23 Σεπτεμβρίου 2025

Η ΣΥΛΛΗΨΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ

«Ο ιερός ευαγγελιστής Λουκάς αναφέρει στο ευαγγέλιό του ότι όταν εισήλθε ο πρεσβύτης και δίκαιος Ζαχαρίας στα Άγια των Αγίων, προκειμένου να προσφέρει τη θυσία του θυμιάματος, κατά τον καιρό της εφημερίας του στον Ναό, φανερώθηκε σ’  αυτόν ο αρχάγγελος Γαβριήλ, ο οποίος του μετέφερε τη χαρμόσυνη είδηση ότι πρόκειται η γυναίκα του Ελισάβετ να γεννήσει γιο κατά το γήρας της, Προφήτη και Πρόδρομο, φωνή και κήρυκα και παντοτινό λυχνάρι, τον μύστη της χάρης του Θεού. Αυτήν τη θεία σύλληψη είπε στον προφήτη και ιερέα Ζαχαρία ο θείος αρχιστράτηγος με τα λόγια: «Εισακούστηκε η δέησή σου», οπότε με την παράδοξη αυτή γέννα λόγω γηρατειών και στειρώσεως της Ελισάβετ, άρχισε να προμηνύεται και ο θείος και παρθενικός τόκος της παναχράντου Θεοτόκου».

Θα πρέπει καταρχάς να σημειώσουμε ότι η σημερινή εορτή της συλλήψεως του αγίου Ιωάννου δεν στηρίζεται σε κάποιες πληροφορίες αποκρύφων ευαγγελίων, τις οποίες ενδεχομένως μπορεί κανείς να αμφισβητήσει, αλλά αποτελεί βεβαιότατο γεγονός, το οποίο καταγράφεται, όπως είπαμε και παραπάνω, από τον άγιο ευαγγελιστή Λουκά. Κι αυτό σημαίνει ότι η Εκκλησία μας εντάσσοντας το γεγονός αυτό μέσα στα θεόπνευστα κείμενά της θέλει να τονίσει τη σημασία του ερχομού στον κόσμο του Ιωάννου Προδρόμου, εκείνου του προφήτη δηλαδή που θα προετοίμαζε το έδαφος για τον ερχομό του Ίδιου του Θεού ως ανθρώπου. Με την προοπτική και πάλι του Κυρίου Ιησού Χριστού αξιολογείται το γεγονός της συλλήψεως του αγίου Ιωάννου, δηλαδή υπό το φως του Ήλιου κατανοείται το φως του λύχνου. Διότι διαφορετικά η σημασία του θα είχε την ίδια ισχύ με τη σύλληψη και κάθε άλλου ανθρώπου, που έρχεται, με την ευδοκία ασφαλώς  του Θεού, στον κόσμο.

Πέραν της παραπάνω πραγματικότητας την οποία ποικιλοτρόπως προβάλλουν οι ύμνοι της Εκκλησίας μας, εκείνο που θεωρείται αξιοπρόσεκτο, κατά τον υμνογράφο, είναι η αντίδραση του δικαίου Ζαχαρία απέναντι στον αρχάγγελο Γαβριήλ, όταν εκείνος του ευαγγελίζεται τη γέννηση του υιού του: αμφισβητεί τα λόγια του απεσταλμένου του Κυρίου, διότι στηρίζεται στη λογική και την εμπειρία του. Πώς είναι δυνατόν από γέρο άνθρωπο και γερόντισσα γυναίκα, και μάλιστα στείρα, να γεννηθεί ένα παιδί; «Ελισάβετ τα μέλη νενέκρωται, και εμού δε το γήρας, δυσπιστίαν νυν τεκμαίρεται» - τα μέλη της Ελισάβετ έχουν νεκρωθεί και τα δικά μου γηρατειά τώρα φέρνουν μόνο δυσπιστία. Ο υμνογράφος όμως συνεχίζει να ερμηνεύει το σκεπτικό του Ζαχαρία: όχι μόνο η φυσική τάξη των πραγμάτων ανατρέπεται με όσα μεταφέρει ο άγγελος, αλλά και από πλευράς πνευματικής υπάρχει, κατ’  αυτόν, κάτι ανάποδο: «εγώ γαρ ήλθον την σωτηρίαν λαού αιτήσασθαι, ουχί δε κομίσασθαι παίδα, ως προσφωνείς». Εκείνο δηλαδή που πρέπει να επέτεινε την αμφισβήτηση του αγίου Ζαχαρία και επομένως να τον οδηγούσε σε καχυποψία ότι δεν αληθεύουν τα λόγια της ουράνιας οπτασίας, ήταν ότι ο ευαγγελισμός για τον «υποτιθέμενο» γιο του ερχόταν σε μία στιγμή πνευματικής λειτουργίας, σε ώρα δηλαδή προσευχής, και μάλιστα υπέρ της σωτηρίας του λαού. «Εγώ ήλθα εδώ στον Ναό, όπως σημειώνει ο υμνογράφος, για να ζητήσω από τον Θεό τη σωτηρία του λαού και όχι να αποκτήσω παιδί, όπως μου λές εσύ». Κι αλλού: «Αμφίβολον κέκτημαι την διάνοιαν εγώ, και απιστώ τοις λόγοις σου, τω Αρχαγγέλω έφη ο Ιερεύς. Λαού σωτηρίαν γαρ, ουκ εμής εξ οσφύος καρπόν ήτησα». Αμφιβάλλω εγώ και απιστώ στα λόγια σου, είπε ο Ιερεύς στον αρχάγγελο, γιατί ζήτησα τη σωτηρία του λαού και όχι καρπό από την οσφύ μου.

Αυτό όμως που φαίνεται τόσο «λογικό» για τον άγιο Ζαχαρία, και μάλιστα η αμφισβήτηση της εκ Θεού προέλευσης της οπτασίας λόγω του περισπασμού από το περιεχόμενο της προσευχής του: να ζητάει από τον Θεό τη σωτηρία του λαού και να του προκύπτει κάτι προσωπικό του, ένα παιδί, είναι εκείνο στην πραγματικότητα που ερχόταν ως απάντηση ακριβώς της προσευχής αυτής. Διότι η γέννηση του παιδιού του Ιωάννη ήταν η απαρχή της σωτηρίας του λαού. Με αυτόν θα ξεκινούσε η σωτηρία ως κήρυγμα μετανοίας για να γίνει αποδεκτός ο Μεσσίας. Με άλλα λόγια ο Ζαχαρίας δεν μπορούσε να κατανοήσει ότι ο Θεός τού έδινε ό,τι ζητούσε, δηλαδή αδυνατούσε να διεισδύσει στον τρόπο δράσεως του Θεού.

Κι είναι κάτι στο οποίο τελικώς «σκοντάφτουμε» οι περισσότεροι. Διότι και εμείς ζητάμε από τον Θεό διάφορα πράγματα, και μάλιστα κάτω από πνευματικές προϋποθέσεις. Και δεν καταλαβαίνουμε ότι η «άρνηση» του Θεού να μας απαντήσει ή συμβάντα σε εμάς «ξένα» προς αυτά που ζητάμε, συνιστούν τελικώς αυτό που είναι η απάντηση του Θεού ακριβώς στα αιτήματά μας. Πρέπει ίσως να «επιτρέπουμε» στον Θεό να βλέπει πέρα από ό,τι βλέπουμε εμείς και ίσως πάλι να είμαστε σε ετοιμότητα αποδοχής του δικού Του θελήματος ως πιο ευεργετικού για εμάς από το δικό μας. Ας  θυμηθούμε και αυτό που συνέβη και στον όσιο Παΐσιο τον αγιορείτη: Δέχτηκε «άδικη» επίθεση από έναν ιερέα και ταράχτηκε, χωρίς όμως να μιλήσει. Κι όταν έπειτα άρχισε να ανακρίνει τους λογισμούς του, για να καταλάβει τι έγινε, διεπίστωσε ότι ζητούσε από τον Θεό καρδιακά να του δώσει ταπείνωση. Κι ο Θεός τού έδωσε την αφορμή: «άλλαξε» λίγο τη συμπεριφορά του ιερέα απέναντί του, προκειμένου ακριβώς να του δώσει την ευκαιρία να αγωνιστεί να αποκτήσει την ταπείνωση. Ο Θεός λοιπόν πάντοτε μας ακούει, πάντοτε μας απαντάει, πρέπει όμως να έχουμε κι εμείς ανοικτά τα μάτια μας για να διακρίνουμε ορθά την απάντησή Του.

20 Σεπτεμβρίου 2025

Ο ΠΑΡΑΣΤΡΑΤΗΜΕΝΟΣ…

«Με τον παραστρατημένο άνθρωπο, ποτέ να μην έλθεις σε διένεξη, γιατί θα τον χάσεις. Άφησέ τον να σκεφθεί καλύτερα, ηρεμότερα» (όσιος Αμφιλόχιος ο εν Πάτμω).

Ο μεγάλος σύγχρονος όσιος Αμφιλόχιος ο εν Πάτμω (1889-1970) υπήρξε μία ιδιαιτέρως χαριτωμένη αλλά και δυναμική παρουσία της νεώτερης εποχής. Από μικρός αφιερωμένος στον Θεό έγινε μοναχός κι έπειτα ιερομόναχος και καθηγούμενος στην ιερά μονή του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου της Πάτμου, ενώ ίδρυσε και άλλα μοναστήρια που μέχρι σήμερα σφύζουν από πνευματική ζωή και κίνηση. Και εκτός τούτου˙ έγινε γνωστός και για τους εθνικούς αγώνες του, με την έννοια ότι όταν οι Ιταλοί κατακτητές των Δωδεκανήσων απαγόρευσαν τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στα σχολεία, εκείνος μαζί και με άλλους κληρικούς ίδρυσαν κατηχητικά σχολεία, μέσα στα οποία δίδασκαν βεβαίως την  ορθόδοξη χριστιανική ζωή, κυρίως όμως την ελληνική γλώσσα, ένα είδος όπως έχει χαρακτηριστεί «κρυφών σχολειών» για την περιοχή εκείνη – κάτι που το «πλήρωσε» αρκετά ακριβά, γιατί οι Ιταλοί για την εθνική δράση του τον εξόρισαν για δύο χρόνια, οπότε τούτο έγινε η απαρχή έντονης ιεραποστολικής δράσεώς του και σε άλλες περιοχές.  

Ο όσιος ήταν μία συνέχεια του Κυρίου Ιησού Χριστού, όπως συμβαίνει με όλους τους αγίους μας, που θα πει ότι ευρισκόμενος στον κόσμο συνιστούσε πηγή ευλογίας για τον τόπο του αλλά και για σύνολη τη δημιουργία – «ανασαίνει» ο κόσμος με κάθε άγιο, ή με εκκλησιαστική ορολογία «ουρανώνεται η γη»! Γι’ αυτό και κάθε καλοπροαίρετος άνθρωπος που ερχόταν σε επαφή μαζί του κατανυσσόταν παίρνοντας μαζί του, κατά Ιωάννη της Κλίμακος, ένα βέλος στην καρδιά του για αλλαγή πορείας του και αναζήτησης του Θεού του. Δεν είναι τυχαίο πιστεύουμε ότι σύγχρονος αγιασμένος μακαριστός Γέρων του Αγίου Όρους, ο Γέρων Γρηγόριος Αιγαιοπελαγίτης ονομαζόμενος, ηγούμενος μέχρι της κοιμήσεώς του της Μονής Δοχειαρίου, τον άγιο Αμφιλόχιο που τον είχε γνωρίσει και ζήσει είχε ως πρότυπο της ζωής του και καθημερινή και αδιάκοπη αναφορά του. Όποιος είχε μπει στα ενδότερα του Μοναστηριού ίσως θα είχε δει μία τεράστια φωτογραφία του οσίου να δεσπόζει και να σκορπά τις ακτίνες της χάρης του, προσφέροντας την παρηγοριά του χαμόγελού του και της μεγάλης αγάπης του σε κάθε πονεμένο.

Στο παραπάνω λόγιο ο άγιος κάνει λόγο για τον παραστρατημένο άνθρωπο, εκείνον δηλαδή που έχοντας διαγράψει την πίστη στον Χριστό και την Εκκλησία Του πορεύεται κατά τις επιθυμίες της σκοτεινιασμένης καρδιάς του, αυτής που κυριαρχεί ο άρχων του κόσμου τούτου, ο Πονηρός διάβολος, ενώ, αν είναι βαπτισμένος, η χάρη του αγίου Βαπτίσματος βρίσκεται «καταχωνιασμένη» σε βάθη που θεωρούνται ανύπαρκτα γι’ αυτόν. Κι επειδή ακριβώς είναι παραστρατημένος, έχει χάσει τον προσανατολισμό του και κινείται στα τυφλά, χωρίς νόημα στη ζωή του, αγόμενος και φερόμενος μόνον από τα πάθη και τις εμπαθείς κλίσεις του, έχοντας ως μόνη ρότα της ζωής του το «φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν». Στον παραστρατημένο άνθρωπο, που αν δεν μετανοήσει το τέλος του είναι γνωστό: «εις βόθυνον πεσείται», διαβάζει κανείς ό,τι περί αυτού έχει γράψει θεόπνευστα ο απόστολος Παύλος: «επειδή δεν θέλησε να γνωρίσει γνήσια τον Θεό, γι’ αυτό και τον παρέδωσε ο Θεός εις αδόκιμον νουν, ποιείν τα μη καθήκοντα» - πλανεμένος και απρεπής σε όλα του!

Και τι μας λέει ο άγιος; Μ’ αυτόν τον άνθρωπο «ποτέ να μην έλθεις σε διένεξη». Όχι γιατί θα φοβηθείς την πιθανή σύγκρουση μαζί του, όχι γιατί θα συμφωνείς μαζί του για να μην ταραχτείς, αλλά «για να μην τον χάσεις»! Τι προϋποτίθεται, από ό,τι καταλαβαίνουμε, στη σκέψη και τον νου του οσίου; Αφενός ότι ένας τέτοιος άνθρωπος σε τέτοια σκοτεινή κατάσταση και υπό δαιμονική επιρροή είναι ένας πληγωμένος ψυχικά άνθρωπος. Αυτό δεν μας διδάσκει ο λόγος του Θεού είτε αγιογραφικός είτε πατερικός; Απομακρύνεσαι από τον Θεό; Απομακρύνεσαι από τη ζωή, από την κανονικότητα και τη φυσιολογία σου, από το σπίτι σου – χάνεις τον εαυτό σου, τραυματίζεσαι! Κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου: «θλίψις και στενοχωρία επί πάσαν ψυχήν την κατεργαζομένην το πονηρόν». Και: «ψωνίζεις θάνατο όταν αμαρτάνεις!» Μπορεί να φαίνεσαι χαμογελαστός και «επιτυχημένος», να κυριαρχείς στον κόσμο, αλλά η εσωτερική πραγματικότητά σου πόρρω απέχει τούτων.

Και αφετέρου˙ η φράση που χρησιμοποιεί ο άγιος: «γιατί θα τον χάσεις!», αποκαλύπτει όλο το βάθος και το πλάτος της αγιασμένης καρδιάς του, μίας καρδιάς που είναι του Χριστού, γεμάτη από έλεος και αγάπη, τέτοιας που ο άλλος, ο όποιος άλλος έστω και θεωρούμενος εχθρός και ενάντιος, περιέχεται από εσένα – είναι κομμάτι σου, αποτελεί τη δική σου προέκταση, γι’ αυτό του οφείλεις την αγάπη σου και τη θυσιαστική απέναντί του στάση σου. Πώς; Γιατί; Διότι ως μέλος Χριστού και προέκταση Εκείνου τον Χριστό φανερώνεις και ανάλογα προς τη δική Του ζωή πορεύεσαι – ο χριστιανός είναι ο Χριστός «εν ετέρα μορφή». Ο λόγος του Κυρίου το αποκαλύπτει διαρκώς και με πολλές διαφορετικές εκφράσεις: ο άλλος, ο πλησίον είναι ο… εαυτός σου, είναι η κρυμμένη του Ίδιου του Χριστού παρουσία, «εμοί εποιήσατε!» Ας θυμηθούμε και μία ολίγον «ξεχασμένη» φράση του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου: «Ο λέγων εν Αυτώ μένειν, οφείλει καθώς Εκείνος περιεπάτησε και αυτός ούτω περιπατείν» - όποιος λέει ότι είναι ενωμένος με τον Χριστό, οφείλει όπως ο Χριστός περπάτησε στη γη και αυτός κατά τον ίδιο τρόπο να περπατάει. Πώς μας είδε ο Χριστός ερχόμενος στον κόσμο; Όχι ως εχθρούς Του ούτε καν ως απλώς πλανεμένους που πρέπει κάτι να κάνει γι’ αυτούς, αλλ’ ως εκείνους που μέσα στη βρομιά και την αθλιότητά μας ήμασταν και είμαστε ό,τι σπουδαιότερο και σημαντικότερο γι’ Αυτόν. «Όντων ημών αμαρτωλών Χριστός υπέρ ημών απέθανε». Και πέθανε και σταυρώθηκε για εμάς, αίροντας την αμαρτία μας και δίδοντάς μας τη δικαιοσύνη Του – ο θάνατός Του έγινε η θεραπεία και η αποκατάστασή μας. «Τω μώλωπι αυτού ημείς ιάθημεν».

Λοιπόν, πιστεύουμε ότι τα «αυτονόητα» και «γνωστά» αυτά προϋποτίθενται στη σκέψη του αγίου Αμφιλοχίου. Συνιστούσαν το διαρκές βίωμά του, γι’ αυτό και τον παραστρατημένο ως κομμάτι Χριστού και δικό του κομμάτι δεν ήθελε να τον χάσει – έχανε κατά κάποιον τρόπο και τον δικό του… εαυτό. Και τι προτείνει; Δώσε του χώρο και χρόνο! Άσε τον να σκεφτεί, να ηρεμήσει – ο ταραγμένος άνθρωπος και τα πιο θεϊκά λόγια να ακούσει θα αντιδράσει, ενώ ο ήρεμος θα έχει ήδη τη συνείδησή του να τον ελέγχει. Αυτό δεν έλεγε και ο απόστολος Παύλος για τον αιρετικό άνθρωπο; (Και αιρετικός δεν είναι μόνο εκείνος που διαστρεβλώνει την αποκάλυψη του Χριστού, αλλά και όποιος δεν βαδίζει κατά τις άγιες εντολές Του, ο αιρετικός κατά τη ζωή). «Αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού!» Το είπες μία, το είπες δεύτερη, σταμάτα. Γιατί έχει παραστρατήσει ο συγκεκριμένος και βρίσκεται υπό την κατάκριση του ίδιου του εαυτού του. Και ό,τι λέμε και σχολιάζουμε εδώ  βλέπουμε ότι αποτελούν την προτροπή του ίδιου τελικώς του ενανθρωπήσαντος Θεού μας. Γιατί τι λέει; «Μη αντιστήναι τω πονηρώ». Μην έρχεσαι αντιμέτωπος με τον πονηρό άνθρωπο, μη μαλώνεις και εξοργίζεσαι μαζί του, διότι έτσι δεν τον βοηθάς. Ο Κύριος, για να το επαναλάβουμε, μας έσωσε «αίρων την αμαρτίαν ημών». Κατεδίκαζε πάντοτε την αμαρτία, αλλά έσωζε και έσωσε τους ανθρώπους. Η επίθεση με έλεγχο του προσώπου μας για κάθε παραστράτημά μας εγείρει πάντοτε την αντίδραση. Το τεταμένο δάκτυλο του «εισαγγελέα» ανθρώπου αποκαλύπτει ιουδαϊκή και φαρισαϊκή ηθική, όχι όμως χριστιανική. Τον άλλον τον βοηθάς να σωθεί όχι με… κεραυνούς, αλλά με την προσωπική συμμετοχή σου στο πρόβλημά του – είτε φανερά είτε διά της προσευχής.

Γι’ αυτό και αφήνοντας τον άλλον…ήσυχο, στο έλεος όμως και την αγάπη της προσευχής σου, δηλαδή στο έλεος και την αγάπη του Θεού, του δημιουργείς συνθήκες μετανοίας. «Το χρηστόν του Θεού εις μετάνοιαν άγει», η αγάπη του Θεού οδηγεί σε μετάνοια. Και η αγάπη αυτή ερμηνεύει και την παράταση που δίνει κάθε ημέρα ο Χριστός στους ανθρώπους ενόψει της Δευτέρας Του παρουσίας! «Δίνω χρόνο για να μετανοήσει ο άνθρωπος», λέει η Αποκάλυψη.  «Δεν βραδύνει την παρουσία Του ο Κύριος» σημειώνει και ο απόστολος Πέτρος, «αλλά μακροθυμεί απέναντί μας, γιατί δεν θέλει να χαθούν έστω και λίγοι, αλλά όλοι να οδηγηθούν στη μετάνοια».

Δυο λέξεις του αγίου Αμφιλοχίου, ολόκληρη η θεολογία και η πνευματική ζωή της Εκκλησίας μας. Θα μπορούσε ίσως να μην τις έλεγε ούτε και αυτές ο άγιος – το ίδιο θα ήτανε. Γιατί ζούσε στον ρυθμό του Κυρίου, η αναπνοή του στον κόσμο ήταν η πνοή του Αγίου Πνεύματος, που τελικώς ησύχαζε όχι μόνο τους «αντικειμενικά» παραστρατημένους, αλλά όλους μας, αφού κι εμείς συχνά ίσως είμαστε εξίσου «παραστρατημένοι» ως μη τηρούντες όπως πρέπει τις άγιες εντολές του Θεού μας.  

16 Σεπτεμβρίου 2025

ΠΟΥ ΑΠΟΚΟΡΥΦΩΘΗΚΕ Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΕΥΦΗΜΙΑΣ;

Την αγία Ευφημία την θαύμασε και ο μέγας σύγχρονος όσιος Παΐσιος ο αγιορείτης. Όταν εν Πνεύματι του φανερώθηκε στο Άγιον Όρος – τόσο που για να πεισθεί ο όσιος ότι επρόκειτο πράγματι περί της Αγίας την… υπέβαλε σε δοκιμασίες! – ακριβώς τούτο εξέφρασε: πώς μία νέα κοπέλα άντεξε τόσα βασανιστήρια σε ένα αδύναμο θεωρούμενο σώμα, νεαρό και γυναικείο! Αλλά όπως είναι γνωστό στα μαρτυρολόγια τα βασανιστήρια υπερβαίνονταν από τους αγίους με τη χάρη του Θεού αλλά και με την απόλυτη στροφή τους εν πόθω και αγάπη πολλή προς τον αγαπημένο τους Κύριο. Άνθρωπος ο οποίος διακατέχεται από μεγάλη αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο συνήθως  ξεπερνά και τον φόβο της σωματικής κακοπάθειας, αλλά και τη σκληρή αίσθηση των ίδιων των ωδίνων. Κατά τον άγιο υμνογράφο της αγίας  Ιωάννη τον μοναχό η Ευφημία φανέρωσε και στο δικαστήριο και την ώρα της αθλήσεως «αρρενωπόν ψυχήν» και έτσι κατατρόπωσε τον εχθρό της! Κι ακόμη: «η άμεμπτη Ευφημία σαν να έφερε σώμα που δεν πονούσε φαινόταν αναίσθητη στις πληγές και τα κτυπήματα. Κι αυτό λόγω του έρωτά της προς την θεϊκή στοργή και αγάπη». 

Ο άγιος υμνογράφος της όμως προχωρεί έτι πλέον: μας αποκαλύπτει με φωτισμό Κυρίου και με γνώση της αγίας Γραφής και της ζωής όλων των αγίων πότε αποκορυφώθηκε η δύναμη της αγίας! Και βλέπει το πανέμορφο αυτό πλάσμα του Θεού να βρίσκεται συντονισμένο με ό,τι καθιστούσε εξίσου πανίσχυρο και τον μέγα απόστολο Παύλο. Και πιο πίσω, με ό,τι συνιστούσε και συνιστά την αποκορύφωση της δύναμης του ίδιου του Χριστού μας. Ας δούμε τον συγκεκριμένο ύμνο από τους Αίνους του Όρθρου: «Αθλητικήν πανήγυριν πιστοί, θεοφρόνως τελουμένην θεώμενοι, τω θαυμαστώ εν βουλαίς Θεώ ημών, ευχαριστήριον ύμνον μελωδήσωμεν˙ το γαρ άορατον κράτος της εναντίας δυνάμεως, εν γυναικεία φύσει κατηγωνίσατο, την θείαν εαυτού δύναμιν εν ασθενεία τελειώσας της Καλλιμάρτυρος. Ταις αυτής πρεσβείαις σώσον τας ψυχάς ημών». Δηλαδή: Πιστοί, βλέποντας να τελείται όπως θέλει ο Θεός πανηγύρι αθλητού της πίστεως, ας αναπέμψουμε μελωδικό ευχαριστήριο ύμνο στον θαυμαστό στις βουλές Του Θεό μας. Διότι υπέταξε ολοκληρωτικά μέσα από μία γυναίκα την αόρατη δύναμη του διαβόλου, φτάνοντας σε τελείωση τη θεΪκή Του δύναμη μέσα από την ασθένεια της Καλλιμάρτυρος Ευφημίας. Με τις πρεσβείες της σώσε τις ψυχές μας.  

Τι μας θυμίζει ο άγιος υμνογράφος; Ότι η δύναμη ενός πιστού στον Χριστό ανθρώπου δεν βρίσκεται σε ανθρώπινα στηρίγματα: εξουσία, χρήματα, μόρφωση, συμμαχίες. Βρίσκεται μόνον σ’ Εκείνον που αποτελεί το θεμέλιο της ύπαρξής του, τον ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό. Ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι «η πέτρα της ζωής» για τον πιστό, πέρα από τον Δημιουργό του, τον χορηγό της ζωής και κάθε ζωής, τον Πατέρα, τη ρίζα, την κατοικία του, την τροφή του; Χωρίς Χριστό οτιδήποτε είναι άνευρο, νεκρό, ανόητο – στην πραγματικότητα δεν υφίσταται. Λοιπόν, για τον άγιο άνθρωπο ο Χριστός είναι η μόνη και αδιάκοπη αναφορά του, όπως άλλωστε το βεβαίωσε το αψευδές στόμα του Ίδιου: «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν». Και έτι πλέον, όπως το απεκάλυψε στον απόστολό Του Παύλο: Τότε η δύναμή μου φτάνει στο απώγειό της, όταν ο πιστός ζει μέσα στη θεωρούμενη αδυναμία του, μέσα στα βάσανα και τις ασθένειες, μέσα στον απελπισμό από οτιδήποτε της ζωής αυτής. «Η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται». Βλέπεις με άλλα λόγια τα πάντα γύρω σου να είναι… μαύρα, ο θάνατος σχεδόν να σ’ αγκαλιάζει, κι εσύ να προσβλέπεις στην ίδια την πηγή της ζωής, που σε περιβάλλει και σε διαπερνά καθιστώντας σε παντοδύναμο και πανίσχυρο. Είναι το μυστήριο που κατενόησε ο απόστολος στο ίδιο το σώμα και την ψυχή του και που του άνοιξε τα μάτια για να κατανοήσει σε μεγαλύτερο βάθος το μεγαλύτερο από όλα τα μυστήρια: τον Σταυρό του Κυρίου. Ο Σταυρός του Χριστού δεν αποτελεί τη δόξα του Θεού; Που θα πει: τότε που ο Κύριος φαινόταν παντελώς αδύναμος και ανίσχυρος, κυριολεκτικά… ηττημένος, τότε απεκάλυπτε το μεγαλείο της παντοδυναμίας Του – εξαφάνιζε τον διάβολο, καταργούσε την αμαρτία, διέλυε τον θάνατο!  

Λοιπόν, και με την αγία Ευφημία: την ώρα της θεωρούμενης αδυναμίας της, εκεί είχε ενεργούσα την παντοδυναμία του Χριστού μας. Διαλυόταν το σώμα της και συγκροτείτο στο έπακρο η ψυχή της˙ υφίστατο τα μύρια βάσανα και το αίμα της γινόταν καθάρσιο δικό της μεταποιούμενο σε μύρο που ευωδίαζε όλη την κτίση. «Χύνονταν τα αίματά σου κι αυτά γίνονταν δοξολογία για τον Κύριο και πότισμα για τους πιστούς». «Άνθιζες τις αρετές με φωτισμένο λογισμό και μυροβολούσες στις καρδιές των πιστών». Μπορεί η εορτή της, όπως και των άλλων αγίων, να μη θεωρείται πανηγύρι της Εκκλησίας και πρόκληση ευχαριστίας για τον Κύριο;

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΠΑΝΕΥΦΗΜΟΣ ΕΥΦΗΜΙΑ

 «Η αγία αυτή και ένδοξη μεγαλομάρτυς Ευφημία, διέλαμψε κατά τους καιρούς του αυτοκράτορα Διοκλητιανού και του Πρίσκου, ανθυπάτου της Ευρώπης. Υπήρξε γέννημα και θρέμμα της πόλης της Χαλκηδόνας, καταγόμενη από ευγενείς και θεοσεβείς γονείς. Κατηγορήθηκε όμως στον ηγεμόνα ως χριστιανή, και γι’ αυτό την έρριξαν πρώτα στη φωτιά, έπειτα στα θηρία, και στη συνέχεια μηχανεύτηκαν και άλλα βασανιστήρια, τα οποία τα υπέμεινε όλα η αγία με γενναιότητα και έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου. Το ιερό λείψανό της διασωζόταν από τους ευσεβείς χριστιανούς στην πόλη της Χαλκηδόνας, όπου και είχε οικοδομηθεί εις τιμήν της περικαλλής ναός. Στα χρόνια των ευσεβεστάτων βασιλέων Μαρκιανού και Πουλχερίας, συγκροτήθηκε η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος των εξακοσίων δέκα πατέρων στη Χαλκηδόνα (451 μ.Χ.), η οποία αναθεμάτισε τους αιρετικούς μονοφυσίτες Ευτυχή και Διόσκορο και διατύπωσε την αληθινή πίστη περί του Κυρίου μας Ιησού Χριστού – δύο τέλειες φύσεις, ανθρώπινη και θεϊκή, ενωμένες στη μία Του θεϊκή υπόσταση «ατρέπτως, ασυγχύτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως». Επειδή όμως δεν πείθονταν οι αιρετικοί, γι’ αυτό και σκέφτηκαν οι θεοφώτιστοι Πατέρες το εξής: να γράψουν την ορθόδοξη πίστη σε τόμο και αντιστοίχως να κάνουν και οι αιρετικοί, τους δε δύο αυτούς τόμους να τους εναποθέσουν σφραγισμένους στο στήθος της αγίας, μέσα στη λάρνακά της, κάτι που έγινε. Αργότερα, όταν άνοιξαν τη λάρνακα, τον μεν τόμο των αιρετικών τον βρήκαν ριγμένο υπό τους πόδας της αγίας, τον δε των ορθοδόξων να κρατείται από τη μεγαλομάρτυρα στα τίμια χέρια της. Αυτό βλέποντας όλοι, οι μεν αιρετικοί γέμισαν από ντροπή, οι δε ορθόδοξοι από χαρά. Το χαριτόβρυτο αυτό λείψανό της, ακέραιο, μετακομίστηκε, πριν από την άλωση, από τη Χαλκηδόνα στην Κωνσταντινούπολη, όπου και ανηγέρθη ναός εις τιμήν της αγίας, και μετά την άλωση (1453), μετά από διάφορες αναγκαίες μετακομίσεις, τοποθετήθηκε οριστικά στον ναό του αγίου Γεωργίου του τροπαιοφόρου στο Φανάρι, εκεί που μέχρι σήμερα ευρίσκεται, τιμώμενο και σεβόμενο έκτοτε όχι μόνο από τους ορθοδόξους χριστιανούς, αλλά και από τους ετεροδόξους. Τελείται δε η μνήμη και πανήγυρη της αγίας, κατά την 11η Ιουλίου, (όπως και κατά τη σημερινή ημέρα),  κατά την οποία συρρέουν πλήθη πιστών, για ν’  ασπαστούν το ιερό λείψανό της και ν’  αξιωθούν πολλών ιαμάτων».

Την αγία μεγαλομάρτυρα Ευφημία την ξαναείδαμε στις 11 Ιουλίου. Και πάλι σήμερα η Εκκλησία την προβάλλει ενώπιόν μας προς παραδειγματισμό, και  για τη μεγάλη της άθληση και για το ορθόδοξο φρόνημά της, τόσο που ο Θεός θέλησε στο ναό της και με τις ευλογίες της, ιδίως διά του τιμίου της λειψάνου, να δώσει απάντηση στον προβληματισμό της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, όπως αναφέρει και το ιερό συναξάρι της. Η άθλησή της ήταν τέτοια που φανέρωσε ότι κάτω από το «χαύνον του θήλεος», όπως σημειώνει ο υμνογράφος, κρυβόταν μία ανδρεία και γενναία καρδιά, μπροστά στην οποία – για να δανειστούμε μία φράση του ιστορικού Ιωάννου Φιλήμονος, την οποία έγραψε για την ηρωίδα του 21 Μπουμπουλίνα – «οι μεν άνανδροι ντροπιάζονταν, οι δε γενναίοι υποχωρούσαν». Πράγματι, ακόμη και ο όσιος Παῒσιος ο αγιορείτης, όταν εν οράματι τού εμφανίστηκε η αγία στο Άγιον Όρος το 1987, θαύμασε πώς μία νεαρή κόρη άντεξε τόσο μεγάλα βασανιστήρια, και μάλιστα παρότρυνε και τους άλλους μάρτυρες, ως αρχηγός τους, να τα υπομείνουν και αυτοί.

Ο υμνογράφος μάλιστα προχωρεί ακόμη περισσότερο και μας υπενθυμίζει ότι η άθληση της αγίας ήταν τελικώς η «προίκα» της ενώπιον του Κυρίου Ιησού Χριστού. «Ανέδραμες, νοητούς προς θαλάμους ώσπερ προίκα, τω νυμφίω σου, Παρθένε, προσαγαγούσα την άθλησιν» (Έτρεξες προς τους νοητούς θαλάμους (της Βασιλείας του Θεού), φέροντας σαν προίκα στον νυμφίο σου Χριστό, Παρθένε, την άθλησή σου). Κι είναι τούτο μία υπενθύμιση, η οποία πρέπει ιδιαιτέρως να μας ελέγχει, διότι αποδυόμαστε στον κόσμο τούτο, είτε κατορθώνοντάς το είτε όχι, να μαζέψουμε υλικά αγαθά, να αποκτήσουμε χρήματα, να έχουμε πράγματα για να περνάμε, και για τη νεότητά μας και για τα γηρατειά μας. Κάνουμε δηλαδή την προίκα μας (σαν να είναι αυτή ο μοναδικός θησαυρός μας),  μεγάλη ή μικρή,  η οποία όμως τελικώς θα παραμείνει στον κόσμο τούτο, χωρίς κάτι από αυτήν να μας συνοδεύσει στα μετέπειτα. Εκείνο που πράγματι θα μας συνοδεύσει ως την αληθινή προίκα μας θα είναι οι αγώνες που κάναμε για να αποκτήσουμε τις αρετές, για να αποκτήσουμε με άλλα λόγια το Πνεύμα του Θεού, καρπός του Οποίου είναι οι αρετές. Χωρίς αυτό το Πνεύμα και το αποτέλεσμα της παρουσίας Του στη ζωή μας θα είμαστε γυμνοί και ντροπιασμένοι ενώπιον του Θεού μας, και ιδίως την ώρα της κρίσεως. Η αγία λοιπόν μας υπενθυμίζει αυτό που ο ίδιος ο Κύριος είπε: «Μη θησαυρίζετε θησαυρούς επί της γης…Θησαυρίζετε θησαυρούς εν ουρανώ, όπου κλέπται ου διορύσσουσι ουδέ κλέπτουσι».

Η προτεραιότητα αυτή στη ζωή του Χριστιανού, όπως το βλέπουμε στην αγία Ευφημία, όχι μόνο κάνει τον άνθρωπο να κερδίσει τελικώς τον Παράδεισο, αλλά τον κάνει και στον κόσμο αυτό  να είναι ευλογία για όλους τους ανθρώπους. Άλλωστε το ένα αποτελεί ποιητικό αίτιο του άλλου: αν δεν είσαι ευλογία για τους συνανθρώπους σου, Παράδεισο δεν βλέπεις. Ο εκκλησιαστικός ποιητής επισημαίνει και αυτήν τη διάσταση  με μία πολύ όμορφη εικόνα: «η διηνθισμένη ταις αρεταίς, και πεφωτισμένη τον λογισμόν, η μύρα προχέουσα εν ταις καρδίαις των πιστών» γράφει. Η αγία ήταν διανθισμένη με τις αρετές, είχε φωτισμένο (από το Πνεύμα του Θεού) λογισμό, ήταν αυτή που πρόσφερε στις καρδιές των πιστών μύρα. Δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα ο Χριστιανός να αποτελεί για τον κάθε συνάνθρωπό του άρωμα Χριστού. Να μας βλέπουν οι άλλοι και να μας «εισπράττουν» ως ευλογία δηλαδή στη ζωή τους. Διότι αυτό τελικώς είναι ο Χριστιανός: άρωμα, ευωδία Χριστού, όπως το λέει και ο απόστολος Παύλος. Χωρίς όμως φωτισμένο λογισμό από την πίστη του Χριστού και ενάρετη ζωή από την τήρηση των εντολών Του, τούτο δεν είναι κατορθωτό. Η αγία Ευφημία, νεαρή κόρη αλλά με μεγάλη καρδιά το πέτυχε.  

10 Σεπτεμβρίου 2025

Η… ΑΜΑΡΤΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΡΗΣ

Μπήκε στο εξομολογητάρι με μεγάλη συστολή, σχεδόν με φόβο. Νεαρό κορίτσι ήταν,  γύρω στα δεκατρία υπολόγισε ο ιερέας – δεκατεσσάρων έμαθε αργότερα, Β΄ Γυμνασίου πήγαινε -, που θέλησε να εξομολογηθεί τις αμαρτίες της, όχι γιατί την ανάγκασε κάποιος από την οικογένειά της, κάτι συνηθισμένο στην ηλικία αυτή που «σπρώχνονται» από τους  «εκκλησιαστικούς» γονείς ιδίως από τη μητέρα, αλλά γιατί αισθάνθηκε η ίδια ότι ήθελε να «καθαριστεί», όπως είπε, από το βάρος των ανομημάτων της. Ο παπάς την καλοδέχτηκε, της είπε να καθίσει δίπλα από το μικρό τραπέζι που βρισκόταν ο Εσταυρωμένος και που έκαιγε ένα καντήλι ενώπιόν Του, με τις γλυκές ακτίνες του να απαλαίνουν τον χώρο, ένιωσε αμέσως την αναταραχή που επικρατούσε στην ψυχή της μικρής κοπέλας και προσπάθησε πρώτα από όλα να την… ηρεμήσει.  

Τη ρώτησε πώς την λένε, «Μαρία» απάντησε, τι τάξη πηγαίνει, ποια εν γένει τα ενδιαφέροντά της, αν της αρέσει η μουσική, τι τελικά την έκανε να βρει τον δρόμο να έλθει να εξομολογηθεί. Εκεί που η Μαρία φάνηκε να αναθαρρεί και σήκωσε λίγο τα μάτια της ήταν όταν ο ιερέας της είπε ότι έχει κι αυτός εγγόνια και μάλιστα μία εγγόνα του έχει την ίδια ηλικία μ’ εκείνην. Ηρέμησε η Μαρία, γαλήνεψαν λίγο τα μάτια της, άρχισε δειλά στην αρχή, πιο θαρρετά αργότερα να εξομολογείται αυτά που θεωρούσε αμαρτήματα και παραστρατήματα στη σύντομη μέχρι τότε ζωή της. Απλά πράγματα, συνηθισμένα, που σε άλλη περίπτωση κάποιος ενδεχομένως και να… γελούσε, γιατί ήταν από εκείνα που δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην τα έχει κάνει και να μη συνεχίζει μάλιστα να τα κάνει. Σ’ ένα μικρό παιδί όμως, που έχει μπει στη δύσκολη φάση της εφηβείας, τα πράγματα… διαστέλλονται: και τα μικρά γίνονται συχνά μεγάλα, οι ενοχές δημιουργούν αναταραχές που τραντάζουν τη συνείδησή του˙ κάποιες φορές η γη χάνεται κάτω από τα πόδια του.

«Αυτά, Μαρία μου;» είπε κάποια στιγμή ο ιερέας, όταν είδε τη Μαρία να σταματάει.

«Αυτά, πάτερ!» ψιθύρισε με φωνή που ίσα ακουγόταν το κορίτσι.

Με ήρεμο τρόπο, με μεγάλη στοργή και σεβασμό προς την ατίμητη ψυχή του κοριτσιού ο ιερέας προσπάθησε να της δώσει με εύληπτο τρόπο το πλαίσιο της πνευματικής ζωής μέσα στο οποίο κινείται η Εκκλησία μας. Της εξήγησε ότι ο Χριστός μας, ο Θεός που έγινε από άπειρη αγάπη προς το πλάσμα Του άνθρωπος, ήλθε στον κόσμο για να σηκώσει τις αμαρτίες μας, να μας δώσει να κατανοήσουμε ότι μετά τον ερχομό Του δεν υπάρχουν πια αμαρτίες που δεν συγχωρούνται, ότι ήδη όλες οι αμαρτίες του κόσμου είναι σβησμένες και διαγραμμένες˙ το μόνο που απαιτείται είναι ο άνθρωπος να θελήσει τον Χριστό στη ζωή του, που θα πει να Τον πιστέψει και να αποφασίσει να περπατάει στον κόσμο αυτόν σαν κι Εκείνον!

«Στο χέρι μας είναι, Μαρία μου, να γίνουμε κι εμείς Χριστός» κατέληξε ο ιερέας. «Γιατί έχει «εγκατασταθεί» Εκείνος μέσα στην ύπαρξή μας, αφότου βαπτιστήκαμε, και το μόνο που χρειάζεται είναι να Τον αφήσουμε να δράσει εκεί».

Την είδε να χαμηλώνει τα μάτια της σαν κάτι να την πιέζει. «Υπάρχει κάτι ακόμη, Μαρία μου, που θέλεις να πεις; Βλέπω ότι κάτι σε στενοχωρεί. Κάτι σε βασανίζει. Μην αφήνεις την ευκαιρία τώρα που ήλθες να εξομολογηθείς. Άνοιξε την ψυχή σου στον Χριστό. Γιατί σ’ Εκείνον εξομολογείσαι, Μαρία μου. Εγώ απλώς είμαι μάρτυρας της δικής σου μετάνοιας, όπως ο Ίδιος μας υπέδειξε. Ο Χριστός όμως είναι ο Θεός μας, σ’ Εκείνον αμαρτάνουμε και σ’ Εκείνον μετανοούμε, Εκείνος είναι η Ζωή μας, χωρίς τον Οποίο δεν μπορούμε ούτε να αναπνεύσουμε».

Ακολούθησαν κάποιες στιγμές σιωπής. Η Μαρία μόνο ανάπνεε και μάλιστα λίγο… βαριά.

«Είναι και κάτι ακόμη, πάτερ!» ακούστηκε να λέει μετά από λίγο. Ο ιερέας δεν μίλησε. Της έδωσε χρόνο να ανοίξει μόνη της την καρδιά της. «Είναι… κάτι που με ταλαιπωρεί και γι’ αυτό δεν αισθάνομαι καλά!»

Πάλι δεν μίλησε ο ιερέας. Προσευχόταν ο Εσταυρωμένος Κύριος να δώσει δύναμη στο αγαπημένο Του παιδί να απελευθερωθεί. Και στο τέλος πράγματι η Μαρία το… τόλμησε! Είπε αυτό που την βάραινε έστω και ψελλίζοντάς το! Και κατάλαβε ο ιερέας όταν το άκουσε πόσο τα παιδιά επηρεάζονται από τους συμμαθητές τους, πόσο αλλοιωμένα πολλές φορές βλέπουν τα πράγματα, πόσο ο κόσμος μας έχει αναποδογυρίσει τις αξίες του, με αποτέλεσμα τα νέα παιδιά να υφίστανται τις συνέπειες! Γιατί η… βαριά αμαρτία της Μαρίας θα έπρεπε να είναι το καύχημά της, η νίκη της πάνω στον κοσμοκράτορα του αιώνος τούτου του απατεώνος.

«Πάτερ», εξομολογήθηκε με δυσκολία η Μαρία, «άλλες συμμαθήτριές μου έχουν σχέσεις με αγόρια… κι εγώ…δεν έχω!» Η έλλειψη σχέσεως της μικρής Μαρίας με τα αγόρια ήταν αυτό που της… βάραινε τη συνείδηση.

Ανάπνευσε ο ιερέας. Συγκινήθηκε. Κάποια δάκρυα βρήκαν δίοδο να κρυφτούν μέσα στα γένια Του. Τα κλεισμένα μάτια του Εσταυρωμένου φάνηκαν να ανοίγουν και να φωτίζουν τις ψυχές και των δύο.

 «Μαρία μου, αγαπητό μου παιδί» είπε σιγανά. «Αυτό δεν είναι αμαρτία. Αυτό είναι το μεγαλείο του Θεού στην ψυχή και στο σώμα σου. Θα έρθει η ώρα, όταν φτάσεις στην κατάλληλη ηλικία που θα γίνει και αυτό με την ευλογία του Θεού. Τώρα όμως διαφύλαξε την ψυχική σου καθαρότητα. Μη θελήσεις να μπεις στον χώρο αυτό των συμμαθητριών σου, που μπορεί και να μην υφίσταται κιόλας, γιατί συχνά τα παιδιά πλάθουν φανταστικές ιστορίες για να κάνουν εντύπωση. Ο Χριστός μας χαίρεται με αυτό που εσύ θεωρείς αμαρτία. Τον Χριστό πάντοτε να έχεις μπροστά στα μάτια σου και Αυτός να καθοδηγεί στις σκέψεις και τις αποφάσεις σου».

Της είπε και μερικά ακόμη που την παρηγόρησαν και την ενίσχυσαν, τέλος της διάβασε τη συγχωρητική ευχή και έστειλε στο καλό τη Μαρία, τη μικρή κοπέλα, που φάνηκε να «πετάει» από τη χαρά της. Απόμεινε ο παπάς να την κοιτάει να φεύγει, συλλογισμένος με ό,τι φαίνεται να περνούν τα νέα παιδιά. Έστρεψε και πάλι το βλέμμα του στον Εσταυρωμένο. « Κύριε ελέησέ μας, και κυρίως τη νεολαία Σου». Το ιλαρό φως του καντηλιού παρηγόρησε την καρδιά του. Γιατί ήταν το παντοδύναμο φως του Χριστού.

09 Σεπτεμβρίου 2025

ΜΙΑ ΠΕΡΙΕΡΓΗ… ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ!

 «Ζώη μου, πέρασε μέσα» είπε ο ιερέας καθώς αντίκρισε τον νέο άντρα να στέκει στη θύρα του γραφείου του ναού. «Τι κάνεις; Τι κάνει η οικογένεια; Το μικρούλι σου;» 

Ο Ζώης με σεβασμό φίλησε το χέρι του ιερέα και κάθισε στην καρέκλα που του υπέδειξε ο ιερέας. «Καλά είμαστε όλοι μας, δόξα τω Θεώ, πάτερ. Δηλαδή, σχεδόν καλά σε σχέση με την… υπόλοιπη οικογένεια!» - άφησε να αιωρηθεί κάποιο σκοτεινό σύννεφο. 

«Δηλαδή; Μήπως να πάμε στο εξομολογητάρι;» 

«Δεν νομίζω, πάτερ, αν και εσείς θα κρίνετε από αυτά που πολύ σύντομα θα σας πω. Έχετε μερικά λεπτά;» 

«Βεβαίως, Ζώη μου. Για σένα, όπως ξέρεις, η θύρα και ο χρόνος είναι πάντοτε… ανοικτά!» χαμογέλασε ανοιχτόκαρδα ο ιερέας.

Πράγματι, για τον ιερέα ο νεαρός άντρας, περίπου τριάντα ετών, ήταν υπόδειγμα νέου που αγωνίζεται στην πνευματική ζωή και υπόδειγμα, από ό,τι αποδείχτηκε, και οικογενειάρχη. Ο ίδιος τέλεσε το μυστήριο του γάμου του με τη σεμνή κοπέλα που του γνώρισε και… πέταξε από τη χαρά του που θα μπορούσε να ιερουργήσει το μυστήριο με ανθρώπους που έχουν πλήρη επίγνωση και συναίσθηση του τι κάνουν! Γιατί κατά τα άλλα, δυστυχώς στην πλειοψηφία, τα πράγματα κινούνταν περισσότερο σ’ ένα απλό κοινωνικό επίπεδο, που φανέρωνε ότι οι προσερχόμενοι σε γάμου κοινωνία ακύρωναν με τη στάση τους, με τα χαμόγελα μονίμως στην κάμερα που τους έπαιρνε, με το ενδιαφέρον στραμμένο πρώτιστα στον κοσμικό περίγυρο, την ιερότητα των διαδραματιζομένων. Παρόντες μεν σωματικά, μα εντελώς απόντες ψυχικά και πνευματικά! Ο Θεός να μας συγχωρήσει γι’ αυτό όλους μας, κληρικούς και λαϊκούς.

«Λοιπόν, πατέρα μου» είπε ο Ζώης – και φαινόταν να πιέζεται για να περιγράψει τη… σκοτεινιά του – «όπως σας είπα με τη γυναίκα μου πηγαίνουμε θα έλεγα θαυμάσια. Μας κουράζει λίγο η μικρούλα μας, αλλά αυτό είναι αναμενόμενο κι αρχίζουμε και να το χαιρόμαστε. Μετέχουμε μαζί της στο θαύμα της ζωής και κάθε μέρα μαζί της μας αποκαλύπτει και μία νέα πτυχή ενός εν εξελίξει ανθρώπου, που για εμάς που το πιστεύουμε έχει αιώνια προοπτική». 

«Με τη δουλειά σου, Ζώη, έχεις πρόβλημα; Στην εταιρεία που εργάζεσαι;» είπε με μεγάλο ενδιαφέρον ο παπάς.

 «Όχι, πάτερ. Κι εκεί με υπομονή προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε τον όποιο πειρασμό».

 «Τότε;» 

«Με την ευρύτερη οικογένεια, πάτερ. Μάλλον, με ένα μέλος της ευρύτερης οικογένειας, που ενώ το αγαπούμε πολύ εκείνο, και μάλλον εν αγνοία του, δημιουργεί τα προσκόμματα».

 «Να γίνεις λίγο περισσότερο σαφής;»

 «Βεβαίως. Όπως το ξέρετε, πήραμε, με δυσκολία είναι αλήθεια, ένα μικρό μεταχειρισμένο αυτοκίνητο που μας διευκολύνει ως οικογένεια αφάνταστα. Ειδικά στη δουλειά μου, εκεί που χρειαζόταν να πάρω τρεις συγκοινωνίες: δύο λεωφορεία και μετρό, βρίσκομαι σε είκοσι με εικοσιπέντε λεπτά. Μεγάλη ευλογία, μεγάλη ευλογία! Το πρόβλημα άρχισε τον τελευταίο καιρό που ένας συγγενής που ζει πολύ κοντά στο σπίτι μας μου το ζήτησε σε πρώτη φάση για να πάει σε μία επείγουσα εργασία του, όπως μου δήλωσε. Τον εξυπηρέτησα, μιας και δεν το χρειαζόμουν για το μικρό διάστημα που θα το είχε. Όταν γύρισε όμως, είδα πως σε δύο σημεία το είχε τρακάρει, σε κάποια σημεία δε ήταν γρατσουνισμένο. Στην ερώτησή μου τι έγινε, με δισταγμό είναι αλήθεια απάντησε πως κι εκείνος δεν γνωρίζει, γιατί το πάρκαρε κάπου και όταν γύρισε το βρήκε στη συγκεκριμένη κατάσταση».

«Ασφαλώς, θα είπε πως θα καλύψει τη ζημιά» συμπλήρωσε ο ιερέας. 

«Όχι, πάτερ, γιατί είναι νέο παιδί, δεν εργάζεται, κάποιες μικροδουλειές κάνει, οπότε ούτε καν έθεσε το θέμα». 

«Κι εσύ; Δεν του είπες τίποτε;»

 «Τον λυπήθηκα και είπα να το ξεπεράσω. Γιατί πράγματι μου είναι πολύ αγαπητός». 

«Και λοιπόν; Αυτό είναι το πρόβλημα;» 

«Όχι, πάτερ. Δυστυχώς μιας που έγινε η αρχή, ο εν λόγω είπε να συνεχίσει, αλλά με… διαφορετικό τρόπο αυτήν τη φορά!»

 «Δηλαδή;» κοίταξε απορημένος ο ιερέας.

 «Ξεκινώντας μία από τις τελευταίες ημέρες για την εργασία μου λίγο αργότερα από τη συνηθισμένη πρωινή ώρα – γιατί έχουμε κάποιες φορές μετακινούμενο ωράριο στην εταιρεία – πήγα να πάρω το αυτοκίνητο και δεν το βρήκα στη θέση του». 

«Τι εννοείς δεν το βρήκες στη θέση του;» μισόκλεισε τα μάτια ο ιερέας. «Στο έκλεψαν; Το είχες βάλεις σε θέση που δεν επιτρεπόταν και στο πήρε ο γερανός;»

 «Όχι, όχι, πάτερ. Τίποτε από αυτά. Ο ίδιος ο συγκεκριμένος συγγενής, εκμεταλλευόμενος προφανώς την απουσία μας για κάποια ψώνια που πήγαμε να κάνουμε με τη γυναίκα μου, άνοιξε το σπίτι μας – πίεσε την πεθερά μου που έχει δεύτερα κλειδιά να του ανοίξει – και ψάχνοντας όλο το σπίτι και όλα τα συρτάρια βρήκε τα κλειδιά του αυτοκινήτου, τα πήρε και πήγε σε κάποια δική του εργασία!»

Ο παπάς έμεινε εμβρόντητος. Ζώντας το πρόβλημα άρχισε όπως λέμε να… «φορτώνει». Κοκκίνισε λίγο και ξεροκατάπιε για να μπορέσει να μιλήσει. «Και τελικά τι έγινε;» 

«Τι να γίνει, πατέρα μου; Πήρα τη συγκοινωνία, όπως παλιά, καθυστέρησα μάλιστα, προσπάθησα όσο γινόταν να δικαιολογηθώ. Τέλος πάντων, το θέμα δεν είναι η δουλειά μου! Ήρθα να με συμβουλέψετε πώς πια να συμπεριφερθώ από δω και πέρα. Γιατί είναι αλήθεια με τη γυναίκα μου έχουμε πολύ θυμώσει και στενοχωρηθεί. Απαρχής βεβαίως έχουμε βάλει κάποια όρια στο σπιτικό μας για όλους όσοι είναι οι λεγόμενοι… τρίτοι, μα σκεφτόμαστε να γίνουμε πιο αυστηροί πάνω σ’ αυτό. Και μάλιστα στον συγκεκριμένο νεαρό συγγενή, ο οποίος από τη μια μας είναι ιδιαιτέρως συμπαθής, από την άλλη όμως δημιουργεί τα προβλήματα. Και να ξαναπώ, πάτερ, ότι αυτό που κάνει το κάνει χωρίς συναίσθηση. Γι’ αυτό θυμώνουμε αφενός, τον δικαιολογούμε αφετέρου». 

«Καθυστερημένος είναι, Ζώη μου;» θέλησε να διασκεδάσει λίγο την ταραχή του ο ιερέας. «Γιατί μόνο ένας καθυστερημένος δεν θα είχε επίγνωση των ενεργειών του αυτών». 

«Καθυστερημένος δεν είναι, πατέρα μου, το αντίθετο μάλιστα, αλλά μάλλον θεωρεί πως ό,τι είναι της ευρύτερης οικογένειας του ανήκει και αυτουνού… «δικαιωματικά»!»

«Ζώη μου, τα πράγματα δεν είναι τόσο τραγικά» είπε ο παπάς, αφού άφησε κάποιες στιγμές να περάσουν με σιωπή. «Τη λύση την έχετε βρει, άλλωστε ήμουνα βέβαιος γι’ αυτό, και δεν είναι άλλη ακριβώς από ό,τι σκεφτήκατε με την καλή γυναίκα σου. Βάλτε όρια. Πιο αυστηρά. Δείξτε ότι κανείς δεν μπορεί να υπεισέρχεται, όσο κοντινός κι αν είναι, στα ενδότερα της δικής σας οικογένειας. Εσείς είστε οι υπεύθυνοι. Ο συγκεκριμένος που δρα «ανεπίγνωστα» όπως είπες, θέλει λίγο απομόνωση. Αν δεν μπορείς να του μιλήσεις, γιατί τις περισσότερες φορές οι συνεξηγήσεις, καθώς έλεγε ο άγιος Παΐσιος, βοηθούν στην υπέρβαση των παρεξηγήσεων, δείξε με τη στάση σου ότι είσαι ενοχλημένος. Κρύψτε τα κλειδιά, μάλλον μην τα δίνετε σε κανέναν, έστω για κάποιο διάστημα. Θα είναι ένα μήνυμα προς όλους. Και εφόσον τα πράγματα τα βλέπετε, κι εσύ και η γυναίκα σου, πνευματικά, κάντε προσευχή ο Χριστός να σας δίνει υπομονή, αγάπη και ταπείνωση. Είναι από τους ανθρώπινους πειρασμούς, που σημειώνει ο απόστολος Παύλος. Και ο νεαρός αυτός μεγαλώνοντας θα καταλάβει τις… υπερβάσεις του. Μην αφήνετε όμως να διαιωνίζεται η κατάσταση, σαν να μη συμβαίνει τίποτε. Γιατί «πάλιν και πολλάκις» που λέμε και εκκλησιαστικά θα επαναληφθεί. Ο λαός μας το λέει με τον τρόπο του: «Δώσε θάρρος στον χωριάτη…»

«Ευχαριστώ, πάτερ» είπε ο Ζώης και σηκώθηκε. «Την ευχή σας και μη μας ξεχνάτε στις προσευχές σας. Τα σεβάσματα και από τη γυναίκα μου».

Ο ιερέας τον αγκάλιασε, τον ευλόγησε, τον αποχαιρέτισε. Κάθισε συλλογισμένος και προβληματισμένος έπειτα στο γραφείο του. «Πόσο προσεκτικοί πρέπει να είμαστε με τους άλλους» σιγοψιθύρισε. «Και πιο πολύ ίσως με τους δικούς μας. Μια στραβοτιμωνιά και έρχονται τα πάνω κάτω». 

Δεν πρόλαβε να συνεχίσει τις σκέψεις του. Η πόρτα κτύπησε και δειλά εμφανίστηκε μία κοπέλα που από το πρόσωπό της φαινόταν ταραγμένη. «Πάτερ, μήπως είστε εύκαιρος για εξομολόγηση;» «Έρχομαι αμέσως» είπε ο ιερέας και σηκώθηκε. «Χριστέ μου, φώτισέ με» ψιθύρισε. 

Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΘΕΟΠΑΤΟΡΩΝ, ΙΩΑΚΕΙΜ ΚΑΙ ΑΝΝΗΣ

«Τη σύναξη αυτών εορτάζουμε, λόγω της γεννήσεως της υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου. Και έγιναν αυτοί πρόξενοι της παγκόσμιας σωτηρίας, μέσω της  πάναγνης αγίας αυτών θυγατέρας, της Θεοτόκου. Την τελείωσή τους όμως από τον κόσμο αυτό γνωρίζει η εικοστή Πέμπτη του μηνός Ιουλίου».

Στον απόηχο των Γενεθλίων της Θεοτόκου η σημερινή εορτή της σύναξης των δικαίων Ιωακείμ και Άννης, κατά την προσφιλή συνήθεια της Εκκλησίας να τιμά μετά από ένα μεγάλο γεγονός τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν σ’ αυτό - ο Ιωακείμ και η Άννα τιμώνται ως οι γονείς της Θεοτόκου, ως εκείνοι δηλαδή που συνήργησαν, προκειμένου να έλθει στον κόσμο, βουλήματι Θεού, η προορισθείσα να γίνει Μητέρα Αυτού, κόρη τους Μαρία. Και βεβαίως, είναι φυσικό τέτοιος ευκλεής καρπός σαν την Παναγία να έχει γονείς όχι τυχαίους, οι οποίοι πράγματι χαρακτηρίζονταν  από έντονη θεοσέβεια και απόλυτη υπακοή στον νόμο του Θεού, γι’  αυτό και υπερέβαλαν όλους ως προς τη γονεϊκή τους ιδιότητα. «Ω, μακάρια δυάδα. Εσείς ξεπεράσατε όλους τους γονείς, γιατί βλαστήσατε αυτήν που υπερέχει από όλη τη δημιουργία», κατά πώς ψάλλει και η Εκκλησία μας.

Η Γέννηση της Θεοτόκου όμως  δεν ήλθε ανώδυνα. Οι γονείς της έζησαν πολλά χρόνια με το «στίγμα» της ατεκνίας, δεδομένου ότι την εποχή εκείνη κάθε Ιουδαϊκό ζεύγος που αδυνατούσε να κάνει παιδιά, θεωρείτο ότι είχε κατά κάποιο τρόπο την «κατάρα» του Θεού, αφού σίγουρα δεν θα προερχόταν από αυτό ο Μεσσίας που αναμενόταν. Με άλλα λόγια, κάθε ζεύγος Ιουδαίων δυνάμει ήταν και το Μεσσιανικό ζεύγος, συνεπώς το άτεκνο ζεύγος εξαιρείτο από  την ευλογία αυτή. Κι όμως, ο Θεός ανατρέπει τη λογική αυτή∙ μέσα από τη στείρωση της Άννας δημιουργεί τις συνθήκες της σπουδαιότερης ευτεκνίας στον κόσμο, για όλες τις εποχές, γεγονός που σηματοδοτεί την εκ θαύματος προέλευση της Παναγίας, σαν ένα είδος νέας δημιουργίας: όπως με τη βούληση του Θεού εκ του μηδενός δημιουργείται ο κόσμος, κατά παρόμοιο τρόπο, με τη βούληση του Θεού εκ της στειρώσεως δημιουργείται η Παναγία. Κι αυτό δίνει ώθηση στον υμνογράφο να «δει» και με άλλον τρόπο τη Γέννησή της: ως απαρχή αφενός στειρώσεως του ανθρώπου έναντι της αμαρτίας – ο άνθρωπος μπορεί να μην αμαρτάνει πια – και αφετέρου  διάλυσης της στειρώσεως της ανθρωπίνης  φύσεως – ο άνθρωπος μπορεί πια να καρποφορεί τις αρετές με τη χάρη του Θεού. Έτσι με τα Γενέθλια της Θεοτόκου βρισκόμαστε μπροστά σε γεγονότα που υπερβαίνουν τη φυσική τάξη και μας μυούν στο μυστήριο της θείας οικονομίας, του σχεδίου δηλαδή του Θεού προς σωτηρία του κόσμου. Η Εκκλησία μάς καθοδηγεί να «ψαύσουμε» εν ταπεινώσει, εν φόβω και τρόμω, τον «βηματισμό» του Θεού, καθώς έρχεται η ώρα εισόδου Του στη γη.

Τη συγκλονιστική αυτή αναγωγή που αγκαλιάζει όλη την πνευματική ιστορία της ανθρώπινης ύπαρξης, κάνει ο υμνογράφος με πολλές εικόνες και σχήματα, αλλά και με σαφή λόγο, όπως στο κοντάκιο της εορτής: «Ο Ιωακείμ και η ´Αννα, με την αγία γέννησή σου, άχραντε Θεοτόκε, ελευθερώθηκαν από την ντροπή της ατεκνίας, όπως και ο Αδάμ και η Εύα ελευθερώθηκαν από τη φθορά του θανάτου. Τη γέννησή Σου αυτήν εορτάζει και ο λαός σου, καθώς λυτρώθηκε από την ενοχή των πταισμάτων του με το να κραυγάζει σε σένα: η στείρα ´Αννα γεννάει τη Θεοτόκο και τροφό της ζωής μας». Η Γέννηση της Θεοτόκου δεν κινείται δηλαδή μόνο σ’  ένα συγκεκριμένο ιστορικό επίπεδο∙ της εποχής του Ιωακείμ και της Άννας, όπου το ζεύγος ελευθερώνεται από την ντροπή της ατεκνίας, αλλά ανάγεται και στην αρχή της ανθρωπότητας με ό,τι συνέβη με την πτώση του Αδάμ και της Εύας στην αμαρτία: ο θάνατος ως τίμημα της αμαρτίας υπερβαίνεται, γιατί γεννήθηκε εκείνη, που θα γεννούσε τον Λυτρωτή του ανθρώπου, ακριβώς από την αμαρτία και τον θάνατο. Κι ακόμη∙ η Γέννησή της δρα πια διαχρονικά σε όλους τους αιώνες. Με Αυτόν που γέννησε η Παναγία ο άνθρωπος σώθηκε από οποιαδήποτε ενοχή, αφού ο Υιός και Θεός της, διά της σταυρικής Του θυσίας, σήκωσε τις αμαρτίες όλου του κόσμου, όλων των εποχών.

Παρακολουθούμε τα γεγονότα, μαζεμένοι, σιωπηλοί, «ψαύοντας», όπως είπαμε, εν φόβω και τρόμω τα μυστήρια. Και πώς αλλιώς; Ένα ζευγάρι Ιουδαίων, χωρίς να κατανοεί το τι διαδραματίζεται στο βάθος, γίνεται το όργανο του Θεού για το μεγαλύτερο μυστήριο που μπορούσε ποτέ να υπάρξει: της φανέρωσης Εκείνου στον κόσμο ως ανθρώπου!