25 Ιανουαρίου 2022

Ο ΟΣΙΟΣ ΑΒΒΑΣ ΑΠΟΛΛΩΣ

 

«Χριστὸν βιώσας μέχρι καὶ τέλους βίον,

θραύει πονηροῦ πᾶν Ἀπολλὼς τὸ θράσος»

(Έζησε τον Χριστό μέχρι τέλους της ζωής του ο Απολλώς, οπότε και διέλυσε όλη τη θρασύτητα του πονηρού).

«Ο βίος του Οσίου Απολλώ γράφτηκε από τον Άγιο Ιερώνυμο. Έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτη (361 - 363 μ.Χ.) και από νεαρή ηλικία ακολούθησε το μοναχικό βίο στην περιοχή της Αιγύπτου. Ασκήτεψε στην έρημο και ο Θεός τον αξίωσε να φθάσει σε μεγάλα ύψη αγιότητας, χαρίζοντάς του το προορατικό χάρισμα και αυτό της θαυματουργίας.

Ο Όσιος Απολλώ κοιμήθηκε με ειρήνη».

Μπορεί να μην υπάρχουν πολλά λόγια και περιστατικά στα Αποφθέγματα Γερόντων (Γεροντικόν) για τον αββά Απολλώ, παρ’ όλα αυτά όμως και τα τρία που παρατίθενται είναι ικανά να μας αποκαλύψουν το μεγαλείο της ψυχής του και το ύψος της αγιότητάς του. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Θεός τον χαρίτωσε με τα χαρίσματα της προόρασης και της θαυματουργίας.

Το πρώτο καταγράφει το τι θεωρούσε ο όσιος αββάς κύρια καθημερινή του εργασία: τη διακονία και την εξυπηρέτηση του πλησίον. Το δεύτερο που φανερώνει τη διορατικότητά του σχετίζεται με έναν άξεστο βοσκό, ο οποίος μετάνιωσε βαθιά για ένα μεγάλο έγκλημα που έκανε:  έσκισε την κοιλιά μιας εγκύου γυναίκας για να δει πώς είναι το έμβρυο μέσα. Και στον εναγώνιο προβληματισμό του μετά από δεκαετίες πένθους για την πράξη του αν τον συγχώρησε ο Θεός, αφού είχε γίνει πια μοναχός, έλαβε τη θετική γι’ αυτόν απάντηση από τον άγιο Απολλώ: ο Θεός πράγματι σε συγχώρησε, αλλά δεν σου παίρνει από την ψυχή τον πόνο για να ταπεινώνεσαι, πράγμα που είναι συμφέρον στην ψυχή σου. Και το τρίτο που αποτελεί ερμηνευτικό στοιχείο στην καθημερινή του εργασία:  η στάση του απέναντι στον όποιον συνάνθρωπό του ήταν στάση έναντι του ίδιου του Θεού:  να τον προσκυνά και να τον αναπαύει.

Μία μικρή προσέγγιση ειδικά στο πρώτο νομίζουμε ότι θα ήταν πολύ επωφελές και για τη δική μας ζωή.

«Ήταν στα Κελλία ένας γέροντας που ονομαζόταν Απολλώς. Και όσες φορές ερχόταν κάποιος ζητώντας τον για οποιοδήποτε έργο, πήγαινε με χαρά λέγοντας: Πρόκειται σήμερα να εργαστώ μαζί με τον Χριστό για χάρη της ψυχής μου. Διότι αυτός είναι ο μισθός μου».

Ο όσιος αββάς αποτελεί υπομνηματισμό της επισήμανσης πολλών αγίων ασκητών, και του Γεροντικού και της μετέπειτα εποχής, ότι οι μοναχοί έχουν ως κύριο έργο τους την προσευχή και τη διακονία εν αγάπη των συνανθρώπων τους. Την αλήθεια αυτή εξέφραζαν βεβαίως και με αρνητικό τρόπο: οι μοναχοί ξεπέσαμε, γιατί αφήσαμε το κύριο έργο μας, την προσευχή, και ασχολούμαστε πρωτίστως με τα διακονήματα και με άλλα χειρωνακτικά έργα. Ο αββάς Απολλώς λοιπόν συνιστούσε ορόσημο για την εποχή του και για κάθε εποχή: η εργασία του ήταν η διαρκής αναφορά του στον Θεό, η αγάπη του προς Αυτόν που εκφραζόταν με την αγάπη του προς τον κάθε συνάνθρωπό του.

Ο άγιος στην πραγματικότητα κινείτο πάνω στην οδό του Κυρίου, δηλαδή αγωνιζόταν διαρκώς να υλοποιεί στη ζωή του τον λόγο του Ίδιου του Χριστού που καταγράφει ιδίως ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής. Ο Κύριος καλούσε τους μαθητές Του και κάθε άνθρωπο βεβαίως να εργάζεται εκείνη την εργασία που οδηγεί στην αιώνια ζωή και δεν εξαντλείται στην κάλυψη μόνο των βιοτικών αγαθών. «Ἐργάζεσθε μή τήν βρῶσιν τήν ἀπολλυμένην, ἀλλά τήν βρῶσιν τήν μένουσαν εἰς ζωήν αἰώνιον» (Ιωάν. 6, 27). Και στην ερώτηση πολλών Ιουδαίων τι πρέπει να κάνουν για να εργάζονται αυτό που θέλει ο Θεός απαντούσε: «Τοῦτό ἐστιν τό ἔργον τοῦ Θεοῦ, ἵνα πιστεύσητε εἰς ὅν ἀπέστειλεν Ἐκεῖνος» (Ιωάν. 6, 28-29).

Να λοιπόν κατά τον Κύριο το πρώτο έργο του ανθρώπου: να πιστεύει στον Χριστό, αλλά με τον τρόπο που ο Κύριος εξηγεί την πίστη αυτή˙ ως τήρηση των αγίων Του εντολών, κυρίως δε την τήρηση της αγάπης που δίδαξε και έζησε – αυτό που και ο απόστολος Παύλος (και οι άλλοι απόστολοι βεβαίως) σημείωνε: «πίστις δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένη»(Γαλ. 5, 6). Έτσι εργασία Θεού είναι ο άνθρωπος να αποδύεται στον αγώνα της αγάπης του προς τον Θεό και της αγάπης του προς τον συνάνθρωπό του - εργασία που συνιστά, λέει ο ίδιος ο Κύριος, και την αληθινή τροφή του. Κι ο  Κύριος βεβαίως, προκειμένου να καταστήσει σαφή την αλήθεια αυτή και την προτεραιότητα που έχει στη ζωή του ανθρώπου, την τόνιζε και με πολλούς άλλους τρόπους. Διότι τι άλλο μπορεί να σημαίνουν επίσης τα λόγια Του «ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην Αὐτοῦ καί ταῦτα πάντα (όσα σχετίζονται με την καθημερινότητα του ανθρώπου και τις ανάγκες του) προστεθήσεται ὑμῖν;» (Ματθ. 6, 33). Ή τις συγκλονιστικές και παράδοξες θεωρούμενες το λιγότερο προτροπές Του «ὁ φιλῶν πατέρα ἤ μητέρα ἤ γυναῖκα ἤ τέκνα ἤ ἀγρούς, ἔτι δέ καί τήν ἑαυτοῦ ψυχήν, ὑ π έ ρ    ἐ μ έ, οὐκ ἔστι μου ἄξιος;» (πρβλ. Ματθ. 10,3).

Πρόκειται ασφαλώς για την κύρια εντολή που ο Θεός έδωσε απαρχής στον άνθρωπο, δηλαδή «να αγαπήσει Κύριο τον Θεό του με όλη την ψυχή, την καρδιά, τη διάνοια, τη δύναμή του, και τον πλησίον του σαν τον εαυτόν του» (βλ. Μάρκ. 12, 29-31), εντολή που στηρίζεται στην κατ’εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού δημιουργία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος δηλαδή δημιουργήθηκε με την προοπτική να "επαναλαμβάνει" τον Θεό (όσιος Σωφρόνιος), γι’ αυτό και η ζωή του Θεού πρέπει  να γίνεται ζωή και του ανθρώπου – ό,τι μας αποκαλύπτει ο λόγος του Θεού για τον Ίδιο αποτελεί και την προοπτική του ξεχωριστού αυτού πλάσματός Του. Μπορεί ο άνθρωπος να έχασε την προοπτική, λόγω της πτώσεώς του στην αμαρτία, αλλά ο ερχομός του Χριστού που προσέλαβε την ανθρώπινη φύση έδωσε και πάλι στον άνθρωπο τη μεγαλειώδη αυτή δυνατότητα μέσα στο πλαίσιο της ζωής αυτής – κάτι που βιώνεται πια χαρισματικά στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία.

Όταν για παράδειγμα ο Ίδιος πάλι ο Κύριος αποκαλύπτει ότι ο πιστός άνθρωπος είναι «κλήμα στο αμπέλι που είναι ο Ίδιος» (Ιωάν. 15, 5: «ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος καί ὑμεῖς τά κλήματα»), όταν ο απόστολος Παύλος διερμηνεύοντας την αλήθεια αυτή τονίζει ότι ο πιστός είναι μέλος Χριστού, αφότου μάλιστα βαπτίστηκε και εντάχθηκε στην Εκκλησία, και μάλιστα ότι με το βάπτισμα αυτό «ντύθηκε τον Χριστό» (βλ. Γαλ. 3, 27) και στην ψυχή και στο σώμα του, τι άλλο μας λέει ο λόγος του Θεού ει μη ότι ο πιστός χάριτι Θεού έγινε κι αυτός ένας Χριστός, συνεπώς η ζωή του αποτελεί προέκταση Εκείνου;

Γιατί όλα αυτά; Μα για να φανερωθεί τι σημαίνει το θεωρούμενο «απλούστατο» του λόγου του Γεροντικού για τον αββά Απολλώ, ότι ανταποκρινόταν αμέσως σε οποιονδήποτε του ζητούσε κάτι, με την εξήγηση που έδινε: σήμερα θα εργαστώ με τον Χριστό υπέρ της ψυχής μου – αυτός είναι ο μισθός μου. Οπότε έτσι αποκαλύπτεται σε όλη τη μεγαλοπρέπειά του, όπως είπαμε, το μεγαλείο της ψυχής του οσίου: βρισκόταν διαρκώς στην «ένταση» του πνευματικού αγώνα να πορεύεται αδιάκοπα πάνω στις εντολές του Κυρίου, «βιάζοντας» το φυσικό – παρά φύσιν κατ ουσίαν – θέλημά του. Γιατί στην πραγματικότητα μετά την πτώση του ανθρώπου ο άνθρωπος ρέπει από τη νεότητά του «ἐπιμελῶς ἐπί τά πονηρά». Και πρέπει, κι εδώ είναι η χάρη του βαπτίσματος που του δίνει τη δύναμη, να στρέψει το θέλημά του αυτό σε εκ διαμέτρου αντίθετη εντελώς κατεύθυνση.

Να το πούμε όπως το λέει ο μεγάλος Γέροντας όσιος Σωφρόνιος σε μία από τις τελευταίες ομιλίες του: «Μέ τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ χάσαμε τήν ἀληθινή ἰδέα τῆς Βασιλείας τῆς ἀγάπης τοῦ Πατρός. Στήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ, στή διδασκαλία τῶν Πατέρων καί τῶν μεγάλων ἀσκητῶν, βρίσκουμε ἐκφράσεις πού εἶναι ἀντίθετες πρός τίς φυσικές μας κινήσεις – φυσικές στήν κατάσταση τῆς πτώσεώς μας. Ὅ,τι μᾶς ἔχει δοθεῖ ὡς ἐντολή ἔρχεται σέ ἀντίθεση πρός τά πάθη πού ἀποτελοῦν συνέπεια τῆς πτώσεως». Για να συνεχίσει παρακάτω: «Ἄν δέν φθάσουμε στό νά ἀγαπᾶ ὁ ἕνας τόν ἄλλον, ἡ ζωή μας θά καταστραφεῖ καί δέν θά λάβουμε κανένα ὄφελος ἀπό τόν μοναχισμό, ἀπό τόν ἀληθινό μοναχισμό… Ἄν δέν ἀφομοιώσουμε αὐτή τή διάθεση νά διακονοῦμε τούς ἄλλους, ὅλα θά εἶναι ἄχρηστα… Ἡ διακονία τῶν ἄλλων ἔχει μια σωτηριώδη δύναμη, πιό μεγάλη ἀπό τή θεωρητική θεολογία» (Οἰκοδομώντας τόν Ναό τοῦ Θεοῦ», τόμ. Β΄, σελ. 15-16).

Και βεβαίως τα λόγια αυτά του οσίου Σωφρονίου βρίσκονταν σε ακριβή αντιστοιχία με τα λόγια του άλλου μεγάλου οσίου της εποχής μας, Γέροντος Πορφυρίου (για τον οποίο ο ίδιος ο Γέρων Σωφρόνιος έλεγε ότι δυστυχώς οι Έλληνες δεν έχουν κατανοήσει πόσο μεγάλος όσιος είναι, τόσο που πουθενά στον κόσμο δεν βρίσκεται παρόμοιός του). Τι έλεγε ο άγιος Πορφύριος; Την πεμπτουσία ακριβώς του Ευαγγελίου: ότι όλους τους ανθρώπους πρέπει ο χριστιανός να τους βλέπει ως εικόνες Θεού και ως Χριστούς. Και να είναι έτοιμος και τη ζωή του να δώσει για χάρη τους. Γιατί; Διότι αν δεν αγαπά κανείς τον άνθρωπο που τον βλέπει πώς θα αγαπήσει τον Θεό που δεν Τον βλέπει; - ό,τι τόνιζε ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής (Α΄ Ιωάν. 4, 20).

Κατανυσσόμαστε μπροστά στον άγιο Απολλώ. Απλός αββάς του Γεροντικού, χωρίς μεγάλες «περγαμηνές», μα τόσο βαθύς, τόσο άγιος, τόσο μεγαλοπρεπής. Διότι πίστεψε στο αληθινό έργο του ανθρώπου, όπως το καθόρισε καθώς είπαμε ο Χριστός: την κάθε στιγμή του να την ζει με τρόπο που να διακρατεί την παρουσία του Θεού – μία διαρκή θεοκοινωνία! Πώς; «Βλέποντας» τον άλλον με τα πνευματικά μάτια που δίνει η αληθινή πίστη και η χάρη του Θεού: ως τον ίδιο τον Κύριο (Ματθ. 25, 40). Όντως, ποιος μεγαλύτερος μισθός από αυτόν υπάρχει; Να υπηρετείς τον Χριστό, άρα να υπηρετείσαι από Εκείνον, κατά την υπόσχεσή Του (Λουκ. 12, 37).  

Ο ΔΙΠΛΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Ο Σωφρόνιος βάδιζε κατά μήκος της Νεκράς Θάλασσας. Η σκιά του κάτω από τον ισχυρό ήλιο σχηματιζόταν με περίεργες γραμμές, κι ό,τι διαγραφόταν απ’ αυτήν έγλυφε τα αλμυρά νερά της Θάλασσας. Στην πραγματικότητα μιλάμε για τη σκιά της… σκιάς του εαυτού του. Γιατί ο Σωφρόνιος ήταν αυτό που λένε «πετσί και κόκκαλο». Η σκληρή άσκηση της πρακτικής καλογερικής ζωής τον είχε πλήρως απορροφήσει: είχε κατανοήσει αφότου έγινε καλόγερος ότι αν θέλει να προχωρήσει στην πνευματική ζωή, αν θέλει να νιώσει αληθινά την παρουσία του Κυρίου στη ζωή του, θα έπρεπε να αντιμετωπίσει έναν επικίνδυνο «εχθρό», που την ίδια στιγμή ήταν και ο καλύτερος και πρώτος φίλος του! Το ίδιο το σώμα του… Χρόνια λοιπόν πάλευε στον αγώνα της νηστείας και της εγκράτειας.  Και μαζί μ’ αυτήν και στον αγώνα της φτώχειας. Δεν είχε τίποτε δικό του, ενώ και τα ρούχα του ήταν κυριολεκτικά κουρέλια απ’ την πολυκαιρία, που αν τα ‘δινε και στον πιο φτωχό ζητιάνο,  εκείνος δεν θα καταδεχόταν να τα πάρει.

Είχε επιλέξει εκ νεότητος την καλογερική ζωή. Σε κοινόβιο πρώτα, κι έπειτα μόνος στην έρημο της Νεκράς Θάλασσας. Με την άδεια του ηγουμένου του, ο οποίος έβλεπε τις ασκητικές επιδόσεις του καλογέρου του και τη βαθιά αγάπη που τον συνείχε για τον Ιησού Χριστό τον Κύριο, βρέθηκε σε μια σπηλιά της σκληρής και απαράκλητης αυτής περιοχής. Θέλησε να γίνει «βοσκός». Όχι με την κοινή έννοια, αλλά με την ερημήτικη ονομασία της εποχής: του αναχωρητή που ζει στα βουνά και τρώει μόνο άγρια χόρτα! Και δεν ήταν ο μόνος εκεί.

Η σκληρή ασκητική του ζωή βέβαια πήγαινε αντιστρόφως ανάλογα προς ό,τι ο Κύριος από πλευράς πνευματικής τού πρόσφερε: μία χάρη τόσο μεγάλη μερικές φορές, που όχι μόνο γλύκαινε τις πνευματικές του αισθήσεις και τον έκανε να βυθίζεται στη θεωρία του αγαπημένου προσώπου Εκείνου, όπως και της Παναγίας Μητέρας Του, αλλά τον έκανε να χάνει τότε και την έννοια του χρόνου, μεταφερόμενος σε άλλες υψιπετείς καταστάσεις που δεν είναι εύκολο να περιγραφούν. Ω, ο Σωφρόνιος μακάριζε την ώρα και τη στιγμή της εξόδου του από τον κόσμο. Γιατί ήταν η ώρα της εισόδου του στα μυστικά και άρρητα κάλλη του «κρυπτού της καρδίας ανθρώπου»· της εύρεσης αυτού που ο Κύριος ονόμασε «εντός ημών Βασιλεία των Ουρανών».

Βάδιζε λοιπόν ο μεσήλικας Σωφρόνιος κάτω από τον πυρωμένο ήλιο, και αν είχε κανείς τη δυνατότητα να τον προσεγγίσει από κοντά θα έβλεπε το σκαμμένο από την άσκηση πρόσωπό του, αλλά και τα δάκρυα που έρρεαν διαρκώς από τα βαθουλωμένα μάτια του, ψάχνοντας τρόπο σαν από ντροπή να βρουν καταφύγιο και να χαθούν μέσα στα ψαρά και δασιά γένια του. Έκλαιγε ο καλόγερος, κι όχι μόνο τώρα – τα δάκρυα είχαν γίνει δεύτερη φύση του – γιατί ένιωθε το βάρος των αμαρτιών του. Όσο μάλιστα ο Κύριος τον φώτιζε και του έδινε τις δωρεές των χαρίτων Του, τόσο καταλάβαινε σε τι άβυσσο πτώσης βρίσκεται, πόσο ο άδης της ψυχής του τον καταβάλλει και τον σέρνει στη δίνη της δικής της κόλασης! Πενθούσε λοιπόν ο Σωφρόνιος, γιατί έβλεπε τις αμαρτίες του. Κι όσο περνούσε ο καιρός, τόσο αύξανε και το πένθος, τόσο αύξανε και το βάθος της ταπείνωσής του.

Ένας λογισμός άρχισε να αναπτύσσεται μέσα του και να παίρνει τη μορφή της έμπονης προσευχής: να φύγει από τη ζωή αυτή, γιατί όσο μένει, τόσο και αυξάνει τις αμαρτίες του. Διαπίστωνε ότι υπήρχαν φορές, πολλές φορές, ότι το μυαλό του δεν βρίσκεται εκεί που ζητάει ο Κύριος: στην απόλυτη αγάπη προς Εκείνον. Η απαρχής εντολή του Θεού, «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής, εξ όλης της καρδίας, εξ όλης της διανοίας, εξ όλης της ισχύος, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν» τον συνείχε σε τέτοιο βαθμό, ώστε αποτελούσε τη μοναδική σκέψη και εργασία του νου του. Αυτό μάλιστα το «εξ όλης» το βίωνε ως μαστίγωμα της ύπαρξής του. Γιατί έφερνε στην επιφάνεια την… αμέλεια της ζωής του. Πώς να μπορέσει να βρίσκεται εκατό τοις εκατό στην αγάπη του Θεού και του συνανθρώπου; Κατ’ ανάγκην ως άνθρωπος έπρεπε να ασχοληθεί και με τα… επίγεια. Κάθε φορά λοιπόν που ο λογισμός του ξέφευγε σ’ αυτά, δεν έχανε την αγάπη του Θεού; Οπότε ένιωθε… βρώμικος ψυχικά. Γιατί ήξερε πως «ακάθαρτος ενώπιον  Κυρίου πας παράνομος». «Κι εγώ είμαι παράνομος, αφού παραβαίνω τον νόμο του Θεού», ψιθύριζε διαρκώς μέσα του.

Αυτό τον διακατείχε και την ώρα που βάδιζε στην ακροθαλασσιά. Κι αισθανόταν ότι η περίεργη και μοναδική αυτή ιστορική θάλασσα, που ήταν το αποτέλεσμα της αμετανοησίας των ανθρώπων της περιοχής παλιά – ό,τι εισέπραξαν οι άνθρωποι των Σοδόμων και των Γομόρρων από τη φωτιά και το θειάφι που έβρεξε ο Θεός – του ταίριαζε απόλυτα. Γι’ αυτό άλλωστε και κατέβαινε στη θάλασσα αυτή, από τη σπηλιά του στο βουνό. Γιατί τον προκαλούσε να σκεφτεί, να στοχαστεί, να πενθήσει ακόμη περισσότερο για τον «άδη» του, να προσευχηθεί με πύρινα δάκρυα. «Φωτιά και αρμύρα των δακρύων», έκανε τον συσχετισμό με τη Νεκρά Θάλασσα, και ήταν η στιγμή που λίγο σαν να χαμογέλασε. Για να συνέλθει αμέσως από το… ολίσθημα. «Κύριε, πάρε με για να μη συνεχίζω να αμαρτάνω», επανέλαβε. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».

Άκουσε ξάφνου φωνές, δυνατές και αγριωπές. Μαζί και γέλια αδιάντροπα. Παραξενεύτηκε. Και λίγο ταράχτηκε. Χαλούσαν την ησυχία του τοπίου.  Στο βάθος μπροστά του διέκρινε φιγούρες, που λίγο λίγο γίνανε πιο ευδιάκριτες.

«Σαρακηνοί», μονολόγησε, και σκοτείνιασε λίγο το πρόσωπό του. Πήρε να προσεύχεται για τα πλανεμένα αυτά αδέλφια του. Τα ‘δε όπως είχε πια συνηθίσει να βλέπει όλον τον κόσμο, γνωστό και ξένο: σαν την άλλη, άγνωστη, πλευρά του εαυτού του. «Τον πλησίον σου ως σεαυτόν», ήλθε και πάλι η εντολή στη σκέψη του.

Τον πλησίασαν. Τον κοίταξαν περίεργα, άγρια, με μίσος. Ένας σαν να κοντοστάθηκε. Ο Σωφρόνιος προσευχήθηκε ακόμη περισσότερο. Έκανε ένα νεύμα σαν υπόκλιση. Τους προσπέρασε. Τον προσπέρασαν. Οι φωνές τους γίνηκαν ακόμη πιο άγριες. Φάνηκε ότι τον ειρωνεύονταν και ότι τον σάρκαζαν. Ο Σωφρόνιος συνέχιζε την προσευχή του. Τους στοχασμούς του. Ο νους του σαν να αρπάχτηκε σε θεωρία του Κυρίου. Μια γαλήνη δέσποζε μέσα στην καρδιά του. Ένιωσε τη χάρη του Θεού ολότελα ξαφνικά εκείνη την ώρα να τον πλημμυρίζει.

Ξαφνικά, έγινε σιωπή. Οι φωνές των Σαρακηνών σταμάτησαν. Ασυναίσθητα, στράφηκε προς τα πίσω. Κι είδε τον ένα από αυτούς και πάλι να τον πλησιάζει. Ερχόταν σχεδόν τρέχοντας προς αυτόν, ίσια καταπάνω του. Το χέρι του Σαρακηνού οπλίστηκε με το κοφτερό σπαθί του. «Κύριε Ιησού Χριστέ…», ήταν οι τελευταίες λέξεις του, κι η εικόνα του άγριου Σαρακηνού έγινε η εικόνα του αγίου αγγέλου του. Το αγιασμένο κεφάλι έπεσε και κύλισε προς την πλευρά της θάλασσας, η οποία ξαφνιάστηκε και ρίγησε κοκκινίζοντας, νιώθοντας την αρμύρα της ν’ αυξάνει από τα δάκρυα που ακόμη κυλούσαν από τα βαθουλωμένα μάτια…

Δεν επέτρεψε ο Κύριος να δει ο Σωφρόνιος δύο πράγματα. Δεν είδε  την άμεση επέμβαση της Πρόνοιας του Θεού. Γιατί έδωσε εντολή ο Κύριος σ’ ένα όρνιο που πετούσε λίγο παραπέρα, να γυρίσει σαν αέρας καταπάνω στον Σαρακηνό. Το όρνιο άρπαξε το όργανο του διαβόλου με τα τεράστια σιδερένια νύχια του, το πήγε ψηλά στον ουρανό και το άφησε να πέσει πάνω στις πέτρες, θρυμματίζοντας κάθε κόκκαλο και ακέραιο σώμα. Οι δαίμονες παραμόνευαν και παρέλαβαν με χαρά και ουρλιαχτά την άθλια ψυχή του.

Δεν είδε επίσης ο Σωφρόνιος, σκεπασμένος από τους αγίους αγγέλους και προσβλέποντας στο φως του Ήλιου της δικαιοσύνης που τον φώτιζε, τρεις άλλους ερημίτες, «βοσκούς» σαν κι αυτόν, που από παρακείμενο βουνό παρακολουθούσαν ό,τι διαδραματιζόταν.

Συγκλονισμένοι αυτοί, σταυροκοπήθηκαν και γονάτισαν. Με δάκρυα στα μάτια ξεκίνησαν να προσεύχονται και για τις δύο ψυχές…

(Από το «Λειμωνάριον» του Ιωάννου Μόσχου, κεφ. 21)

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ

«Ο μέγας Γρηγόριος ο Θεολόγος έζησε επί της βασιλείας του Ουάλεντα. Πατρίδα του επίγεια μεν ήταν η δεύτερη των Καππαδοκών, η Ναζιανζός, (γεννήθηκε περί το 329/30), ουράνια δε, η άνω Ιερουσαλήμ. Γονείς του, ευγενείς και δίκαιοι, ήταν ο Γρηγόριος και η Νόννα. Ο πατέρας του ανήκε για πολύ στην ιουδαιο-ειδωλολατρική αίρεση των Υψισταρίων, την οποία εγκατέλειψε με την επιμονή και τις προσευχές της ευσεβεστάτης γυναίκας του, έγινε μάλιστα και επίσκοπος της πόλεως της Ναζιανζού. Όταν ο υιός Γρηγόριος μεγάλωσε και έλαβε μόρφωση και παιδεία, όπως κανείς άλλος (ως γνωστόν σπούδασε στην Ναζιανζό, στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, όπου γνωρίστηκε με τον άγιο Βασίλειο, στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, στην Αλεξάνδρεια και τέλος στην Αθήνα, όπου και δίδαξε  ρητορική) έγινε εξηγητής και διδάσκαλος της ζωής των περί αυτόν. Μεταξύ τούτων τιμά τον Μέγα Βασίλειο, τον πατέρα του Γρηγόριο, τον αδελφό του Καισάριο και την αδελφή του Γοργονία, με επιτάφιους λόγους. Γι’ αυτό και όσοι έγραψαν για τον ίδιο όχι από αλλού, αλλά από τους λόγους του πήραν τις αφορμές για όσα είπαν. Αυτό λοιπόν είναι ανάγκη μόνο να πούμε, ότι εάν έπρεπε να κατασκευαστεί μία εικόνα και στήλη στους ανθρώπους, η οποία να αποτελείται κατά μέρος από όλες τις αρετές, αυτό ήταν ο μέγας Γρηγόριος. Διότι αφού ξεπέρασε όλους τους εναρέτους ανθρώπους με τη λαμπρότητα της ζωής του, τόσο πολύ προχώρησε στη θεωρία, ώστε όλοι να ηττώνται από τη σοφία του, την αποτυπωμένη και στους λόγους και στα δόγματα. Γι’ αυτό και απέκτησε την επωνυμία «Θεολόγος». Έγινε μάλιστα και προεστώς της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως για δώδεκα έτη, μέχρι τη Δευτέρα Οικουμενική Σύνοδο (381). Ήταν δε κατά τον τύπο του σώματος, μέτριος στο ύψος, λίγο ωχρός και ευχάριστος στην όψη, με πλατιά μύτη και σε ευθεία γραμμή τα φρύδια. Ο ένας από τους δύο οφθαλμούς, ο δεξιός, ήταν πιο αυστηρός, από μία ουλή στα βλέφαρα. Τα γένια του δεν ήταν πολύ μακριά, αλλά αρκετά πυκνά, ήταν φαλακρός, λευκότριχος, με τα άκρα της γενειάδας όμως γκριζωπά. Τελείται δε η σύναξή του στην αγιότατη μεγάλη Εκκλησία και στο Μαρτύριο της Αγίας Αναστασίας στα έμβολα του Δομνίκου, και στην Εκκλησία των Μεγάλων Αποστόλων, όπου ο φιλόχριστος και πανευσεβής βασιλιάς μας Κωνσταντίνος ο πορφυρογέννητος, αφού έφερε το τίμιο λείψανό του από τη Ναζιανζό της Καππαδοκίας, το κατέθεσε εκεί».

Και οι δύο υμνογράφοι του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ο άγιος Θεοφάνης και ο άγιος Κοσμάς ο Μαϊουμά, κυριολεκτικά δεν φείδονται επαίνων και εγκωμίων, προκειμένου να τονίσουν την υψηλότατη κορυφή της θεολογίας, τον άγιο Γρηγόριο. Δεν είναι μόνο ότι τον χαρακτηρίζουν, εκφράζοντας τη συνολική θέση της Εκκλησίας μας, ως «Πατέρα Πατέρων και Ποιμένα Ποιμένων και δόξαν Πιστών και φωστήρα Ιερέων και οικουμένης το κλέος», αλλά ακόμη, επιμένοντας στη θεολογική συμβολή του, τον  ονομάζουν «Θεολόγον τον δεύτερον και μύστην της θείας ελλάμψεως», «τον δεύτερον Επιστήθιον, τον του Λόγου αυτόπτην, τοις δόγμασι γενόμενον» (αυτόν που έγινε με τα δόγματά του δεύτερος επιστήθιος φίλος του Χριστού, σαν τον Ιωάννη τον αυτόπτη του Λόγου),  «Τριαδικόν Θεολόγον», «Θεολογίας Θεολόγον» (ωδή γ΄) – είναι ο δεύτερος μετά τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο συνεπώς που τιμήθηκε από την Εκκλησία με τον τίτλο του Θεολόγου.  Ο άγιος Γρηγόριος υπήρξε πράγματι, μοναδικός αυτός, ο Θεολόγος της ίδιας της Θεολογίας. Κατά τον μακαριστό  καθηγητή της Πατρολογίας Στυλιανό (μοναχό Γεράσιμο) Παπαδόπουλο, «ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Ναζιανζηνός, είναι ο επιφανέστερος, ο «άριστος» θεολόγος της Εκκλησίας μετά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη. Το θεολογικό του βάθος και η έντονη ποιητικότητα στο έργο του τον ύψωσαν σε πρότυπο μοναδικού κάλλους και λάμψεως». Γι’ αυτό για την Εκκλησία μας ο άγιος Γρηγόριος τελικώς είναι το δώρο του Θεού σ’ αυτήν την ίδια: «Ο άναρχος Θεός Λόγος, μακάριε, σε χαρίζει σαν δώρο στην Εκκλησία, σαν σε Μητέρα, αφού χαρίτωσε τον νου σου με λόγο και σοφία».

Παραξενεύει το γεγονός ότι και οι δύο υμνογράφοι στους κανόνες τους για τον άγιο Γρηγόριο δεν κάνουν καθόλου μνεία της σχέσεώς του για παράδειγμα με τον άλλο μεγάλο φωστήρα της Εκκλησίας, τον άγιο Βασίλειο: σε άλλη περίπτωση αυτό θα προβαλλόταν ως καίριο στοιχείο της μεγαλωσύνης ενός αγίου. Η μόνη εξήγηση που μπορεί να δοθεί είναι ότι έχουν μείνει έκθαμβοι μπρος στη θεολογική δεινότητα του αγίου Γρηγορίου, τον ιδιαίτερο φωτισμό που δέχτηκε από τον Θεό, ώστε ως θεόπτης να μπορεί να εκφράσει και την εμπειρία της θέας και της αλήθειας του Θεού. Είναι ίσως μία έμμεση αναφορά τους ότι εκείνος που είναι τόσο φίλος με τον ίδιο τον Κύριο, που διείσδυσε τόσο πολύ στα της Τριαδικής Θεότητος, δεν έχει ανάγκη άλλων «εξωτερικών» βοηθημάτων, για να κατανοηθεί η μεγαλωσύνη του. «Μπόρεσες και χώρεσες μέσα σου τους θείους φωτισμούς, γι’ αυτό και μας φώτισες έντονα, Γρηγόριε, ώστε να σεβόμαστε τον ένα Θεό σε τρία πρόσωπα».

Η είσδυση του αγίου μέσα στο φως της τρισηλίου θεότητος, ώστε με τη λάμψη αυτής να φωτίζει και τους πιστούς, γίνεται αγαπημένο κεντρικό θέμα των ύμνων των κανόνων. Κι αυτό όχι τυχαία: ο ίδιος ο άγιος Γρηγόριος στον 28ο ιδιαιτέρως λόγο του μιλάει προσωπικά και εμπειρικά για ό,τι έπαθε: «Τι είναι αυτό που έπαθα, φίλοι και μύστες και συνεραστές της αλήθειας; Έτρεχα για να κατανοήσω τον Θεό και έτσι ανέβηκα στο όρος (την θεολογία) και πέρασα μέσα από τη νεφέλη και βρέθηκα μέσα…Όταν δε κοίταξα, μόλις και είδα τα οπίσθια του Θεού…και εκεί έσκυψα». Οι υμνογράφοι λοιπόν ακολουθώντας πιστά τα λόγια του ίδιου του αγίου επισημαίνουν την ίδια πραγματικότητα: «Ανέβηκες στο όρος της θεολογίας, οδηγούμενος στη μύηση των θείων, θεοφάντορ Γρηγόριε. Κι αφού μπήκες μέσα στο μυστήριο του φωτός του Θεού, δέχτηκες την θεοτύπωτη νομοθεσία, γραμμένη ως ομοούσια Τριάδα».

Ο άγιος Γρηγόριος είχε συνεπώς την αίσθηση ότι κινείται σαν τον Μωυσή στην Παλαιά Διαθήκη. Όπως εκείνος πήρε τον γραπτό Νόμο του Θεού, τις δέκα εντολές στο όρος Σινά, έτσι κι ο ίδιος, κατά νοερό τρόπο, εν Πνεύματι, γίνεται ένας νέος Μωυσής, που φωτίζεται σαν σε νέο Σινά, για να γνωρίσει την αλήθεια της ομοουσίου Τριάδος, και αυτήν την αλήθεια έπειτα και να εξαγγείλει. Ο ύμνος του αγίου Θεοφάνους στην ε΄ ωδή είναι σαφέστατος και επ’ αυτού: «Κατά τρόπο γνωστό πόθησες και συ, όπως παλιά ο Μωυσής, να δεις τον αιώνιο Θεό. Και αξιώθηκες να δεις τα «οπίσθια» αυτού, δηλαδή όχι την ουσία αλλά την ενέργειά Του, αφού είχες το κάλυμμα του Χριστού, που είναι η πέτρα, και μυήθηκες έτσι στο πέλαγος της θείας ουσίας, το οποίο φανερώνεται κατά τρόπο ακατάληπτο». Ο άγιος Γρηγόριος λοιπόν, δείχνοντας και την ουσία  της αληθινής θεολογίας, δηλαδή ότι πρόκειται περί εκφράσεως της αλήθειας του Θεού, την οποία όμως ζει εμπειρικά και θεοπτικά, ήταν μυημένος στα της Τριαδικής Θεότητος – «μύστης της τρισυποστάτου Μοναρχίας και Θεότητος της εν Τριάδι» - γι’ αυτό και δίδαξε «ίσον τον Λόγο και το άγιον Πνεύμα με τον Θεό Πατέρα, ως προς την αγαθότητα και τη βασιλική εξουσία, γνωρίζοντας ο άγιος ότι η ταυτότητα και η ένωση μεταξύ τους των θείων προσώπων είναι ουσιαστική και φυσική».

Ο τονισμός της ισότητας του αγίου Πνεύματος και του Υιού και Λόγου του Θεού με τον Θεό Πατέρα (κάτι που διατυπώθηκε επισήμως στη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία συμπλήρωσε με πέντε ακόμη άρθρα τα επτά πρώτα  του Συμβόλου της Πίστεως, εξ ου και Σύμβολο Νικαίας (από την Α΄ Σύνοδο) – Κωνσταντινουπόλεως (από την Β΄ Σύνοδο) ονομάζεται) δεν ήταν βεβαίως μία αυθαιρεσία του αγίου Γρηγορίου. Φωτίστηκε όπως είπαμε από τον ίδιο τον Θεό, διείσδυσε στα της Θεότητας εν Πνεύματι, ακολουθώντας την ίδια την Αγία Γραφή και τους προγενεστέρους Πατέρες της Εκκλησίας, γι’ αυτό και ο ίδιος λέει ότι «σκεπάστηκε από την πέτρα, δηλαδή τον Χριστό». Με άλλα λόγια ο άγιος Γρηγόριος προέκτεινε ό,τι η Εκκλησία μέχρι εκείνη την ώρα είχε διατυπώσει, με την έννοια ότι γνώρισε πιο βαθιά, με φωτισμό Θεού, αυτό που  η Εκκλησία είχε διατυπώσει μέχρι την εποχή του. Και το γεγονός ότι η Εκκλησία αποδέχτηκε Συνοδικά αυτό που εκείνος κατεξοχήν εξήγγελλε, απέδειξε την αλήθεια της θεοπτίας και εμπειρίας του. Μη ξεχνάμε ότι τελικό κριτήριο για ό,τι μπορεί να διατυπώσει ακόμη και ένας μεγάλος άγιος είναι η ίδια η Εκκλησία, όταν μάλιστα αυτή εκφράζεται διά του στόματός της, της Οικουμενικής Συνόδου.

Ο άγιος Γρηγόριος βεβαίως αναφέρεται και στις προϋποθέσεις της Θεολογίας. Θεολογεί για την θεολογία, λέγοντας ότι αυτή δεν είναι θέμα των αμυήτων και επιπολαίων. Απαιτεί «σχολάσαι και γνώναι Θεόν», να αφιερωθεί κανείς στον Θεό και να Τον γνωρίσει, προϋποθέτει δε η γνώση αυτή κάθαρση καρδιάς, για να υπάρξει ο φωτισμός. Κι αυτή η κάθαρση πραγματοποιείται στον βαθμό που ο πιστός τηρεί τις εντολές του Θεού. Είναι κλασικό μάλιστα το χωρίο του περί της θεολογίας και του αληθινού θεολόγου: «Θέλεις να γίνεις κάποτε θεολόγος και άξιος της θεότητας; Τας εντολάς φύλαττε, διά των προσταγμάτων όδευσον: φύλαγε τις εντολές του Θεού, περπάτα πάνω στα προστάγματα Εκείνου. Πράξις γαρ επίβασις θεωρίας: η πράξη είναι το σκαλοπάτι για τη θεωρία». Ότι οι άγιοι υμνογράφοι καταγράφουν και αυτήν την αλήθεια στους κανόνες τους για τον άγιο είναι περιττό και να πούμε. Ο άγιος Θεοφάνης επισημαίνει μεταξύ άλλων: «Κάνοντας τον νου σου ηγεμόνα, κυριάρχησες στα πάθη της σαρκός. Κι έτσι μπόρεσες και χώρεσες τους θείους φωτισμούς».

Μακρηγορούμε, αλλά δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε ότι ο άγιος μάς έμαθε και πώς να βλέπουμε και να μελετούμε και την αγία Γραφή: όχι ως ένα κοινό βιβλίο, όχι ως κείμενο που απαιτεί είτε τη μία μέθοδο προσέγγισης: την ιστορικογραμματική, είτε την άλλη: την αλληγορική. Ο άγιος φανερώνει: την αγία Γραφή την προσεγγίζουμε αγιοπνευματικά, δηλαδή με φωτισμό Θεού, κατά την αναλογία όπως είπαμε της καθάρσεως της καρδιάς. Τότε ξεπερνάμε το γράμμα, την επιφάνεια της Γραφής και οδηγούμαστε στο «απόθετον κάλλος», την κρυμμένη ομορφιά, εκεί που αποκαλύπτεται το ίδιο το Πνεύμα του Θεού. Κατά πώς το λέει και ο άγιος Κοσμάς ο ποιητής: «Συ, παμμακάριστε Πατέρα, που έσχισες το επιφανειακό ένδυμα του νομικού γράμματος, τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο ερμήνευαν την Γραφή οι Ιουδαίοι, και μας άνοιξες τη θεϊκή και μυστική ομορφιά των θείων Γραφών του Πνεύματος, που κρύβεται στο γράμμα της Γραφής, εσένα δοξάζουμε».

24 Ιανουαρίου 2022

ΛΟΓΙΑ ΑΓΙΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 

«Ν’ ΑΓΑΠΑΜΕ ΠΟΛΥ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ!»

«Για να διατηρήσουμε την ενότητά μας, θα πρέπει να κάνουμε υπακοή στην Εκκλησία, στους επισκόπους της. Υπακούοντας στην Εκκλησία, υπακούουμε στον ίδιο τον Χριστό. Ο Χριστός θέλει να γίνουμε μία ποίμνη μ’ έναν ποιμένα.

Να πονάμε για την Εκκλησία. Να την αγαπάμε πολύ. Να μη δεχόμαστε να κατακρίνουν τους αντιπροσώπους της. Στο Άγιον Όρος το πνεύμα που έμαθα ήταν ορθόδοξο, βαθύ, άγιο, σιωπηλό, χωρίς έριδες, χωρίς καυγάδες και χωρίς κατακρίσεις. Να μην πιστεύουμε τους ιεροκατηγόρους. Και με τα μάτια μας να δούμε κάτι αρνητικό να γίνεται από κάποιον ιερωμένο, να μην το πιστεύουμε ούτε να το σκεπτόμαστε ούτε να το μεταφέρουμε. Το ίδιο ισχύει και για τα λαϊκά μέλη της Εκκλησίας και για κάθε άνθρωπο. Όλοι είμαστε Εκκλησία. Όσοι κατηγορούν την Εκκλησία για τα λάθη των εκπροσώπων της, με σκοπό δήθεν να βοηθήσουν για τη διόρθωση, κάνουν μεγάλο λάθος. Αυτοί δεν αγαπούν την Εκκλησία. Ούτε βέβαια τον Χριστό. Τότε αγαπάμε την Εκκλησία, όταν με την προσευχή μας αγκαλιάζουμε κάθε μέλος της και κάνουμε ό,τι κάνει ο Χριστός. Θυσιαζόμαστε, αγρυπνούμε, κάνουμε το παν, όπως Εκείνος, ο οποίος «λοιδορούμενος οὐκ ἀντελοιδόρει, πάσχων οὐκ ἠπείλει» (Όσιος Πορφύριος καυσοκαλυβίτης, Βίος και Λόγοι, Ι. Μονή Χρυσοπηγής Χανίων, Χανιά 2009, σελ. 202).

Ο μέγας όσιος της εποχής μας Πορφύριος ο καυσοκαλυβίτης διαπνεόταν από βαθύτατο εκκλησιολογικό φρόνημα: η Εκκλησία γι’ αυτόν ήταν ο ίδιος ο Κύριος, το ζωντανό σώμα Του. Και δεν μπορούσε να είναι διαφορετικά, αφού ο κάθε άγιος, όπως ο άγιος Γέροντας εν προκειμένω, είναι άγιος στον βαθμό που θεμελιώνει τη ζωή του στην Αγία Γραφή και την Παράδοση της Εκκλησίας. Και η Αγία Γραφή και η Παράδοση αυτή βοά αδιάκοπα για την ταυτότητα αυτή, Χριστού και Εκκλησίας, Εκκλησίας και Χριστού. Ο ίδιος ο Κύριος αποκαλύπτοντας την ενότητα αυτή τονίζει ότι Εκείνος είναι το αμπέλι και οι πιστοί Του τα κλήματα. Ο απόστολος Παύλος στοιχώντας στον Κύριο εξαγγέλλει με θείο Πνεύμα ότι ο Κύριος είναι η κεφαλή του σώματος που είναι η Εκκλησία Του. Άλλωστε τούτο αποτελούσε και την εμπειρία του από τη συγκλονιστική μεταστροφή του: «Σαούλ, Σαούλ, γιατί με καταδιώκεις;» ακούει τον Κύριο να του λέει, την ώρα που δίωκε τους χριστιανούς – ο διωγμός των χριστιανών ήταν διωγμός του Ίδιου! Έτσι οτιδήποτε έχει αναφορά στον Κύριο ισχύει και για την Εκκλησία˙ και οτιδήποτε έχει αναφορά στην Εκκλησία προϋποθέτει τη σχέση με τον Κύριο. Γι’ αυτό και ακούμε τον άγιο Πορφύριο να επισημαίνει ότι υπακοή στην Εκκλησία σημαίνει υπακοή στον Χριστό.

Τι θεωρούσε ο άγιος υπακοή στην Εκκλησία; Την υπακοή στους ποιμένες της, τους επισκόπους της, ιδίως δε εκεί που συνέρχονται εν συνόδω και αποφαίνονται εν Πνεύματι αγίω. Στη σύναξή τους αυτή υπάρχει ο φωτισμός του Θεού, εκφράζεται το αιώνιο θέλημα του Θεού, συνεπώς η υπακοή του κάθε μέλους της Εκκλησίας, κληρικού ή λαϊκού, θεωρείται απαραίτητη και δεδομένη. Ακόμη και σε θέματα μη δογματικά, όταν οι επίσκοποι συνέρχονται για λόγους τάξεως και λατρείας, και εκεί τα πράγματα δεν είναι διαφορετικά: ο πιστός ως μέλος του σώματος κάνει υπακοή, έστω κι αν διαφωνεί πιθανόν με επιμέρους αποφάσεις. Ποιος άλλωστε είναι εκείνος που μπορεί να θέσει τον εαυτό του υπεράνω του «στόματος» της Εκκλησίας, της συνόδου, και να έχει δική του «φωνή»; Μόνον όποιος χαρακτηρίζεται από πνεύμα κενόδοξο και υπερήφανο. Γιατί στην υπακοή ενυπάρχει η ταπείνωση και στην ταπείνωση η χάρη του Θεού. Το παράδειγμα του αγίου Χρυσοστόμου, το οποίο γνώριζε και ο άγιος Πορφύριος, είναι πράγματι εξόχως παραδειγματικό: σε εξορία ευρισκόμενος από απόφαση συνεπισκόπων του που διέκειντο εχθρικά απέναντί του, παρότρυνε το ποίμνιό του στην Κωνσταντινούπολη να υπακούσουν στη σύνοδο αυτή. Διότι το ζητούμενο πάντοτε από αυτόν ήταν να μη διασαλευθεί η εκκλησιαστική ενότητα.

Γι’ αυτό και ο άγιος Γέρων εξέφραζε τον πόνο του για την αγάπη του προς την Εκκλησία. «Να πονάμε για την Εκκλησία. Να την αγαπάμε πολύ». Και θεωρούσε ό,τι χειρότερο την κατάλυση της ενότητάς της με το διασπαστικό στοιχείο της κατάκρισης και της αλληλοκατηγορίας. Το να κατηγορεί κανείς τους ιερωμένους, όπως επισημαίνει, αλλά και το οποιοδήποτε λαϊκό μέλος της Εκκλησίας, έστω «κι αν δει κάτι αρνητικό και με τα μάτια του», συνιστά τραύμα προς το σώμα και συνεπώς τραύμα και για τον Χριστό. Θυμίζει τον εξίσου πονεμένο λόγο του αγίου Σωφρονίου του Έσσεξ, ο οποίος τόνιζε κατά κόρον στους μοναχούς του ότι όχι μόνο μία κακή συμπεριφορά ούτε ακόμη κι ο εμπαθής λόγος της κατάκρισης, αλλά και η παραμικρότερη σκέψη του ενός κατά του άλλου μπορεί να προκαλέσει «ρωγμή στα τείχη του μοναστηριού».

Ο άγιος Πορφύριος λοιπόν «καιγόταν» από αγάπη προς την Εκκλησία και για την ενότητα της Εκκλησίας – αυτό του υπαγόρευε η βεβαιωμένη ζωντανή σχέση του με τον Χριστό. Γι’ αυτό και ο φωτισμένος νους του διέβλεπε ότι μόνον άνθρωποι με μίσος προς τον Χριστό και την Εκκλησία βάλλουν κατά των κληρικών και των λοιπών πιστών, τάχα με το πρόσχημα της «κάθαρσης» της Εκκλησίας. Και λοιπόν; Δεν θα αντιδράσουμε σε αποδεδειγμένα σφάλματα και αμαρτήματα είτε κληρικών είτε λαΪκών, πολύ περισσότερο των κληρικών που έχουν και τη μεγαλύτερη ευθύνη; Βεβαίως θα αντιδράσουμε και πρέπει να αντιδρούμε, λέει ο άγιος. Αλλά όπως αντέδρασε ο ίδιος ο Χριστός, ο Οποίος ερχόμενος σ’ έναν κόσμο βουτηγμένο στην αμαρτία και τον θάνατο δεν πήρε το μαστίγιο για να τον τσακίσει ούτε έβγαλε τους κεραυνούς της οργής του για να τον καταστρέψει. Τι έκανε; Με άπειρη αγάπη ανέλαβε το βάρος της ενοχής τους και σταυρώθηκε γι’ αυτούς. Αυτή είναι η λύση και για εμάς, σημειώνει ο εμπνευσμένος άνθρωπος του Θεού: να αναλαμβάνουμε το βάρος και των άλλων, όσο μπορούμε. Να προσευχόμαστε έμπονα γι’ αυτούς, επιτελώντας για χάρη τους αυτό που εκείνοι δεν κάνουν! Τότε βοηθάμε τον κόσμο, τότε λειτουργούμε ως πραγματικοί χριστιανοί μέλη της αγίας Εκκλησίας Του!

Η ΟΣΙΑ ΜΗΤΗΡ ΗΜΩΝ ΞΕΝΗ

«Η μακάρια αυτή και αοίδιμη Ξένη καταγόταν από τη μεγαλόδοξη πόλη της Ρώμης, από γένος έντιμο και με ζήλο για την πίστη. Όταν οι γονείς της θέλησαν να την παντρέψουν και είχαν ετοιμαστεί όλα τα σχετικά με τον γάμο, η αγία σηκώθηκε και έφυγε από τη νυφική παστάδα, μαζί με δύο άλλες γυναίκες, δύο υπηρέτριες, κι αφού μπήκε σε πλοίο και γνώρισε άλλους τόπους, τελικώς έφτασε στην πόλη των Μυλασσών. Μάλλον οδηγήθηκε σ’ αυτήν την πόλη από τον θεσπέσιο Παύλο τον μοναχό (ο οποίος φάνηκε σ’ αυτήν εκ Θεού στην Αλεξάνδρεια και έγινε οδηγός της για τα ανώτερα). Εκεί έφτιαξε ένα μικρό ευκτήριο ναό στο όνομα του αγίου πρωτομάρτυρος Στεφάνου, και μαζί με τις δύο υπηρέτριές της, όπως και με κάποιες άλλες που την πλησίασαν,  έζησε καρτερικά με μεγάλη άσκηση, απέχοντας από όλες τις κατ’ αίσθηση ηδονές και ακολουθώντας τον δρόμο που οδηγεί στην ουράνια πολιτεία.

Πέρασε λοιπόν τη ζωή της στο θέλημα του Θεού και μετά το όσιο και μακάριο τέλος της, είχε τη μαρτυρία από τον Ίδιο τον Θεό. Ημέρα μεσημέρι δηλαδή, την ώρα που ο ήλιος φώτιζε τη γη, φάνηκε σταυρός με αστέρια. Αυτόν τον σταυρό τον περικύκλωνε και τον κρατούσε στο μέσον άλλος χορός αστεριών, ώστε να φαίνεται ότι είναι στεφάνι για τη μακαρία Ξένη, που της δόθηκε από τον Θεό, για τη νηστεία και την αγρυπνία και την αγνότητά της. Κι αυτό έγινε φανερό, διότι με την απόθεση του λειψάνου της κάτω από τη γη, σταμάτησε να φαίνεται ο χορός και ο κύκλος των αστεριών. Τα σχετικά με την οσία έγιναν γνωστά, όταν μία από τις θεραπαινίδες της, τότε που επρόκειτο να φύγει από τη ζωή, διηγήθηκε την πατρίδα της μακαρίας και το επίσημο γένος της και το όνομα που είχε από τους γονείς της - διότι ονομαζόταν Ευσεβία – το οποίο το άλλαξε σε Ξένη, γιατί αγωνιζόταν να ζήσει κρυφά».

Είναι εύλογο: ο άγιος υμνογράφος της οσίας Ξένης – της οποίας τον βίο και το εγκώμιο έπλεξε ο μεγάλος Πατέρας και Διδάσκαλος της Εκκλησίας μας άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς – στο μεγαλύτερο ποσοστό του κανόνα του γι’ αυτήν προβάλλει την αγιασμένη ζωή της μέσα από το ίδιο το όνομά της: Ξένη. Και τούτο γιατί του δίνει την ευκαιρία να σχετίσει την αγία πρώτα από όλα με τον ίδιο τον Κύριο, τον κατ’ εξοχήν «Ξένον», κατά την υμνολογία επίσης της Εκκλησίας μας, του Οποίου τον βίο προσπάθησε με τη χάρη του Θεού να μιμηθεί, να προβάλει τον πόθο της για την «ξένην ζωήν την εν ουρανοίς μένουσαν», να δείξει ότι έζησε στα ξένα, με τον τρόπο που δήλωνε ακριβώς και το όνομά της, να την παρακαλέσει ακόμη να βοηθήσει και εμάς που ζούμε ως ξένοι του Θεού, προκειμένου να γίνουμε οικείοι Αυτού. Θαυμάζει κανείς πράγματι την έμπνευση του εκκλησιαστικού μας ποιητή, αλλά και την καλή γνώση του στα θέματα της πνευματικής ζωής. Μερικά δείγματα από την υμνολογία της Εκκλησίας μας επιβεβαιώνουν τις παραπάνω αναφορές.

Η οσία μιμήθηκε τον Κύριο που ήλθε στον κόσμο τούτο ως ξένος. Η δική της ξενιτεία – η οποία από τους ασκητικούς διδασκάλους της Εκκλησίας μας θεωρείται ως σπουδαιοτάτη αρετή, που οδηγεί στη βάση όλων των αρετών, την ταπείνωση – αποτελεί μετοχή στην ξενιτεία Εκείνου, δείγμα της αγάπης της σ’ Αυτόν. «Ξενιτεύτηκες εσύ, σοφή Ξένη, μιμούμενη τον τρόπο του Θεού, που για χάρη μας κατήλθε από τον ουρανό σ’ εμάς, προκειμένου να υψώσει τους πεσμένους στην αμαρτία, και γι’ αυτό μένεις άγνωστη μεν στους συγγενείς σου, αλλά γνωστή στους ευσεβείς». «Έβαλες στο μυαλό σου την ξένη ζωή που μένει στους ουρανούς και δεν παρέρχεται, γι’ αυτό και έκανες το όνομά σου πράξη, κι έτρεξες σαν διψασμένο ελάφι στα ίχνη του αθανάτου μνηστήρα σου Χριστού».

Η δίψα της οσίας για τον Χριστό κάνει τον υμνογράφο εν προκειμένω να φτάσει σε σπουδαία ύψη λυρισμού, όπως γίνεται συνήθως σε παρόμοιες περιπτώσεις οσίων γυναικών. Ο υμνογράφος δηλαδή ακολουθώντας τον έρωτα της ανθρώπινης ψυχής προς τον Θεό, όπως αποτυπώνεται ιδίως στο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης «Άσμα ασμάτων», βάζει και την οσία με τον ίδιο έρωτα προς τον Χριστό να διαλέγεται μαζί Του. «Σαν δάμαλη που ποθεί τη θεϊκή ομορφιά του ποιμένα, κραύγαζες: Πού ποιμαίνεις το ποίμνιό σου, Νυμφίε; Πού είναι το σπίτι σου, πές μου. Έχω τον πόθο να δω την πάνω από όλα τα ανθρώπινα θέα του προσώπου σου και φλέγομαι από παντού». Για να απαντήσει ο νυμφίος Χριστός στην αναζήτηση αυτή της οσίας Ξένης: «Αφού ζητάς, σεμνή,  τη δική μου αγαπητή ομορφιά, φωνάζει ο Νυμφίος, και έγινες λαμπρή από τις αρετές, αναζήτησέ με στους ουρανούς. Εκεί ποιμαίνω εγώ και εκεί προσκαλώ κάθε φορά τα δικά μου πρόβατα».

Η επιλογή της οσίας Ξένης να ζήσει ως ξένη επί της γης, ώστε να αποκτήσει τον θείο έρωτα στην ψυχή της του ελθόντος ως Ξένου σε εμάς Χριστού – «επί ξένης φερωνύμως βιούσα», στην ξένη χώρα έζησες ως ξένη, όπως λέει το όνομά σου – δεν ήταν κάτι που ήλθε ξαφνικά. Η επιλογή της να φύγει στα ξένα ήταν καρπός μιας μακράς διεργασίας μέσα της, που απλώς φανερώθηκε όταν τα πράγματα στένεψαν γι’ αυτήν με τον γάμο που της ετοίμασαν οι γονείς της. Και αυτό εξαρχής, ήδη στο πρώτο στιχηρό του εσπερινού της αγίας, επισημαίνει ο υμνογράφος: «Μετανάστευσες από πριν με τη διάθεση, Σεμνή, και βεβαίωσες έπειτα έμπρακτα αυτό που είχες αποφασίσει με το νου σου, γι’ αυτό και βγήκες, μακάρια Ξένη, από τον μάταιο γλιστερό δρόμο των ηδονών». Πράγματι, ο υμνογράφος κάνει μία σοβαρή εδώ παρατήρηση, ψυχολογικού και ανθρωπολογικού περιεχομένου: αυτό που κάνουμε πράξη στη ζωή μας, συνήθως έχει προετοιμαστεί μέσα στην ψυχή μας προ πολλού. Κι όταν οι συνθήκες γίνουν οριακές, όταν στενέψουν τα πράγματα, τότε το κυοφορούμενο φτάνει να γίνει τοκετός. Είναι αυτό που επισημαίνει και η Εκκλησία μας και για την ίδια την αμαρτία: η πράξη της αμαρτίας προϋποθέτει την εσωτερική της διεργασία˙ η αμαρτία ξεκινά από τη στιγμή που η προσβολή της γίνει αποδεκτή ως διάθεση στον άνθρωπο, αρχίζει να ευχαριστείται αυτός με τη σκέψη της, να αιχμαλωτίζεται, να φτάνει στην πράξη. Γι’ αυτό και αμαρτία είναι και οι λογισμοί της αμαρτίας και όχι μόνον οι συγκεκριμένες ενέργειές της. Το ίδιο όμως συμβαίνει και αντιστρόφως: μία καλή πράξη ετοιμάζεται εσωτερικά, που σημαίνει ότι κι αν δεν φτάσει να εκφραστεί, ήδη ενώπιον του Θεού έχει θεωρηθεί ως ενέργεια.

Είναι περιττό βεβαίως να σημειώσουμε ότι οι ύμνοι της Εκκλησίας μας προβάλλουν και το περιεχόμενο της ασκητικής διαγωγής της οσίας Ξένης, όπως και την επίδρασή της στις άλλες γυναίκες που την ακολούθησαν. Ιδίως η αγνότητά της ως νέκρωση της αμαρτίας μέσα της, η εγκράτειά της, τα δάκρυά της είναι εκείνα που ο υμνογράφος δεν παραλείπει να μας περιγράψει: «Έφερες στον Χριστό ως προίκα την αγνότητά σου, τη νέκρωση των μελών σου και τους κόπους της εγκράτειας»∙ «Έβρεχες τη στρωμνή σου με τα δάκρυά σου, οσία, και έτρωγες τον άρτο σου με στάχτη, δηλαδή ζούσες τη μετάνοια σαν τον προφητάνακτα Δαβίδ». Κι από την άλλη, «έγινες παράδειγμα των καλών και έτσι έλκυσες πολλές ψυχές στη σωτηρία, που είχαν διαστραφεί από την εμπαθή προσκόλληση στον κόσμο».

Ο υμνογράφος νιώθει την ανάγκη να παρακαλέσει την αγία να πρεσβεύσει και για εκείνον, δηλαδή για τον καθένα μας, που με τις αμαρτίες μας γινόμαστε ξένοι από τις εντολές του Θεού. «Εμένα που έγινα ξένος από τις εντολές του Θεού μας, κάνε με δικό Του με τις δεήσεις σου, οσία, και επίσης κάνε με ξένο από τη φοβερή κόλαση και από τα πάθη που με καταδυναστεύουν».   

23 Ιανουαρίου 2022

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

Το ιερό ησυχαστήριο Αναστάντος Χριστού της Ι. Μητροπόλεως Πειραιώς κυκλοφόρησε εσχάτως σε δική του έκδοση δύο βιβλία: Πρώτον, του καθηγουμένου Αρχιμ. Μεθοδίου Κρητικού, ιεροκήρυκος της Ι. Μητροπόλεως Πειραιώς, με θέμα: "Τι θέλει ο Θεός από εμάς;" και υπότιτλο "ΟΙ ΔΕΚΑ ΕΝΤΟΛΕΣ" (με πρόλογο του Σεβ. Μητροπολίτου Πειραιώς κ. Σεραφείμ).

Πρόκειται για μία παρουσίαση με πολύ επαγωγικό και εύληπτο τρόπο του μοναδικού γεγονότος της προσφοράς του Νόμου του Θεού στον λαό των Ισραηλιτών - ό,τι παγκοσμίως είναι γνωστό ως ΔΕΚΑ ΕΝΤΟΛΕΣ. Κι ο άγιος καθηγούμενος καταδεικνύει με τον γνωστό συναρπαστικό και άμεσο λόγο του το πόσο οι εντολές αυτές του Θεού δεν είχαν αξία μόνο για τον συγκεκριμένο λαό και για την εποχή που δόθηκαν, αλλά σφράγισαν και σφραγίζουν την κάθε εποχή, ιδίως από τη στιγμή που ο ενανθρωπήσας Κύριος Ιησούς Χριστός ήλθε στον κόσμο όχι για να τις καταργήσει αλλά για να τις αναδείξει στο έσχατο βάθος τους. Ο λόγος του Θεού άλλωστε έχει αιώνιο χαρακτήρα που δεν επιδέχεται αλλοιώσεις με το πέρασμα του χρόνου. Όπως σημειώνει μάλιστα ο συγγραφέας στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: "Πέρασε τόσος καιρός και ο Νόμος του Σινά βρίσκεται ακόμη σε ισχύ. Μάλιστα, υπό το φως της Καινής Διαθήκης, είναι τόσο επίκαιρος, όσο και απαραίτητος για τη σωτηρία μας". Για να καταλήξει: "Εκεί στο Σινά, το αψευδές στόμα του Κυρίου μας καθόρισε δέκα κατευθυντήριες γραμμές που ο πιστός οφείλει να γνωρίζει και να ακολουθεί στον καθ'  ημέρα βίο του. Δέκα εντολές που σμίλευσε χάριν του ανθρώπου σε δύο πλάκες η θεία Αγάπη". 

Η ζεστασιά του κουβεντιαστού λόγου του συγγραφέα συνεπικουρούμενη από την πράγματι καλαίσθητη έκδοση καθιστά το βιβλίο κόσμημα για τη βιβλιοθήκη μας αλλά και απαραίτητο βοήθημα στον καθημερινό αγώνα μας για την εν Χριστώ πορεία μας. 

 

Και δεύτερο βιβλίο, του αρχιμ. Μελετίου Κατσουρού, αδελφού του ιερού Ησυχαστηρίου, με τίτλο "Βάζε ξύλα στη φωτιά" και υπότιτλο "Καταρτίζοντας ένα καθημερινό πνευματικό πρόγραμμα" (με πρόλογο του καθηγουμένου π. Μεθοδίου).

 Πρόκειται για πολύ πρακτικές προτάσεις (για την προσευχή, τη μελέτη της αγίας Γραφής, τη μελέτη πνευματικών βιβλίων, την εργασία κ.ά.) από τον έμπειρο στην πνευματική ζωή ιερομόναχο, που πράγματι βοηθούν τον κάθε χριστιανό, αρχάριο αλλά και προχωρημένο, να ξεκαθαρίσει πολλά πράγματα για την ταυτότητά του ως χριστιανού. Το βιβλίο κοσμείται από πολλές εικόνες και σχέδια του ίδιου του συγγραφέα, ο οποίος είναι και γνωστός ζωγράφος και αγιογράφος, όπως και ιατρός και θεολόγος.  Οι παραπομπές του επίσης στο τέλος των παραγράφων του σε κείμενα αγίων της Εκκλησίας και σοφών ανθρώπων όχι μόνο εμπλουτίζουν τις γνώσεις μας αλλά πρωτίστως τρέφουν την καρδιά μας. 

Ευχαριστούμε τον αγαπητό φίλο και αδελφό καθηγούμενο π. Μεθόδιο και τη σεμνή συνοδεία του για την προσφορά τους αυτή, ευχόμενοι πολύ σύντομα να δούμε και άλλους καρπούς της αγιασμένης σκέψης και καρδιάς τους. 

ΣΕ ΑΔΕΛΦΟ ΠΟΥ ΑΣΘΕΝΕΙ ΚΑΙ ΝΙΩΘΕΙ ΝΑ ΠΑΝΙΚΟΒΑΛΛΕΤΑΙ...

Αδελφέ μου αγαπητέ, σε χαιρετώ και σε ασπάζομαι εκ μέσης καρδίας. Αφορμή για να σου γράψω αυτό το γράμμα ήταν που έμαθα ότι ταλαιπωρείσαι από πρόβλημα με την υγεία σου, υπό την έννοια ότι σε  απασχολεί πολύ η εξέλιξή της, την οποία εκλαμβάνεις πρωτίστως αρνητικά – προβλέπεις τα χειρότερα, όπως δυστυχώς συμβαίνει και με τους περισσοτέρους μας σε αντίστοιχες περιπτώσεις. Αυτό βέβαια είναι θέμα ιατρών, οι οποίοι είναι και οι μόνοι αρμόδιοι για να σε πληροφορήσουν, κι αν κάπου δεν συμφωνούν μεταξύ τους επιλέγεις τη γνώμη εκείνου που του έχεις μεγαλύτερη εμπιστοσύνη. 

 Με δεδομένο όμως ότι εσύ κάνεις αυτό που προτρέπει ο λόγος του Θεού, δηλαδή εξαντλείς κάθε τι ανθρώπινο: καταφυγή στον ιατρό, αναζήτηση και δεύτερης ιατρικής γνώμης κλπ., πρέπει να αφήνεσαι εν τέλει στα χέρια του Θεού. Ο Χριστός μας, όπως διδάσκει ο λόγος του Θεού, επεμβαίνει στη ζωή μας, όταν εμείς έχουμε κάνει αυτό που είναι ευθύνη δική μας. Στην περίπτωσή σου λοιπόν, το ξανατονίζω, εφόσον καταφεύγεις σε ιατρούς και παρακολουθείσαι από εκείνους, ο Ίδιος ο Κύριος σε έχει υπό την προστασία Του, γιατί συγκινείται από την ταπείνωσή σου αυτή, την καταφυγή δηλαδή στη δωρεά που έχει προσφέρει στους ανθρώπους, τους ιατρούς. "Ο Θεός έδωσε επιστήμη και ιατρική στον άνθρωπο" κατά τη Γραφή. Οπότε, πρέπει πια στο συγκεκριμένο θέμα να βλέπεις διαρκώς προς τον Κύριο, με την πεποίθηση ότι είσαι στο επίκεντρο της καρδιάς και της προσοχής Του! 

Παρ' όλα αυτά θα ήθελα να σου επισημάνω δύο πράγματα από θεολογικής πλευράς: Πρώτον, η παρουσία της ασθένειας και της όποιας δοκιμασίας και θλίψης στη ζωή μας είναι δεδομένη κατάσταση - κανείς δεν "ξεφεύγει" από αυτά. Κι αυτό γιατί βρισκόμαστε σ' έναν κόσμο πεσμένο στην αμαρτία, όπου το κύριο γνώρισμά του είναι η φθορά. Μπορεί ο Κύριος να σήκωσε την αμαρτία με τον ερχομό Του και να μας άνοιξε τον Παράδεισο, όμως τη φθορά και τον πόνο τα άφησε μέχρι να ξανάλθει, για λόγους διαπαιδαγώγησης - οι δοκιμασίες και οι πειρασμοί μάς βοηθούν στην πνευματική μας προκοπή. Άλλωστε και ο Ίδιος πέρασε από το καμίνι των πειρασμών και των δοκιμασιών και μας είπε ότι "με πολλές θλίψεις θα εισέλθουμε στη Βασιλεία του Θεού". Κατά την πίστη μας μάλιστα θεωρείται ως μη ευλογημένος από τον Θεό εκείνος που διέρχεται τη ζωή του χωρίς αυτές τις θλίψεις και τις δοκιμασίες. "Βγάλε τους πειρασμούς από τη ζωή και κανείς δεν σώζεται" κατά το γνωστό πατερικό λόγιο.

Το παράδειγμα εν προκειμένω του αποστόλου Παύλου είναι συγκλονιστικό: ενώ ο ίδιος είχε χάρισμα θαυματουργίας και ανέσταινε και νεκρούς, έπασχε για μεγάλο διάστημα της ζωής του από κάποια φοβερή ασθένεια, τόσο μεγάλη που δεν άντεχε και τρεις φορές παρεκάλεσε, λέει, τον Κύριο να τον θεραπεύσει. Κι η απάντηση του Χριστού στον αγαπημένο Του δούλο ήταν απρόσμενη και «παράδοξη»: "Όχι, δεν θα σε θεραπεύσω. Σου αρκεί η χάρη Μου. Διότι η δύναμή μου φτάνει στη τελείωσή της μέσα από τις ασθένειες". Δηλαδή κατά τον λόγο του Κυρίου η ασθένεια και ο πόνος και η δοκιμασία αποτελούν το "περιτύλιγμα" της δύναμης του Θεού, κάτι που κατάλαβε ο απόστολος, ο οποίος έπειτα έλεγε: "Θα καυχηθώ με ευχαρίστηση λοιπόν για τις ασθένειές μου, ώστε να κατασκηνώσει στην ύπαρξή μου η δύναμη του Θεού". Και: "όταν είμαι σε αδυναμία και ασθένεια, τότε είμαι δυνατός". Πρόκειται για το μυστήριο πια του πώς δρα ο ίδιος ο Κύριος σε κάθε άνθρωπο, ιδίως τον πιστό Του, τον οποίο θέλει να τον ανεβάσει σε παραπάνω πνευματικό επίπεδο.

Όμως, υπάρχει και προσθήκη στην τοποθέτηση αυτή: ο ίδιος ο απόστολος μάς λέει ότι όταν επιτρέπει ο Θεός την όποια δοκιμασία στον άνθρωπο, προηγουμένως τον έχει ενισχύσει με μυστικό τρόπο για να μπορεί και να αντέξει. "Δεν θα μας αφήσει να δοκιμαστούμε παραπάνω από όσο αντέχουμε, αλλά μαζί με τον πειρασμό θα δώσει και τη διέξοδο". Κι εδώ χρειάζεται να θυμηθούμε τον άγιο Ισαάκ τον Σύρο, μεγάλο ασκητικό διδάσκαλο της πίστεως, που εξηγεί ότι πρώτα δίνει ο Θεός τη βοήθεια και τα στηρίγματά Του, τα οποία όμως είναι κρυφά, και έπειτα επιτρέπει την όποια δοκιμασία. Εμείς, σημειώνει, βλέπουμε πρώτα τη δοκιμασία, αλλά αγνοούμε τα κρυφά στηρίγματα, τα οποία όμως οπωσδήποτε υπάρχουν. Συμπέρασμα, αδελφέ μου: ο Χριστός επέτρεψε να έχεις το συγκεκριμένο πρόβλημα υγείας, είσαι δηλαδή υπό την άμεση επίβλεψη της αγάπης Του, με σκοπό να σε ανεβάσει σε ανώτερο πνευματικό επίπεδο, έχοντας δώσει όμως τη δύναμη που δεν βλέπεις. Χρειάζεται συνεπώς εμπιστοσύνη σ' Εκείνον! 

Και μία δεύτερη παρατήρηση που την κάνω ως αδελφός εν Χριστώ που σε μνημονεύω διαρκώς σε κάθε προσευχή μου: Έστω και με τα προβλήματα υγείας ή όποια άλλα ενδεχομένως επιτρέπει ο Κύριος, δεν μας αφήνει να απορροφώμαστε από αυτά. Τι θέλω να πω; Η εντολή Του είναι σαφής και δεν επιδέχεται παρερμηνείας: Η προτεραιότητά μας καθημερινά, την κάθε ώρα και την κάθε στιγμή, είναι η στροφή της βούλησης και της καρδιάς μας εν αγάπη σ' Εκείνον και στους συνανθρώπους μας. "Να αγαπήσεις Κύριο τον Θεό σου με όλη την καρδιά, με όλη την ψυχή, με όλη τη διάνοια, με όλη τη δύναμή σου, και τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου". Και "εάν με αγαπάτε, τηρήστε τις εντολές μου". Και εντολές του Χριστού είναι να πιστεύουμε σ' Αυτόν και να αγαπάμε τον συνάνθρωπό μας. Οπότε, αδελφέ μου αγαπημένε, κάθε φορά που διασπάται η προσοχή μας και προσκλίνει σε οτιδήποτε άλλο πέραν αυτού του προσανατολισμού ουσιαστικά αμαρτάνουμε. Δεν βρισκόμαστε εκεί που μας θέλει ο Θεός για να μας δώσει τη μεγάλη χάρη Του. Τη χάρη και τη δύναμή Του την δίνει όταν αγωνιζόμαστε να είμαστε στις άγιες εντολές Του. 

Λοιπόν, φίλε μου, σου λέω, υπενθυμίζοντας και στον εαυτό μου, ότι κάθε ημέρα αυτό πρέπει να κυριαρχεί στην καρδιά μας: πώς να κρατηθούμε σε αναμαρτησία! Πώς δηλαδή να κρατάμε τις εντολές του Κυρίου, όπως μας το λέει διαρκώς και η Εκκλησία μας, στον όρθρο, στον εσπερινό, στο απόδειπνο: "Καταξίωσον ημάς, Κύριε, εν τη ημέρα ταύτη αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς", αξίωσέ μας να διαφυλαχθούμε αναμάρτητοι, τη σημερινή ημέρα, το εσπέρας, το βράδυ. Καταλαβαίνουμε ότι όταν προσπαθούμε γι' αυτό, δεν μας μένει πολύς χρόνος για να διασπώμαστε σε άλλα, ή τουλάχιστον πολύ πιο εύκολα τα αντιμετώπιζουμε. 

Ελπίζοντας ότι πιθανόν τα λόγια αυτά να βοηθήσουν, σε ασπάζομαι εκ νέου. Τα μάτια σου να τα κρατάς διαρκώς στραμμένα προς τον Κύριο, όπως μας προτρέπει ο προφητικός λόγος: «οι οφθαλμοί μου διαπαντός προς τον Κύριον» και «προωρώμην τον Κύριον ενώπιόν μου διαπαντός». Ο Θεός να σε χαριτώνει και να σου δίνει πλούσια τα ελέη Του! Ο πνευματικός αδελφός σου.