Η ιστοσελίδα μετακόμισε!

Ανακατευθύνεστε αυτόματα στη νέα διεύθυνση...

Πατήστε εδώ αν δεν ανακατευθυνθείτε αυτόματα

02 Δεκεμβρίου 2024

Ο,ΤΙ ΩΦΕΛΕΙ ΚΑΙ ΣΤΗΡΙΖΕΙ!

 

«Ἰωάννην τόν Καλυβίτην, Πορφύριε, ζηλώσας, Ἄθωνι ἔδραμες ἀσκήσει βιώσας» (στίχος συναξαρίου)

(Καθώς ζήλεψες, Πορφύριε, τον Ιωάννη τον Καλυβίτη, έτρεξες στον Άθωνα να ζήσεις με άσκηση - Στις 2 Δεκεμβρίου ο Πορφύριος μετάλλαξε τη γη με τον Παράδεισο).

«Αυτός ο όσιος πατέρας μας Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης γεννήθηκε στο χωριό Άγιος Ιωάννης της νήσου Ευβοίας από γονείς ευσεβείς, ονομαζόταν δε κατά κόσμον Ευάγγελος. Από παιδί βόσκοντας τα λίγα πρόβατα του πτωχού πατέρα του μελετούσε τακτικά τον βίο του αγίου Ιωάννη του Καλυβίτη. Γεννήθηκε έτσι στην καρδιά του φλεγερός πόθος για να ανέβει στον Άθωνα και να μονάσει εκεί. Με την ευδοκία και την πρόνοια του Θεού τα κατάφερε, καταφεύγοντας στην καλύβη του αγίου Γεωργίου στα Καυσοκαλύβια. Εκεί ασκούμενος με άκρα εγκράτεια επέδειξε χαρούμενη αδιάκριτη υπακοή στους Γέροντές του, Παντελεήμονα και Ιωαννίκιο, κι αφού έζησε με άκρα ταπείνωση και καθάρισε τον εαυτό του, τόσο που να γίνει θεοειδής, αξιώθηκε να λάβει νεότατος το χάρισμα της διοράσεως. Κατ’ οικονομία του αγίου Θεού ασθένησε βαριά, ώστε να μην μπορεί να παραμείνει πια στον Άγιον Όρος, οπότε και στάλθηκε από τους γέροντές του σε μοναστήρι έξω από το Όρος. Στη συνέχεια αφού μόνασε σε διάφορες μονές της νήσου Ευβοίας και υπηρέτησε τον λαό του Θεού ως άριστος λειτουργός και διακριτικός πνευματικός, ήλθε στην Αθήνα υπηρετώντας πια στον μικρό ναό της Πολυκλινικής Αθηνών πολύ κοντά στην Ομόνοια. Εκδαπανώντας ταπεινά τον εαυτό του για χάρη όσων έπασχαν σωματικά και ψυχικά, αξιώθηκε μεγαλύτερης χάρης από τον Παράκλητο, γιατί δέχθηκε επιπλέον τα χαρίσματα της ιάσεως των ασθενειών και της εκβολής των δαιμονίων με την ταπεινή μυστική προσευχή και τη σημείωση του τιμίου Σταυρού. Για κάποιο χρόνο ασκήτευσε και στην Ιερά Μονή του αγίου Νικολάου στα Καλλίσια Πεντέλης Αττικής. Στη δύση του επιγείου βίου του αξιώθηκε από τον Κύριο να ανεγείρει ιερό γυναικείο ησυχαστήριο, επ’ ονόματι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και περικαλή ναό αυτού στο Μήλεσι Αττικής.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιερατικής του διακονίας ευεργέτησε πολλαπλώς αμέτρητα πλήθη ανθρώπων, θεραπεύοντας τις ψυχικές και σωματικές ασθένειές τους από κοντά και από απόσταση, οδηγώντας τους σε μετάνοια και σωτηρία, προλέγοντας τα μέλλοντα να γίνουν όσες φορές τους συνέφερε, και εκβάλλοντας δαιμόνια.

Αγρυπνούσε δε προσευχόμενος υπέρ της σωτηρίας των πολλών χιλιάδων πνευματικών του τέκνων οπουδήποτε στη γη. Κατά γενική ομολογία υπήρξε θαυματουργός άγιος. Δεχόταν καθημερινά επισκέψεις αγίων της Εκκλησίας και συνομιλούσε μαζί τους. Αξιώθηκε μάλιστα στην Πάτμο να δει, σαν άλλος Ιωάννης, σκηνές της θείας Αποκαλύψεως.

Τέλος, αναμένοντας την επικείμενη κοίμησή του, επανήλθε στο άγιον Όρος, στην καλύβη του αγίου Γεωργίου, όπου είχε καρεί μοναχός, και εν μέσω της μοναχικής του συνοδείας παρέδωσε την αγία ψυχή του στον Κύριο, τη 2α Δεκεμβρίου (19 Νοεμβρίου π.η.), δεόμενος στον Κύριο «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν» (Ιω. ιζ΄ 21)».

Είναι σε όλους γνωστό πλέον ότι με τον όσιο μεγάλο Πορφύριο τον Καυσοκαλυβίτη – γιατί μολονότι το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε στην Αττική και μάλιστα στο κέντρο της Αθήνας την Ομόνοια,  η καρδιά του δεν έπαυε να χτυπάει στον ρυθμό της μοναχικής του καλύβας στα Καυσοκαλύβια, απ’ όπου και ξεκίνησε αλλά και τελειώθηκε – βρισκόμαστε ενώπιον τεραστίου πνευματικού αναστήματος, τόσο που ακόμη και οι πιστοί που τον ακολουθούσαν λίγα πράγματα ίσως είχαν καταλάβει για την αγιότητά του. Όταν ο άγιος Παῒσιος ο αγιορείτης χαρακτήριζε τον μέγα Πορφύριο «καθηγητή» κι έλεγε ότι αυτό που προτείνει ο ίδιος σε διαφόρους πιστούς ισχύει μέχρις ότου πει κάτι διαφορετικό «ο Γέρων Πορφύριος»∙ όταν ο άλλος μέγας όσιος Γέρων Σωφρόνιος διεκήρυττε ότι δεν έχουν καταλάβει οι περισσότεροι πιστοί το τι σημαίνει «Πορφύριος» και πόσο μεγάλος είναι∙ ε, τότε, καταλαβαίνουμε ότι η εποχή μας πράγματι δέχτηκε εκ Θεού μέγα θησαυρό και τρισμέγιστη ευλογία της χάρης Του! Γι’ αυτό και όλες οι ακολουθίες που γράφτηκαν γι’ αυτόν επικεντρώνουν στην καθαρή και αγιασμένη του καρδιά που έγινε το κάτοπτρο για να αντιφεγγίσει το τρισήλιο φως της Θεότητος – με τον Πορφύριο γινόμαστε κι εμείς «θεατές» του Χριστού και Θεού μας, του Πατέρα και του Αγίου Πνεύματος. Ο πόθος του μάλιστα για τον Χριστό και η αβυσσαλέα ταπείνωσή του είναι τα στοιχεία που αποτελούν το ερμηνευτικό κλειδί της ευθείας καρδίας του και η προϋπόθεση των άμετρων πνευματικών χαρισμάτων του προς χάρη του λαού του Θεού. Δεν είναι τυχαίο γι’ αυτό ότι χαρακτηρίζεται «Γέρων Γερόντων» και «ἐγκαλλώπισμα τῶν ὁσίων», επί τον οποίον επέβλεπαν θαυμαστώς και οι ίδιοι οι άγγελοι.

Αφήνοντας κατά μέρος τα πάμπολλα στοιχεία της ζωής του που πυροδοτούν τη σκέψη και την καρδιά όλων των πιστών, εμμένουμε σ’ ένα σημείο της ακολουθίας του, γραμμένης με μεγάλη έμπνευση και θερμή αγάπη προς τον άγιο από τον θεολόγο-φιλόλογο Ευάγγελο Καραδήμο, από την στ΄ ωδή του ορθρινού κανόνα που έχει ξεχωριστή σημασία για τη σημερινή ιδίως εποχή που ταλαιπωρείται από πολλαπλές κρίσεις.

«Ὁρῶν ἀπόρρητα, ὅσιε, χαρίσματί σου τῷ διορατικῷ καί προορατικῷ, τά ὠφελοῦντα προέλεγες, καί προσιόντας πάντας Χριστῷ ἐστήριζες» (Βλέποντας τα απόρρητα, όσιε, με το διορατικό και προορατικό σου χάρισμα, προέλεγες σε όλους που προσέρχονταν κοντά σου αυτά που τους ωφελούσαν και τους στήριζες στην πίστη του Χριστού).

Διορατικός και προορατικός ο όσιος, όπως ξέρουμε. Αλλά και για τον λόγο αυτόν εξαιρετικά διακριτικός. Διότι η διόραση και η προόραση ως χαρίσματα του Πνεύματος του Θεού στον έχοντα τις ανάλογες προϋποθέσεις λειτουργούν πάντοτε μέσα στο πλαίσιο της διάκρισης για να ωφελούν τον κόσμο και να μην τον καταρρακώνουν! Τι θέλουμε να πούμε; Ο άγιος έβλεπε και καταλάβαινε τα περισσότερα της ανθρώπινης καρδιάς, γιατί χάριτι Θεού διείσδυε στο βάθος της ψυχής τους – δεν είναι τυχαίο ότι επεσήμαινε ψυχολογικά προβλήματα που ανάγονταν στους πρώτους μήνες της κύησής τους μέσα στην κοιλιά της μάνας τους! Κι ακόμη: έβλεπε με καθαρότητα χάριτι Θεού και πολλά από τα μέλλοντα συμβαίνειν. Τι έκανε όμως; Δεν τα απεκάλυπτε όλα στους ανθρώπους που τον προσέγγιζαν. Έκρινε τι πρέπει να τους αποκαλύψει, τι πρέπει να τους κρύψει, ώστε αυτό που θα τους πει ή δεν θα τους πει να είναι προς όφελός τους! Να φεύγουν οι άνθρωποι στηριγμένοι στην πίστη του Χριστού (που έχει τη δύναμη να μετακινεί όρη και να αλλάζει συνειδήσεις επί τα βελτίω), και όχι «φωτισμένοι» με μία γνώση, είτε για τον εαυτό τους είτε για δικούς τους ανθρώπους, είτε για το παρόν είτε για το μέλλον τους, που τους οδηγεί στην κατάθλιψη και στην απελπισία λόγω του σκοτεινού χαρακτήρα της! Πώς να έλεγε για παράδειγμα – και δεν είπε – σε μία μάνα που τον εκλιπαρούσε για τον ναρκομανή γιο της, την εξέλιξη των πραγμάτων, όταν ο άγιος, καθώς ομολόγησε αργότερα ένδακρυς σε γνωστό του πρόσωπο, έβλεπε «την επαύριον» τον γιο να χτυπάει θολωμένος από τα ναρκωτικά τη μάνα και να την αφήνει σχεδόν ημιθανή;

Ο άγιος δηλαδή επειδή είχε τα χαρίσματα του Πνεύματος, τα έθετε προς ωφέλεια των ανθρώπων και προς πνευματική τους προκοπή, που θα πει: δεν «λειτουργούσε» ως ένα είδος μέντιουμ για να εισπράττει το «μπράβο» και τον θαυμασμό αυτών – έτσι λειτουργεί το δαιμονικό στοιχείο! Τα χαρίσματά του τα είχε εμβαπτισμένα στο κατεξοχήν χάρισμα, από την ύπαρξη του οποίου εξαρτάται και η αγιωσύνη του ανθρώπου: την αγάπη. Ο απόστολος Παύλος, στοιχώντας στον λόγο του ίδιου του Χριστού, δεν λέει ότι η αγάπη είναι η «καθ’ ὑπερβολήν ὁδός»; Οτιδήποτε δεν προϋποθέτει και δεν εκφράζει την αγάπη του Χριστού δεν έχει νόημα – το αντίθετο: μπορεί να είναι αρετή και να είναι προς κατάκριση! Λοιπόν, ο άγιος Πορφύριος, έχοντας ανεπτυγμένες στο έπακρο την αγάπη και την ταπείνωση, ό,τι έλεγε και έκανε ήταν προς το συμφέρον και την ωφέλεια του συνανθρώπου – «τά ὠφελοῦντα προέλεγε» και ό,τι στήριζε στην πίστη του Χριστού.

30 Νοεμβρίου 2024

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΔ΄ ΛΟΥΚΑ

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (Λουκ. 18, 35-43)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐγένετο δὲ ἐν τῷ ἐγγίζειν τὸν Ἰησοῦν εἰς Ἱεριχὼ τυφλός τις ἐκάθητο παρὰ τὴν ὁδὸν προσαιτῶν· Ἀκούσας δὲ ὄχλου διαπορευομένου ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. Ἀπήγγειλαν δὲ αὐτῷ ὅτι Ἰησοῦς Ναζωραῖος παρέρχεται. Καὶ ἐβόησε λέγων· Ἰησοῦ υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με· καὶ οἱ προάγοντες ἐπετίμων αὐτῷ ἵνα σιωπήσῃ· αὐτὸς δὲ πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν· υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με. Σταθεὶς δὲ Ἰησοῦς ἐκέλευσεν αὐτὸν ἀχθῆναι πρὸς αὐτόν. ἐγγίσαντος δὲ αὐτοῦ ἐπηρώτησεν αὐτὸν λέγων· τί σοι θέλεις ποιήσω; δὲ εἶπε· Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω. Καὶ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἀνάβλεψον· πίστις σου σέσωκέ σε. Καὶ παραχρῆμα ἀνέβλεψε, καὶ ἠκολούθει αὐτῷ δοξάζων τὸν Θεόν· καὶ πᾶς λαὸς ἰδὼν ἔδωκεν αἶνον τῷ Θεῷ.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ

Ἐκεῖνο τόν καιρό, καθώς ὁ Ἰησοῦς πλησίαζε στήν Ἱεριχῶ, ἕνας τυφλός καθόταν στήν ἄκρη τοῦ δρόμου καί ζητιάνευε. Ὅταν ἄκουσε τό πλῆθος πού περνοῦσε, ρώτησε νά μάθει τί συνέβαινε. Τοῦ εἶπαν ὅτι περνάει ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος. Τότε ἐκεῖνος ἄρχισε νά φωνάζει δυνατά: «Ἰησοῦ, Υἱέ τοῦ Δαβίδ, σπλαχνίσου με!» Αὐτοί πού προπορεύονταν τόν μάλωναν νά σωπάσει, ἐκεῖνος ὅμως φώναζε ἀκόμη πιό πολύ: «Υἱέ τοῦ Δαβίδ, σπλαχνίσου με!» Τότε ὁ Ἰησοῦς στάθηκε κι ἔδωσε ἐντολή νά τόν φέρουν κοντά του. Αὐτός πλησίασε κι ἐκεῖνος τόν ρώτησε: «Τί θέλεις νά σοῦ κάνω;» «Κύριε, θέλω ν’ ἀποκτήσω τό φῶς μου», ἀποκρίθηκε. Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε: «Ν’ ἀποκτήσεις τό φῶς σου! Ἡ πίστη σου σέ ἔσωσε». Ἀμέσως ὁ τυφλός βρῆκε τό φῶς του κι ἀκολουθοῦσε τόν Ἰησοῦ δοξάζοντας τό Θεό. Καί ὅλος ὁ κόσμος, ὅταν τόν εἶδε, δοξολογοῦσε τό Θεό.

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (Ἐφεσ. β΄ 4-10)

Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς πλούσιος ὢν ἐν ἐλέει, διὰ τὴν πολλὴν ἀγάπην αὐτοῦ ἣν ἠγάπησεν ἡμᾶς, καὶ ὄντας ἡμᾶς νεκροὺς τοῖς παραπτώμασι συνεζωοποίησε τῷ Χριστῷ· χάριτί ἐστε σεσῳσμένοι· καὶ συνήγειρε καὶ συνεκάθισεν ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ἵνα ἐνδείξηται ἐν τοῖς αἰῶσι τοῖς ἐπερχομένοις τὸν ὑπερβάλλοντα πλοῦτον τῆς χάριτος αὐτοῦ ἐν χρηστότητι ἐφ' ἡμᾶς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Τῇ γὰρ χάριτί ἐστε σεσῳσμένοι διὰ τῆς πίστεως· καὶ τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τὸ δῶρον, οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται. Αὐτοῦ γάρ ἐσμεν ποίημα, κτισθέντες ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἐπὶ ἔργοις ἀγαθοῖς, οἷς προητοίμασεν ὁ Θεὸς ἵνα ἐν αὐτοῖς περιπατήσωμεν.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ

Αδελφοί, ὁ Θεός μᾶς ἀγάπησε, γιατί εἶναι πλούσιος σέ ἔλεος κι ἔχει ἀπέραντη ἀγάπη. Κι ἐνῶ ἤμασταν πνευματικά νεκροί ἐξαιτίας τῶν παραπτωμάτων μας, μᾶς ξανάδωσε ζωή μαζί μέ τό Χριστό. Μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ ἔχετε σωθεῖ. Μᾶς ἀνέστησε μαζί μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό καί μᾶς ἔβαλε νά καθίσουμε μαζί μ΄ αὐτόν στά οὐράνια. Ἔτσι, μέ τήν ἀγάπη πού μᾶς ἔδειξε διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, φανερώνει στίς μελλοντικές γενιές πόσο ὑπερβολικά γενναιόδωρη εἶναι ἡ χάρη Του. Πραγματικά, μέ τή χάρη Του σωθήκατε διά τῆς πίστεως. Κι αὐτό δέν εἶναι δικό σας κατόρθωμα ἀλλά δῶρο Θεοῦ. Δέ σωθήκατε μέ τά δικά σας ἔργα κι ἔτσι κανείς δέν μπορεῖ νά καυχηθεῖ γι΄ αὐτό. Εἴμαστε δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μᾶς ἔκανε καινούριους ἀνθρώπους, γιά νά μποροῦμε νά κάνουμε καλά ἔργα, πού τά προετοίμασε ὁ Θεός, γιά νά εἶναι μ΄ αὐτά γεμάτη ἡ ζωή μας.

ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ!

 

«Αν δεν μπορείς, μολονότι πάλεψες πολύ, να διαλύσεις εντελώς το σκάνδαλο της μνησικακίας, δείξε στον εχθρό σου, έστω με λόγια, ότι μετανόησες. Έτσι θα συμβεί να εντραπείς την παρατεινόμενη υποκρισία σου, και να τον αγαπήσεις ολοκληρωτικά, κεντώμενος και καιόμενος σαν με πυρ από τις τύψεις της συνειδήσεως» (Άγιος Ιωάννης Κλίμακος, λόγ. θ΄ 10).

Υπάρχει και καλή υποκρισία! Να υποκρίνεσαι ότι αγαπάς τον άλλο, κυρίως τον εχθρό σου, κι ότι θέλεις να αποκαταστήσεις τη σχέση σου μαζί του  - αναλαμβάνοντας μάλιστα και το βάρος της ενοχής – έστω κι αν δεν έχεις φτάσεις στην καρδιακή αγάπη, στην πλήρως αγαθή διάθεση προς εκείνον!  Κάν’ το με τα λόγια, προτρέπει ο όσιος.

Και μάς καθοδηγεί στα ιερά άδυτα της καρδιάς του αγωνιστή χριστιανού. Ο αγωνιστής γνωρίζει ότι το θέλημα του Κυρίου είναι πάντοτε και μονίμως η αγάπη: η αληθινή, αυτή που πηγάζει από την καρδιά του ανθρώπου, συνεπώς εκείνη που κινείται από το Πνεύμα του Θεού. Μα, βλέπει ότι δεν έχει φτάσει ακόμη σ’ αυτό το υψηλό και χαρισματικό σημείο, και μάλιστα απέναντι σ’ εκείνον που τον έχει αδικήσει και τον έχει προσβάλει, δηλαδή τον… εχθρό! Δεν αφήνεται σε λογισμούς μνησικακίας: νιώθει το σκάνδαλό της μέσα του που του φυγαδεύει τη χάρη του Θεού. Δεν παραδίδεται στον Πονηρό που του υποβάλλει τη δικαιολογία της ανταπόδοσης. Επιμένει, προσβλέποντας «τι το θέλημα του Κυρίου, το αγαθόν και ευάρεστον Αυτώ»· προσβλέποντας στον παράδειγμα του Ιδίου, ο Οποίος πάνω στον Σταυρό συγχωρούσε τους εχθρούς Του και έψαχνε δικαιολογίες γι’ αυτούς: «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι»!

Και γι’ αυτό… σέρνει τον εαυτό του έστω και με τη βία. Ακόμη και με την… υποκρισία! Κι ενώ βρίσκεται στη διαδικασία αυτή, τη χαρισματική εξίσου, κλαίει την κατάντια του, γιατί βλέπει τη μικρότητά του. «Κεντάται και καίγεται σαν να έχει φωτιά μέσα του από τις τύψεις της συνειδήσεως». Ζει όμως με το όραμα: να φτάσω να αγαπήσω τον εχθρό μου ολοκληρωτικά. Όπως ο Χριστός. Τι ευλογημένη «ντροπή»! Τι ευλογημένη υποκρισία!

Δεν σου έρχεται να προσκυνήσεις μία τέτοια καρδιά; Δεν χτυπάς το στήθος σου για τη δική σου ανύπαρκτη χριστιανική ζωή, το ύψος της οποίας φτάνει τις περισσότερες φορές στο να μην ανταποδώσεις στον άλλο την εχθρότητά του; «Δεν θέλω το κακό του», μουρμουράς, κι αισθάνεσαι δικαιωμένος. Μην τρέφεις αυταπάτες για τον εαυτό σου: βρίσκεσαι ακόμη σε… ιουδαϊκά επίπεδα. Δεν έχεις φτάσεις καν στα πρώτα κράσπεδα της πνευματικής ζωής!

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ

«῏Ην δέ ᾽Ανδρέας...» (᾽Ιωάν. 1, 41)

Ὁ ἅγιος ἀπόστολος Ἀνδρέας ἀποτελεῖ μία ἀπό τίς πιό εμβληματικές φυσιογνωμίες τῆς Εκκλησίας μας. Εἶναι ὁ πρωτόκλητος μαθητής τοῦ Κυρίου, εἶναι ὁ ἀδελφός τοῦ πρωτοκορυφαίου ἀποστόλου Πέτρου, εἶναι ἐκεῖνος πού προβάλλεται ἰδιαιτέρως στήν Ὀρθόδοξη Εκκλησία ὡς ὁ ἱδρυτής τῆς πρωτόθρονης Εκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τά στοιχεῖα πού επισημαίνουμε νομίζουμε ὅτι ἐπιβεβαιώνουν τόν παραπάνω χαρακτηρισμό. 

1. Καταρχάς, πρίν ποῦμε ὁτιδήποτε γιά τήν  πνευματική πορεία του, θά πρέπει νά θυμηθοῦμε ὅτι ὁ ἅγιος ᾽Ανδρέας σχετίζεται ἰδιαιτέρως, περισσότερο ἴσως ἀπό ὅλους τούς ἄλλους ἀποστόλους, μέ ἐμᾶς τούς ῞Ελληνες. Τό ἴδιο τό ἑλληνικό ὄνομά του ἀποτελεῖ τήν ἐπιβεβαίωση. Κι ἴσως φαίνεται ὅτι γνώριζε, ὅπως καί ὁ ἄλλος μέ ἑλληνικό ὄνομα ἀπόστολος, ὁ Φίλιππος, τήν ἑλληνική γλώσσα. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὅταν προσῆλθαν ῞Ελληνες ὀλίγον πρό τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου στόν Φίλιππο, προκειμένου νά τοῦ ζητήσουν νά δοῦν τόν Διδάσκαλό τους, στόν ᾽Ανδρέα ἀπευθύνθηκε ὁ Φίλιππος καί ἐκεῖνος στόν ᾽Ιησοῦ, γιά νά ἀκουστεῖ τό μεγαλειῶδες ῾ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου᾽.  ῞Οπως τό σημειώνει καί ὁ μεγάλος Φώτης Κόντογλου: ῾Συμπεραίνω πὼς οἱ Ἕλληνες πήγανε καὶ τὄπανε στὸν Φίλιππο γιατὶ θἄξερε ἑλληνικά, ἀφοῦ καὶ τὄνομά του ἤτανε ἑλληνικό, μακεδονικό. Κι᾿ αὐτὸς πάλι τὸ εἶπε στὸν Ἀνδρέα, ποὺ εἶχε κι᾿ αὐτὸς ἑλληνικὸ ὄνομα, κ᾿ ἴσως γνώριζε καὶ τὴ γλώσσα. Ἀπὸ τοὺς δώδεκα μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, μοναχὰ αὐτοὶ οἱ δυὸ εἴχανε ἑλληνικὰ ὀνόματα᾽. Κι ἀκόμη περισσότερο: μετά πολλές ἱεραποστολικές ὁδοιπορίες, ὁ ᾽Ανδρέας κατέληξε στήν ᾽Αχαΐα, κι ἰδίως στήν Πάτρα, ὅπου ὄχι μόνο κήρυξε ἀλλά καί παρέδωσε ἐκεῖ μέ μαρτυρικό θάνατο τήν ἁγιασμένη του ψυχή. Ξεχωριστή σχέση λοιπόν μέ τούς ῞Ελληνες ὁ θεωρούμενος ἁπλός ψαράς, στήν πραγματικότητα ὅμως σοφός, ὀλιγόλογος, βαθύς ἀναζητητής τῆς ἀλήθειας ἅγιος ᾽Ανδρέας.

2. Καταγόταν ἀπό τή Βηθσαϊδά τῆς Γαλιλαίας ὁ πρωτόκλητος ἀπόστολος καί μαζί μέ τόν ἀδελφό του πρωτοκορυφαῖο καί πρωτόθρονο ἀπόστολο Πέτρο ὑπῆρξε πρῶτα μαθητής τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννου τοῦ Προδρόμου κι ἔπειτα τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου. Μετά τήν ᾽Ανάληψη ᾽Εκείνου κι ἰδίως μετά τήν πλήρωση τοῦ ᾽Ανδρέα ἀπό τό πυρφόρο Πνεῦμα τῆς Πεντηκοστῆς τόν βλέπουμε νά κηρύσσει καί νά θαυματουργεῖ στή Βιθυνία, στόν Εὔξεινο Πόντο, στίς περιοχές τοῦ Βυζαντίου, στή Θράκη, στή Μακεδονία, στήν Ἤπειρο, στήν ᾽Αχαΐα. Στήν ᾽Αχαΐα μάλιστα παρέμεινε ἐπ᾽ ἀρκετόν καί ἐκεῖ θεράπευσε μεταξύ ἄλλων τή Μαξιμίλλα, σύζυγο τοῦ Ρωμαϊκοῦ ἐπάρχου Αἰγεάτη. ῾Ο Αἰγεάτης ἦταν ἐκεῖνος μάλιστα πού ἐπειδή ἡ γυναίκα του πίστεψε στόν Χριστό ὁδήγησε στά βανιστήρια καί στό τελικό μαρτύριο τόν ἅγιο ᾽Ανδρέα. Κατά πῶς τό ἀναφέρει καί πάλι ὁ Κόντογλου: ῾Γυρίζοντας στὴν Πάτρα ὁ Αἰγεάτης καὶ μαθαίνοντας αὐτὰ ποὺ γινήκανε, πρόσταξε νὰ πιάσουνε τὸν Ἀνδρέα καὶ νὰ τὸν βάλουνε στὴ φυλακή, καὶ σὲ λίγες μέρες, ἀφοῦ τὸν δίκασε, ἔβγαλε ἀπόφαση νὰ σταυρωθεῖ…Σὰν ξημέρωσε ἡ μέρα ποὺ θὰ τὸν σταυρώνανε, οἱ Ρωμαῖοι στρατιῶτες, ἀφοῦ τὸν βασανίσανε, τὸν πήγανε στὴν ἀκροθαλασσιά, στὸν τόπο ποὺ εἶναι σήμερα χτισμένη ἡ ἐκκλησιά του καὶ ποὺ τότες ἤτανε χτισμένος ὁ ναὸς τῆς Δήμητρας. Γύρισε καὶ κοίταξε ἀτάραχος τὸ σταυρὸ καὶ τὸν βλόγησε, βλόγησε καὶ τὸν κόσμο, κ᾿ ὕστερα τὸν σταυρώσανε, γέρον, παραπάνω ἀπὸ ἑβδομήντα χρονῶν. Ὁ σταυρὸς ποὺ μαρτύρησε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἤτανε κανωμένος ἀπὸ δυὸ ἴσια σταυρωτὰ ξύλα σὲ σχέδιο X, καὶ κατὰ τὴν παράδοση ἤτανε ἀπὸ ξύλο τῆς ἐληᾶς. Μαρτύρησε βασιλεύοντας στὴ Ρώμη ὁ Νέρωνας. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἐπιφάνιο, «ἤτανε μεγαλόσωμος, λίγο σκυφτός, μὲ γυριστή μύτη καὶ μὲ πυκνὰ φρύδια᾽. Γι᾽ αὐτό εἶναι εὐνόητο πού ἡ  Πάτρα καυχᾶται, γιατί ὄχι μόνο τά χώματά της ἁγιάσθηκαν ἀπό τό τίμιο αἷμα τοῦ μαθητῆ τοῦ Κυρίου, ἀλλά καί γιατί κατέχει, μετά ἀπό πολές περιπέτειες βέβαια, τμῆμα ἀπό τήν κάρα του καί τόν ἅγιο σταυρό του.

3. Δέν χρειάζονται πολλά λόγια γιά τόν ἅγιο ᾽Ανδρέα. Κάποια καίρια στοιχεῖα ὅμως πρέπει νά ἐπισημανθοῦν:

(1) ῾Ο ἅγιος ἀπόστολος ὑπῆρξε ὅπως εἴπαμε βαθύς ἀναζητητής τῆς ἀλήθειας. Ψαράς στό ἐπάγγελμα ἀλλά μέ μεγάλο πόθο νά βρεῖ ἀπαντήσεις γιά τό νόημα τῆς ζωῆς. Μαθητής τοῦ ἁγίου Προδρόμου μελετᾶ τόν Νόμο καί τούς προφῆτες, κι ὅταν ὁ δάσκαλός του ὑποδεικνύει τόν Μεσσία πού ῾αἴρει τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου᾽, τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό, ἐγκαταλείπει τόν ᾽Ιωάννη γιά νά ἀφοσιωθεῖ ἔκτοτε στόν Κύριο τῆς ζωῆς του. Στόν πρῶτο πού κλήθηκε ἀπό τόν Κύριο ἐπισημαίνουμε τήν ἀλήθεια ὅτι ὅποιος μέ γνησιότητα ἀναζητεῖ αὐτήν, τήν ἀλήθεια, θά βρεῖ τόν ἴδιο τόν Θεό νά γίνεται ὁ ῾κυνηγός᾽ τῆς ὕπαρξής του, ὁ ῾Οποῖος τοῦ διανοίγει τά πνευματικά ὦτα γιά Τόν ἀκούσει. ῾Πᾶς ὁ ὤν ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει μου τῆς φωνῆς᾽.

(2) ῾Ο ἀπόστολος διακατείχετο ἀπό τόλμη, καρπό τῶν πνευματικῶν του ἀναζητήσεων. Δέν διστάζει νά γίνει μαθητής τοῦ ἀσκητικοῦ καί αὐστηροῦ ᾽Ιωάννη, δέν διστάζει καί νά τόν ἀφήσει γιά νά ἀκολουθήσει τόν ῾ἄγνωστο᾽ Δάσκαλο, δέν διστάζει νά ἐπιμείνει στήν ἀκολουθία ᾽Εκείνου, ἔστω καί μέ θυσία τῆς ζωῆς του. Στόν ἀπόστολο ᾽Ανδρέα διαπιστώνουμε λόγω καί τῆς παρουσίας πιά τοῦ ἁγίου Πνεύματος ὅ,τι διεκήρυξε ὁ ἄλλος μεγάλος ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος: ῾οὐκ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεός πνεῦμα δειλίας, ἀλλά δυνάμεως καί ἀγάπης καί σωφρονισμοῦ᾽.

(3) ῾Ο ἅγιος ᾽Ανδρέας ἀπαρχῆς νιώθει τήν ἀνάγκη νά μαρτυρήσει γιά τόν Χριστό. ῎Οχι μόνο μέ τήν ἔννοια τῆς προσφορᾶς τῆς ζωῆς – αὐτό θά ἔλθει ἀρκετά ἀργότερα - ἀλλά πρωτίστως μέ τήν ἔννοια τῆς κατάθεσης τῆς ἐμπειρίας ἀπό τή συνάντηση μαζί Του. Καλεῖται ἀπό τόν Κύριο κι εὐθύς σπεύδει νά προσκαλέσει καί τόν ἀδελφό του Σίμωνα Πέτρο. Τήν προσωπική του χαρμόσυνη ἐμπειρία θέλει νά τή μοιραστεῖ, κι ὁ πρῶτος γι᾽ αὐτό εἶναι ὁ ἀδελφός του. ῞Ολη ἡ μετέπειτα ζωή του βεβαίως συνιστᾶ τήν ἐπιβεβαίωση τῆς ἀνάγκης του αὐτῆς, ἡ ὁποία ταυτοχρόνως ἀποτελεῖ καί τήν ὑπακοή του στόν Κύριο καί Διδάσκαλό Του. ῾Καί ὑμεῖς μαρτυρεῖτε περί ἐμοῦ᾽. ῾Καί ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς᾽.

(4) Κι ἀκριβῶς καί στόν ἅγιο ᾽Ανδρέα ἐπισημαίνουμε τόν πνευματικό νόμο ὅτι ἡ μαρτυρία τῆς πίστεως στόν Χριστό ὡς κατάθεσης ἐμπειρίας συνυπάρχει συνήθως καί μέ τό μαρτύριο τοῦ αἵματος. ῾Ο Κύριος ῾ἔδεσε᾽ τίς δύο αὐτές συνιστῶσες τῆς ἀκολουθίας Του: ὅποιος Τόν ἀκολουθεῖ καί τόν ἐξαγγέλλει, ὁ ἴδιος καί θά γεύεται τόν καρπό: τή φονική διάθεση τῶν ἀνθρώπων ἀπέναντί του. ῾Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσι᾽. Κι αὐτό βεβαίως θά εἶναι ἡ σωτηρία καί ἡ ἀνάστασή του, ὅπως καί ἡ μεγαλύτερη εὐεργεσία πού μπορεῖ νά προσφέρει στό ἀνθρώπινο γένος. 

῾Η ζωή τοῦ ἁγίου ᾽Ανδρέα ἀποτελεῖ παράδειγμα καί γιά μᾶς. ῞Οπως ὁ ἀπόστολος Παῦλος καλοῦσε σέ μίμηση τῆς ζωῆς του - ῾μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς κἀγώ Χριστοῦ᾽ - τό ἴδιο καλεῖ καί ὁ ἑορταζόμενος σήμερα ἀπόστολος ᾽Ανδρέας. Πού σημαίνει: δέν πρέπει νά αὐταπατόμαστε ὅτι εἴμαστε χριστιανοί χωρίς καθ᾽ ἡμέραν ἀναζήτηση τοῦ Χριστοῦ πρός συνάντησή Του – τό νά βρίσκουμε τόν Χριστό, κατά τούς Πατέρες μας, εἶναι τό ῾ἀεί ζητεῖν Αὐτόν᾽ -, χωρίς παράλληλα μαρτυρίας ᾽Εκείνου πρωτίστως ἔργῳ καί ὕστερα λόγῳ, ὅταν μᾶς ζητεῖται κάτι τέτοιο, χωρίς ἑτοιμότητα θυσίας καί τῆς ζωῆς μας γι᾽ Αὐτόν. 

29 Νοεμβρίου 2024

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟ-ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΦΙΛΟΥΜΕΝΟΣ Ο ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΗΣ

«Ο νέος ιερομάρτυς Φιλούμενος από το χωριό Ορούντα της επισκοπής Μόρφου της Κύπρου γεννήθηκε από ευσεβείς γονείς (1913) κι αγάπησε από παιδί τη μοναχική ζωή, κάτι που το έδειξε με την προσέλευσή του στη Μονή Σταυροβουνίου (μαζί με τον αδελφό του Αλέξανδρο) σε ηλικία 14 ετών. Μετά την καλή υπακοή του επί πενταετία στο μοναστήρι, αναχώρησε για τα Ιεροσόλυμα, όπου και έγινε ιερέας ασκούμενος εκεί επί σαρανταπέντε έτη. Η διακονία του σε διάφορα προσκυνήματα κατέληξε στο Φρέαρ του Ιακώβ, που έγινε και ο τόπος του δοξασμένου μαρτυρικού του τέλους (1979) – φανατικοί Σιωνιστές τον σκότωσαν με πέλεκυ. Την ημέρα της ανακομιδής των λειψάνων του, μετά τέσσερα έτη, το σώμα του βρέθηκε άφθαρτο και ευωδιάζον, δείγμα της παρρησίας του ενώπιον του Κυρίου. Το σκήνωμά του πια στην αγία Σιών επιτελεί πολλά θαύματα σε όσους τον επικαλούνται με πίστη. Η αγιοκατάταξή του έγινε στις 29 Νοεμβρίου 2009».

Οι ύμνοι της Εκκλησίας για τον νέο της άγιο ιερομάρτυρα είναι επόμενο να τονίζουν και την οικουμενικότητά του και το ισοστάσιο της αγίας βιοτής του σε σχέση με τους άλλους παλαιότερους μάρτυρες, πολύ περισσότερο όμως την αιτία της αγιότητάς του, τη σφοδρή ἀγάπη του πρός τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ο σοφός υμνογράφος είναι σαφής: «Ο θεοφόρος Φιλούμενος αποτελεί τον πολύφωτο πυρσό της αγάπης του Χριστού», διότι «από παιδί αγάπησε τον Κύριο παραπάνω από τον εαυτό του και από όλα τα προσφιλή και τα ρέοντα του βίου αυτού».

Η μεγάλη αγάπη του Φιλουμένου προς τον Χριστό τον φέρνει με τη σύμφωνη γνώμη της Μονής Σταυροβουνίου στα άγια χώματα της Ιερουσαλήμ. Εκεί, στην αγιοταφική αδελφότητα, αποφασίζει να ζήσει και να πεθάνει ως ακόλουθος των ιχνών του Κυρίου. Καταλήγει στο προσκύνημα παρά το φρέαρ του Ιακώβ, κι εκεί ο Χριστός τον χαριτώνει με το μεγάλο χάρισμα του μαρτυρίου. «Έφτασες στο θείο τάγμα του αγίου Τάφου, θεσπέσιε πάτερ», σημειώνει ο ευσεβής ποιητής Χ. Μπούσιας, «ποθώντας πανευλαβώς να διακονήσεις στα ιερά προσκυνήματα κατά τους έσχατους χρόνους και να βαδίσεις στα βήματα του παντοκράτορα Ιησού». Κι η αποκορύφωση: «Υπέμεινες από άνομα χέρια τα θανατηφόρα τραύματα του πέλεκυ, ως άμωμος αμνός και θειότατο σφάγιο κι εσύ, παρά το πανάγιο φρέαρ του Ιακώβ, μιμούμενος το Πάθος του Σταυρωθέντος Χριστού του Παντοκράτορος, κατά τα έσχατα χρόνια».

Η ώρα του μαρτυρικού τέλους του αγίου, η ώρα της σφαγής του, γίνεται για τον εμπνευσμένο υμνογράφο αντικείμενο ξεχωριστής αναφοράς. Ο Φιλούμενος «φονεύτηκε με τον σκληρό τρόπο του πελεκισμού του κατά την ώρα της εσπερινής προσευχής, κι έτσι ανέβηκε τροπαιούχος στον Χριστό που ποθούσε». Για να προχωρήσει ο ύμνος με μία εικόνα που μας κατανύσσει ιδιαίτερα. «Μόνος στο φρέαρ του Ιακώβ, πανσεβάσμιε, αναπέμποντας δόξα στον Δημιουργό και Παντοκράτορα Θεό, καταπληγώθηκες, μακάριε, με πολύ θρασύ τρόπο από τον πέλεκυ των μισοχρίστων και κατακοκκίνησες τη στολή της ιερωσύνης σου από τη ροή των αιμάτων σου, με αποτέλεσμα να τρέξεις να αναγνώσεις το “εσπέρας προκείμενον” στα ουράνια δώματα». Σαν σκηνοθέτης ο υμνογράφος επικεντρώνει τον φακό του σκηνή-σκηνή στο μαρτυρικό τέλος. Τα κτυπήματα του θράσους, το αίμα που χύνεται και κοκκινίζει την ιερατική στολή, αλλά και το βάθος που μόνο η πίστη μπορεί να το επισημάνει: ο άγιος δεν σταματά τη δέηση. Ο εσπερινός συνεχίζεται λαμπρά και θαυμαστά πια στο άνω θυσιαστήριο, μαζί με τους αγίους και τους αγγέλους. «Εσπέρας προκείμενον», δεν διακόπτει ο άγιος μάρτυρας, «Σοφία. Πρόσχωμεν», σαν να ακούμε πια από την ουράνια χορωδία.

Κι αυτήν τη χαρισματική σκηνή την προεκτείνει ο εκκλησιαστικός ποιητής: ο άγιος «σάν έτοιμος από καιρό», δεν φοβάται τους άνομους. Πεπληρωμένη η καρδιά του από την αγάπη του Χριστού, η οποία «έξω βάλλει τον φόβον» (άγιος Ιωάννης Θεολόγος), με θάρρος και τόλμη που είχε φανερωθεί ήδη από τη στάση του και στις παλαιότερες απειλές των μισοχρίστων, αντιμετωπίζει παρομοίως και τα τελικά κτυπήματα. «Είχες τη δύναμη του Κυρίου, Φιλούμενε, ο Οποίος παρέχει τα γεμάτα ζωή νάματα, γι’ αυτό και δεν φοβήθηκες καθόλου τις απειλές των εχθρών της πίστεως». Κι ακόμη: Εν πνεύματι ο άγιος, μας υπενθυμίζει ο υμνογράφος, φανερώθηκε στον αδελφό του, ευρισκόμενο στο Άγιον Όρος, για να του πει το τι διαδραματίζεται την ώρα του μαρτυρίου του. «Σε υμνούμε, ιερόαθλε Φιλούμενε, και για το ότι φανερώθηκες στον αδελφό σου που βρισκόταν στο Άγιον Όρος, και του είπες το ιερό σου μαρτύριο στον τόπο εκείνο». (Κατά ακρίβεια, σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του μακαριστού και αυτού οσίου Γέροντος Ελπιδίου, διδύμου αδελφού του αγίου: «αδελφέ μου, με σκοτώνουν - προς δόξαν Θεού. Μην αγανακτήσεις»). 

Η παρρησία που απέκτησε ο άγιος ενώπιον του Κυρίου πια αποτελεί τη συνέπεια της όλης αγιασμένης βιοτής του. Ο Κύριος θέλησε ο φίλος του Φιλούμενος να είναι ένας ακόμη πρεσβευτής των ανθρώπων ενώπιόν Του, γι’ αυτό και όσοι τον επικαλούνται βλέπουν άμεσα την ιαματική επέμβασή του. «Όσοι γιορτάζουμε τη μνήμη της τελειώσεώς σου, δοξασμένε Φιλούμενε,... κραυγάζουμε: από τον Ουρανό που βρίσκεσαι σκέπε και διάσωζε από κάθε ανάγκη «σους πρόσφυγας», εμάς που προσφεύγουμε σε σένα».

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΠΑΡΑΜΟΝΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ

«Οι άγιοι ζούσαν επί Δεκίου του βασιλιά και του άρχοντα Ακυλίνου. Η αφορμή γι’ αυτούς της πίστεώς τους στον Χριστό και της τελειώσεώς τους είναι η παρακάτω: Σε τόπο της Βαλσατίας, που ονομαζόταν Ιερό, υπήρχε πολλή και πλούσια ανάδυση θερμών υδάτων, η οποία θεράπευε κατά παράδοξο τρόπο τις αρρώστιες. Εδώ λοιπόν έφτασε για θεραπεία του σώματός του ο άρχοντας της Ανατολής Ακυλίνος, ο οποίος είχε διατάξει να τον ακολουθήσουν δέσμιοι από τη Νικομήδεια και οι αθλητές που είχαν συλληφθεί για την πίστη τους στον Χριστό. Όταν πήγε στο τέμενος της Ίσιδος και πρόσφερε τις βδελυρές θυσίες του, διέταξε και τους αγίους να θυσιάσουν στα είδωλα και να τα προσκυνήσουν. Επειδή βεβαίως εκείνοι αρνήθηκαν να το κάνουν, έδωσε προσταγή να τους σκοτώσουν όλους με ξίφη. Έτσι οι γενναίοι γίνανε θαυμαστοί μάρτυρες του παμβασιλέως Χριστού του Θεού, με τη βοήθεια Εκείνου, τριακόσιοι εβδομήντα τον αριθμό.

Βλέποντας αυτούς ο άγιος Παράμονος, με μεγάλη φωνή φώναξε και είπε: «Βλέπω μεγίστη ασέβεια. Διότι ο μιαρός αυτός κατασφάζει τόσους δικαίους και ξένους με παράλογο τρόπο». Ο άρχοντας, όταν το άκουσε, καταλήφθηκε από μανία και διέταξε αμέσως να τον σκοτώσουν. Οι απεσταλμένοι του άρχοντα αφού συνέλαβαν τον Παράμονο, ο οποίος δεν γνώριζε τη διαταγή και συνέχιζε να βαδίζει στον τόπο που βρισκόταν, δεν ήθελαν ένας να διαπράξει τον φόνο, αλλά όλοι. Έτρεξαν λοιπόν να χύσουν αίμα αθώο, μπροστά στα μάτια του άρχοντα, με τα ίδια τους τα χέρια και με τα δικά τους όπλα. Άλλοι τότε τον κτυπούσαν με λόγχες, άλλοι με μυτερά καλάμια, περνώντας τα μέσα από τη γλώσσα και τα λοιπά μέλη του αγίου, μέχρις ότου μπροστά στον τύραννο τον σκότωσαν  στον τόπο που είπαμε, και τον έστειλαν έτσι στις ουράνιες σκηνές. Στον ίδιο χώρο με τους αγίους τριακοσίους εβδομήντα μάρτυρες και στις ίδιες θήκες με αυτούς συγκαταριθμήθηκε και ο άγιος και κατατέθηκε το λείψανό του».

Αυτό που θαυμάζει κανείς στον άγιο Παράμονο εξαρχής είναι η αντίδρασή του μπροστά σε μία εξώφθαλμη αδικία. Μπροστά στο τρομερό γεγονός του μαρτυρικού θανάτου τόσων ανθρώπων, η ψυχή του «πνίγεται» και αντιδρά. Δεν κρύβεται, δεν κάνει τον «ανήξερο», δεν ακολουθεί τον δρόμο της «σύνεσης», για να μην πάθει κι εκείνος τίποτε – έβλεπε οπλισμένους στρατιώτες και την εξουσία του τόπου, συνεπώς ανθρωπόμορφα θηρία που μπορούσαν να του κάνουν κακό –, με άλλα λόγια δεν ακολουθεί την «πεπατημένη» του ιερέα και του λευίτη της παραβολής του καλού Σαμαρείτη, («δεν ήσουνα ξαπλωμένος στον καιρό των αγώνων, αλλά μάλλον όρθιος και ρωμαλέος για τη θεία άθληση» σημειώνει ο  υμνογράφος),  αλλά αφήνει να εκφραστεί η αγανάκτησή του, με τρόπο  που να ακουστεί. Κι αυτή η αντίδρασή του, η οποία τελικώς θα στοιχίσει και τη δική του ζωή, φανέρωσε την υπάρχουσα μέσα του καλή διάθεση της ψυχής. Ο άγιος Παράμονος είχε καλή καρδιά, που διατηρούσε μέσα της ανθρωπιά, δηλαδή αγάπη. Μας το αποκαλύπτει ο απόστολος Παύλος, όταν θα πει μεταξύ των άλλων ότι «η αγάπη ου χαίρει επί τη αδικία». Έτσι ο άγιος Παράμονος λειτούργησε σαν τον καλό  Σαμαρείτη, που ναι μεν δεν μπορούσε να βοηθήσει τους σφαγιαζομένους μάρτυρες, αν είχε όμως τη δυνατότητα θα το έκανε.

Ο άγιος υμνογράφος κινείται μ’ αυτό το σκεπτικό. Θεωρεί μάλιστα ότι όχι μόνον η αντίδρασή του αγίου ήταν θέμα αληθινής ανθρωπιάς, αλλά και χάρης Θεού, θεϊκού ζήλου. Διότι μόνον  ένας που η καρδιά του νύττεται από ζήλο Θεού, μπορεί και αυτός να θελχθεί από το μαρτύριο των αγίων, πολύ περισσότερο να γίνει και ο ίδιος μάρτυρας. «Μόλις κατενόησες, Παράμονε, ότι ο πολυάριθμος δήμος των μαρτύρων κατασφάττεται για την πίστη του πάντων Θεού και βασιλέα, θέλχθηκες εντελώς από τον ζήλο του Θεού και φώναξες δυνατά: Είμαι πάντοτε κι εγώ γνήσιος δούλος Χριστού. Μάθετέ το παράνομοι τύραννοι. Και να, τώρα, παρευρίσκομαι από μόνος μου, προκειμένου να θυσιαστώ σαν άκακο αρνί».

Εκείνο που κινητοποίησε τον άγιο Παράμονο, ώστε να προκληθεί και να θεριέψει η πίστη του στον Χριστό, ήταν βεβαίως το παράδειγμα των πολυαρίθμων μαρτύρων. Δεν άκουσε λόγια περί Χριστού – αναγκαία ασφαλώς κι αυτά – δεν διάβασε κάτι για Εκείνον. Είδε σαρκωμένη και έμπρακτη την πίστη. Και ζήλεψε. Και κινητοποιήθηκε. Και αντέδρασε. Και έγινε και αυτός μάρτυρας. «Μένοντας έκπληκτος, ένδοξε, από την υπομονή των μαρτύρων, και θαυμάζοντας το τέλος τους, έγινες κοινωνός μ’ αυτούς στον ζήλο της πίστεώς τους και της υπέρτιμης άθλησής τους». Για να αποδειχτεί για μία ακόμη φορά ότι μεγαλύτερο μάθημα πίστεως από το προσωπικό παράδειγμα, από την πράξη της ζωής, δεν υπάρχει. Που σημαίνει: αν θέλουμε να βοηθήσουμε κι εμείς τον παραπαίοντα κόσμο μας, που ταλαντεύεται διαρκώς μεταξύ πίστεως και απιστίας, αν θέλουμε η πίστη του Χριστού να φουντώσει, πέρα από τη χάρη Εκείνου που έτσι κι αλλιώς μας τη δίνει πλουσιοπάροχα κάθε στιγμή, χρειάζεται και η δική μας συνέργεια. Κι αυτό σημαίνει πρώτα απ’ όλα: λιγότερα λόγια και περισσότερο προσωπικό παράδειγμα. Την ώρα που ο κάθε πιστός μένει σταθερός στην πίστη του Χριστού, εκείνην την ώρα προσφέρεται ο ουρανός στους άλλους ανθρώπους και λάμπει ο ήλιος της πίστεως.

25 Νοεμβρίου 2024

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ Ο ΠΑΦΛΑΓΩΝ

«Ο όσιος Στυλιανός αγιάστηκε ήδη από τη μήτρα της μητέρας του και έγινε κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος. Έδωσε μάλιστα ό,τι περιουσία  είχε στους πτωχούς και ακολούθησε τον μοναχικό βίο, ξεπερνώντας όλους στην επίπονη άσκηση και τη σκληραγωγία. Έπειτα πήγε στην έρημο, κι αφού βρήκε ένα σπήλαιο ως τόπο κατοικίας, δεχόταν τροφή από θείο άγγελο κι έγινε θεραπευτής ποικίλων ανιάτων παθών. Όταν κάποτε ο φθοροποιός θάνατος, προσβάλλοντας  νεογνά, έκανε άτεκνες αυτές που είχαν γεννήσει, οι μητέρες επικαλούνταν το όνομα του αγίου και φτιάχνοντας το τίμιο εικόνισμά του ξαναγίνονταν και πάλι ικανές προς τεκνοποιία. Όταν πέθανε, το σώμα του κατατέθηκε στη χώρα των Παφλαγόνων, επιτελώντας πολλές ιάσεις και θαυματουργίες».

Ο όσιος Στυλιανός θεωρείται προστάτης των παιδιών: των νηπίων, των βρεφών, των νεογνών. Ο ίδιος ο Θεός φανέρωσε τη θέλησή Του  να θεραπεύονται τα παιδιά με την επίκληση του ονόματός του, που γινόταν ίαμα σ’ αυτά και στις μητέρες τους (Συναξάρι).  Ποια η αιτία του χαρίσματος αυτού; Κατά τον υμνογράφο του όσιο Γεράσιμο Μικραγιαννίτη, επειδή αγιάστηκε ήδη από την κοιλιά της μητέρας του. «Ηγίασε, Πάτερ,  σε ο Θεός εκ κοιλίας μητρός». Κι αυτό γιατί ο Θεός προείδε με την παγγνωσία Του τη θετική προς Αυτόν στάση του, οπότε τον χαρίτωσε με πλούσια χαρίσματα και σημεία. «Εξ απαλών ονύχων ο Θεός σ’ έκανε δικό Του, γιατί προείδε την αγαθή ζωή σου». Η από τόσο νωρίς κλήση του από τον Θεό μάλιστα κάνει τον υμνογράφο να τον παραλληλίζει με γιγάντια αναστήματα του παρελθόντος, που και αυτά είχαν κληθεί με αντίστοιχο τρόπο: τον ένθεο προφήτη Σαμουήλ, τον ένδοξο προφήτη Ιερεμία, τον Πρόδρομο του Κυρίου, μέγα Ιωάννη τον Βαπτιστή.

Ο περιορισμός όμως των χαρισμάτων του μόνο στον κόσμο των παιδιών θα ήταν μία συρρίκνωση της θαυμαστής παρουσίας του στην Εκκλησία. Διότι η Εκκλησία τον προβάλλει, πέρα από προστάτη των παιδιών, και ευρύτερα ως έναν από τους στύλους της ζωής της: «στύλος άσειστος της Εκκλησίας ανεδείχθης, μακάριε» (απολυτίκιο). Χρειάζεται να το εξηγήσουμε. Η Εκκλησία μας βεβαίως στηρίζεται στον Κύριο Ιησού Χριστό, ο Οποίος αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της, όμως ο Ίδιος  θέλησε να μαρτυρείται στον κόσμο και να στερεώνονται οι άνθρωποι και μέσω των πιστών Του. Εκείνος είπε ότι οι μαθητές Του θα αποτελούν τους μάρτυρές Του στον κόσμο «μέχρι τα πέρατα της γης». Από την άποψη αυτή, ο πιστός που με συνέπεια ακολουθεί τον Κύριο, σαν τον όσιο Στυλιανό που «ακολούθησε τον Χριστό με τέλειο φρόνημα», γίνεται κι αυτός ένας στύλος της Εκκλησίας: οι άνθρωποι μπορούν να στηρίζονται επάνω του, βλέποντας στο πρόσωπό του την παρουσία Εκείνου.

Ποιο το κύριο γνώρισμα της αγιασμένης ζωής του; Ο άγιος «διέπρεψε στην καθαρότητα των ηθών και στους ιερούς αγώνες για να αποκτήσει την τελειότητα των αρετών ως άγγελος». Κι αυτό θα πει ότι αυτό που χαρακτήριζε τη ζωή του, ώστε να ζήσει την αγάπη του Θεού, ήταν η εγκράτεια. Επανειλημμένως η ακολουθία του αναφέρει ότι υπήρξε «στήλη έμψυχος της εγκρατείας» και «της εγκρατείας αληθής υποτύπωσις». Δεν είναι τυχαίο ότι προβάλλεται «ως άσαρκος», «καθώς θεώρησε βδέλυγμα εντελώς την αίσθηση των φθαρτών», ζώντας σε ένα σπήλαιο και τρεφόμενος από άγγελο του Θεού. Η εγκράτειά του όμως δεν πρέπει να εννοηθεί αιρετικά: ως αποχή των αισθητών από μίσος προς αυτά ή από  άρνηση γενικότερα προς τη ζωή. Η εγκράτεια, χριστιανικά, είναι η απομάκρυνση από τη γοητεία του κόσμου των αισθήσεων, διότι ο χριστιανός έχει προσανατολίσει με αγάπη τον νου και την καρδιά του προς τον Θεό. Η εγκράτεια δηλαδή είναι μία γενική αρετή, που χαρακτηρίζει όλη τη ζωή του ανθρώπου. «Ο πιστός εγκρατεύεται ως προς όλα» (Παύλος).

Που σημαίνει: δεν είναι δυνατόν να στραφεί κάποιος προς τον Θεό, αν ταυτοχρόνως δεν αγωνίζεται να απεγκλωβιστεί από τον μαγνήτη των παθών. «Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν». Δεν μπορεί, για παράδειγμα, να ακολουθεί κανείς τα ίχνη του Χριστού, χωρίς να θέλει να νηστεύει. Η νηστεία, ως στοιχείο εγκράτειας, δηλώνει το πού έχει ρίξει ο πιστός το κέντρο βάρους της ψυχής του. Αδυναμία νηστείας – εννοείται χωρίς να υπάρχει ιατρικός λόγος – σημαίνει ότι η ψυχή είναι «δεμένη» με τα πράγματα του κόσμου και όχι με τον Χριστό.  Έτσι η εγκράτεια κατανοείται με θετικό τρόπο: σαν το ελατήριο που συμπιεζόμενο φαίνεται ότι μικραίνει, μαζεύει όμως τεράστια ενέργεια. Οπότε ασκούμενη σωστά δίνει τη δύναμη για να «πετάξει» ο άνθρωπος ακολουθώντας τα χνάρια του Χριστού. Στην πραγματικότητα είναι το «απαρνησάσθω εαυτόν» που είπε ο Κύριος, για να γίνει κάποιος ακόλουθος και μαθητής Του. «Τα έχασαν με την ασκητική σου διαγωγή, σοφέ Στυλιανέ, όσοι σε είδαν να ζεις σαν άγγελος από τον έρωτα του Θεού που είχες», σημειώνει για τον άγιο επί του θέματος ο υμνογράφος. Να δώσει ο Θεός διά του αγίου να ζούμε και εμείς με λίγη εγκράτεια, σ’  έναν κόσμο που ταλανίζεται μεν από ποικίλες κρίσεις, αλλά παραδέρνεται συνήθως από τις διάφορες ηδονές.