10 Ιανουαρίου 2024

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΣΥΖΥΓΟΙ ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΛΟΓΟ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ;

Ἡ χρήση τοῦ διαλόγου προκειμένου νά ἐπιλύονται τά διάφορα προβλήματα πού κατ᾽ἀνάγκην ἀναφύονται στήν πορεία μιᾶς οἰκογένειας θεωρείται δεδομένη(;) γιά ἕνα χριστιανικό ζευγάρι. Δέν εἶναι δυνατόν αὐτοί πού ἔχουν γίνει ἕνα, (:«οὐκέτι εἰσί δύο, ἀλλά μία σάρξ» εἶπε ὁ Κύριος), πού εἶναι ἑνωμένοι μέ τά δεσμά τῆς ἀγάπης καί ἔχουν ὡς βάση τόν Χριστό, νά μή χρησιμοποιοῦν τό διάλογο μεταξύ τους. ῎Αν κοινωνία μέ τόν Θεό σημαίνει καθημερινή καί συνεχή προσευχή ὡς διάλογο μαζί Του, τότε πῶς εἶναι δυνατόν νά λείπει αὐτός ὁ διάλογος μεταξύ ἐκείνων πού εἰκονίζουν τή σχέση τοῦ Χριστοῦ μέ τόν ἄνθρωπο; Δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι τό ζευγάρι μέ τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ ὁδηγήθηκε σ᾽ αὐτό τό μεγάλο μυστήριο:  νά εἰκονίζει τόν Χριστό καί τήν ᾽Εκκλησία. «Τό μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστί, ἐγώ δέ λέγω εἰς Χριστόν καί εἰς τήν ᾽Εκκλησίαν». Ὁ διάλογος λοιπόν πρέπει νά λειτουργεῖ σέ καθημερινή βάση. Κι ἐννοοῦμε  ὄχι μόνο ἐπικοινωνία μέ τίς λέξεις, ἀλλά καί μέ τήν ὅλη συμπεριφορά. Ἕνα βλέμμα στοργῆς, ἕνα χαμόγελο ἀπό καρδιᾶς μεταφέρει νοήματα πολύ περισσότερα κάποιες φορές ἀπό ὅσο κάποιες λέξεις.

Κι εἶναι εὐνόητο ὅτι μιλᾶμε γιά τόν πραγματικό διάλογο, πού βασίζεται στό «ὑποτασσόμενοι ἀλλήλοις ἐν φόβῳ Χριστοῦ» (ἀπ. Παῦλος), δηλαδή προϋποθέτει ἰσοτιμία καί ἀμοιβαιότητα στή σχέση τῶν συζύγων. Λόγια τοῦ τύπου «εἶμαι ἄντρας καί τό κέφι μου θά κάνω καί θά πῶ καί μιά κουβέντα παραπάνω», μπορεῖ νά ἀκούγονται εὐχάριστα ὡς λαϊκά τραγούδια καί μάλιστα ἀπό τούς ἄντρες, ἀλλά δέν πατᾶνε σέ ἔδαφος χριστιανικό. Μή ξεχνᾶμε δύο πράγματα: πρῶτον, ὅτι ὁ Θεός, κατά τή διήγηση της Γραφής, δημιούργησε τή γυναίκα ἀπό τήν πλευρά τοῦ ἄνδρα, πού σημαίνει οὔτε ἀπό τό κεφάλι γιά νά τόν καθοδηγεῖ ἡ γυναίκα ἀλλά οὔτε καί ἀπό τά πόδια γιά νά ποδοπατᾶ τή γυναίκα του ὁ ἄντρας. ᾽Από τήν πλευρά σημαίνει, κατά τούς ἁγίους μας, ἰσότητα, ὅτι βάζει τή γυναίκα, πού ᾽ναι «σάρξ ἐκ τῆς σαρκός του καί ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων του», δηλαδή ἴδιο ὑλικό, στήν ἴδια θέση. Καί δεύτερον, ὅτι ναί μέν ἡ Γραφή χαρακτηρίζει τόν ἄντρα ὡς κεφαλή τῆς γυναίκας, ἀλλά μέ τήν ἔννοια πού δίνει στόν Χριστό ἔναντι τῆς ᾽Εκκλησίας. Δηλαδή ὡς τοῦ πρώτου στή διακονία καί τήν ὑπηρεσία καί τή θυσία. Διότι ἔτσι ὁ Χριστός εἶναι κεφαλή τῆς ᾽Εκκλησίας. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ὁ ἄντρας εἶναι κεφαλή τῆς γυναίκας σημαίνει ὅτι πρῶτος αὐτός ὑπηρετεῖ αὐτήν καί τήν οἰκογένειά του, ἕτοιμος νά θυσιασθεῖ πρός χάρη αὐτῆς καί τῶν παιδιῶν του. Μέ τό σκεπτικό αὐτό κατανοεῖ κανείς καί τό διαρκῶς στρεβλούμενο νοηματικά ἁγιογραφικό χωρίο «ἡ δέ γυνή ἵνα φοβῆται τόν ἄνδρα». Ἡ γυναίκα δηλαδή πού βρίσκεται στό ἐπίκεντρο τῆς καρδιᾶς τοῦ ἄνδρα της καί δέχεται τή στοργική ἀγάπη του πρέπει νά τόν σέβεται.

Ὁ διάλογος λοιπόν εἶναι ἀπό τά πιό καίρια στοιχεῖα στήν ἐπικοινωνία τῶν συζύγων καί λειτουργεῖ θετικά, ὅταν γίνεται μέ τήν προϋπόθεση τῆς ἰσοτιμίας καί τῆς ἐν ἀγάπῃ ἀμοιβαιότητος. ᾽Από τήν ἄλλη, εἶναι δεῖγμα ὡριμότητος καί φυσιολογικῆς εὐφυΐας τοῦ ἀνθρώπου, ἰδίως μέσα στό πλαίσιο τῆς συζυγίας, νά ἔχει κατανοήσει τό αὐτονόητο:  ὅτι κανείς, πλήν τοῦ Θεοῦ, δέν εἶναι τέλειος καί ὅτι συνεπῶς ἡ ἄποψη κάποιου  γιά τά πράγματα τοῦ κόσμου τούτου εἶναι πράγματι ἄποψη καί ὄχι θέσφατο. Ὅσο κανείς συνειδητοποιεῖ ὅτι, ὅπως λένε οἱ ἅγιοι πατέρες, «νόμος τοῦ ἀνθρωπίνου νοῦ εἶναι ἡ πλάνη», τόσο θά μειώνει μέσα του τήν πεποίθηση ὅτι αὐτό πού ἐκεῖνος λέει εἶναι πάντοτε καί τό σωστό. Καί σωστό νά εἶναι αὐτό πού λέει, ἔχει πιθανόν καί ἄλλες διαστάσεις πού τοῦ διαφεύγουν. Συνεπῶς, φράσεις τοῦ τύπου «αὐτό πού σοῦ λέω ἐγώ, αὐτό εἶναι, καί τέρμα!», ἤ «τί νά μοῦ πεῖς καί σύ; τί ξέρεις;», ὄχι μόνο δέν εἶναι ἀληθινές, ἀλλά δυστυχῶς ἐκφράζουν ἕναν ἀπύθμενο ἐγωισμό, φανερώνοντας ἄνθρωπο μέ δαιμονική νοοτροπία, ἔστω κι ἄν στά λόγια καί στήν ἰδεολογία θέλει νά χαρακτηρίζεται χριστιανός. ῎Αν δέν εἶσαι ἐνεργείᾳ χριστιανός στό σπίτι σου, ὁ ἄνδρας πρός τή γυναίκα του ἤ ἡ γυναίκα πρός τόν ἄντρα της, ὅπως καί οἱ δύο ἀπέναντι στά παιδιά τους,  τά ὑπόλοιπα ἠχοῦν ὡς «κύμβαλον ἀλαλάζον»! Μία ἐπισήμανση τοῦ μεγάλου ἀσκητικοῦ Πατέρα ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος εἶναι ἐν προκειμένω ἀποκαλυπτική: «Ὅποιος θέλει νά ἐπιβάλει τή γνώμη του, ἔστω κι ἄν εἶναι ὀρθή, νά γνωρίζει ὅτι πάσχει ἀπό τή νόσο τοῦ διαβόλου, τήν ὑπερηφάνεια».