Η ιστοσελίδα μετακόμισε!

Ανακατευθύνεστε αυτόματα στη νέα διεύθυνση...

Πατήστε εδώ αν δεν ανακατευθυνθείτε αυτόματα

16 Νοεμβρίου 2021

ΛΟΓΙΑ ΑΓΙΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Ο ΠΙΟ ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΚΑΙ ΕΥΚΟΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ

«Ο όσιος Παΐσιος ο αγιορείτης ζούσε το μυστήριο της υπακοής. Από πείρα έμαθε τα αγαθά της, γι’  αυτό την επιζητούσε… Ήθελε όμως η υπακοή να πηγάζει από την ελευθερία και να γίνεται με χαρούμενη διάθεση. Να μην είναι τυπική, εξωτερική και στρατιωτική, αλλά υποταγή στο φρόνημα του Γέροντα. Την θεωρούσε θεραπεία κάθε ψυχικού νοσήματος και προ παντός της υπερηφανείας. Τόνιζε: “Η υπακοή είναι ο πιο σύντομος και εύκολος δρόμος. Είναι το κλειδί του παραδείσου. Με αυτήν κόβεται το θέλημα, ο εγωισμός, τα πάθη, έρχεται η χάρις του Θεού και γίνεται η ζωή παράδεισος”» (Ιερομ. Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, Άγιον Όρος, σελ. 399. 403).

Πόση ευλογία θα υπήρχε αν αυτό εφαρμοζόταν και στις ανθρώπινες σχέσεις στην κοινωνία, ιδίως μέσα στην οικογένεια. Ο απόστολος Παύλος μάλιστα δεν είναι εκείνος που τονίζει την αλήθεια αυτή; «Υποτασσόμενοι αλλήλοις εν φόβω Θεού» λέει για το πώς πρέπει να ζουν ο άνδρας και η γυναίκα μέσα στην οικογένεια. Ο καθένας να υποτάσσεται στον άλλον, μέσα στο κλίμα της παρουσίας του Θεού. Γιατί ο άλλος είναι εικόνα του Χριστού. «Γέροντα», ρώτησε κάποιος έγγαμος τον ίδιο τον όσιο Παΐσιο, «ποιος να πλένει τα πιάτα στο σπίτι;». Κι η απρόσμενη αλλά τόσο ευαγγελική απάντηση του οσίου: «Όποιος… προλάβει πρώτος!»

ΑΦΕΝΤΙΚΟ ΚΑΙ ΟΧΙ ΔΟΥΛΟΣ!

«Να κλείνεις τη θύρα του κελλιού σου (γράφε: του σπιτιού σου) για να μην εξέρχεται το σώμα σου, τη θύρα της γλώσσας σου για να μην εξέρχονται λόγια, και την εσωτερική πύλη της ψυχής σου για να μην εισέρχονται τα πονηρά πνεύματα» (Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, λόγ. κζ΄, α΄, 17).

Δηλαδή να είσαι ο κύριος, ο αφέντης του σπιτιού και του εαυτού σου. Το σπίτι σου να σε ξέρει, η γλώσσα σου να είναι υπό τον έλεγχό σου, η ψυχή σου να παραμένει μ’ εκείνον που είναι ο νυμφίος της. Που σημαίνει: να ξέρεις γιατί ζεις και ποιος είναι ο καθημερινός σκοπός  σου, ώστε να χαίρεσαι την παρουσία Κυρίου του Θεού σου. Γιατί μόνον ένας που είναι απολύτως συνειδητοποιημένος ως προς τη χριστιανική του ζωή και έχει ενεργή τη χάρη του Θεού στην ύπαρξή του μπορεί να υπομένει το σπίτι του και να δαμάζει τη γλώσσα του και να στέκεται άγρυπνος φρουρός στην πύλη της ψυχής του.

Μήπως είναι υπερβολές αυτά; Μα το βλέπουμε καθημερινά, σε μας και στους άλλους: πολύ συχνά «σκάμε» με το να είμαστε στο σπίτι μας· τις περισσότερες δυστυχώς φορές μιλάμε ακατάσχετα, έχοντας ένα απύλωτο στόμα· ο νους, το κέντρο της ψυχής μας, άπειρες φορές γίνεται «μπάτε σκύλοι αλέστε»! Και το αποτέλεσμα; Να μην είμαστε ο εαυτός μας, να είμαστε σαν κυνηγημένοι, να μας αποφεύγουν ακόμη κι οι φίλοι μας. Κι αυτό γιατί τελικώς δεν έχουμε τον… Θεό μας!

Και δεν εννοεί ο όσιος βεβαίως ότι δεν πρέπει να βγαίνουμε από το σπίτι μας! Αυτό είναι δεδομένο, εφόσον είμαστε στον κόσμο τούτο, με τις υποχρεώσεις των εργασιών μας και με τις ανάγκες της ψυχαγωγίας μας. Κι ασφαλώς θα βγαίνουμε λοιπόν, όταν μάλιστα ο ίδιος ο Κύριος μάς έχει δώσει και μας δίνει συνεχώς τόσες ευκαιρίες με την ομορφιά της φύσης Του και τη συναναστροφή των καλών φίλων και την κοινωνία και επικοινωνία με τους άλλους εν Χριστώ αδελφούς μας, ιδίως στα θαυμαστά σκηνώματά Του, τους άγιους Ναούς Του! Εννοεί ότι κάποια στιγμή, όταν πια δεν συντρέχουν οι παραπάνω συνθήκες, να μπορούμε να βρίσκουμε καταφύγιο στο σπίτι μας: να μένουμε με χαρά σ’ αυτό, αξιοποιώντας την παρουσία μας εκεί για να συνομιλήσουμε με τον/τη σύζυγό μας, με τα παιδιά μας, με τους λοιπούς συγγενείς μας, με τον ίδιο τον Κύριό μας εν προσευχή. Η χωρίς λόγο και αιτία απομάκρυνσή μας είναι εκείνο που καταδικάζεται· αυτό δηλαδή για το οποίο έχει γραφεί, ότι ο σημερινός άνθρωπος έχει χάσει τη δυνατότητα να είναι… βοσκός! Να μπορεί να μείνει μόνος του, για να βρει περισσότερο τον εαυτό του, ενώπιον του Θεού του!

Για να γίνει όμως αυτό χρειάζονται τα δύο επόμενα που σημειώνει ο όσιος: να ελέγχουμε τη γλώσσα μας – ό,τι πιο δύσκολο, αφού ο έλεγχος αυτός θεωρείται χαρακτηριστικό του τελείου ανθρώπου: «ει τις εν λόγω ου πταίει, ούτος τέλειος ανήρ» (άγιος Ιάκωβος) – και να είμαστε φρουροί στην πύλη της ψυχής μας: με τη διαρκή επαγρύπνησή μας κι έχοντας στα χείλη μας πάντοτε το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με!»

Τόσο θεωρούμενα απλά, μα και τόσο… τρομακτικά δύσκολα!

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ

«Ο άγιος Ματθαίος, καθισμένος στο τελώνιο, ως φοροεισπράκτορας που ήταν, άκουσε τον Κύριο να του λέει: Ακολούθει μοι. Την ίδια ώρα σηκώθηκε και Τον ακολούθησε. Του έκανε μεγάλη φιλοξενία στο σπίτι του, όπως λέει το ευαγγέλιο, και συναριθμήθηκε στους αποστόλους. Αυτός, αφού δέχτηκε τη δύναμη του αγίου Πνεύματος και έμαθε τα θεία, συνέγραψε το κατ’  αυτόν ευαγγέλιο και το έστειλε στους Ιουδαίους. Δίδαξε τους Πάρθους και τους Μήδους, ίδρυσε Εκκλησία, κι αφού έκανε πολλά θαύματα, ύστερα τελειώθηκε διά πυρός από τους απίστους».

Ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος της ακολουθίας του αγίου αποστόλου και ευαγγελιστή Ματθαίου, σε δύο κυρίως σημεία επικεντρώνει την προσοχή μας μέσα από τους ύμνους του γι’  αυτόν: πρώτον, στο γεγονός της κλήσεώς του από τον Κύριο, ώστε από τελώνης να γίνει απόστολος, δεύτερον, στη συγγραφή του ευαγγελίου του. Προκειμένου να κατανοήσει κανείς τη σημασία της μεταστροφής αυτής, θα πρέπει να γνωρίζει ότι ο όρος «τελώνης» την εποχή εκείνη ήταν ταυτόσημος με τον όρο «αμαρτωλός». Κι αυτό  διότι οι τελώνες ήταν εκείνοι, που νοικιάζοντας τους φόρους που είχαν επιβάλει στους Ιουδαίους οι κυρίαρχοι Ρωμαίοι, τους απαιτούσαν έπειτα πολλαπλασίως. Θεωρούνταν λοιπόν ως εκείνοι που «ρουφούσαν» κυριολεκτικά το αίμα του λαού, λόγω της μεγάλης αδικίας τους. Επ’ αυτού μάλιστα έχει καταγραφεί και το εξής περιστατικό, που φανερώνει πολύ άμεσα την αμαρτωλότητα των τελωνών: κάποιος τελώνης που πήγε να εισπράξει τους φόρους από έναν πτωχό Ιουδαίο, διεπίστωσε ότι αυτός είχε πεθάνει προ ολίγων ημερών. Τι έκανε λοιπόν; Προκειμένου να εκβιάσει την πληρωμή από τους συγγενείς του αποθανόντος, ξέθαψε το πτώμα και άρχισε να το μαστιγώνει. Ώστε τελώνης και αμαρτωλός ήταν όροι ταυτόσημοι.

Ο υμνογράφος λοιπόν επικεντρώνει στη μεταστροφή του Ματθαίου  Μόλις Σε ακολούθησε, παντουργέ Κύριε, ο πανάριστος θεηγόρος Ματθαίος, άλλαξε κι έγινε ευαγγελιστής από τελώνης με την παντοκρατορική δύναμή Σου»), εξηγώντας μας όμως ότι αυτό έγινε αφενός διότι ο ίδιος ο Χριστός έδωσε αυτήν τη δύναμη, αφετέρου διότι ο Κύριος ως καρδιογνώστης είδε την ένθεη γνώμη του, παρόλη την αμαρτωλή δραστηριότητά του, και έτσι τον λύτρωσε από τον κόσμο της αδικίας - ό,τι συνέβη και με τον απόστολο Παύλο, για παράδειγμα. Κι αυτό σημαίνει: ο Κύριος προγνωρίζοντας την καλή προαίρεση του ανθρώπου, καλεί τον άνθρωπο να Τον ακολουθήσει, οπότε στη συνέχεια τον ενισχύει ποικιλοτρόπως. «Αυτός που γνωρίζει τις καρδιές των ανθρώπων, όταν είδε με τη θεία πρόγνωσή Του την ένθεη γνώση σου, απόστολε, σε λύτρωσε από τον κόσμο της αδικίας». Απόδειξη της πράγματι καλής διάθεσης του τελώνη Ματθαίου ήταν η άμεση αντίδρασή του: τα άφησε όλα, κάθε γήινη φροντίδα, και ακολούθησε με προθυμία τον Χριστό, για τον Οποίο έδωσε στο τέλος και την ίδια τη ζωή του. «Ακολούθησες με προθυμία τον Χριστό που σε καλούσε στην ουράνια μαθητεία, αφήνοντας κατά μέρος αμέσως κάθε ενασχόληση γήινης φροντίδας». Επιφανειακά, φαινόταν ένας αμαρτωλός που αδικούσε τον κόσμο. Εσωτερικά, ήταν έτοιμος να δεχτεί την κλήση του Θεού. Πόσο λανθασμένα κρίνουμε εμείς οι άνθρωποι και πόσο δίκαιη είναι η κρίση του Θεού. Γι’  αυτό και ο Κύριος μάς καλεί «μη κρίνετε κατ’  όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνατε».

Ο άγιος Ματθαίος όμως έγινε και ευαγγελιστής: «ευαγγελιστής από τελώνου γενόμενος». Είναι το δεύτερο σημείο που προβάλλει ο υμνογράφος, χρησιμοποιώντας μάλιστα και ωραιότατες εικόνες. Μας υπενθυμίζει εν πρώτοις ότι ήταν ο πρώτος που έγραψε ευαγγέλιο: στα εβραϊκά πρώτα και έπειτα με δική του μεταγραφή στα ελληνικά. «Ο πρώτος του Χριστού ευαγγέλιον γράψας». Με αποτέλεσμα, να φωτίσει όλη την υφήλιο – «πάσαν δαδουχών την υφήλιον κτίσιν» -  και να καταφωτίσει τους λαούς με τις λάμψεις του ευαγγελίου του: «και κατεφώτισας λαούς ευαγγελίου ταις επιλάμψεσι». Ο φωτισμός αυτός του κόσμου μέσω του ευαγγελίου του Ματθαίου είναι, κατά τον υμνογράφο και κατά την πίστη γενικώς της Εκκλησίας, ο φωτισμός της χάρης του αγίου Πνεύματος. Ο Ματθαίος έσκυψε μέσα στα βάθη του Πνεύματος και κατενόησε τον ακένωτο πλούτο Του. Άντλησε λοιπόν τη χάρη αυτή και τη μοίρασε σε όλους του ανθρώπους. «Εις τα βάθη του Πνεύματος διακύψας, απόστολε, πλούτον τον ακένωτον κατενόησας∙ και εξ αυτού αρυσάμενος την χάριν την άφθονον, ημίν ευαγγελικώς πάσι ταύτην διένειμας».

Δεν υπάρχει περίπτωση να μελετήσει κανείς το ευαγγέλιο του αγίου Ματθαίου και να μην αιχμαλωτιστεί από τα θεόπλοκα δίχτυα του. Αρκεί να το μελετήσει με καλή διάθεση και με πίστη. Θα διαπιστώσει ότι το Πνεύμα του Θεού που τον φώτισε, θα φωτίσει και εκείνον. Συνεπώς θα οδηγηθεί στην επίγνωση του ίδιου του Θεού, του μεγαλύτερου θησαυρού στον κόσμο τούτο. Όπως το λέει και ο υμνογράφος: «Οι πιστοί αιχμαλωτίζονται από τα θεόπλοκα δίχτυα του μαθητή Ματθαίου, και καθοδηγούνται πάντοτε προς τη δική Σου επίγνωση, ευεργέτα Κύριε». Κι ακόμη: είναι το ευαγγέλιο του Ματθαίου που τονίζει κατεξοχήν και την ημέρα της Κρίσεως, της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου - μία καταγραφή που όταν λαμβάνεται υπόψη σοβαρά, κάνει τον άνθρωπο να ξυπνάει από τη ραθυμία και να πορεύεται κατά το θέλημα του Θεού. Διότι με όριο την Κρίση του Θεού επιλέγει να σκέπτεται και να πράττει εκείνα που θα αντέξουν την ώρα αυτή: ό,τι αποτελεί πλουτισμό της ψυχής. «Ξύπνησες τις ψυχές των ραθύμων... καθώς έγινες πρώτος ευαγγελιστής στον κόσμο, γιατί τόνισες την ημέρα της Κρίσεως».

15 Νοεμβρίου 2021

ΟΙ ΛΟΓΙΣΜΟΙ ΣΦΡΑΓΙΖΟΥΝ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ

«Άλλο πράγμα είναι το να προσεύχεσαι εναντίον των λογισμών, άλλο το να αντιλέγεις προς αυτούς και άλλο το να τους εξουθενώνεις και να τους αφήνεις πίσω σου» (Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, λόγ. κστ΄ 51).

Οι Πατέρες μας είναι απολύτως σαφείς: οι λογισμοί δίνουν τον τόνο και τον ρυθμό στην ψυχή μας. Γιατί μας οδηγούν ή σε διάθεση αγάπης προς τον Κύριο και τους αγίους Του ή σε συσχηματισμό με τον κόσμο τούτο, τον υποταγμένο στον Πονηρό και τις δυνάμεις του. Οι λογισμοί μπορεί να είναι αγαθοί: εκ του Θεού και των αγγέλων Του, μπορεί να είναι φυσικοί: αυτό που εκφράζει η ίδια η ψυχοσωματική μας ύπαρξη, μπορεί όμως – κι αυτό είναι εκείνο που ενδιαφέρει ιδιαιτέρως στην πνευματική ζωή και αναφέρει στο κεφάλαιο ο άγιος – να είναι εκ του Πονηρού. Πρέπει λοιπόν να βρισκόμαστε πάντοτε σε επιφυλακή. Ο νους μας να είναι άγρυπνος φρουρός που να αναγνωρίζει  αμέσως το είδος των λογισμών που μας πλησιάζουν, είτε στη διάνοια είτε στο βάθος της καρδιάς. Ο πόλεμος αυτός μάλιστα συνιστά τον «αόρατο πόλεμο» στον οποίο βρίσκεται ο πιστός, που ή θα μας κάνει να μεγαλουργήσουμε ή θα μας καταβαραθρώσει!

Ο άγιος μάς βοηθάει: επισημαίνει τρεις τρόπους άμυνας απέναντι στους δαιμονικούς λογισμούς. Πρώτος τρόπος: να προσευχόμαστε εναντίον των λογισμών - σπουδαίος τρόπος ειδικά των αρχαρίων χριστιανών, καθώς επικαλούνται τον Παντοδύναμο Κύριο. Δεύτερος τρόπος: να αντιλέγουμε προς αυτούς – να μπορούμε να αντιπαραθέτουμε στην πονηρία τους την αλήθεια του ευαγγελικού λόγου, γεγονός που προϋποθέτει την καλή γνώση της χριστιανικής πίστεως, πράγμα όχι τόσο εύκολο όταν ληφθεί υπόψη μάλιστα η ποικιλία των λογισμών του Πονηρού και η αδιάκοπη επίθεσή του κατά των πιστών. Τρίτος τρόπος: να περιφρονούμε πλήρως κάθε δαιμονική υποβολή. Είναι ο καλύτερος και ο ασφαλέστερος τρόπος, δηλώνει ο άγιος. Γιατί «όποιος χρησιμοποιεί τον τρίτο, έφτυσε και εξευτέλισε ολωσδιόλου τους δαίμονες».

Τυχαία όλοι οι άγιοι Πατέρες, παλαιότεροι και νεώτεροι, προκρίνουν πάντοτε αυτόν; Τόσο που ακριβώς γι’ αυτό ο μεγάλος όσιος Γέροντας της εποχής μας Πορφύριος χαρακτήριζε την πνευματική ζωή και τον πόλεμο των λογισμών «εύκολα πράγματα»! «Τέλεια περιφρόνηση προς τους πονηρούς λογισμούς, διά της στροφής προς τον Κύριο», ήταν η εκ της αγιασμένης εμπειρίας του πρόταση. Και συμπλήρωνε: «το σκοτάδι δεν το πυροβολούμε. Απλώς, ανάβουμε το φως»!

Λοιπόν, «νίκα εν τω αγαθώ το κακόν» (απ. Παύλος). 

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΑΙ ΓΟΥΡΙΑΣ, ΣΑΜΩΝΑΣ ΚΑΙ ΑΒΙΒΟΣ

«Από αυτούς τους αγίους ο μεν Σαμωνάς και Γουρίας άθλησαν επί βασιλείας Διοκλητιανού και Αντωνίου του δουκός. Ο Γουρίας καταγόταν από την κώμη της Σαργωκητίας, ενώ ο Σαμωνάς από τη Γανάδα. Κατηγορήθηκαν  ότι έπειθαν τους ανθρώπους να μη θυσιάζουν στα είδωλα, γι’ αυτό και αμέσως κρεμιόνται από το ένα χέρι ο καθένας, ενώ κάτω από τα πόδια τους έβαλαν ένα μεγάλο λιθάρι ως βάρος. Και έμειναν έτσι κρεμασμένοι από την ενάτη πρωϊνή έως τη δωδεκάτη το μεσημέρι. Έπειτα τους κατέβασαν και τους έριξαν σε σκοτεινό τόπο της φυλακής. Κι αφού έδεσαν σφιχτά τα πόδια τους σε ξύλο, έμειναν εκεί τέσσερις μήνες, πιεζόμενοι από πείνα και δίψα και δεσμά. Μετά από αυτά, τους έβγαλαν πάλι οι διώκτες, και τον μεν άγιο Σαμωνά τον κρεμάνε από το ένα πόδι, μέχρις ότου εξαρθρώθηκε το γόνατό του, κι έπειτα από το κεφάλι από την εβδόμη πρωϊνή έως την ενδεκάτη. Τον δε άγιο Γουρία τον άφησαν, διότι ήταν ημιθανής και έμοιαζε σαν νεκρός. Και την επομένη τα χαράματα, αφού τους έβγαλαν έξω, τους σκότωσαν με τη διά ξίφους τιμωρία. Ο Άβιβος δε που ήταν διάκονος, αφού κατηγορήθηκε επί Λικινίου του βασιλιά ότι διδάσκει τις χώρες και τις κώμες τον λόγο του Κυρίου, κρεμιέται και κτυπιέται, οπότε στη συνέχεια τον άφησαν και τον ξαναρώτησαν για την πίστη του. Επειδή δεν υποχώρησε στο θέλημα του τυράννου, τον έβαλαν σε φωτιά, βάζοντάς του στο στόμα ιμάντα σαν είναι φονιάς. Κι έτσι τέλεσε τη μαρτυρία του».   

Ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος των αγίων, κατά κόρον μάλιστα (δέκα τροπάρια αφιερώνει γι’ αυτό!), εξυμνεί ένα σπουδαίο θαύμα των τριών αυτών, που επιτέλεσαν στην περιοχή της Έδεσσας της Ασίας, εκεί που βρίσκεται και η αγία σορός τους,  σε μία κοπέλα, η οποία υπέστη άδικη τιμωρία από ένα Γότθο. Ο Γότθος, προφανώς για να εκδικηθεί την κοπέλα, την έκλεισε ζωντανή μέσα σε ένα τάφο. Καταλαβαίνει κανείς το δράμα του μαρτυρίου της. Η κόρη αυτή όμως είχε πίστη στον Θεό και στους αγίους, των οποίων τη δύναμη γνώριζε. Άρχισε λοιπόν να τους επικαλείται με πίστη, όπως άλλωστε έκανε και η μητέρα της, η οποία εξίσου παρακαλούσε τον Κύριο και αυτούς. Και το θαύμα έγινε. Οι άγιοι εισάκουσαν τις προσευχές και τις δεήσεις τους -  δεδομένου ότι «στις ψυχές των μαρτύρων ο Θεός έχει δώσει ως χάρη όσα γίνονται στον κόσμο να τα βλέπουν νοερώς - και με τη παρρησία που έχουν στον Θεό μεσίτευσαν  για τη λύτρωσή της, με αποτέλεσμα να σώσουν την κοπέλα και να την παραδώσουν στη μητέρα της.  «Διέσωσαν μία κοπέλα που την είχαν βάλει ζωντανή μέσα σε τάφο»∙ «εκπληρούντες το αίτημα, την παίδα διεσώσαντο, παρανόμω Γότθω άμυναν ποιήσαντες». Κι όχι μόνον αυτό: τον Γότθο αυτόν, ο οποίος δεν έλαβε υπόψη του την επέμβασή τους και τους περιφρόνησε, τον παρέδωσαν στον όλεθρο, ως φονιά και ανελεήμονα: «και τον τούτους αθετήσαντα παμμίαρον, τω ολέθρω παρέδωκαν, ως φονέα και ανελεήμονα».

Προβαίνει μάλιστα ο άγιος υμνογράφος και σε έναν παραλληλισμό από την Παλαιά Διαθήκη. Ενθυμείται τον άγιο προφήτη Αββακούμ, ο οποίος μεταφέρθηκε από τον Θεό στη Βαβυλώνα, για να δώσει τροφή στον προφήτη Δανιήλ, ευρισκόμενο στον λάκκο των λεόντων. Κατά παρόμοιο λοιπόν τρόπο και οι άγιοι: στον «λάκκο» του τάφου σταλμένοι από τον Θεό, σώζουν την κόρη και την παραδίδουν στη μητέρα της. «Το πριν μεν ο Αββακούμ μετάρσιος αίρεται τη του Δεσπότου προστάξει∙ δι’ υμών δε κόρη τυραννουμένη, θεηγόροι, τη θρεψαμένη αποκαθίσταται».

Μπορούμε να κάνουμε έναν συσχετισμό: συχνά οι δυσκολίες της ζωής,  προσωπικές, οικογενειακές, κοινωνικές και εθνικές ακόμη, δημιουργούν σε πολλούς κλίμα φόβου σαν να είναι σε τάφο˙ όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και εμείς έχουμε την πίστη μας στον Θεό και στους αγίους. Η δύναμη του Θεού είναι μεγαλύτερη όλων, που πάντοτε μας παροτρύνει: «μη φοβού, μόνον πίστευε». Μπορεί λοιπόν να κινητοποιηθεί, να δώσει λύση «από το πουθενά», από τον τάφο κάποιων αγίων για παράδειγμα, αρκεί βεβαίως να υπάρχει η προϋπόθεση που αναφέρουμε: η πίστη στον Θεό, η προσέλευσή μας στους αγίους Του. Που σημαίνει: ο Θεός έσωσε τότε την κόρη από τον τάφο˙ ο Θεός μπορεί να σώσει  και τον οποιονδήποτε από τον ιδιότυπο «τάφο» του την κάθε ώρα και στιγμή.  

14 Νοεμβρίου 2021

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο ΥΔΡΑΙΟΣ

«Αὐτός ὁ γενναιότατος νεομάρτυς Κωνσταντίνος ὑπῆρξε γέννημα καί θρέμμα τῆς νήσου ῞Υδρας, οἱ δέ γονεῖς του, Μιχαλάκης καί Μαρίνα, εὐσεβεῖς χριστιανοί, ἦταν ἁπλοί καί μέτριας κατάστασης ἄνθρωποι. ῞Οταν ὁ Κωνσταντίνος ἔγινε δεκαοκτώ ἐτῶν, πῆγε στήν Ρόδο καί ἐπισκεπτόταν συχνά τό κονάκι τοῦ ἡγεμόνα τῆς Ρόδου Χασάν Καπετάν. Αὐτό ὅμως ὁδήγησε σέ τραγωδία τόν Κωνσταντίνο, γιατί ὁ ἡγεμόνας βλέποντας τόν νέο προκομμένο καί ἔξυπνο ἔβαλε ὅλη τήν σπουδή του γιά νά διαστρέψει τήν γνώμη του καί νά τόν κάνει μουσουλμάνο. Καί πράγματι! Μέ διάφορες κολακεῖες καί μέ πολλά δῶρα ἔπεισε στό τέλος τόν ἁπαλό νέο καί ἀρνήθηκε δυστυχῶς τήν ἀληθινή πίστη τοῦ Χριστοῦ καί δέχτηκε τήν πλανεμένη θρησκεία τῶν ᾽Αγαρηνῶν. Τρία χρόνια βρισκόταν στήν πλάνη αὐτή ὁ Κωνσταντίνος ὑπηρετώντας τόν ἡγεμόνα καί ἀπολαμβάνοντας κάθε δόξα καί μεγάλη τιμή κοντά του.

Φαίνεται ὅμως πώς ὁ νέος αὐτός ἦταν ἀγαθῆς ψυχῆς, γι᾽ αὐτό καί δέν στάθηκε ἀναίσθητος μπροστά στό κακό πού ἔπραξε. Δέν ἔμεινε μέχρι τέλους στήν πτώση του, ἀλλά ἄρχισε ἀμέσως νά ἐλέγχεται ἀπό τήν συνείδησή του ἀκατάπαυστα, ἄρχισε νά λυπᾶται, νά ἀναστενάζει, νά κλαίει, νά θρηνεῖ γιά τό μέγα κακό πού ἔπαθε. Γι᾽ αὐτό καί ὅσα χρήματα τοῦ τύχαιναν, ὅλα τά μοίραζε ἐλεημοσύνη στούς πτωχούς. ᾽Αγαποῦσε μάλιστα περισσότερο τούς χριστιανούς καί τιμοῦσε τούς ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ μέ μεγάλη εὐλάβεια. Μία ἡμέρα δέ τόσο πολύ ἄναψε ἡ φωτιά τῆς θείας ἀγάπης μέσα του ὥστε ἀποφάσισε νά φανερωθεῖ καί νά ὁμολογήσει τήν πίστη πού ἀρνήθηκε, μπροστά στόν δικό του ἡγεμόνα. Κι ὄντως πρό πολλῶν χρόνων ὁ Κωνσταντίνος θά εἶχε λάβει τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, ἄν ὁ πνευματικός του πατέρας - στόν ὁποῖο ἐξομολογήθηκε ὄλες τίς ἁμαρτίες του καί τοῦ ἀποκάλυψε τόν σκοπό του νά φανερωθεῖ - δέν τόν ἐμπόδιζε ἀπό τήν ἀπόφαση αὐτή, γιατί φοβήθηκε μήπως λόγω τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας του δειλιάσει μπροστά στά βάσανα καί ἀρνηθεῖ γιά δεύτερη φορά τόν Χριστό. ῞Ομως τόν προέτρεψε νά πάει σέ ἄλλον τόπο καί ὅταν ἀνδρωθεῖ στήν ἡλικία τότε νά προχωρήσει στόν ἀγώνα τοῦ μαρτυρίου.

῾Υπάκουσε ὁ υἱός τῆς ὑπακοῆς Κωνσταντίνος κι ἀφοῦ ἐγκατέλειψε ὅλες τίς δόξες καί τίς τιμές πῆγε πρῶτα ἐπί τρία ἔτη στό λεγόμενο Κρίμι, ζώντας φανερά ὡς χριστιανός, κι ἔπειτα στήν Κωνσταντινούπολη, ἐπί τῆς πατριαρχείας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Ε´, ἐκζητώντας θερμά ἔμπειρο πνευματικό πρός θεραπεία τῆς πληγωμένης του ψυχῆς, κάτι πού τό ἐπέτυχε. Σ᾽ αὐτόν τόν πνευματικό λοιπόν ἐξομολογήθηκε μέ συντριμμένη καί κατανυγμένη καρδιά ὅλες τίς ἁμαρτίες του καί μάλιστα τήν πρός Χριστό ἄρνησή του, καί κλαίγοντας πικρά γιά τήν συμφορά του ζητάει διόρθωση. ῾Ο πνευματικός τόν ὁδήγησε στόν Πατριάρχη, ὁ ὁποῖος χάρηκε γιά τήν καλή του ἐπιστροφή, ἐνῶ νουθετώντας τον πατρικά νά μήν ἀπελπίζεται καί νά ἐλπίζει μόνο στήν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ τόν ἀπέστειλε στό ῞Αγιον ῎Ορος γιά νά ἁρματωθεῖ μέ τίς εὐχές τῶν ἐκεῖ ὁσίων Πατέρων καί ἔτσι νά μπορέσει νά ἀντιπαλέψει καί νά νικήσει τόν διάβολο πού τόν εἶχε νικήσει προηγουμένως.

Στό ῞Αγιον ῎Ορος, στήν Μονή τῶν ᾽Ιβήρων συγκεκριμένα, ἔζησε ἐπί πέντε μῆνες, ὑπακούοντας στούς Πατέρες, ἐξομολογούμενος στούς πνευματικούς τῆς Μονῆς καί προστρέχοντας μέ κατάνυξη καί διάπυρη εὐλάβεια καθημερινά στήν Παναγία τήν Πορταΐτισσα, ἀπό τήν ὁποία ζητοῦσε νά τόν δυναμώσει καί νά ὑπομείνει ἀνδρείως ὑπέρ τῆς πίστεως καί τῆς ἀγάπης τοῦ Υἱοῦ της τό μαρτύριο πού πρό πολλοῦ μελετοῦσε καί ποθοῦσε. Γιατί δέν μποροῦσε νά εἰρηνεύσει τήν συνείδησή του ἐνθυμούμενος τόν λόγο τοῦ Κυρίου ῾ὅστις μέ ἀρνήσεται ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι κἀγώ αὐτόν ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς᾽. ῾Ο λογισμός αὐτός τόν κατέτρωγε σάν σκουλήκι μέσα του καί τόν φλόγιζε νά πορευθεῖ στό μαρτύριο τόσο, ὥστε παρ᾽ ὅλες τίς ἐνστάσεις τῶν πνευματικῶν τῆς Μονῆς ἐκεῖνος εἶχε πάρει τήν ἀπόφαση λέγοντας: ῾ὅπου ἀρνήθηκα τόν Χριστόν μου, ἐκεῖ πάλι ἔχω νά τόν ὁμολογήσω᾽. Μέ τίς εὐχές τελικῶς τῶν πατέρων ἀνεχώρησε ἀπό τό ῎Ορος καί πῆγε κατευθεῖαν στήν Ρόδο.

Στήν Ρόδο βρῆκε πνευματικό καί ἐξομολογήθηκε τόν πόθο του. ᾽Αλλά παρ᾽ ὅλη τήν ἄρνηση τοῦ πνευματικοῦ, ὁ ὁποῖος κι αὐτός ὅπως οἱ ἄλλοι τοῦ ἔλεγε ὅτι ἀρκεῖ ἡ μετάνοιά του γιά τόν Κύριο, ἐκεῖνος τελικῶς μέ φλόγα στήν ψυχή του καί βαθύ ἔρωτα γιά τόν Χριστό προσευχήθηκε σ᾽ Αὐτόν, ζητώντας Του τήν βοήθεια γιά τήν πορεία στό μαρτύριο. Μπροστά πιά στόν ἡγεμόνα τῆς Ρόδου Χασάν Καπετάνου, τόν παλαιό κύριό του, ὁμολογεῖ τό ποιός εἶναι, καταθέτοντας τήν μαρτυρία του γιά τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό ὡς τόν ἀληθινό Θεό καί καλώντας τόν ἡγεμόνα νά μετανοήσει κι αὐτός γιά νά βρεῖ τήν σωτηρία του ἀπό τόν Κύριο. ῾Η ἀντίδραση τοῦ Χασάν Καπετάνου ἦταν ἡ ἀναμενόμενη: ἐνῶ στήν ἀρχή αἰφνιδιάζεται, γιατί δέν μπορεῖ νά ἀναγνωρίσει τόν παλαιό προστατευόμενο του πού φορᾶ τώρα καλογερικά ροῦχα, στήν συνέχεια τόν καλεῖ νά συνέλθει, τοῦ ὑπόσχεται καί πάλι τά παλαιά μεγαλεῖα του, ἐνῶ καταλήγει σέ ἀπειλές καί βασανιστήρια μπροστά στήν ἐπιμονή τοῦ Κωνσταντίνου.

Τά βασανιστήρια καί ὁ ἐγκλεισμός στήν φυλακή συνεχίζονται, ἐνῶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐμφανίζεται στόν ἅγιο μάρτυρα νά τοῦ θεραπεύσει ἐπανειλημμένως τίς πληγές, κάτι πού γίνεται ἀντιληπτό ἀπό πολλούς.  Στήν πρόσκληση μάλιστα πού ἀπευθύνει στό τέλος ὁ ἅγιος πρός τόν ἡγεμόνα, νά γίνει χριστιανός ἀκολουθώντας καί τούς δικούς του γονεῖς – γιατί προερχόταν ἀπό χριστιανική οἰκογένεια ὁ Χασάν - ἐκεῖνος μανιασμένος δίνει τήν ἐντολή τῆς ὁριστικῆς καταδίκης του: νά πεθάνει διά στραγγαλισμοῦ (ἀφοῦ προηγουμένως ὁ ἅγιος εἶχε ἀπορρίψει ὁποιαδήποτε προσπάθεια ἑλλήνων νά τόν ἀπελευθερώσουν). ῾Ο στραγγαλισμός του συνοδεύθηκε ἀπό τραγικό τέλος τῶν δημίων του, ἐνῶ ὁ ἡγεμόνας παρεχώρησε τό δικαίωμα νά παραλάβουν τό νεκρό καί βασανισμένο σῶμα του οἱ χριστιανοί ὥστε νά τό ἐνταφιάσουν κατά τά ἔθιμά τους.

Τά θαύματα πού ἔκτοτε ἔγιναν καί γίνονται εἴτε μέ τήν προσκύνηση τῶν ἁγίων λειψάνων του καί τῆς θήκης αὐτῶν εἴτε καί μέ τήν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός του εἶναι πάμπολλα. ῾Η μητέρα τοῦ ἁγίου ἐν τέλει προσερχόμενη στήν Ρόδο σάν ἐλάφι διψασμένο, γιατί ἔμαθε ὅτι ἐκεῖ ἐνταφιάστηκε ὁ ἅγιος υἱός της, ἔφερε τό ἅγιο λείψανό του στήν πατρίδα της καί πατρίδα τοῦ ἁγίου, κάτι πού συνεχίζεται μέχρι καί σήμερα».

῾Ο ἅγιος ἔνδοξος μάρτυς τοῦ Χριστοῦ Κωνσταντίνος ἀνήκει στήν χορεία τῶν νεομαρτύρων, ἐκείνων δηλαδή τῶν μαρτύρων πού μαρτύρησαν κατά τά νεώτερα χρόνια, ἰδίως τῆς ἐποχῆς τῆς Τουρκοκρατίας, ἀπό τούς ᾽Αγαρηνούς κυριάρχους, χωρίς νά θεωροῦνται γι᾽ αὐτό λιγότερο ἅγιοι ἀπό ὅ,τι οἱ παλαιοί καί μεγάλοι μάρτυρες τῆς πρώτης ἐποχῆς τῆς ᾽Εκκλησίας.  Κι εἶναι ἀπό τά πρῶτα πού ἐπισημαίνει ὁ ὑμνογράφος τῆς ἀκολουθίας τοῦ ἁγίου, μεγάλος νεώτερος κι αὐτός πατέρας τῆς ᾽Εκκλησίας ὅσιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης. «᾽Εμπρός ὁ μελισσώνας τῶν μαρτύρων προϋπαντῆστε μέ χαρά αὐτόν πού φάνηκε στά τελευταῖα χρόνια, ἀλλ᾽ εἶναι ἴσος μέ ἐσᾶς κατά τήν ἄθληση». Πρόκειται πράγματι γιά μία ἀλήθεια πού ἐπανειλημμένως τονίζει ὁ ὅσιος Νικόδημος, γεγονός πού ἀποδεικνύει τήν διαχρονική ταυτότητα τῆς ᾽Εκκλησίας μέ τόν ἁγιοπνευματικό χαρακτήρα της.

Τό ἰδιάζον μέ τόν ἅγιο Κωνσταντίνο τόν ῾Υδραῖο εἶναι ὅτι ἀνήκει μέν στούς νεομάρτυρες, ἀλλά στούς λεγόμενους ἀρνησίχριστους ἀπό αὐτούς, δηλαδή σ᾽ ἐκείνους πού ἀρνήθηκαν σέ κάποια φάση τῆς ζωῆς τους τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό, ἀλλά στήν συνέχεια μετανόησαν καί θέλησαν μέ τήν ζωή τους νά ξεπλύνουν τό μίασμα τῆς ἄρνησής τους. Κι ἐδῶ δημιουργήθηκε ἕνα διπλό ζήτημα. ᾽Αφενός τό ἄν ἡ ᾽Εκκλησία θά δεχόταν τήν «εἰσπήδησιν» στό μαρτύριο, τήν θεληματική δηλαδή καί αὐτόκλητη ἐπιδίωξη τοῦ μαρτυρίου, κάτι πού εἶχε καταδικαστεῖ στήν πρώτη ᾽Εκκλησία, ἀφετέρου τό ἄν μπορεῖ ἕνας ἀρνητής τοῦ Χριστοῦ, ἔστω καί μετανοημένος ἀργότερα, νά ἐνταχθεῖ στίς δέλτους τῶν ἁγίων τῆς ᾽Εκκλησίας καί νά τιμᾶται καί νά γεραίρεται ὅπως οἱ ἄλλοι γνωστοί μάρτυρες. ῾Ο ὅσιος Νικόδημος λοιπόν δίνει ἀπάντηση καί στά δύο.

Τό εἰσπηδητικό λεγόμενο μαρτύριο, καταδικασμένο μέν καταρχήν, γίνεται ἀποδεκτό στήν πράξη ἀπό τήν ᾽Εκκλησία, ἐφόσον συντρέχουν οἱ κατάλληλες συνθῆκες: ἔχει ὑπάρξει ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ ἀπό χριστιανό, ὑπάρχει ἔπειτα ἡ βαθειά μετάνοιά του καί ἡ βεβαιωμένη ἀπόφασή του νά ξεπλύνει τήν ἄρνηση μέ τό αἷμα του καί μάλιστα στόν τόπο πού ἀρνήθηκε τήν πίστη του, ἔχει προηγηθεῖ γι᾽ αὐτό ἡ κατάλληλη ἑτοιμασία του ἀπό συγκεκριμένους πνευματικούς, τούς λεγόμενους ῾ἀλεῖπτες᾽ (πνευματικούς γυμναστές καί καθοδηγητές), οἱ ὁποῖοι δυναμώνουν τόν ὑποψήφιο μάρτυρα μέ τήν καθοδήγησή τους ὥστε νά μή δειλιάσει καί ἀρνηθεῖ γιά δεύτερη φορά τόν Κύριο. ῾Ο ὅσιος Νικόδημος μάλιστα ὑπῆρξε ἕνας ἀπό τούς μεγάλους αὐτούς ἀλεῖπτες  πού ἔγιναν μάρτυρες καί τῆς μετάνοιας καί τοῦ ἁγιοπνευματικοῦ πόθου τέτοιων ἀνθρώπων.

Κι ἀπό τήν ἄλλη: ὁ ἴδιος ὅσιος εἶναι ὁ κατεξοχήν ὑποστηρικτής τῆς ἁγιότητας αὐτῶν τῶν νεομαρτύρων, φέρνοντας τό κατεξοχήν  καί πιό ἰσχυρό ἐπιχείρημα πού ὑπάρχει: τήν ἐπιβεβαίωσή τους ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό. ῞Οπου ὁ Θεός ἐπιβραβεύει μέ τά θαύματα καί μέ τήν εὐωδία, λέει, ποιός εἶναι ἐκεῖνος πού θά ἀρνηθεῖ; Γι᾽ αὐτό καί χρησιμοποιεῖ  πολύ σκληρή γλῶσσα γιά τούς ἀντιτιθέμενους στήν ἁγιότητα τῶν ἀρνησιχρίστων μαρτύρων, μιλώντας μέ τά παραδείγματα τῆς ἱστορίας: πρῶτος ἀρνησίχριστος ὑπῆρξε ὁ ἀπόστολος Πέτρος. Ποιός ἀρνεῖται τήν ἁγιότητα καί τήν ἀποστολικότητά του; Κι ἀκόμη τόν ἅγιο ᾽Ιάκωβο τόν Πέρση.  Ποιός ἐπίσης θά ἀρνηθεῖ τήν βεβαιωμένη ἁγιότητά του καί τήν παρρησία συνεπῶς πού ἔχει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ;

Εἶναι περιττό βεβαίως νά ὑπενθυμίσουμε δύο ἀκόμη πράγματα: πρῶτον, ὅτι ἡ δύναμη τῆς μετανοίας καί ὁ πόθος τοῦ μαρτυρίου ἦταν καρπός πρωτίστως τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ πού βρῆκε ἀνταπόκριση ἀπό τήν καλή διάθεση τοῦ ἁγίου. ῞Ο,τι μεγαλειῶδες συνέβη δηλαδή στόν ἅγιο Κωνσταντίνο μετά τήν πτώση τῆς ἄρνησής του ὀφείλετο πρωτίστως στήν δύναμη τοῦ Θεοῦ μας καί ὄχι σέ ἕνα περίσσευμα δικῶν του ἐνεργειῶν. Τί καλό ἄλλωστε μπορεῖ νά ἔχουμε οἱ ἄνθρωποι ἀπό  μόνοι μας; Κάθε τι καλό «ἄνωθεν ἐστί καταβαῖνον ἀπό τοῦ Πατρός τῶν Φώτων» (ἅγιος ᾽Ιάκωβος).  ῾Η μνήμη σου, δυνατέ Κωνσταντίνε φάνηκε σάν λαμπρός ἥλιος... καί μᾶς ξεσήκωσε νά δοξολογήσουμε Αὐτόν πού σοῦ ἔδωσε τήν δύναμη στούς ἄθλους σου» (κάθισμα ὄρθρου). Καί δεύτερον, ποιητικό αἴτιο τοῦ ὅλου μαρτυρίου – μετανοίας καί ἀπόφασης θανάτου – μέ τό δεδομένο τῆς ὑποκινούσης χάρης τοῦ Θεοῦ ἦταν ἡ μεγάλη ἀγάπη τοῦ ἁγίου  πρός τόν Κύριο. ῎Οχι μόνο ἡ ἐκ Θεοῦ δύναμη, ἀλλά καί ἡ ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπαραίτητη γιά νά ὑπάρξει ὅ,τι καλό στήν ἐπί γῆς πορεία του. Χωρίς τήν ἀγάπη ὡς ἀνταπόκριση στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τίποτε δέν ἔχει ἰδιαίτερο νόημα κι οὔτε ἀφήνει κάποιο σοβαρό στίγμα τῶν ἰχνῶν τοῦ ἀνθρώπου στόν κόσμο τοῦτο. ῾Ο ὅσιος ὑμνογράφος ἰδιαιτέρως τό τονίζει: Κοίτα ὁ δυνατός στήν ψυχή νέος, κοίτα ὁ ἔνδοξος μάρτυρας, κοίτα πῶς σάν πρόβατο ἡμερότατο ὁ Κωνσταντίνος παρέδωσε τόν ἑαυτό του γιά θάνατο λόγω τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ» (στιχηρό ἑσπερινοῦ).

Ἡ ἀγάπη του αὐτή μάλιστα γιά τόν Χριστό κάνει τόν ὅσιο Νικόδημο νά τόν παραλληλίζει μέ τόν ἅγιο τῆς παράδοσης, τόν θερμουργό στήν πίστη καί τόν ἔρωτα τοῦ Χριστοῦ ἅγιο ᾽Ιγνάτιο τόν θεοφόρο. ῾Ο λυρισμός τῶν ἐπιστολῶν τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου γίνεται λυρισμός καί τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου διά γραφίδος τοῦ ὁσίου ὑμνογράφου: «Μάρτυς Κωνσταντίνε, μιμούμενος τόν ἱερό καί θεοφόρο ᾽Ιγνάτιο, ἔγραφες καθώς ἤσουν στήν φυλακή γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ στούς συμπολίτες σου: μή μέ ἐμποδίσετε, ἀλλά ἀφῆστε με νά πεθάνω γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μου, Αὐτοῦ πού ὑπέμεινε γιά μένα τόν Σταυρό» (ὠδή δ´). Κι ἀκόμη ἐπί πλέον στό ἴδιο μῆκος κύματος: «Ποιό εἶναι γιά μένα τό χρυσάφι, ποιός εἶναι γιά μένα ὁ πλοῦτος, ἔδινες ὡς ἀπάντηση στούς τυράννους; Τί εἶναι γιά μένα τά φθαρτά ἀγαθά πού πλούσια μοῦ προτείνετε, πλάνοι, ἀπατεῶνες καί ἄφρονες; ῾Ο Χριστός εἶναι γιά μένα ἔναντι ὅλων ὁ ἔρωτάς μου, ὁ πιό μεγάλος καί ὡραῖος πόθος» (ὠδή δ´).

῾Ο ἅγιος Νικόδημος προβάλλει τόν νεομάρτυρα ὡς παράδειγμα ὅλων τῶν ἀρνησιχρίστων, λόγω τῆς μετανοίας πού ἐπέδειξε. «Μέ νόμιμο τρόπο ἔγινες παράδειγμα, πολύαθλε, κι ὁ βίος σου ἔγινε τύπος ὁλοκάρδιας μετάνοιας σέ ὅλους αὐτούς πού ἀρνήθηκαν τόν Χριστό. Διότι ὅπου ἀρνήθηκες τόν Χριστό, ἐκεῖ πάλι, ἅγιε, Τόν ὁμολόγησες μέ ἀνδρικό τρόπο» (ὠδή ε´). ᾽Αλλά ἀρνησίχριστοι δέν εἶναι μόνον αὐτοί πού ἀρνήθηκαν τόν Χριστό τήν ἐποχή τῶν ὅποιων διωγμῶν. ᾽Αρνησίχριστοι γινόμαστε κι ἐμεῖς, κάθε φορά πού ἀρνούμαστε νά ὑπακούσουμε στίς ἅγιες ἐντολές Του καί μάλιστα αὐτήν τῆς ἀγάπης. ῞Οταν γιά παράδειγμα δέν συγχωρῶ ἕναν συνάνθρωπό μου πού μέ ἀδίκησε, δέν γίνομαι κι ἐγώ ἀρνησίχριστος, ἀφοῦ ἀθετῶ τήν ἐντολή Του; Λοιπόν γιά ὅλους ἀνεξαιρέτως εἶναι παράδειγμα μετανοίας ὁ ἅγιος Κωνσταντίνος καί τόν γεραίρουμε καί τόν δοξολογοῦμε ὅπου γῆς κι ἄν βρισκόμαστε.

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ

«Ο άγιος Φίλιππος ήταν από την πόλη της Βηθσαϊδά, συμπολίτης του Ανδρέου και του Πέτρου. Διακρινόταν για τη σύνεσή του και τη βαθειά προσήλωσή του στα βιβλία των Προφητών, ενώ ήταν γνωστός σε όλη τη ζωή του για την παρθενικότητά του. Τον βρήκε ο Χριστός μετά το Βάπτισμά Του στη Γαλιλαία και τον κάλεσε να Τον ακολουθήσει. Αυτός δε, μετά από αυτό, συνάντησε τον Ναθαναήλ και του είπε: Ευρήκαμεν Ιησούν τον Υιόν Ιωσήφ, τον από Ναζαρέτ. Και άλλα πολλά είναι δυνατόν να βρει κανείς στη Θεόπνευστη Γραφή, γραμμένα γι’  αυτόν. Αυτός λοιπόν αφού του έλαχε ο κλήρος του ευαγγελισμού της Ασιατικής γης, είχε συνακόλουθο και συνεργάτη του στο κήρυγμα τον Βαρθολομαίο. Ακολουθούσε δε αυτούς και τους διακονούσε και η κατά σάρκα αδελφή του αγίου Φιλίππου, η Μαριάμνη. Αφού πέρασαν τις πόλεις της Μυσίας και της Λυδίας, κηρύσσοντας το ευαγγέλιο, και υπέμειναν πολλούς πειρασμούς και θλίψεις από τους απίστους, δηλαδή μαστιγώσεις, ραβδισμούς, εγκλεισμούς στη φυλακή, λιθοβολισμούς, έφτασαν εκεί που ήταν ο αγαπημένος μαθητής του Χριστού και Θεολόγος Ιωάννης, που κήρυσσε στην Ασία τον Χριστό. Όταν και η γυναίκα του ανθυπάτου Νικάνορος πίστεψε, τότε  ο ανθύπατος με τον ειδωλολατρικό λαό  έβαλε φωτιά και κατέκαψε την οικία του αποστόλου Στάχυος. Ο Φίλιππος σύρθηκε στην πλατεία της Ιεραπόλεως, έπειτα τρυπήθηκε στους αστραγάλους και σταυρώθηκε πάνω σε ξύλο. Και έτσι, αφού προσευχήθηκε, παρέθεσε στον Θεό το πνεύμα του. Αμέσως τότε η γη, αφού  άρχισε να τρέμει και να βγάζει ήχο, σχίστηκε στα δύο και κατάπιε πολλούς από τους απίστους. Οι υπόλοιποι, τρομοκρατημένοι από αυτά που συνέβαιναν, πρόσπεσαν στον Βαρθολομαίο και στη Μαριάμνη, που ήταν και αυτοί κρεμασμένοι. Τους έλυσαν και προσήλθαν στην αληθινή πίστη. Έπειτα, όλοι μαζί μάζεψαν το λείψανο του αποστόλου Φιλίππου, κατέστησαν τον Στάχυ επίσκοπο στην πόλη, και έφυγαν για τη Λυκαονία».

Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας είναι φυσικό να τονίζουν, εφόσον πρόκειται για απόστολο του Χριστού και μάλιστα από τους δώδεκα, «τους θεμελίους της Εκκλησίας», την εκλογή του από τον Κύριο – «τω χορώ των μαθητών σε Χριστός ενέταξε» -  τη μετοχή του στη φλόγα του Αγίου Πνεύματος την ημέρα της Πεντηκοστής, ώστε «γεμάτος από τη φλόγα αυτή να δώσει ζωή με τη θέρμη της πίστεως σ’ αυτούς που είχαν παγώσει από την αθεΐα», την παρουσία του γενικώς στον κόσμο ως «θείον άλας, προκειμένου να αποξηράνει τη φοβερή σαπίλα της φθαρμένης από τα πάθη ανθρωπότητας», και βεβαίως τη δοξασμένη θέση του στη βασιλεία του Θεού, στην οποία «βλέπει όχι αινιγματικά, αλλά σαφώς πρόσωπον προς πρόσωπον τον ίδιο τον Χριστό».

Ο εκκλησιαστικός υμνογράφος όμως, ο άγιος Θεοφάνης, πέραν των πολλών εγκωμίων που γράφει για τον άγιο απόστολο, επισημαίνει δύο σημεία που αξίζουν, νομίζουμε, ιδιαιτέρας προσοχής. Πρώτον, το γεγονός ότι ο Κύριος εκλέγει τον Φίλιππο ως μαθητή Του – μη ξεχνάμε ότι ο Κύριος είχε την απόλυτη πρωτοβουλία εκλογής των μαθητών: «ουχ υμείς με εξελέξασθε, αλλ’  εγώ εξελεξάμην υμάς» είπε – σημαίνει ότι καλεί κάποιον του οποίου τις αρετές έχει προβλέψει, ως παντογνώστης Θεός, και συνεπώς έχει εκτιμήσει  τις δυνατότητές του για την ανάληψη ενός τέτοιου τιτάνιου κυριολεκτικά έργου, δηλαδή της μαρτυρίας Του στον κόσμο ως του ενανθρωπήσαντος Θεού. «Φίλιππε, τω χορώ των μαθητών σε Χριστός ενέταξε, την σην προγινώσκων αρετήν, θεομακάριστε». Κι είναι τούτο ένα σημαντικό στοιχείο, που αποκαλύπτει ότι ο Χριστός καλεί τον άνθρωπο να αναλάβει κάποια διακονία, εφόσον αυτός έχει τα προαπαιτούμενα προσόντα για τη διακονία αυτή. Δηλαδή, δεν αρκεί μόνον η καλή διάθεση ενός ανθρώπου για να διακονήσει την Εκκλησία, αλλά απαιτείται να έχει και τις φυσικές προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Μεγάλο μάθημα τούτο και για εμάς, οι οποίοι πολλές φορές αναθέτουμε διακονήματα σε καλούς μεν ανθρώπους, αλλά μη δυναμένους λόγω αδυναμίας φυσικών προτερημάτων τους να ανταποκριθούν.

Εκεί όμως που επιμένει καθ’  υπερβολήν, θα έλεγε κανείς,  ο άγιος υμνογράφος - προϋποθέτοντας τη γνώση του περιστατικού από το ευαγγέλιο, κατά το οποίο ο  Φίλιππος εξέφρασε το παράπονό του  κάποια φορά στον Κύριο: «Κύριε, μας μιλάς διαρκώς για τον Θεόν Πατέρα. Δείξον ημίν τον Πατέρα, και αρκεί ημίν» -  είναι ακριβώς η ερμηνεία του λόγου αυτού του Φιλίππου. Θεωρεί ότι ο λόγος–παράπονο αυτός έδωσε στον Κύριο την αφορμή να μιλήσει στους μαθητές Του για την ισοτιμία Του με τον Θεό Πατέρα. «Ζήτησες και βρήκες στον Υιό, δηλαδή τον Χριστό, τον Πατέρα των φώτων. Διότι το φως, ο Θεός Πατέρας, βρίσκεται στο φως, τον Χριστό. Κι αυτό γιατί  ο Χριστός είναι η ισότυπη σφραγίδα, που φανερώνει το αρχέτυπο, τον Θεό Πατέρα». Ο άγιος Φίλιππος λοιπόν με την ερώτησή του έγινε η αφορμή να έχουμε μία από τις πιο άμεσες αποκαλύψεις του Κυρίου περί της Θεότητάς Του.

Το ίδιο γεγονός όμως, την ερώτηση του Φιλίππου, το βλέπει ο άγιος Θεοφάνης και από άλλη οπτική γωνία: ως αποκαλυπτική των ίδιων των διαθέσεων του αποστόλου. Ο άγιος Φίλιππος δηλαδή,  κατά τον υμνογράφο, αναζητώντας τον Θεό Πατέρα διά του Χριστού, δείχνει τον ένθεο πόθο του για τον Θεό, την επιθυμία του να διαβεί πέρα από την πράξη στη θεωρία, γενόμενος ένας δεύτερος Μωυσής. Όπως ο Μωυσής δίψασε να δει τον Θεό και αφού ανέβηκε στο όρος Σινά, καλεσμένος από τον Ίδιο για να λάβει τις πλάκες του Νόμου, είδε «τα οπίσθια του Θεού», δηλαδή την ενέργεια και τη δόξα Του, κατά τον ίδιο τρόπο, σύμφωνα με τον υμνογράφο, ο Φίλιππος: κι αυτός πόθησε να δει τον Θεό, του Οποίου την εικόνα είδε με τρόπο γνωστό στο πρόσωπο του Χριστού. Διότι ο Υιός αποτελεί τη σύντομη γνώση και την απόδειξη του Πατέρα.  «Θείας αναβάσεσι, διαπαντός κεχρημένος, ως Μωσής  το πρότερον, τον Θεόν θεάσασθαι επεπόθησας∙ και γνωστώς είδες δε, την αυτού εικόνα, δεδεγμένος προς εμφέρειαν∙ Πατρός γαρ σύντομος γνώσις ο Υιός και απόδειξις».

Από την άποψη αυτή, ο θείος υμνογράφος κατανοεί τον άγιο Φίλιππο και ως πρότυπο του θεωρητικού χριστιανού, θεωρητικού όχι με την έννοια του ασχολουμένου με θεωρίες του μυαλού, αλλά με την έννοια του θεατή του Θεού, του μετέχοντος στο φως και τη δόξα Εκείνου. Και προϋπόθεση γι’  αυτό είναι η πράξη των αρετών. Ο άγιος Φίλιππος ευρισκόμενος σε μία διαρκή ανάβαση λόγω της εξασκήσεων των αρετών, της πράξεως, θέλησε να ανεβεί και στη θεωρία. Το πατερικό λόγιο «πράξίς εστιν θεωρίας επίβασις», η πράξη, η άσκηση των αρετών, είναι το σκαλοπάτι για την ανάβαση στη θεωρία, στη θέα του Θεού, το εφαρμόζει με απόλυτο τρόπο ο υμνογράφος στον άγιο απόστολο. Είναι μία διάσταση που διαφεύγει της προσοχής των περισσοτέρων χριστιανών. Ο άγιος Φίλιππος είναι, μαζί με τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, μαζί με τον απόστολο Παύλο, η βάση των νηπτικών αργότερα Πατέρων της Εκκλησίας, οι οποίοι κατέγραψαν τις θεοπτικές εμπειρίες τους, κινούμενοι σ’  έναν χώρο πιο εσωτερικό, πιο ένδον στην καρδιά του ανθρώπου. «Βάζοντας, μακάριε, την πράξη ως σκαλοπάτι της αληθινής θεωρίας, και τη θεωρία ως τέλος της φιλόθεης πράξης, αξίωσες από τον Χριστό να σου υποδείξει την μη δυναμένη να εκφραστεί με λόγια δόξα του Θεού Πατέρα».