Η ιστοσελίδα μετακόμισε!

Ανακατευθύνεστε αυτόματα στη νέα διεύθυνση...

Πατήστε εδώ αν δεν ανακατευθυνθείτε αυτόματα

10 Ιανουαρίου 2024

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΣΥΖΥΓΟΙ ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΛΟΓΟ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ;

Ἡ χρήση τοῦ διαλόγου προκειμένου νά ἐπιλύονται τά διάφορα προβλήματα πού κατ᾽ἀνάγκην ἀναφύονται στήν πορεία μιᾶς οἰκογένειας θεωρείται δεδομένη(;) γιά ἕνα χριστιανικό ζευγάρι. Δέν εἶναι δυνατόν αὐτοί πού ἔχουν γίνει ἕνα, (:«οὐκέτι εἰσί δύο, ἀλλά μία σάρξ» εἶπε ὁ Κύριος), πού εἶναι ἑνωμένοι μέ τά δεσμά τῆς ἀγάπης καί ἔχουν ὡς βάση τόν Χριστό, νά μή χρησιμοποιοῦν τό διάλογο μεταξύ τους. ῎Αν κοινωνία μέ τόν Θεό σημαίνει καθημερινή καί συνεχή προσευχή ὡς διάλογο μαζί Του, τότε πῶς εἶναι δυνατόν νά λείπει αὐτός ὁ διάλογος μεταξύ ἐκείνων πού εἰκονίζουν τή σχέση τοῦ Χριστοῦ μέ τόν ἄνθρωπο; Δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι τό ζευγάρι μέ τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ ὁδηγήθηκε σ᾽ αὐτό τό μεγάλο μυστήριο:  νά εἰκονίζει τόν Χριστό καί τήν ᾽Εκκλησία. «Τό μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστί, ἐγώ δέ λέγω εἰς Χριστόν καί εἰς τήν ᾽Εκκλησίαν». Ὁ διάλογος λοιπόν πρέπει νά λειτουργεῖ σέ καθημερινή βάση. Κι ἐννοοῦμε  ὄχι μόνο ἐπικοινωνία μέ τίς λέξεις, ἀλλά καί μέ τήν ὅλη συμπεριφορά. Ἕνα βλέμμα στοργῆς, ἕνα χαμόγελο ἀπό καρδιᾶς μεταφέρει νοήματα πολύ περισσότερα κάποιες φορές ἀπό ὅσο κάποιες λέξεις.

Κι εἶναι εὐνόητο ὅτι μιλᾶμε γιά τόν πραγματικό διάλογο, πού βασίζεται στό «ὑποτασσόμενοι ἀλλήλοις ἐν φόβῳ Χριστοῦ» (ἀπ. Παῦλος), δηλαδή προϋποθέτει ἰσοτιμία καί ἀμοιβαιότητα στή σχέση τῶν συζύγων. Λόγια τοῦ τύπου «εἶμαι ἄντρας καί τό κέφι μου θά κάνω καί θά πῶ καί μιά κουβέντα παραπάνω», μπορεῖ νά ἀκούγονται εὐχάριστα ὡς λαϊκά τραγούδια καί μάλιστα ἀπό τούς ἄντρες, ἀλλά δέν πατᾶνε σέ ἔδαφος χριστιανικό. Μή ξεχνᾶμε δύο πράγματα: πρῶτον, ὅτι ὁ Θεός, κατά τή διήγηση της Γραφής, δημιούργησε τή γυναίκα ἀπό τήν πλευρά τοῦ ἄνδρα, πού σημαίνει οὔτε ἀπό τό κεφάλι γιά νά τόν καθοδηγεῖ ἡ γυναίκα ἀλλά οὔτε καί ἀπό τά πόδια γιά νά ποδοπατᾶ τή γυναίκα του ὁ ἄντρας. ᾽Από τήν πλευρά σημαίνει, κατά τούς ἁγίους μας, ἰσότητα, ὅτι βάζει τή γυναίκα, πού ᾽ναι «σάρξ ἐκ τῆς σαρκός του καί ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων του», δηλαδή ἴδιο ὑλικό, στήν ἴδια θέση. Καί δεύτερον, ὅτι ναί μέν ἡ Γραφή χαρακτηρίζει τόν ἄντρα ὡς κεφαλή τῆς γυναίκας, ἀλλά μέ τήν ἔννοια πού δίνει στόν Χριστό ἔναντι τῆς ᾽Εκκλησίας. Δηλαδή ὡς τοῦ πρώτου στή διακονία καί τήν ὑπηρεσία καί τή θυσία. Διότι ἔτσι ὁ Χριστός εἶναι κεφαλή τῆς ᾽Εκκλησίας. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ὁ ἄντρας εἶναι κεφαλή τῆς γυναίκας σημαίνει ὅτι πρῶτος αὐτός ὑπηρετεῖ αὐτήν καί τήν οἰκογένειά του, ἕτοιμος νά θυσιασθεῖ πρός χάρη αὐτῆς καί τῶν παιδιῶν του. Μέ τό σκεπτικό αὐτό κατανοεῖ κανείς καί τό διαρκῶς στρεβλούμενο νοηματικά ἁγιογραφικό χωρίο «ἡ δέ γυνή ἵνα φοβῆται τόν ἄνδρα». Ἡ γυναίκα δηλαδή πού βρίσκεται στό ἐπίκεντρο τῆς καρδιᾶς τοῦ ἄνδρα της καί δέχεται τή στοργική ἀγάπη του πρέπει νά τόν σέβεται.

Ὁ διάλογος λοιπόν εἶναι ἀπό τά πιό καίρια στοιχεῖα στήν ἐπικοινωνία τῶν συζύγων καί λειτουργεῖ θετικά, ὅταν γίνεται μέ τήν προϋπόθεση τῆς ἰσοτιμίας καί τῆς ἐν ἀγάπῃ ἀμοιβαιότητος. ᾽Από τήν ἄλλη, εἶναι δεῖγμα ὡριμότητος καί φυσιολογικῆς εὐφυΐας τοῦ ἀνθρώπου, ἰδίως μέσα στό πλαίσιο τῆς συζυγίας, νά ἔχει κατανοήσει τό αὐτονόητο:  ὅτι κανείς, πλήν τοῦ Θεοῦ, δέν εἶναι τέλειος καί ὅτι συνεπῶς ἡ ἄποψη κάποιου  γιά τά πράγματα τοῦ κόσμου τούτου εἶναι πράγματι ἄποψη καί ὄχι θέσφατο. Ὅσο κανείς συνειδητοποιεῖ ὅτι, ὅπως λένε οἱ ἅγιοι πατέρες, «νόμος τοῦ ἀνθρωπίνου νοῦ εἶναι ἡ πλάνη», τόσο θά μειώνει μέσα του τήν πεποίθηση ὅτι αὐτό πού ἐκεῖνος λέει εἶναι πάντοτε καί τό σωστό. Καί σωστό νά εἶναι αὐτό πού λέει, ἔχει πιθανόν καί ἄλλες διαστάσεις πού τοῦ διαφεύγουν. Συνεπῶς, φράσεις τοῦ τύπου «αὐτό πού σοῦ λέω ἐγώ, αὐτό εἶναι, καί τέρμα!», ἤ «τί νά μοῦ πεῖς καί σύ; τί ξέρεις;», ὄχι μόνο δέν εἶναι ἀληθινές, ἀλλά δυστυχῶς ἐκφράζουν ἕναν ἀπύθμενο ἐγωισμό, φανερώνοντας ἄνθρωπο μέ δαιμονική νοοτροπία, ἔστω κι ἄν στά λόγια καί στήν ἰδεολογία θέλει νά χαρακτηρίζεται χριστιανός. ῎Αν δέν εἶσαι ἐνεργείᾳ χριστιανός στό σπίτι σου, ὁ ἄνδρας πρός τή γυναίκα του ἤ ἡ γυναίκα πρός τόν ἄντρα της, ὅπως καί οἱ δύο ἀπέναντι στά παιδιά τους,  τά ὑπόλοιπα ἠχοῦν ὡς «κύμβαλον ἀλαλάζον»! Μία ἐπισήμανση τοῦ μεγάλου ἀσκητικοῦ Πατέρα ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος εἶναι ἐν προκειμένω ἀποκαλυπτική: «Ὅποιος θέλει νά ἐπιβάλει τή γνώμη του, ἔστω κι ἄν εἶναι ὀρθή, νά γνωρίζει ὅτι πάσχει ἀπό τή νόσο τοῦ διαβόλου, τήν ὑπερηφάνεια».

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΝΥΣΣΗΣ

«Ο άγιος Γρηγόριος ήταν αδελφός του Μεγάλου Βασιλείου, λαμπρός στους λόγους και ζηλωτής της ορθόδοξης πίστης. Γι’ αυτόν τον λόγο κι έγινε προεστώς της Εκκλησίας του Χριστού. Κι όταν ήλθε μαζί με αυτούς που συγκρότησαν την Δευτέρα στην Κωνσταντινούπολη Οικουμενική Σύνοδο (381), οι οποίοι εναντιώνονταν κατά των δυσσεβών αιρέσεων, βρέθηκε υπέρμαχος των Πατέρων, κατατροπώνοντας τους αιρετικούς με τη δύναμη των λόγων του και με τις αποδείξεις που έφερνε από τις Άγιες Γραφές. Διότι νίκησε, μετερχόμενος κάθε επιχείρημα λόγων και ευδοκιμώντας στην αρετή. Έφτασε σε προχωρημένο γήρας και εκδήμησε προς τον Κύριο. Ήταν δε κατά τον τύπο του σώματος, όμοιος σχεδόν με τον αδελφό του Βασίλειο».

 Ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης ανήκει στη μεγάλη χορεία των Πατέρων και Διδασκάλων της Εκκλησίας μας, μαζί με τον αδελφό του Βασίλειο τον μέγα, τον Γρηγόριο τον Θεολόγο, τον Ιωάννη Χρυσόστομο. Η μεγαλωσύνη του αναδείχτηκε ιδίως κατά τη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο, «στην οποία έγινε ο κατεξοχήν εκφραστής της τριαδολογίας και πνευματολογίας των καππαδοκών και αναγνωρίστηκε ως μεγάλη θεολογική μορφή» (Σ. Παπαδόπουλος). Δεν είναι τυχαίο ότι η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος (787) τον χαρακτήρισε «Πατέρα Πατέρων». Ο εκκλησιαστικός υμνογράφος του Ιωάννης μοναχός, έχοντας υπ’ όψιν την όλη προσφορά του και την αξιολόγηση της ίδιας της Εκκλησίας διά του στόματός της, των Οικουμενικών Συνόδων, αφενός τον χαρακτηρίζει εξίσου «διδασκάλων το λαμπρόν εγκαλλώπισμα», αφετέρου τον τιμά με παρόμοιο τρόπο με τον αδελφό του άγιο και μέγα Βασίλειο: «Ω η θαυμαστή αδελφική δυάδα, ίδιου αίματος σαρκικά, ίδιου φρονήματος ως προς τα θεία! Αυτήν τη δυάδα τιμώντας, τον Βασίλειο κατά λόγο δικαιοσύνης, μαζί με τον Γρηγόριο, τιμάμε στους αιώνες».

Ο άγιος υμνογράφος επικεντρώνει την προσοχή μας με τον κανόνα του στον άγιο, στο μεγαλύτερο τουλάχιστον ποσοστό, στη θεολογική προσφορά του Γρηγορίου, δηλαδή στην υπεράσπιση των ορθοδόξων δογμάτων, τα οποία αποτελούν το στήριγμα του κόσμου. Κι η υπεράσπιση αυτή βεβαίως δεν ήταν πρώτιστα καρπός της μεγάλης όντως παιδείας του και της μεγαλοφυούς διανοίας του.  Ήταν καρπός του φωτισμού του από τον Θεό λόγω της ασκητικής του διαγωγής και του άυλου βίου του. «Έχοντας την έλλαμψη από τον Θεό και έχοντας εξασκηθεί στον αγγελικό βίο, διέπρεψες στη γεμάτη εγρήγορση ιερατική σου διακονία. Διότι αφού διατράνωσες με τη χάρη του Θεού τα δόγματα, στήριξες τον κόσμο στην ορθοδοξία». Ο εκ Θεού φωτισμός του ήταν εκείνος που του έδινε τη δυνατότητα, όπως συνέβη άλλωστε και με τους άλλους μεγάλους Πατέρες και Διδασκάλους, να μη μένει στην επιφάνεια των λόγων της Αγίας Γραφής, στο «νομικόν ένδυμα», αλλά να διεισδύει στο κρυμμένο κάλλος των εννοιών, στο «απόθετον κάλλος» κατά την αντίστοιχη φράση του άλλου μεγάλου Γρηγορίου, του Θεολόγου. «Έχοντας δεχθεί τη χάρη του αγίου Πνεύματος, άνοιξες το ευτελές ένδυμα του νομικού γράμματος και μας αποκάλυψες το κρυμμένο κάλλος των εννοιών».

Ο πλουτισμός του αγίου Γρηγορίου από το Πνεύμα του Θεού, η μεγαλοφυία του από πλευράς φυσικών καταβολών, η μεγάλη παιδεία του (κυρίως από τον αδελφό του Μεγάλο Βασίλειο και τις προσωπικές μελέτες του), θύραθεν και εκκλησιαστική, τον ανέδειξαν αφενός «ολόφωτο στύλο ορθοδοξίας με τον βίο του και με τον θερμό του λόγο», αφετέρου μέγα αντιαιρετικό, που κατατρόπωσε, κατά το συναξάρι, τους διαφόρους αιρετικούς, ήτοι τον Ευνόμιο, τον Μακεδόνιο, τις παραφυάδες του Αρείου, τον Σαβέλλιο, εκείνους δηλαδή που αμφισβήτησαν στην εποχή του την αποκαλυμμένη από τον Κύριο αγία Τριάδα, την εν Τριάδι Μονάδα και την εν Μονάδι Τριάδα. Είναι κατά τον υμνογράφο «ο πέλεκυς που κόβει τις ορμές των αιρετικών, το δίκοπο ξίφος του Παρακλήτου, το μαχαίρι που κόβει τις νόθες σπορές, η φωτιά που καταφλέγει τις σαν φρύγανα αιρέσεις». Κι ας σημειώσουμε ότι ο αντιαιρετικός του αγώνας είχε κατεξοχήν θετικό χαρακτήρα. Πίστευε δηλαδή ότι τότε εξαλείφεται η οποιαδήποτε αίρεση, όταν προβάλλεται με σαφήνεια  η αλήθεια του λόγου του Θεού.

Ο υμνογράφος του βεβαίως δράττεται της ευκαιρίας να προβάλει τη νηπτική και εσωτερική της καρδιάς  διάθεση και θεολογία του αγίου Γρηγορίου αναφερόμενος στο ίδιο του το όνομα: Γρηγόριος.  Ο άγιος Γρηγόριος ήταν «ο γρήγορος νους», «αυτός που ήταν σε εγρήγορση ως προς το όμμα της ψυχής και σε εγρήγορση ποιμένας», ο οποίος «υπέταξε στον μεν ηγεμόνα νου τα αμαρτωλά σκιρτήματα της σάρκας, τον δε νου στον Παμβασιλέα Χριστό», γι’ αυτό και χωρίς εμπόδια διήνυσε την οδόν των εντολών του Χριστού και έγινε εύκολα κατοικητήριο της αγίας Τριάδος («όθεν απροσκόπτως την οδόν των εντολών ανύσας, συ της Τριάδος ενδιαίτημα γέγονας εικότως, Γρηγόριε»). Η πρακτική αυτή εξάσκηση των αρετών διά των εντολών του Κυρίου, η οποία τον οδήγησε  και στη θεωρία του Θεού, ήταν η προϋπόθεση για τον ιδιαίτερο φωτισμό του από τον Θεό, προκειμένου να διακρίνει την αλήθεια της πίστης από την πλάνη των αιρέσεων. Κι είναι τούτο βασικότατη αλήθεια της χριστιανικής πίστης: μόνον όποιος καθαρίζει την καρδιά του από τις πονηρίες των παθών, μπορεί και να δεχτεί τον φωτισμό του αγίου Πνεύματος, συνεπώς να γίνει και αληθής θεολόγος.

Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε και εμείς είναι να συντονιστούμε με τον υμνογράφο της Εκκλησίας μας: να παρακαλέσουμε τον άγιο, με την παρρησία που έχει ενώπιον του Τριαδικού Θεού, «ως γρήγορος ποιμήν», να διεγείρει και εμάς από τον πνευματικό μας ύπνο και να «κοιμίσει» τα πάθη που μας τυραννούν, λόγω της αμελείας μας. «Από αμέλεια ο δειλός ξανάπεσα στην αμαρτία και μέχρι θανάτου κοιμήθηκα. Αλλά σαν ποιμένας ευρισκόμενος σε μεγάλη εγρήγορση, ξύπνησέ με, Πάτερ, και κοίμισε τα πάθη μου, που με τυραννούν με κακό τρόπο».  

09 Ιανουαρίου 2024

Η ΠΑΝΤΑΧΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ: Η ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

῾Η πανταχοῦ παρουσία τοῦ Κυρίου δέν ἀποτελεῖ μία περιθωριακή σκέψη γιά τήν Ἐκκλησία. Συνιστᾶ τή βασική ἀλήθεια καί τό θεμέλιό της: ὁ Χριστός ἐκτός ἀπό ἄνθρωπος εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ ῾Οποῖος βρίσκεται παντοῦ καί γεμίζει μέ τήν παρουσία Του ὅλο τό σύμπαν. Δέν πρόκειται βεβαίως γιά μία φυσικοῦ τύπου παρουσία Του,  ἕνα εἶδος πανθεϊσμοῦ ἴσως - ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ διαπερνᾶ καί συνέχει τά πάντα ὁπότε τό κάθε τι εἶναι καί Θεός - ἀλλά γιά τήν ἐνέργειά Του, τήν πανσθενή καί πανάγαθη, ἡ ὁποία ὄχι μόνο δημιούργησε τόν κόσμο, ἀλλά καί τόν διακρατεῖ στήν ὕπαρξη καί τόν καθοδηγεῖ στόν τελικό του προορισμό. «῞Οτι ἐξ αὐτοῦ καί δι᾽ αὐτοῦ καί εἰς αὐτόν τά πάντα ἔκτισται» (ἀπ. Παῦλος). Κατά τή διατύπωση μάλιστα τοῦ μεγάλου Πατέρα τῆς ᾽Εκκλησίας ὁσίου Μαξίμου τοῦ ὁμολογητοῦ «πάντα ἀπέχει τοῦ Θεοῦ οὐ τόπῳ ἀλλά φύσει». ῾Η ἀπόσταση δηλαδή ὅλων τῶν κτισμάτων ἀπό τόν Θεό δέν ἔχει τοπικό χαρακτήρα ἀλλά φυσικό: ἄλλη ἡ φύση τῶν κτισμάτων καί ἄλλη ἡ φύση τοῦ Κτίστου καί Δημιουργοῦ Θεοῦ.

Εἶναι τόσο σημαντική ἡ παραπάνω ἀλήθεια, ὥστε ὁ ἀπόστολος Παῦλος σημειώνει καί πάλι: ἡ ᾽Εκκλησία εἶναι τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, «τό πλήρωμα τοῦ πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου», εἶναι ἡ πληρότητα δηλαδή ἐκείνου ὁ Ὁποῖος μέ τήν παρουσία Του γεμίζει πλήρως τά πάντα. Πρόκειται γιά συνέπεια αὐτοῦ πού θεόπνευστα καταγράφει καί ὁ εὐαγγελιστής ᾽Ιωάννης ἤδη στήν ἀρχή τοῦ εὐαγγελίου του: «Πάντα δι᾽ Αὐτοῦ (τοῦ Χριστοῦ) ἐγένετο καί χωρίς Αὐτοῦ ἐγένετο οὐδέ ἕν ὅ γέγονε». ῞Ολα δημιουργήθηκαν ἀπό τόν Χριστό καί συνεπῶς ὅλα ἔχουν τή δική Του σφραγίδα καί παρουσία. ῞Οπως ὡραῖα καί ποιητικά ἔχει κάπου γραφτεῖ: «ὅποια πέτρα τῆς Δημιουργίας κι ἄν σηκώσουμε, πίσω στέκει ὁ Χριστός». Καί πόσο θεόπνευστα ἡ ᾽Εκκλησία μας ψάλλει τήν ἀλήθεια αὐτή διά γραφίδος ἁγίου ᾽Ανδρέου Κρήτης στόν Μεγάλο Κανόνα του: «ψυχή μου, ψυχή μου, ἀνάστα, τί καθεύδεις; Ἡ ὥρα ἐγγίζει καί μέλλεις θορυβεῖσθαι. ᾽Ανάνηψον οὖν ἵνα φείσηταί σου, Χριστός ὁ Θεός, ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν».

῾Η αἴσθηση τῆς πανταχοῦ παρουσίας  τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ μας ἀποτελεῖ καί τήν προϋπόθεση τῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ χριστιανοῦ. Χριστιανός πού δέν καλλιεργεῖ μέσα του τήν αἴσθηση αὐτή δέν μπορεῖ νά σταθεῖ ἤ νά προοδεύσει ὡς χριστιανός, ἀφοῦ οὔτε προσευχή μπορεῖ νά κάνει σωστά – ποῦ νά στραφεῖ γιά προσευχή; - οὔτε μπορεῖ νά τηρήσει τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ - «χωρίς ἐμοῦ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» - οὔτε πολλῷ μᾶλλον μπορεῖ νά νιώσει ὡς μέλος Χριστοῦ, συνεπῶς νά ζήσει τό βάπτισμά του, ἐνδεδυμένος τόν Χριστό μέχρι τά τρίσβαθα τοῦ εἶναι του. Μέ τή φράση τοῦ ἀποστόλου Παύλου καί πάλι «ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός».

᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ὅσο κανείς βλέπει στόν ἑαυτό του καί στά πάντα τόν Χριστό, τόσο καί παίρνει δύναμη καί θάρρος γιά νά ἀντιμετωπίσει ὁποιοδήποτε πρόβλημα καί ὁποιαδήποτε δοκιμασία τοῦ παρουσιαστεῖ, ἀκόμη δέ καί τόν ἴδιο τόν θάνατο. «Εἰ ὁ Θεός ὑπέρ ἡμῶν, τίς καθ᾽ ἡμῶν;» λέει ὁ γνήσιος πιστός μαζί μέ τόν ἀπόστολο, ὅπως καί «πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ». Ὁπότε ὁ φόβος πού «σημαδεύει» συνήθως τόν ἄνθρωπο πού παραθεωρεῖ ἤ διαγράφει τόν Θεό ἀπό τή ζωή του – χωρίς Θεό ὁ κόσμος γίνεται ἀκατανόητος καί πηγή ἀνασφάλειας - ὑπερβαίνεται. Γιατί γίνεται ένας κόσμος φιλικός καί κοντινός πού ὑπάρχει καί κινεῖται μέσα στήν ἀγκαλιά τοῦ Πατέρα Θεοῦ καί μέσα στήν ἀγκαλιά κατ’ ἐπέκταση κι ἐκείνων πού ζοῦν ὡς δικά Του τέκνα. 

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΠΟΛΥΕΥΚΤΟΣ

«Ο άγιος Πολύευκτος ζούσε επί των βασιλέων Δεκίου και Βαλλεριανού, ήταν στρατιωτικός στη Μελιτηνή της Αρμενίας και ήταν ο πρώτος που μαρτύρησε σ’ αυτήν τη χώρα υπέρ του Χριστού. Διότι όταν έφτασε το ασεβές δόγμα ότι πρέπει να αρνηθούν τον Χριστό οι χριστιανοί και ότι όσοι δεν πειθαρχήσουν θα πεθάνουν, αυτός χωρίς να φοβηθεί καθόλου ομολόγησε με παρρησία την πίστη του στον Χριστό. Με το μεγάλο θάρρος του μάλιστα συνέτριψε και τα είδωλα των απίστων. Γι’ αυτό χωρίς να πεισθεί στις παραινέσεις και τις κολακείες του πενθερού του ούτε και να καμφθεί από τους θρήνους και τους ολοφυρμούς της γυναίκας του, βεβαιώνοντας τις υποσχέσεις του βαπτίσματος στον μάρτυρα Νέαρχο, που ήταν φίλος του και φοβόταν μήπως παρεκκλίνει από την πίστη του Χριστού, αυτός λοιπόν φάνηκε σταθερός στην ομολογία του Χριστού και δέχτηκε το τέλος του με ξίφος. Τελείται δε η σύναξή του στον ναό του, το αγιότατο μαρτύριό του».

Ο άγιος Πολύευκτος αποτελεί συνεπή και άξιο μαθητή του Κυρίου μας, καθώς η ζωή του επιβεβαιώνει τα λόγια Εκείνου που είπε: «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή τέκνα ή αγρούς, έτι και την εαυτού ψυχήν, ου δύναται είναί μου μαθητής». Στην κρίσιμη δηλαδή ώρα, που η ασέβεια τον έθεσε σε κρίση: να δείξει έμπρακτα το ποια αγάπη υπερισχύει μέσα στην καρδιά του, εκείνος χωρίς δισταγμό επέλεξε την αγάπη του Κυρίου, με θυσία μάλιστα της ζωής του, κάνοντας πέρα γυναίκα, τέκνα και συγγενείς, εφόσον αυτοί τον καλούσαν σε άρνηση του Θεού. Κι είναι το πρώτο που σημειώνουν βεβαίως και οι ύμνοι της Εκκλησίας μας για τον άγιο: «Ούτε ο πόθος της συζύγου ούτε η στοργή των τέκνων ούτε η αξία του συγγενή ούτε  η περιουσία, των κτημάτων ή των χρημάτων, κλόνισαν καθόλου τη σταθερότητα της ψυχής σου από την πίστη πράγματι στον Χριστό, παμμακάριστε Πολύευκτε». Η σταθερότητα της πίστης του, αποτέλεσμα της μεγάλης αγάπης του προς τον Χριστό, δεν είναι κάτι που εύκολα μπορεί κανείς να το παρέλθει. Διότι ο άγιος είχε δεσμεύσεις επίγειες: είχε να φροντίσει τη γυναίκα και τα παιδιά του. Αγάπες δηλαδή φυσικές και πολύ δυνατές. Ποιος θα μπορούσε ίσως να τον κατηγορήσει ότι χάριν της οικογένειάς του άφησε τον Χριστό; Είχε σπουδαία δικαιολογία. Κι όμως! Ο άγιος πίστευε πραγματικά στον Χριστό. Κι ο λόγος Εκείνου περί της αγάπης σ’ Αυτόν υπεράνω όλων ήταν εκείνο που τον συνείχε. Από την άποψη αυτή το μαρτύριό του αποκτά απροσμέτρητη αξία.

Κι επιτείνεται ακόμη περισσότερο η σπουδαιότητα του μαρτυρίου του, όταν αναλογιστεί κανείς ότι ο άγιος Πολύευκτος ήταν ο πρώτος που έδωσε τη ζωή του υπέρ Χριστού στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Διότι άλλο πράγμα είναι να έχουν προηγηθεί άλλοι σ’ ένα δρόμο που φαντάζει πολύ δύσκολος – ο δρόμος του μαρτυρίου – και άλλο να είσαι ο πρώτος που ανοίγεις τη χορεία αυτή. Η ψυχική δύναμη που απαιτείται σαφώς είναι υπέρτερη. Ο άγιος Πολύευκτος λοιπόν ανήκε σ’  εκείνους που άνοιξαν τον δρόμο, σαν ένας νέος πρωτομάρτυρας Στέφανος, δείχνοντας ότι ναι μεν είχε την ιδιαίτερη ενίσχυση από τον Χριστό, αλλά και ένα ιδιάζον φυσικό ψυχικό σθένος. Επρόκειτο για τον τύπο του ατρόμητου ανθρώπου, που είχε επίγνωση και συναίσθηση όμως του πού θα καταθέσει την τόλμη του αυτή. Με άλλα λόγια δεν λειτουργούσε μ’ έναν τρόπο «αποκοτιάς», παράλογης τρέλας, την οποία επισημαίνουμε συχνά σε νέους ανθρώπους, χωρίς συναίσθηση όμως και επίγνωση, γεγονός που τους οδηγεί όχι λίγες φορές σε απώλεια της ζωής τους χωρίς νόημα. Την πρωτιά του μαρτυρίου του εγκωμιάζει και ο άγιος υμνογράφος σε μία από τις ωδές του κανόνα του: «Συναριθμήθηκες με τα στρατεύματα των μαρτύρων. Πήρες τη θέση σου στην αιώνια βασιλεία, ως νεοσφαγής, φθάνοντας σ’ αυτήν, ενώ ακόμη τα αίματά σου έσταζαν».

Ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος του αγίου, επισημαίνει γι’ αυτόν και κάτι εξόχως σημαντικό, μεταξύ των άλλων εγκωμιαστικών του λόγων. «Ο γλυκασμός – λέει – της ευσεβείας ηδύνθη σοι». Σε ευχαρίστησε, σου προκάλεσε ευφροσύνη ο γλυκασμός της ευσέβειας. Η πίστη δηλαδή για τον άγιο Πολύευκτο δεν ήταν ένα είδος καταπίεσής του ή μία απλή συνήθεια που δεν αγγίζει την καρδιά. Η πίστη του στον Χριστό ήταν η παρηγοριά του, ήταν ο γλυκασμός της καρδίας του, το γλύκισμα στο λάρυγγά του, για να θυμηθούμε τον προφητάνακτα. Ήταν δηλαδή τρόπος ζωής που τον έκανε να νιώθει την παρουσία του Χριστού. Κι αυτό γιατί αγάπησε, όπως είπαμε, τον Χριστό με καθαρή και ειλικρινή αγάπη, με πόθο και έρωτα. Ο υμνογράφος του δεν μπορεί να μην τραγουδήσει την πυρωμένη αυτή καρδιά του. «Φτερώθηκες από τη θεία αγάπη, πληγωμένος από τον καθαρό και ειλικρινή σου πόθο για τον Χριστό και φλογισμένος από τον έρωτα της άνω Βασιλείας». Ας συγκρίνουμε λίγο το καμίνι αυτό της πίστης και της αγάπης του αγίου με τη δική μας αναιμική ή και παγωμένη πολλές φορές πίστη, την οποία ως κακέκτυπο περιφέρουμε με μιζέρια και με μαρασμό,  και αν δεν μπορούμε να τη μιμηθούμε, τουλάχιστον ας κλάψουμε και ας ταπεινωθούμε. Μπορεί τότε ίσως λίγη από τη δική του φλόγα να θερμάνει και τη δική μας καρδιά.

08 Ιανουαρίου 2024

Ο ΟΣΙΟΣ ΑΒΒΑΣ ΑΓΑΘΩΝ

Μέγας ο Αγάθων από τους αββάδες του Γεροντικού, για τον οποίο το Βιβλίο «Αποφθέγματα Γερόντων» αφιερώνει τριάντα τον αριθμό λόγια και περιστατικά. Περιβόητος μεταξύ των Πατέρων της ερήμου αναχωρητής και αββάς, έζησε πιθανότατα κατά το δεύτερο μισό του τέταρτου αιώνα και τις αρχές του πέμπτου. Θεωρείται ως τύπος του ταπεινού και πράου ανθρώπου. Κατά το 390, όταν ο όσιος μέγας Αρσένιος βγήκε στην έρημο, ο Αγάθων είχε ήδη σχηματίσει γύρω του ένα όμιλο μαθητών, από τους οποίους κατεξοχήν γνωστοί είναι ο Αλέξανδρος και ο Ζωῒλος. Σύμφωνα με τα κοπτικά συναξάρια, εορτάζει την 11η Σεπτεμβρίου, ενώ τα ίδια τον χαρακτηρίζουν ως στυλίτη, πράγμα απίθανο [Θ.Η.Ε. 1, 105 (1962)].  

Ενδεικτικά από τα αναφερόμενα σε αυτόν στα Αποφθέγματα καταγράφουμε τα παρακάτω:

- Είπε ο αββάς Αγάθων: «Πρέπει ο μοναχός να μην αφήνει τή συνείδησή του να τον κατηγορήσει για οποιοδήποτε πράγμα».

- Είπε πάλι: «Χωρίς φύλαξη των θείων εντολών δεν προοδεύει ο άνθρωπος ούτε σε μία αρετή».

- Είπε πάλι: «Ποτέ δεν κοιμήθηκα έχοντας κάτι εναντίον οποιουδήποτε, ούτε άφησα κανένα να κοιμηθεί έχοντας κάτι εναντίον μου, όσον εξαρτιόταν από μένα».

- Έλεγαν για τον αββά Αγάθωνα ότι πήγαν κάποιοι προς αυτόν, επειδή άκουσαν ότι έχει μεγάλη διάκριση, και θέλοντας να τον δοκιμάσουν αν πράγματι την ασκεί στη ζωή του τού λένε:

Εσύ είσαι ο Αγάθων; Ακούμε για σένα ότι είσαι πόρνος και υπερήφανος.

Κι αυτός είπε: Ναι, έτσι είναι.

Και του λένε: Εσύ είσαι ο Αγάθων ο φλύαρος και καταλάλος;

Κι αυτός είπε: Εγώ είμαι.

Του λένε πάλι: Εσύ είσαι ο Αγάθων ο αιρετικός;

Κι αποκρίθηκε: Δεν είμαι αιρετικός.

Και τον παρεκάλεσαν λέγοντας: Πες μας, γιατί, είπαμε τόσα για σένα και τα καταδέχτηκες, ενώ τον λόγο αυτόν δεν τον βάστασες;

Και τους λέει: Τα πρώτα τα επιγράφω στον εαυτό μου, γιατί είναι όφελος για την ψυχή μου. Το να δεχτώ όμως ότι είμαι αιρετικός, σημαίνει χωρισμό από τον Θεό. Κι εγώ δεν θέλω να χωριστώ από τον Θεό.

Κι αυτοί, αφού τα άκουσαν, θαύμασαν τη διάκρισή του και έφυγαν οικοδομημένοι.

- Έλεγαν για τον αββά Αγάθωνα ότι έκανε τρία χρόνια έχοντας λιθάρι στο στόμα του, μέχρι ότου κατόρθωσε να σιωπά.

- Ο ίδιος όταν έβλεπε κάτι και ήθελε ο λογισμός του να το κρίνει, έλεγε στον εαυτό του: «Αγάθων, εσύ να μην το κάνεις αυτό».

- Ο ίδιος είπε: «Ο οργίλος, και νεκρό να αναστήσει, δεν είναι δεκτός από τον Θεό».

- Αδελφός ρώτησε τον αββά Αγάθωνα για την πορνεία. Και του λέγει: «Πήγαινε, ρίξε την αδυναμία σου ενώπιον του Θεού και θα έχεις ανάπαυση».

- Έλεγε ο αββάς Αγάθων ότι «αν μου ήταν δυνατόν να βρω έναν λεπρό και να του δώσω το δικό μου σώμα και να λάβω το δικό του, θα ήμουν ευτυχής. Διότι αυτή είναι η τέλεια αγάπη».

Ο κάθε λόγος του οσίου αββά αποτελεί, όπως καταλαβαίνουμε, και μία αφορμή για να εγκύψει κανείς μέσα στο βάθος του εσωτερικού του κόσμου και να αναμετρηθεί με τα πάθη του, παίρνοντας τη δύναμη για να επιλέξει τη φωτεινή οδό των εντολών του Κυρίου. Διότι κατά τον λόγο του ίδιου πρόοδος από πλευράς πνευματικής «χωρίς φύλαξη των θείων εντολών» δεν υπάρχει. Με άλλα λόγια ο κάθε λόγος του οσίου, όπως βεβαίως και η κάθε ενέργειά του, ήταν απαύγασμα της ασκητικής προσπάθειάς του να βρίσκεται επί των ιχνών του Κυρίου – το να ακολουθεί τον Κύριο που φανερώνεται μέσα από τις εντολές Του ήταν ο μόνιμος και διαρκής σκοπός του. Κι από την άποψη αυτή ο λόγος του «μένει εις τον αιώνα»∙ διότι τελικώς δεν ήταν δικός του λόγος ως αποκύημα της φαντασίας του ή κάποιου στοχασμού του. Ήταν ο λόγος του ίδιου του Κυρίου που περνούσε βιωματικά μέσα από την ψυχοσωματική του ύπαρξη και προσφερόταν σ’ εκείνους που ζούσαν μαζί του ή στους επισκέπτες του μ’ έναν ιδιαίτερο προσωπικό τρόπο που λειτουργούσε διττά: είτε ως μαχαίρι δίστομο για να περικόπτει τα πάθη είτε ως ψωμί και νερό για να τρέφει και να ξεδιψά τους καλοπροαίρετους συνανθρώπους του.

Προϋπόθεση βεβαίως της σκληρής προσπάθειας να μένει κανείς στο θέλημα του Θεού είναι η φύλαξη της συνείδησής του από οτιδήποτε αμαρτωλό και πονηρό - «πρέπει ο μοναχός (γράφε ο χριστιανός) να μην αφήνει τή συνείδησή του να τον κατηγορήσει για οποιοδήποτε πράγμα». Είναι η νήψη, η εγρήγορση για την οποία κάνει λόγο ο ίδιος ο Κύριος, αλλά και οι Απόστολοι και όλοι οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας. Γιατί χωρίς τη νήψη αυτή δεν υπάρχει καθαρότητα της καρδιάς, η οποία συνιστά τον όρο για να επαναπαύεται ο Θεός σ’αυτήν. Λοιπόν, δεν μπορεί κανείς χωρίς φύλαξη της καρδιάς του από ό,τι πονηρό να προκόψει και να δει Θεού πρόσωπο, γι’ αυτό και πολλοί άγιοι τόνισαν την «παραδοξότητα» για τη σημερινή, και όχι μόνον, εποχή ότι ενώπιον του Θεού θεωρείται περισσότερο αξιοθαύμαστος όχι εκείνος που ανασταίνει νεκρούς ή μεταστρέφει ολόκληρους λαούς στην πίστη, όσο εκείνος που έχει καθαρίσει ή αγωνίζεται να καθαρίσει την καρδιά του (άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, όσιος Ισαάκ ο Σύρος). Κι ο λόγος του Κυρίου το επιβεβαιώνει: «μακάριοι είναι αυτοί που έχουν καθαροί την καρδιά, γιατί αυτοί θα δουν τον Θεό».

Πρόκειται για αλήθειες που στην εποχή μας πολλοί, και χριστιανοί, αδυνατούν να «κατανοήσουν», καθώς είναι εγκλωβισμένοι σε έναν χριστιανισμό κοινωνικού μόνο τύπου και προσφοράς, σε έναν ακτιβισμό που αυτό που κάνεις «για το καλό του άλλου» είναι και το ανώτερο όλων. Αλλά έρχεται είπαμε ο λόγος του Θεού για να βάλει τα πράγματα στή θέση τους: τίποτε δεν έχει αξία, αν δεν προέρχεται από καθαρή καρδιά, που θα πει ότι δεν έχει αξία κάτι που δεν έχει σφραγιστεί από το Πνεύμα και τη Χάρη του Θεού. Οπότε, το ζητούμενο δεν είναι απλώς να κάνουμε «έργα», αλλά να επιτελούμε αυτά ως απαύγασμα της φωτεινής από το φως του Θεού καρδιάς μας – ό,τι επισημάναμε και παραπάνω για τον αββά Αγάθωνα. Αυτά είναι τα έργα που θα δοκιμαστούν από το πυρ της κρίσης του Θεού και θα παραμείνουν.

Κι ένα σημείο που εξίσου βοηθάει στην κατανόηση της παραπάνω αγιοπνευματικής κατάστασης ως προϋπόθεσης της όποιας εν κόσμω ενέργειας του χριστιανού, είναι και πάλι η «παράδοξη» κίνηση του Αγάθωνα να ασκηθεί στη σιωπή κρατώντας ένα βότσαλο μέσα στο στόμα του. Τι μεγαλείο πράγματι! Γιατί όχι μόνο δείχνει πόσο είχε κατανοήσει την αξία της σιωπής ως περιορισμού των λόγων για να μπορεί να αδολεσχεί με τον Θεό – «από την πολυλογία δεν μπορεί να αποφευχθεί η αμαρτία» σημειώνει ήδη από την Παλαιά Διαθήκη ο λόγος του Θεού – αλλά και πόσο προσγειωμένος ήταν ως προς τον ίδιο του τον εαυτό: το βότσαλο ήταν η διαρκής υλική υπόμνηση για να ξεπερνά το κατεξοχήν πρόβλημα που ταλαιπωρεί εμάς τους ανθρώπους, τη λήθη∙ τη ξεχασιά. «Τυραννίδα» χαρακτηρίζουν τη λήθη οι Πατέρες μας, γιατί δυστυχώς τέτοια είναι η (μεταπτωτική) φύση μας: να ρέπουμε πρωτίστως προς το πονηρό και να κάνουμε τεράστιες προσπάθειες για να στραφούμε προς το αγαθό. Λοιπόν, τα ήξερε ο αββάς Αγάθων αυτά και τον θαυμάζουμε γιατί είχε την ατσάλινη θέληση να κάνει πράξη μόνον το θέλημα του Θεού, όπως βεβαίως και τον παρακαλούμε να πρεσβεύει και για εμάς που χειμαζόμαστε μέσα σ’ έναν κόσμο που το μόνο που αγνοεί και δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτό είναι το θέλημα του Θεού.

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΧΟΖΕΒΙΤΗΣ

«Ο Όσιος Γεώργιος καταγόταν από την Κύπρο και οι γονείς του ήταν ευσεβείς χριστιανοί. Ο μεγαλύτερος αδελφός του, ονόματι Ηρακλείδης, ενόσω ζούσαν ακόμη οι γονείς του, πήγε στους αγίους Τόπους για να προσκυνήσει, οπότε θέλησε να παραμείνει εκεί ως μοναχός, στη Λαύρα του Καλαμώνα, κοντά στο σημερινό μοναστήρι του οσίου Γερασίμου του Ιορδανίτη. Ο  Γεώργιος παρέμεινε κοντά στους γονείς του, έως ότου έφυγαν από τη ζωή αυτή, οπότε τον παρέλαβε μαζί με την κληρονομιά του ο θείος του, που είχε μια μοναχοκόρη και ήθελε να τον κάνει γαμπρό του. Ο Γεώργιος όμως δεν ήθελε να παντρευτεί και έφυγε στον άλλο του θείο, που ήταν ηγούμενος σ' ένα Μοναστήρι. Αλλά επειδή ο προηγούμενος θείος του πίεζε τον αδελφό του ηγούμενο ν' αφήσει τον Γεώργιο να φύγει από το μοναστήρι, ο Γεώργιος έφυγε κι από 'κει και πήγε στον αδελφό του Ηρακλείδη στη Λαύρα του Καλαμώνα. Λόγω του νεαρού της ηλικίας του όμως, τον οδήγησε στη Μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου, την λεγόμενη Χοζεβά που βρίσκεται σε μια ερημική και άγρια χαράδρα - εκεί υπάρχει το σπήλαιο στο οποίο είχε καταφύγει καταδιωγμένος από τους βασιλείς του Ισραήλ Αχαάβ και Ιεζάβελ ο προφήτης Ηλίας - κι είναι κοντά στην αρχαία Ρωμαϊκή οδό, που οδηγεί από τα Ιεροσόλυμα στην Ιεριχώ. Εκεί πλέον ο Γεώργιος αφού έγινε μοναχός, έζησε αυστηρή ασκητική μοναχική ζωή. Η φήμη της αρετής του ήταν μεγάλη και τα άγια έργα του δίδαξαν πολλούς. Τελικά, ειρηνικά παρέδωσε την αγία του ψυχή στον Θεό».

Η υμνογραφία της Εκκλησίας μας, κατά λογικό και φυσικό τρόπο, επικεντρώνει ιδιαιτέρως στο γεγονός ότι ο όσιος ασκήθηκε και αγίασε στους τόπους που πάτησαν οι άγιοι πόδες του Κυρίου Ιησού Χριστού. Ήταν ο φλογερός πόθος του για τον Θεό που οδήγησε και εκείνου τα βήματα στους αγίους Τόπους – «αιχμαλωτισμένος από θείο έρωτα των αγίων τόπων της Σιών, παμμάκαρ, μετέβηκες σε αυτούς» -  στους οποίους παρέμεινε μέχρι τέλους της ζωής του, έστω και αν πέρασε από πολλές δυσκολίες, και μέχρι να φτάσει εκεί και όταν έφτασε. «Δεν μπόρεσε το μήκος της οδού ούτε η δυσχέρεια των τόπων να παραλύσουν τη φλογερή στροφή σου προς τον Θεό. Διότι και εκεί φθάνοντας και αφού ευφράνθηκες από τον τόπο που πάτησαν οι πόδες του Θεού μας, δεν έδειξες καμία αμέλεια, παρά να φθάσεις με την άσκηση και τους κόπους και προς την ουράνια Σιών».

Είναι πολύ όμορφη μάλιστα η εικόνα του υμνογράφου που περιγράφει την ασκητική βιοτή του οσίου, ο οποίος φανερώνοντας τον εγκάρδιο έρωτά του προς τον Χριστό, εν κατανύξει ψυχής κατέβρεχε την αγία γη με τα δάκρυά του – πολλές φορές τονίζουν οι ύμνοι το χάρισμα των δακρύων που είχε ο όσιος – και με τις τρίχες της κεφαλής του νοερώς σφούγγιζε τα πόδια του Κυρίου, σαν να Τον έβλεπε νοερώς μπροστά του. «Φανερώνοντας τον εγκάρδιο έρωτά σου προς τον Χριστό, ένδοξε, εν κατανύξει κατάβρεχες τη γη με τα δάκρυα, και με τις τρίχες της κεφαλής σου σφούγγιζες τα πόδια του Χριστού, βλέποντάς Τον και εννοώντας Τον ως παρόντα, Αυτόν που πόθησες». Κι όχι μόνον τούτο: οι άγιοι τόποι, η αγία Σιών, θεωρούνται από τον υμνογράφο ως σκαλοπάτι για να ανέλθει ο όσιος στην άνω Σιών, τη Βασιλεία των Ουρανών. Ο αγιασμένος τόπος δηλαδή λειτουργούσε για τον όσιο Γεώργιο ως διαρκής πρόκληση και αφορμή μνήμης του Χριστού και ενθυμήσεως της αληθινής πατρίδας. Ο ίδιος ο Χριστός εξέλεξε ως τόπο ερχομού Του τη Σιών, ο τόπος αυτός έγινε για τον όσιο, λόγω της αγάπης του προς τον Χριστό, εφαλτήριο ανόδου του προς Εκείνον. «Ο Δεσπότης ουρανόθεν δι’ ημάς κατερχόμενος, την Σιών ευρίσκει θείον αληθώς ευναστήριον∙ η ενσκηνώσας συ πόθω, ώσπερ κλίμακι, προς την άνω ανήλθες Σιών ταύτη χρώμενος».

Η σφοδρή αγάπη του οσίου προς τον Χριστό εκδηλωνόταν, όπως είπαμε, με τα άφθονα δάκρυα κατανύξεως, αλλά και με τους ασκητικούς του  κόπους. Δεν θα υπήρχαν όμως όλα αυτά, αν ο όσιος δεν είχε βρει το «μυστικό» της πνευματικής ζωής: τον έλεγχο των λογισμών του. Ο έλεγχος των λογισμών, ως γνωστόν, είναι εκείνο που κρατάει  καθαρή την καρδιά του ανθρώπου, ώστε να υπάρχει και να αυξάνει σ’ αυτήν η αγάπη του Χριστού, συνεπώς να καρποφορούν μέσα της και οι αρετές Εκείνου. Όπως το σημειώνει ο υμνογράφος: «Την ακρόπολη της ψυχής σου δεν την κλόνισαν οι προσβολές των λογισμών, μακάριε». Έτσι ο όσιος Γεώργιος φάνηκε σαν ουρανός, κατάφωτος από τα αστέρια των πρακτικών αρετών της άσκησης, έχοντας ως  ήλιο τον Κύριο και την ψυχή του σαν σελήνη που φωτίζεται από Αυτόν. «Ουρανός τις ανεφάνης τοις πρακτέοις ως άστρασι κατηγλαϊσμένος, φέρων ως φωσφόρον τον Κύριον, την σην ψυχήν ως σελήνην καταυγάζοντα».

06 Ιανουαρίου 2024

Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ

 

«Παραλάβαμε εξαρχής και με φωτισμό Θεού να εορτάζουμε την επομένη των αγίων Θεοφανείων τη Σύναξη του πανιέρου Προφήτου, Προδρόμου και Βαπτιστού, διότι διακόνησε το μυστήριο του θείου βαπτίσματος. Συντάσσεται η εορτή αυτή και με τις άλλες πανηγύρεις του αγίου Ιωάννου, ώστε να μην αφήσουμε στη σιωπή τίποτε από τα θαύματα εκείνου. Την ίδια ημέρα θυμόμαστε και τη μεταφορά της πάντιμης χειρός του αγίου Ιωάννου προς τη Βασιλίδα των πόλεων, που έγινε ως εξής: Στην πόλη Σεβαστή, στην οποία λέγεται ότι είχε θαφτεί το σώμα του Προδρόμου, έφτασε ο ευαγγελιστής Λουκάς, ο οποίος πήρε το δεξί χέρι του προφητικού εκείνου σώματος και το πήγε στην πόλη του την Αντιόχεια. Το χέρι του Προδρόμου επιτελούσε εκεί πάμπολλα θαύματα, μεταξύ των οποίων και το παρακάτω. Υπήρχε κάποιος δράκος, ένα τεράστιο ερπετό, που φώλιαζε στα όρια της πόλεως, το οποίο οι κάτοικοί της και οι ειδωλολάτρες το τιμούσαν με ετήσια θυσία. Όταν ήλθε ο καιρός, κληρώθηκε κάποιος από τους χριστιανούς να προσφέρει στο θηρίο το μικρό του κορίτσι. Διότι ο δράκος αυτός έβγαινε έρποντας έξω από τη φωλιά του, παρουσιάζοντας ένα ανέλπιστο θέαμα, και  με το τεράστιο ανοιχτό στόμα του δεχόταν το θύμα και το κατασπάρασσε με τα δόντια του. Για τον λόγο αυτό ο πατέρας της κόρης εκλιπαρούσε με στεναγμούς τον Θεό και τον Πρόδρομο να απαλλάξει την κόρη του από τον πικρό θάνατο. Οπότε σοφίζεται το εξής: Ζητάει να προσκυνήσει το άγιο χέρι του Προδρόμου. Και την ώρα που το ασπαζόταν, κρυφά κόβει με τα δόντια του τον αντίχειρα από τα δάκτυλα και βγαίνει από τον ναό έχοντας πετύχει τον σκοπό του. Λοιπόν, όταν έφτασε η ημέρα της θυσίας και παρευρισκόταν ο λαός για να δει το θέαμα, προσέρχεται ο πατέρας φέρνοντας την κόρη του. Πλησίασε το φοβερό ερπετό, κι όταν το είδε να χάσκει και να ζητά το θύμα του, εξακόντισε μέσα στον φάρυγγά του το ιερό δάκτυλο, γεγονός που επέφερε αμέσως τον θάνατο του ερπετού. Όταν έγιναν αυτά, ο μεν πατέρας επέστρεψε με ζωντανή την κόρη του, διηγούμενος την παράδοξη λύτρωσή της, το δε πλήθος του λαού με έκπληξη για το μεγάλο θαύμα ανέπεμπε ευχαριστίες στον Θεό και τον Πρόδρομο, ενώ έκτισε και μέγιστο ναό προς τιμήν του Προδρόμου. Λέγεται δε, ότι κατά την εορτή της Υψώσεως του τιμίου Σταυρού ανυψώνεται αυτό το τίμιο χέρι από τον αρχιερέα, ενώ κατά την ανύψωση άλλοτε εκτείνεται και άλλοτε συστέλλεται. Κι όταν εκτείνεται σημαίνει ότι θα υπάρχει ευφορία καρπών, ενώ όταν συστέλλεται, θα υπάρχει αφορία και φτώχεια. Γι’ αυτό και πολλοί από τους κατά καιρούς βασιλείς επιθύμησαν να κατάσχουν το ιερό χέρι του Προδρόμου, κατεξοχήν δε ο Κωνσταντίνος και ο Ρωμανός από τους Πορφυρογέννητους. Λοιπόν, και ενώ αυτοί βασίλευαν, κάποιος διάκονος της Εκκλησίας των Αντιοχέων, που ονομαζόταν Ιώβ, ζήτησε  και πήρε μαζί του το τίμιο χέρι του Προδρόμου, την ώρα της επιλύχνιας ακολουθίας, κατά την οποία υπάρχει συνήθεια, όπως έχει παραδοθεί στους χριστιανούς, να τελούν τον αγιασμό. Το ιερό χέρι του μεγάλου προφήτη ο φιλόχριστος βασιλιάς το κατασπάστηκε με πόθο και το απέθεσε στα ανάκτορα. Τελείται δε η σύναξη αυτού στο Φοράκιο».

Η σύναξη του αγίου Ιωάννου Προδρόμου δίνει αφορμή στην υμνολογία της Εκκλησίας μας να προβάλει τη φοβερά μεγάλη προσωπικότητά του με τις πολυποίκιλες αρετές του. Και εν πρώτοις οι ύμνοι σημειώνουν ότι ο μακαρισμός του αγίου Ιωάννη από την Εκκλησία συνιστά δοξολογία του ίδιου του Ιησού Χριστού. «Πανεύφημε Πρόδρομε Χριστού…σε ευσεβώς μακαρίζοντες, Χριστόν δοξάζομεν». Διότι βεβαίως αν ο άγιος Ιωάννης είναι τόσο μεγάλος στο εκκλησιαστικό στερέωμα, είναι γιατί σχετίστηκε με τον Κύριο, ως προφήτης και πρόδρομός Του, ως βαπτιστής και μάρτυράς Του. Από τον Κύριο πήρε το όποιο φως και την όποια αξία του ο Ιωάννης, με πλήρη επίγνωσή του ως προς αυτό. Γι’ αυτό και είναι ο λύχνος που φανέρωσε το απαύγασμα της δόξας του Πατέρα, τον Ιησού Χριστό. «Σαν λυχνάρι φανέρωσες σε όλους τη λάμψη της δόξας του Πατέρα, που φάνηκε με σώμα». Και γι’ αυτό επίσης η κύρια αρετή του ήταν η αρετή της ταπείνωσης, η προϋπόθεση για την ύπαρξη της χάρης του Θεού στον άνθρωπο. Μπροστά στον Χριστό νιώθει την απέραντη μηδαμινότητά του: «Ουκ ειμί ικανός, ίνα κύψας λύσαι τον ιμάντα των υποδημάτων Αυτού». «Εγώ έχω χρείαν του υπό σου βαπτισμού και συ έρχη προς με;».

Ο τονισμός του προφητικού και προδρομικού στοιχείου στον άγιο Ιωάννη αποτελεί τον πυρήνα της ποίησης των αγίων υμνογράφων του. Ο άγιος Ιωάννης στέλνεται από τον Θεό, προκειμένου να ετοιμάσει το έδαφος της παρουσίας του Χριστού. «Όταν είδε ο Πρόδρομος τον φωτισμό μας που φώτισε κάθε άνθρωπο, τον Ιησού Χριστό, τον δείχνει και λέγει στους λαούς: να αυτός που λυτρώνει τον Ισραήλ, αυτός που μας ελευθερώνει από την φθορά». «Προετοίμασες τους δρόμους του Κυρίου, καθώς βάδισες πριν από Αυτόν, προφήτα». Το απλωμένο χέρι μάλιστα του αγίου Προδρόμου και το δάκτυλο με το οποίο υπέδειξε τον Κύριο στους μαθητές του στον ποταμό Ιορδάνη, γίνονται τα κεντρικά αντικείμενα, τα οποία χρησιμοποιεί ο υμνογράφος ήδη από την παραμονή της εορτής των Θεοφανείων, στο δοξαστικό των ιδιομέλων της Θ΄ ώρας, για να καταδείξει ακριβώς ότι είναι ο Πρόδρομος Κυρίου. Η ποίηση εδώ «απογειώνεται» και φθάνει σε δυσθεώρητα ύψη λυρισμού: «την χείρα σου την αψαμένην την ακήρατον κορυφήν του Δεσπότου, μεθ’ ης και δακτύλω αυτόν ημίν καθυπέδειξας, έπαρον υπέρ ημών, Βαπτιστά, ως παρρησίαν έχων πολλήν» (Το χέρι σου που άγγιξε την πανάχραντη κορυφή του Δεσπότου, και με το δάκτυλο του οποίου χεριού  μάς Τον υπέδειξες, σήκωσε ψηλά για χάρη μας, Βαπτιστά, επειδή έχεις πολλή παρρησία ενώπιόν Του).

Το προδρομικό στοιχείο του αγίου είχε ξεκινήσει όμως από πολύ νωρίς. Ο άγιος Πρόδρομος δεν δακτυλοδεικτούσε τον Χριστό μόνον στην έρημο ή την ώρα του βαπτίσματος. Είχε «αναγνωρίσει» τη μεσσιανικότητά Του και την είχε μηνύσει ήδη εκ κοιλίας μητρός του. Η ώρα της επίσκεψης της Παναγίας Μητέρας του Κυρίου μας στην ξαδέλφη της Ελισάβετ μετά τον ευαγγελισμό της, τότε που σκίρτησε ο κυοφορούμενος Ιωάννης στην  κοιλιά της εγκυμονούσας γερόντισας μητέρας του, ήταν η απαρχή της προδρομικής αποστολής του. Ο άγιος υμνογράφος το σημειώνει πολλαπλώς: «Έγινες πλήρης από το πανάγιο Πνεύμα, όταν βρισκόσουν ακόμη μέσα στην κοιλιά της μητέρας σου, και μήνυσες χαίροντας με τερπνό σκίρτημα τον καρπό της Παρθενίας, τον Ιησού Χριστό, και Τον προσκύνησες, προφήτη πανσεβάσμιε». Κι ακόμη περισσότερο: προετοίμασε, κατά τον υμνογράφο, τον ερχομό του Χριστού και στον Άδη, όταν βρέθηκε εκεί τριήμερος Εκείνος μετά την εκπνοή Του από τη σταυρική Του θυσία. «Με χαρά ευαγγελίστηκες και στους ευρισκομένους στον Άδη τον Θεό που φανερώθηκε ως άνθρωπος».

Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας δεν μπορούν να μην αναφερθούν εκτενώς και στο θεοπτικό στοιχείο της ζωής του αγίου. Με την προϋπόθεση της καθαρής και ισάγγελης πολιτείας του («σκεύος καθαρότητος ανεδείχθης», «υπερφυούς αρετής λαμπηδόσιν ηγλαϊσμένος», «άγγελος τον ισάγγελον ευηγγελίσατο Ζαχαρία τω σεπτώ») – κανείς απροϋπόθετα δεν μπορεί να γίνει θεόπτης - ο Θεός τού έδωσε τη χάρη της διανοίξεως των πνευματικών οφθαλμών του, προκειμένου να δει τη δόξα του τριαδικού Θεού, κατά την ώρα της Βαπτίσεως του Κυρίου. «Με τη χάρη του Θεού είδες σοφέ Ιωάννη Πρόδρομε, την άρρητη δόξα του Πατέρα,  τον Υιό μέσα στο νερό. Και το Πνεύμα είδες, που απήλθε ως περιστέρι, και που καθαρίζει και φωτίζει τα πέρατα. Γι’ αυτό σε δοξολογούμε ως μύστη της Τριάδος και τιμάμε το θείο πανηγύρι σου». Κι είναι τούτο μία αλήθεια που πρέπει να τονίζεται: η όραση της Θεοφάνειας από τον άγιο Πρόδρομο δεν ήταν όραση και από τους άλλους που παρευρίσκονταν στον Ιορδάνη ποταμό. Ο Ιωάννης μόνον, όπως βεβαίως και οι παρευρισκόμενοι άγγελοι, άκουσε τη φωνή του Θεού Πατέρα και είδε το άγιον Πνεύμα με τη μορφή περιστεριού να ίπταται υπεράνω του βαπτιζόμενου Χριστού. «Αυτόν που οι προφήτες με πολλούς τρόπους είδαν και με αινιγματικό τρόπο προεκήρυξαν, αυτόν αξιώθηκες να βαπτίσεις στον Ιορδάνη. Κι άκουσες την πατρική φωνή από τον ουρανό, που έδινε μαρτυρία για την υιότητα του Χριστού. Και το Πνεύμα είδες με τη μορφή του περιστεριού, που έφερνε τη φωνή πάνω στον βαπτιζόμενο».

Οι υμνογράφοι, είπαμε, παίρνουν αφορμή να δουν και άλλες πλευρές του αγίου Ιωάννου: να θυμηθούν ότι ο Κύριος τον επαίνεσε περισσότερο από όλους τους προφήτες και τους άλλους ανθρώπους («Προφήτην σε προέφησε των Προφητών υπέρτερον, εν γεννητοίς ο Δεσπότης γυναικών μείζονα πάντων»), ότι υπήρξε μέγας αγωνιστής υπέρ της αληθείας, τόσο που έδωσε και τη ζωή του γι’ αυτήν με τον μαρτυρικό του θάνατο («ως αρνίον άκακον ιερουργούμενος προσηνέχθης θυσία»),  ότι υπήρξε ο μεσίτης της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης («Προφητών σε σφραγίδα γινώσκομεν, ως τη Παλαιά και Καινή μεσιτεύσαντα»). Και βεβαίως ότι το κήρυγμά του ήταν εκείνο που αποτελεί τον δρόμο της σωτηρίας όλων μας: η μετάνοια. «Με κόσμημα τη σοφία του Θεού, ήλθες να κηρύξεις τον Χριστό. Διότι έγινες η φωνή αυτού που βοά στην έρημο δυνατά: μετανοείτε». «Τώρα που μας εποπτεύεις από ψηλά, μακάριε, από τη Βασιλεία του Θεού που βρίσκεσαι, σε παρακαλούμε με τις μεσιτείες σου να μας διαφυλάσσεις έτσι, ώστε να ακολουθούμε αυτό το θείο κήρυγμά σου και να μένουμε σταθεροί στις ένθεες διδαχές σου και στα σωτήρια δόγματά σου».