25 Ιανουαρίου 2022

Ο ΟΣΙΟΣ ΑΒΒΑΣ ΑΠΟΛΛΩΣ

 

«Χριστὸν βιώσας μέχρι καὶ τέλους βίον,

θραύει πονηροῦ πᾶν Ἀπολλὼς τὸ θράσος»

(Έζησε τον Χριστό μέχρι τέλους της ζωής του ο Απολλώς, οπότε και διέλυσε όλη τη θρασύτητα του πονηρού).

«Ο βίος του Οσίου Απολλώ γράφτηκε από τον Άγιο Ιερώνυμο. Έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτη (361 - 363 μ.Χ.) και από νεαρή ηλικία ακολούθησε το μοναχικό βίο στην περιοχή της Αιγύπτου. Ασκήτεψε στην έρημο και ο Θεός τον αξίωσε να φθάσει σε μεγάλα ύψη αγιότητας, χαρίζοντάς του το προορατικό χάρισμα και αυτό της θαυματουργίας.

Ο Όσιος Απολλώ κοιμήθηκε με ειρήνη».

Μπορεί να μην υπάρχουν πολλά λόγια και περιστατικά στα Αποφθέγματα Γερόντων (Γεροντικόν) για τον αββά Απολλώ, παρ’ όλα αυτά όμως και τα τρία που παρατίθενται είναι ικανά να μας αποκαλύψουν το μεγαλείο της ψυχής του και το ύψος της αγιότητάς του. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Θεός τον χαρίτωσε με τα χαρίσματα της προόρασης και της θαυματουργίας.

Το πρώτο καταγράφει το τι θεωρούσε ο όσιος αββάς κύρια καθημερινή του εργασία: τη διακονία και την εξυπηρέτηση του πλησίον. Το δεύτερο που φανερώνει τη διορατικότητά του σχετίζεται με έναν άξεστο βοσκό, ο οποίος μετάνιωσε βαθιά για ένα μεγάλο έγκλημα που έκανε:  έσκισε την κοιλιά μιας εγκύου γυναίκας για να δει πώς είναι το έμβρυο μέσα. Και στον εναγώνιο προβληματισμό του μετά από δεκαετίες πένθους για την πράξη του αν τον συγχώρησε ο Θεός, αφού είχε γίνει πια μοναχός, έλαβε τη θετική γι’ αυτόν απάντηση από τον άγιο Απολλώ: ο Θεός πράγματι σε συγχώρησε, αλλά δεν σου παίρνει από την ψυχή τον πόνο για να ταπεινώνεσαι, πράγμα που είναι συμφέρον στην ψυχή σου. Και το τρίτο που αποτελεί ερμηνευτικό στοιχείο στην καθημερινή του εργασία:  η στάση του απέναντι στον όποιον συνάνθρωπό του ήταν στάση έναντι του ίδιου του Θεού:  να τον προσκυνά και να τον αναπαύει.

Μία μικρή προσέγγιση ειδικά στο πρώτο νομίζουμε ότι θα ήταν πολύ επωφελές και για τη δική μας ζωή.

«Ήταν στα Κελλία ένας γέροντας που ονομαζόταν Απολλώς. Και όσες φορές ερχόταν κάποιος ζητώντας τον για οποιοδήποτε έργο, πήγαινε με χαρά λέγοντας: Πρόκειται σήμερα να εργαστώ μαζί με τον Χριστό για χάρη της ψυχής μου. Διότι αυτός είναι ο μισθός μου».

Ο όσιος αββάς αποτελεί υπομνηματισμό της επισήμανσης πολλών αγίων ασκητών, και του Γεροντικού και της μετέπειτα εποχής, ότι οι μοναχοί έχουν ως κύριο έργο τους την προσευχή και τη διακονία εν αγάπη των συνανθρώπων τους. Την αλήθεια αυτή εξέφραζαν βεβαίως και με αρνητικό τρόπο: οι μοναχοί ξεπέσαμε, γιατί αφήσαμε το κύριο έργο μας, την προσευχή, και ασχολούμαστε πρωτίστως με τα διακονήματα και με άλλα χειρωνακτικά έργα. Ο αββάς Απολλώς λοιπόν συνιστούσε ορόσημο για την εποχή του και για κάθε εποχή: η εργασία του ήταν η διαρκής αναφορά του στον Θεό, η αγάπη του προς Αυτόν που εκφραζόταν με την αγάπη του προς τον κάθε συνάνθρωπό του.

Ο άγιος στην πραγματικότητα κινείτο πάνω στην οδό του Κυρίου, δηλαδή αγωνιζόταν διαρκώς να υλοποιεί στη ζωή του τον λόγο του Ίδιου του Χριστού που καταγράφει ιδίως ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής. Ο Κύριος καλούσε τους μαθητές Του και κάθε άνθρωπο βεβαίως να εργάζεται εκείνη την εργασία που οδηγεί στην αιώνια ζωή και δεν εξαντλείται στην κάλυψη μόνο των βιοτικών αγαθών. «Ἐργάζεσθε μή τήν βρῶσιν τήν ἀπολλυμένην, ἀλλά τήν βρῶσιν τήν μένουσαν εἰς ζωήν αἰώνιον» (Ιωάν. 6, 27). Και στην ερώτηση πολλών Ιουδαίων τι πρέπει να κάνουν για να εργάζονται αυτό που θέλει ο Θεός απαντούσε: «Τοῦτό ἐστιν τό ἔργον τοῦ Θεοῦ, ἵνα πιστεύσητε εἰς ὅν ἀπέστειλεν Ἐκεῖνος» (Ιωάν. 6, 28-29).

Να λοιπόν κατά τον Κύριο το πρώτο έργο του ανθρώπου: να πιστεύει στον Χριστό, αλλά με τον τρόπο που ο Κύριος εξηγεί την πίστη αυτή˙ ως τήρηση των αγίων Του εντολών, κυρίως δε την τήρηση της αγάπης που δίδαξε και έζησε – αυτό που και ο απόστολος Παύλος (και οι άλλοι απόστολοι βεβαίως) σημείωνε: «πίστις δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένη»(Γαλ. 5, 6). Έτσι εργασία Θεού είναι ο άνθρωπος να αποδύεται στον αγώνα της αγάπης του προς τον Θεό και της αγάπης του προς τον συνάνθρωπό του - εργασία που συνιστά, λέει ο ίδιος ο Κύριος, και την αληθινή τροφή του. Κι ο  Κύριος βεβαίως, προκειμένου να καταστήσει σαφή την αλήθεια αυτή και την προτεραιότητα που έχει στη ζωή του ανθρώπου, την τόνιζε και με πολλούς άλλους τρόπους. Διότι τι άλλο μπορεί να σημαίνουν επίσης τα λόγια Του «ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην Αὐτοῦ καί ταῦτα πάντα (όσα σχετίζονται με την καθημερινότητα του ανθρώπου και τις ανάγκες του) προστεθήσεται ὑμῖν;» (Ματθ. 6, 33). Ή τις συγκλονιστικές και παράδοξες θεωρούμενες το λιγότερο προτροπές Του «ὁ φιλῶν πατέρα ἤ μητέρα ἤ γυναῖκα ἤ τέκνα ἤ ἀγρούς, ἔτι δέ καί τήν ἑαυτοῦ ψυχήν, ὑ π έ ρ    ἐ μ έ, οὐκ ἔστι μου ἄξιος;» (πρβλ. Ματθ. 10,3).

Πρόκειται ασφαλώς για την κύρια εντολή που ο Θεός έδωσε απαρχής στον άνθρωπο, δηλαδή «να αγαπήσει Κύριο τον Θεό του με όλη την ψυχή, την καρδιά, τη διάνοια, τη δύναμή του, και τον πλησίον του σαν τον εαυτόν του» (βλ. Μάρκ. 12, 29-31), εντολή που στηρίζεται στην κατ’εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού δημιουργία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος δηλαδή δημιουργήθηκε με την προοπτική να "επαναλαμβάνει" τον Θεό (όσιος Σωφρόνιος), γι’ αυτό και η ζωή του Θεού πρέπει  να γίνεται ζωή και του ανθρώπου – ό,τι μας αποκαλύπτει ο λόγος του Θεού για τον Ίδιο αποτελεί και την προοπτική του ξεχωριστού αυτού πλάσματός Του. Μπορεί ο άνθρωπος να έχασε την προοπτική, λόγω της πτώσεώς του στην αμαρτία, αλλά ο ερχομός του Χριστού που προσέλαβε την ανθρώπινη φύση έδωσε και πάλι στον άνθρωπο τη μεγαλειώδη αυτή δυνατότητα μέσα στο πλαίσιο της ζωής αυτής – κάτι που βιώνεται πια χαρισματικά στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία.

Όταν για παράδειγμα ο Ίδιος πάλι ο Κύριος αποκαλύπτει ότι ο πιστός άνθρωπος είναι «κλήμα στο αμπέλι που είναι ο Ίδιος» (Ιωάν. 15, 5: «ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος καί ὑμεῖς τά κλήματα»), όταν ο απόστολος Παύλος διερμηνεύοντας την αλήθεια αυτή τονίζει ότι ο πιστός είναι μέλος Χριστού, αφότου μάλιστα βαπτίστηκε και εντάχθηκε στην Εκκλησία, και μάλιστα ότι με το βάπτισμα αυτό «ντύθηκε τον Χριστό» (βλ. Γαλ. 3, 27) και στην ψυχή και στο σώμα του, τι άλλο μας λέει ο λόγος του Θεού ει μη ότι ο πιστός χάριτι Θεού έγινε κι αυτός ένας Χριστός, συνεπώς η ζωή του αποτελεί προέκταση Εκείνου;

Γιατί όλα αυτά; Μα για να φανερωθεί τι σημαίνει το θεωρούμενο «απλούστατο» του λόγου του Γεροντικού για τον αββά Απολλώ, ότι ανταποκρινόταν αμέσως σε οποιονδήποτε του ζητούσε κάτι, με την εξήγηση που έδινε: σήμερα θα εργαστώ με τον Χριστό υπέρ της ψυχής μου – αυτός είναι ο μισθός μου. Οπότε έτσι αποκαλύπτεται σε όλη τη μεγαλοπρέπειά του, όπως είπαμε, το μεγαλείο της ψυχής του οσίου: βρισκόταν διαρκώς στην «ένταση» του πνευματικού αγώνα να πορεύεται αδιάκοπα πάνω στις εντολές του Κυρίου, «βιάζοντας» το φυσικό – παρά φύσιν κατ ουσίαν – θέλημά του. Γιατί στην πραγματικότητα μετά την πτώση του ανθρώπου ο άνθρωπος ρέπει από τη νεότητά του «ἐπιμελῶς ἐπί τά πονηρά». Και πρέπει, κι εδώ είναι η χάρη του βαπτίσματος που του δίνει τη δύναμη, να στρέψει το θέλημά του αυτό σε εκ διαμέτρου αντίθετη εντελώς κατεύθυνση.

Να το πούμε όπως το λέει ο μεγάλος Γέροντας όσιος Σωφρόνιος σε μία από τις τελευταίες ομιλίες του: «Μέ τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ χάσαμε τήν ἀληθινή ἰδέα τῆς Βασιλείας τῆς ἀγάπης τοῦ Πατρός. Στήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ, στή διδασκαλία τῶν Πατέρων καί τῶν μεγάλων ἀσκητῶν, βρίσκουμε ἐκφράσεις πού εἶναι ἀντίθετες πρός τίς φυσικές μας κινήσεις – φυσικές στήν κατάσταση τῆς πτώσεώς μας. Ὅ,τι μᾶς ἔχει δοθεῖ ὡς ἐντολή ἔρχεται σέ ἀντίθεση πρός τά πάθη πού ἀποτελοῦν συνέπεια τῆς πτώσεως». Για να συνεχίσει παρακάτω: «Ἄν δέν φθάσουμε στό νά ἀγαπᾶ ὁ ἕνας τόν ἄλλον, ἡ ζωή μας θά καταστραφεῖ καί δέν θά λάβουμε κανένα ὄφελος ἀπό τόν μοναχισμό, ἀπό τόν ἀληθινό μοναχισμό… Ἄν δέν ἀφομοιώσουμε αὐτή τή διάθεση νά διακονοῦμε τούς ἄλλους, ὅλα θά εἶναι ἄχρηστα… Ἡ διακονία τῶν ἄλλων ἔχει μια σωτηριώδη δύναμη, πιό μεγάλη ἀπό τή θεωρητική θεολογία» (Οἰκοδομώντας τόν Ναό τοῦ Θεοῦ», τόμ. Β΄, σελ. 15-16).

Και βεβαίως τα λόγια αυτά του οσίου Σωφρονίου βρίσκονταν σε ακριβή αντιστοιχία με τα λόγια του άλλου μεγάλου οσίου της εποχής μας, Γέροντος Πορφυρίου (για τον οποίο ο ίδιος ο Γέρων Σωφρόνιος έλεγε ότι δυστυχώς οι Έλληνες δεν έχουν κατανοήσει πόσο μεγάλος όσιος είναι, τόσο που πουθενά στον κόσμο δεν βρίσκεται παρόμοιός του). Τι έλεγε ο άγιος Πορφύριος; Την πεμπτουσία ακριβώς του Ευαγγελίου: ότι όλους τους ανθρώπους πρέπει ο χριστιανός να τους βλέπει ως εικόνες Θεού και ως Χριστούς. Και να είναι έτοιμος και τη ζωή του να δώσει για χάρη τους. Γιατί; Διότι αν δεν αγαπά κανείς τον άνθρωπο που τον βλέπει πώς θα αγαπήσει τον Θεό που δεν Τον βλέπει; - ό,τι τόνιζε ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής (Α΄ Ιωάν. 4, 20).

Κατανυσσόμαστε μπροστά στον άγιο Απολλώ. Απλός αββάς του Γεροντικού, χωρίς μεγάλες «περγαμηνές», μα τόσο βαθύς, τόσο άγιος, τόσο μεγαλοπρεπής. Διότι πίστεψε στο αληθινό έργο του ανθρώπου, όπως το καθόρισε καθώς είπαμε ο Χριστός: την κάθε στιγμή του να την ζει με τρόπο που να διακρατεί την παρουσία του Θεού – μία διαρκή θεοκοινωνία! Πώς; «Βλέποντας» τον άλλον με τα πνευματικά μάτια που δίνει η αληθινή πίστη και η χάρη του Θεού: ως τον ίδιο τον Κύριο (Ματθ. 25, 40). Όντως, ποιος μεγαλύτερος μισθός από αυτόν υπάρχει; Να υπηρετείς τον Χριστό, άρα να υπηρετείσαι από Εκείνον, κατά την υπόσχεσή Του (Λουκ. 12, 37).