεού. Ο άγιος ζούσε την εντολή του Κυρίου «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη ψυχή σου, εν όλη τη καρδία σου, εν όλη τη διανοία σου, εν όλη τη ισχύι σου και τον πλησίον σου ως σεαυτόν», γεγονός που προκαλούσε τον διάβολο, που δεν εύρισκε δίοδο πειρασμού στην καρδιά του. Το αποτέλεσμα βεβαίως σ’  αυτές τις περιπτώσεις είναι γνωστό: ο μεν διάβολος εκνευρίζεται, ενώ ο πιστός άνθρωπος ενισχύεται ακόμη περισσότερο από τη χάρη του Θεού, διά της οποίας και κατατροπώνει τον αντίπαλο. Ο υμνογράφος της Εκκλησίας περιγράφει την εσωτερική αυτή κατάσταση με εξαίσιο τρόπο: «Νευρώσας την ψυχήν, επιμόνοις μελέταις, εξενεύρισας εχθρόν, ανδρείαις συμπλοκαίς, και ανίσχυρον έδειξας». Δυνάμωσες την ψυχή σου με επίμονες μελέτες (του Θεού), γι’  αυτό και εκνεύρισες τον εχθρό, τον οποίο και απέδειξες ανίσχυρο, συμπλεκόμενος με αυτόν με ανδρειότητα.

Ο άγιος Άνθιμος είναι παράδειγμα όχι μόνον για τους πιστούς της εποχής του, αλλά και κάθε εποχής. Μας υπενθυμίζει ότι τον Θεό δεν μπορούμε να Τον έχουμε στο περιθώριο της ζωής μας, αλλά στο κέντρο της, που σημαίνει πως ό,τι λέμε, κάνουμε, σκεπτόμαστε πρέπει να αποπνέουν το άρωμα της θεϊκής παρουσίας. Κι αυτό πραγματοποιείται αν αρχίσουμε να συνειδητοποιούμε ότι το όλο μυστικό της πνευματικής ζωής, που ενεργοποιεί, όπως είπαμε, τη χάρη του Θεού, είναι το θέμα των λογισμών. Ο νους και η καρδιά μας πρέπει να είναι στραμμένα προς τον Θεό. Η επίμονη μελέτη μας στην παρουσία του Θεού, στις άγιες εντολές Του, στις προσευχές μας, κυρίως με τη σύντομη ευχή «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», είναι εκείνη που ζωντανεύει την πίστη μας και μας κάνει πραγματικά μέλη του Χριστού, κυριολεκτικά κατοικητήρια Εκείνου. Ο άγιος Άνθιμος είναι και ο δικός μας αλείπτης στην εύρεση της Βασιλείας του Θεού.

02 Σεπτεμβρίου 2021

Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΝΗΣΤΕΥΤΟΥ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ

 «Δι’ ἐγκρατείας, Πάτερ, καί προσευχῆς ἀκλινοῦς εἰσῆλθες πρός τήν ἀκρόπολιν τῆς ἀρετῆς, θεοφόρε, ἔνθα τῆς τρυφῆς τόν χειμάρρουν τρυφᾷς» (ωδή γ΄ κανόνος αγίου).

(Με την εγκράτεια, Πάτερ θεοφόρε, και τη σταθερή και ακλόνητη προσευχή σου εισήλθες στην ακρόπολη της αρετής, δηλαδή την αγάπη, όπου απολαμβάνεις τον χείμαρρο της τρυφής του Παραδείσου).

Α. «Ο άγιος Ιωάννης από παιδί διακρίθηκε για τη σπάνια εγκράτεια του και για τον από φυσικού έρωτα προς τη νηστεία, πράγμα που του έδωσε και την προσωνυμία του Νηστευτή. Ο Άγιος Ιωάννης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και όταν έγινε έφηβος έκανε το επάγγελμα του χαράκτη. Η καρδιά του όμως, ήταν δοσμένη στα θεία και κάθε μέρα διάβαζε την Αγία Γραφή και άλλα θρησκευτικά βιβλία, πλουτίζοντας έτσι τις γνώσεις του. Τα πλεονεκτήματα του αυτά, εκτίμησε ο Πατριάρχης Ιωάννης ο Γ' και τον χειροτόνησε διάκονο. Από τη θέση αυτή ανέπτυξε ιδιαίτερα την ελεημοσύνη, βοηθώντας πλήθος φτωχών και άλλων απόρων. Αργότερα έγινε πρεσβύτερος, και μετά το θάνατο του Πατριάρχη Ευτυχίου, με κοινή υπόδειξη αρχόντων και λαού, εκλέχτηκε διάδοχος του ο Ιωάννης ο Νηστευτής σαν Ιωάννης Δ' (582 επί βασιλέως Μαυρικίου). Το πόσο έλαμψε και σαν Πατριάρχης ο Ιωάννης, έχουμε πολύ εύγλωττες μαρτυρίες: Ο επίσκοπος Σενιλλίας Ισίδωρος τον παριστάνει σαν Άγιο και ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Σωφρόνιος τον αποκάλεσε «σκήνωμα πάσης ἀρετῆς». Στον Ιωάννη επίσης Σύνοδος των Πατριαρχών που συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη το 587, του απένειμε τον τίτλο «Οἰκουμενικός». Σχετικά με τις εκκλησιαστικές ποινές ο Ιωάννης θέσπισε σοφό κανονικό, που βρίσκεται στο Πηδάλιο. Κοιμήθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου του 595 μ.Χ. και το λείψανό του τάφηκε στο ναό των Αγίων Αποστόλων» (Από ιστολόγιο: ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ).

Β. Ο παραπάνω ύμνος του αγίου υμνογράφου Γερμανού καταγράφει τον δρόμο που ακολούθησε ο όσιος προκειμένου να εισέλθει στην αγκαλιά του Κυρίου και να απολαμβάνει έκτοτε την τρυφή της Βασιλείας Του. Η μόνη διαφορά είναι ότι επιλέγει αντί του όρου «Βασιλεία του Θεού» τη φράση «ακρόπολη της αρετής», διότι και τα δύο ταυτίζονται: ακρόπολη της αρετής είναι η αγάπη και αγάπη είναι ο ίδιος ο Θεός. Λοιπόν, ο άγιος Ιωάννης έφτασε στο άκρο της αρετής αυτής, που θα πει η καρδιά του και όλη η ύπαρξή του έγινε κατοικητήριο της αγίας Τριάδος, ήδη από τη ζωή αυτή στον κόσμο τούτο, πολύ περισσότερο όμως μετά την οσιακή κοίμησή του.

Δεν είναι απροϋπόθετη όμως η πορεία αυτή και η ένταξη στη Βασιλεία του Θεού. Απαιτείται η συνέργεια του ανθρώπου κι αυτή εκφράζεται με το ασκητικό φρόνημα της εγκράτειας και την εν αγάπη προσκόλληση του ανθρώπου στον Κύριο κατεξοχήν μέσω του αγώνα της προσευχής. Εγκράτεια και προσευχή θεωρούνται κατά την ορθόδοξη πίστη μας τα πιο «βαριά» όπλα της πνευματικής ζωής, τα οποία συνδέονται ουσιωδώς και οργανικώς μεταξύ τους. Κι αυτό διότι κανείς δεν μπορεί να προσευχηθεί ορθά, που θα πει με αταλάντευτη και «ακλινή» προσήλωση προς τον Κύριο, αν δεν έχει καταστήσει και δεν καθιστά τον εαυτό του ελεύθερο από τα πάθη του μέσω της εγκρατείας του. Άνθρωπος με άλλα λόγια που είναι έκδοτος στις ηδονές και τα πάθη του λόγω της ακρασίας του, δηλαδή άγεται και φέρεται από την προσκόλλησή του σ’ αυτά, δεν μπορεί να αναφερθεί σωστά στον Κύριο, η όποια προσευχή του ρυπαίνεται από την βρωμιά των παθών του.

Πάει για παράδειγμα να προσευχηθεί ένας μνησίκακος και αντί του προσώπου του Κυρίου «βλέπει» διαρκώς ενώπιόν του το πρόσωπο εκείνου που μισεί γιατί ενδεχομένως κάτι του έκανε. Και μπορεί να λέει λόγια προσευχής με το στόμα, η καρδιά του όμως «ζωγραφίζει» εικόνες εκδίκησης για τον υποτιθέμενο εχθρό του – μία «προσευχή» έτσι που στρέφεται εναντίον του ίδιου του εαυτού του και αυξάνει το πλήθος των αμαρτιών του! Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας, στηριγμένη στον Κύριο και στους αγίους Πατέρες της που εμπειρικά έζησαν τα της πνευματικής ζωής, μας παροτρύνουν πάντοτε στη νηστεία, στον περιορισμό κάθε ανεξέλεγκτης τάσης για απόλαυση των ηδονών του βίου, στη μετριοπάθεια – είναι ο δρόμος για να μπορούν οι οφθαλμοί μας να είναι στραμμένοι, όπως είπαμε, προς τον Κύριο. «Μακάριοι οι καθαροί στην καρδιά, γιατί αυτοί θα δουν τον Θεό», όπως απεκάλυψε το αψευδές στόμα του Κυρίου μας.

ΤΟ ΑΠΤΟΗΤΟ ΦΡΟΝΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΜΑ

«Αὐτοθελῶς πρός τούς ἀγῶνας ἐχώρησας, ἀπτοήτῳ, ἔνδοξε, φρονήματι∙ τόν γάρ Χριστόν εἶχες συνεργόν, θείᾳ δυναστείᾳ τό ἀσθενές σου ρωννύοντα, καί μάρτυρα δεικνύντα τῶν αὐτῶν παθημάτων, καί τῆς ἄνω λαμπρότητος μέτοχον» (ὠδή δ΄).

(Προχώρησες, ένδοξε, με τη θέλησή σου προς τους (μαρτυρικούς) αγώνες, με άφοβο φρόνημα. Διότι είχες συνεργό τον Χριστό, ο Οποίος ενίσχυε την ασθένεια (της ανθρώπινης φύσης σου) και σε φανέρωνε μάρτυρα των δικών Του παθημάτων και μέτοχο της ουράνιας λαμπρότητας).

Ο άγιος υμνογράφος προβαίνει σε μία γενική θα λέγαμε εκτίμηση του μαρτυρίου του αγίου Μάμα. Δεκαπεντάχρονο παιδί αυτός, γιος αγίων μαρτύρων του Χριστού, βρίσκεται πάνω στην οδό των γονέων του, με το ίδιο μ’ αυτούς μαρτυρικό φρόνημα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για το φρόνημα του Ίδιου του Κυρίου Ιησού, διότι Αυτός υπήρξε ο πρώτος Μάρτυς, στο μαρτύριο του Οποίου μετέχει έκτοτε κάθε ένας που με πίστη αληθινή Τον έχει αποδεχθεί στη ζωή του. Θέλουμε να πούμε ότι κανείς δεν είναι χριστιανός αν δεν βρίσκεται σε ετοιμότητα να δώσει και την ίδια τη ζωή του για χάρη του αρχηγού της πίστης του – το μαρτύριο συνιστά το καίριο στοιχείο του πιστού ως συνέχεια του μαρτυρίου του Κυρίου,  ανεξάρτητα από το αν τελικώς θα καταλήξει σε μαρτύριο του αίματος ή θα υπάρχει μόνο ως μαρτύριο της συνειδήσεως. Κι αυτό συμβαίνει βεβαίως διότι η σχέση του Χριστού με τον πιστό άνθρωπο καθορίζεται αποκλειστικά και μόνο από την αγάπη, η οποία χριστιανικά έχει θυσιαστικό χαρακτήρα. Ο Θεός μάς αγάπησε και μας αγαπά θυσιαζόμενος για εμάς, εμείς ανταποκρινόμαστε με τον ίδιο τρόπο. Όπως το λέει και ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος: «ἡμεῖς ἀγαπῶμεν ὅτι Αὐτός πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς» - ας δούμε και τη συνέχεια της σάρκωσης του Κυρίου μέσα από τη Θεία Ευχαριστία: αδιάκοπα μας προσφέρεται «μελιζόμενος καί διαμεριζόμενος» προς χάρη μας, οπότε το δικό Του φρόνημα κατ’ ανάγκη γίνεται φρόνημα και των μελών Του χριστιανών.  

Αυτό σημειώνει λοιπόν ως κεντρική θεολογική θέση και ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης για το μαρτύριο του αγίου Μάμα: ο ίδιος ο Κύριος τον φανέρωσε μάρτυρα του δικού Του Πάθους, που θα πει ότι ο άγιος, όπως και κάθε άγιος μάρτυρας, δεν αγωνιζόταν μόνος του. Και πώς θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο, όταν ο Χριστός έχει αποκαλύψει ότι «χωρίς Αὐτοῦ οὐ δυνάμεθα ποιεῖν οὐδέν»; Μόνον με τη δική Του δύναμη μπορεί κανείς να Τον ακολουθήσει στη ζωή του, πολύ περισσότερο στο μαρτύριο του αίματος. Κι έρχεται ο άγιος Θεοφάνης όμως για να συμπληρώσει ότι αφενός η συμμετοχή αυτή στο Πάθος του Χριστού συνιστά μετοχή στη λαμπρότητα της Βασιλείας του Θεού – το μαρτύριο οδηγεί αμέσως στη δόξα του Ουρανού – αφετέρου απαιτείται η θέληση του ανθρώπου. Και δεν μιλάμε για μία θέληση που «σέρνεται» φοβικά και πάει «αλλοιθωρίζοντας» προς τον κόσμο, αλλά για μία θέληση που διακρίνεται για την αποφασιστικότητα της «κόλλησης» της ψυχής και της καρδιάς προς την εικόνα και τη μορφή του Χριστού λόγω αγάπης προς Αυτόν. «Προχώρησες προς τους αγώνες με απτόητο και άφοβο φρόνημα». Η αγάπη του Μάμα προς τον Χριστό, καρπός της χάρης στην καλοπροαίρετη καρδιά του, τον έκανε να ξεπερνά το στοιχείο του φόβου. «Η τέλεια αγάπη, μας θυμίζει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, εξορίζει τον φόβο από την καρδιά».

Αλλά ο Θεοφάνης ο υμνογράφος γίνεται πολύ ανθρώπινος, γιατί είναι κι αυτός άγιος με εμπειρία του πνευματικού αγώνα και με απόλυτη γνώση του τι είναι ο άνθρωπος στον κόσμο τούτο, έστω κι αν είναι χριστιανός. Τι μας λέει και μας «προσγειώνει»; Ναι, ο μάρτυρας έτρεχε εκούσια προς το μαρτύριό του∙ ναι, αγαπούσε πολύ τον Χριστό∙ αλλά δεν έπαυε να είναι άνθρωπος που μόνος του, όπως είπαμε, δεν μπορεί να κάνει τίποτε. Κι ήταν ο Χριστός που βλέποντας τη δική του διάθεση τον ενίσχυε στην ασθένειά του – «ρωννύων τό ἀσθενές (τοῦ Μάμαντος) θείᾳ δυναστείᾳ». Μπροστά στο φάσμα του θανάτου, και μάλιστα με βάσανα, μπορεί το δεκαπεντάχρονο παιδί να δείλιασε – τίποτε πιο ανθρώπινο και «φυσικό»! Κι ο Χριστός τον ενισχύει και του δυναμώνει τη θέληση. Κι αυτός, ενισχυμένος πια, τρέχει προς το μαρτύριο και δίνει τη ζωή του για χάρη του Χριστού. Πόσες ανάλογες καταγραφές δεν έχουμε από τα μαρτύρια των χριστιανών! Δεν θυμόμαστε την αγία Μαρίνα για παράδειγμα που μπροστά σ’ έναν τεράστιο δράκοντα πανικοβλήθηκε! Και παρακάλεσε τον Κύριο, γιατί  σ’ Εκείνον στράφηκε η φοβισμένη θέλησή της, κι ο Κύριος τον δράκοντα τον μεταποίησε στα μάτια της σ’ ένα μικρό και θεωρούμενο ανίσχυρο μαύρο σκυλί, το οποίο και το εξολόθρευσε εύκολα.

Ο Κύριος ενισχύει την αδύνατη θέλησή μας σε ό,τι ανθρωπίνως μας υπερβαίνει, όταν πιστέψουμε στην παντοδυναμία Εκείνου. Το δικό μας συνήθως πρόβλημα όμως είναι ότι τη δική μας αδυναμία την κάνουμε και αδυναμία του παντοδύναμου Θεού! Κι αυτόν τον παραλογισμό τον θεωρούμε πολύ συχνά ως τετράγωνη λογική και έκφραση της «εξυπνάδας» μας!

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΜΑΜΑΣ

«Ο άγιος Μάμας ήταν από τη Γάγγρα, πόλη των Παφλαγόνων. Οι γονείς του ήταν Χριστιανοί, οι οποίοι συνελήφθησαν για την πίστη τους στον Χριστό και ρίχτηκαν στη φυλακή. Εκεί, στα δεσμά της φυλακής, γεννήθηκε και ο άγιος. Επειδή οι γονείς του πέθαναν στη φυλακή, ανέλαβε το βρέφος κάποια Χριστιανή γυναίκα, ονόματι Αμμία, η οποία και τον ανέθρεψε. Τη θετή αυτή μητέρα του ο άγιος φώναζε διαρκώς «μαμά», γι’  αυτό και Μάμα τον ονόμασαν. Όταν έγινε δεκαπέντε ετών, συνελήφθη ως Χριστιανός και κτυπήθηκε με ραβδιά, ενώ στη συνέχεια του κρέμασαν βαρύ μολύβι στον τράχηλο και τον έριξαν στη θάλασσα. Σώθηκε όμως με τη δύναμη του Θεού από τον κίνδυνο και κρύφτηκε σ’  ένα σπήλαιο, τρεφόμενος από το γάλα ελαφιών. Και πάλι όμως τον συνέλαβαν, τον έριξαν σε καμίνι και τον πέταξαν στα θηρία. Τέλος τον τρύπησαν με σιδερένια τρίαινα, οπότε και έφυγε από τη ζωή αυτή».

Τριπλή η χάρη την οποία έχει ο άγιος Μάμας: Πρώτον, υπήρξε παιδί μαρτύρων, από τους οποίους, έστω κι αν δεν τους γνώρισε, δεχόταν ασφαλώς τη διαρκή ευλογία των εν παρρησία προσευχών τους ενώπιον του Κυρίου. Δεύτερον, ανατράφηκε χριστιανικά, από ευσεβή γυναίκα, η οποία του μετάγγισε τα νάματα της χριστιανικής πίστεως και δεν έπαυσε ασφαλώς να του μιλά για τους αγιασμένους γονείς του. Τρίτον, και σημαντικότερο, ο ίδιος υπήρξε, παιδί ακόμα, ομολογητής και μάρτυρας της χριστιανικής πίστεως, ανήκοντας στην περίοπτη ομάδα των αγίων παιδομαρτύρων. Την ιδιαίτερη αυτή χάρη του αγίου Μάμα προβάλλει η  Εκκλησία μας, μέσα ιδίως από την ακολουθία του, καθώς τον παραλληλίζει, λόγω της αντιστοιχίας των μαρτυρίων τους, και με τους αγίους τρεις παίδες στη Βαβυλώνα, οι οποίοι ρίχτηκαν στη φωτιά λόγω της συνέπειας στην πίστη τους, και με τον προφήτη Δανιήλ, ο οποίος  υπέστη το μαρτύριο του εγκλεισμού του σε λάκκο με λιοντάρια. Κι ακόμη, τον βλέπει ο άγιος υμνογράφος ως συνέχεια του δικαίου Άβελ: όπως εκείνος, ως ποιμήν προβάτων που προσέφερε  θυσία στον Θεό ό,τι καλύτερο είχε από το ποίμνιό του, δέχτηκε και το στεφάνι της αθλήσεως, έτσι και ο άγιος Μάμας: ζώντας ανάμεσα σε ζώα, όταν κλείστηκε στο σπήλαιο, τελικώς «εαυτόν θύμα ευπρόσδεκτον τω Χριστώ προσήγαγε διά του μαρτυρίου» (πρόσφερε τον εαυτό του διά του μαρτυρίου θύμα ευπρόσδεκτο στον Χριστό).

Το σημαντικό μεταξύ των άλλων που επισημαίνουμε στον άγιο Μάμα, είναι το γεγονός ότι δεν απέρριψε, αλλ’  αντιθέτως αξιοποίησε πλήρως τη χάρη που του προσφέρθηκε. Θέλουμε να πούμε ότι ο νεαρός άγιος, γόνος μαρτύρων και αναθρεμμένος χριστιανικά, δεν αντιδρά στην ιδιαίτερη αυτή χάρη που του δίνεται, δεν λειτουργεί δηλαδή σ’  αυτόν, θα λέγαμε, η «φυσική» θεωρούμενη σήμερα αντιδραστικότητα της εφηβικής ηλικίας. Διότι πολύ συχνά διαπιστώνουμε ότι παιδιά ευσεβών γονέων, όταν εισέρχονται στην εφηβική ηλικία, αρχίζουν και αντιδρούν στις αρχές και τις αξίες των γονέων τους, γιατί θέλουν  να διαμορφώσουν τη δική τους ξεχωριστή ζωή μέσα σε πλαίσια ελευθερίας, άρα έξω, κατ’  αυτούς από την «καταπίεση» της παραδεδομένης πίστης. Και βεβαίως, ως ένα σημείο, τα πράγματα είναι φυσικό να εξελίσσονται έτσι, όπως είναι φυσικό να βλέπουμε τελικώς την επάνοδο των «επαναστατημένων» νέων στις παραδόσεις της οικογένειας, ευθύς ως ισορροπήσουν από τη λαίλαπα της εφηβικής ηλικίας. Στον άγιο Μάμα δεν βλέπουμε όμως αυτή τη «φυσική» πορεία και εξέλιξη. Παρουσιάζει τέτοια εξέχουσα ωριμότητα ήδη από παιδί, που γίνεται πρότυπο όχι μόνο για τους νέους, αλλά και όλους τους ανθρώπους κάθε ηλικίας.

Ο υμνογράφος μάλιστα, αδυνατώντας προφανώς να κατανοήσει λογικά την εκπληκτική για τα δεδομένα της ηλικίας σύνεση και  ωριμότητα του παιδιού Μάμα,  επιχειρεί να την αιτιολογήσει, ανάγοντας  αυτήν σε μία ξεχωριστή χάρη, την οποία ο Θεός του έδωσε, επειδή προείδε την αγαθή διάθεση της ψυχής του και την όλη αγιασμένη εξέλιξη της ζωής του. «Το ευγενές και κατά πάντα τέλειον, της διανοίας σου, ο προειδώς Λόγος, Μάμα εκ σπαργάνων σε, συνέσεως επλήρωσε, και καλών ταις ιδέαις, πολυειδώς κατεκόσμησε, μάρτυς αθλοφόρε πανεύφημε» (Ο Λόγος του Θεού, ο Χριστός, μάρτυς αθλοφόρε πανεύφημε Μάμα, επειδή προείδε την ευγένεια και την κατά πάντα τελειότητα της διάνοιάς σου, από τα σπάργανα σε γέμισε με σύνεση,  και σε καταστόλισε ποικιλόμορφα με τις ιδέες των καλών). Δεν μπορούμε να σχολιάσουμε τον τρόπο δράσεως αυτόν του Θεού – ποιος μπορεί να γίνει σύμβουλός Του; - μπορούμε όμως να παραδειγματιστούμε όλοι από τον άγιο Μάμα, προσπαθώντας, όσο είναι δυνατόν, να μη γινόμαστε αντιδραστικοί στα καλά που μας παραδίδονται από τις προηγούμενες γενιές. Κάποτε, θα πρέπει όλοι, ως πρόσωπα, ως κοινωνία, ως κράτος να σοβαρευτούμε, επιλέγοντας την ωριμότητα της αποδοχής των καλών και όχι διαρκώς την ανωριμότητα της απόρριψης. Κάποτε θα πρέπει να αφήσουμε την αντιδραστικότητα της εφηβείας και να ενηλικιωθούμε.