Η ιστοσελίδα μετακόμισε!

Ανακατευθύνεστε αυτόματα στη νέα διεύθυνση...

Πατήστε εδώ αν δεν ανακατευθυνθείτε αυτόματα

16 Ιουλίου 2021

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΑΘΗΝΟΓΕΝΗΣ

«Αυτός ο άγιος ήταν από τη Σεβάστεια, επί Διοκλητιανού βασιλέως. Συνελήφθη από τον ηγεμόνα Φιλόμαχο, μαζί με τους δέκα μαθητές του, κι αφού υπέμεινε μ’  αυτούς πολλά βασανιστήρια, «δέχεται την διά ξίφους τελευτήν». Λέγεται γι’ αυτόν, ότι πριν από τη σύλληψή του, πήγε στο Μοναστήρι του και δεν βρήκε τους μαθητές του, διότι είχαν συλληφθεί πιο μπροστά. Στο Μοναστήρι συνάντησε την ελαφίνα, πού την είχε αναθρέψει εκεί, την ευλόγησε και προσευχήθηκε να μην την  πιάσουν ποτέ οι κυνηγοί, ούτε αυτήν ούτε και τα ελαφάκια της, αλλά κάθε χρόνο από αυτά που θα γεννά, ένα μικρό της να το φέρνει στο Μοναστήρι, πράγμα που έγινε. Διότι φαινόταν, μετά την ανάγνωση των αγίων Ευαγγελίων, να εισέρχεται στην Εκκλησία η ελαφίνα, να αναθέτει στον άγιο το ελαφάκι και πάλι να εξέρχεται. Οι συγκεντρωμένοι χριστιανοί έτρωγαν με χαρά από την προσφορά αυτή της ελαφίνας, εις δόξαν και τιμήν του αγίου, κι ήταν τούτο ένα θαύμα μεγάλο γι’  αυτούς που το ’βλεπαν και το άκουγαν, είτε πιστούς είτε απίστους».

Δεν είναι πολύ γνωστός ο άγιος ιερομάρτυς Αθηνογένης στο ευρύ χριστιανικό κοινό, όμως τον μνημονεύουμε "έμμεσα" καθημερινά στον εσπερινό, διότι κατά μία παλαιά παράδοση είναι ο συνθέτης του επιλύχνιου λεγόμενου ύμνου (το "Φως ιλαρόν αγίας δόξης αθανάτου Πατρός" δηλαδή που αναφέρεται στον Κύριο Ιησού Χριστό), την ώρα που ο άγιος οδηγείτο στο μαρτύριο. 

Η ζωή του αγίου παρουσιάζει μία συγκινητική ιδιαιτερότητα. Πέραν του συνδέσμου που φαίνεται ότι ο άγιος είχε με τους μαθητές του, προκαλεί συγκίνηση και ο σύνδεσμός του με την ελαφίνα, η οποία συμπεριφέρεται, θα λέγαμε, ως γνήσιος υποτακτικός. Πρέπει να υπονοήσουμε ότι αυτό συμβαίνει, διότι ο άγιος διακατεχόταν από μεγάλη αγάπη και προς τους μαθητές του και προς τα ζώα. Μόνον ένας που ζει μία τέτοια αγάπη, μπορεί και θέτει το ενδιαφέρον του για τους άλλους υπεράνω και της ζωής του. Διότι τον κυνηγούσαν τον άγιο για την πίστη του κι εκείνος, αντί να φύγει και να κρυφτεί, νιώθει την ανάγκη να φροντίσει τους μαθητές του κι ακόμη και το ζώο που ανέθρεψε, την ελαφίνα.

Η στάση αυτή του αγίου,  στάση αγάπης που πηγάζει από την πίστη στον Χριστό – μόνον η πίστη αυτή δίνει δύναμη υπέρβασης και του ενστίκτου αυτοσυντήρησης – μάς οδηγεί σε δύο ασφαλή συμπεράσματα για τον άγιο και την ορθόδοξη πίστη:

(1) ερχόμενος ο άγιος στο Μοναστήρι του να φροντίσει για τους μαθητές του, παρ’  όλους τους κινδύνους που τελικώς δεν απέφυγε, διαπιστώνει ότι ήδη εκείνοι είχαν συλληφθεί για την πίστη  τους στον Χριστό, την οποία επιβεβαίωσαν και με το ιερό μαρτύριό τους. Έτσι μέσα από αυτό το στοιχείο - λεπτομέρεια ίσως από το συναξάρι του -  φανερώνεται όχι μόνον η αγιότητά του, αλλά και το πόσο καλός ηγούμενος υπήρξε όλα τα προηγούμενα χρόνια, πόσο δηλαδή καλά καθοδήγησε τα πνευματικά του τέκνα, ώστε και χωρίς την παρουσία του, εκείνα να είναι έτοιμα για το μαρτύριο. Ο άγιος καταλαβαίνουμε ότι λειτούργησε ως καλός «αλείπτης» για τους μαθητές του, ως δηλαδή καλός προπονητής στην πνευματική τους ζωή, κάτι που εντείνει ακόμη περισσότερο τη φωτεινότητα της προσωπικότητάς του∙

(2) τα τελευταία χρόνια τονίστηκε ευρύτερα, ιδίως μετά από τόσες καταστροφές απέναντι στη φύση, η ανάγκη σεβασμού αυτής και το γεγονός ότι πρέπει να τη φροντίζουμε και να τη διαφυλάσσουμε. Κι αυτό που ίσως βγήκε ως ανάγκη (και για ορισμένους έγινε μία ιδεολογία), για την Εκκλησία μας συνιστά ένα διαχρονικό χειροπιαστό γεγονός. Διότι η ορθόδοξη πίστη μας πάντοτε τόνιζε και τονίζει ότι «του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής, η οικουμένη και πάντες οι κατοικούντες εν αυτή», που σημαίνει ότι όχι μόνον οι άνθρωποι, αλλά και τα ζώα και τα φυτά ανήκουν στον Θεό και γι’  αυτό αφενός η ίδια η φύση έχει μία ιδιαίτερη ιερότητα - ψαύει κανείς τις πολυποίκιλες ενέργειες σ' αυτήν του Θεού - αφετέρου κανείς δεν μπορεί να την καταστρέφει ασύστολα και παράλογα, χωρίς να γίνεται θεομάχος. Ο χριστιανός καλείται ν’  αγαπά πρωτίστως τους ανθρώπους, τους κατ’  εικόνα και καθ’  ομοίωσιν Θεού δημιουργημένους, αλλά και όλη την υπόλοιπη Δημιουργία. Ο άγιος Αθηνογένης με την τρυφερότητά του προς την ελαφίνα αποτελεί ένα από τα πολλά δείγματα των αγίων, που ήσαν εντελώς συμφιλιωμένοι με τη φύση, μαζί με τον άγιο Γεράσιμο τον Ιορδανίτη (με το λιοντάρι), τον άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ (με την αρκούδα), τον όσιο Παΐσιο ακόμη τον αγιορείτη (με τα φίδια, τις αλεπούδες και πολλά ακόμη ζώα).

15 Ιουλίου 2021

«ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΜΑΣ ΝΑ ’ΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΟΛΑ Τ’ ΑΛΛΑ...»!

Ένα από τα φόβητρα της κάθε εποχής – ίσως το πιο μεγάλο; - είναι η αρρώστια. Ενώ θεωρείται δεδομένη η «επίσκεψή» της στη ζωή μας, κι όχι μόνο μια φορά, ενώ κατανοείται ως το αποτέλεσμα της φθοράς της αμαρτίας, όμως δυσανασχετούμε όταν καταφθάνει, μας προκαλεί ταραχή κι ίσως κάποιες φορές και πανικό. Το πρώτο που ακούγεται από τους περισσοτέρους μας ως ευχή, ευκαίρως ακαίρως, είναι «την υγειά μας να ’χουμε κι όλα τ’ άλλα…». Ο Χριστός ήλθε για να καταργήσει τη φθορά της αμαρτίας κι άρα και την αρρώστια, όμως η πλήρης κατάργησή της θα έλθει μετά τον ερχομό Του στη Δεύτερή Του Παρουσία. Μέχρι τότε υφίσταται και θα υπάρχει και μάλιστα με πνευματική αξιοποίησή της από τους πιστούς, θεωρούμενη ως μέσον προαγωγής στην πίστη και στην υπομονή τους. Είναι από τους πειρασμούς που δέχεται ο άνθρωπος στη ζωή του, και με την όραση της πίστης ο χριστιανός, ο προχωρημένος, ο άγιος, φθάνει κάποιες φορές και να… χαίρεται με την ύπαρξή της! «Πάσαν χαράν ηγήσασθε, αδελφοί μου, όταν πειρασμοίς περιπέσητε ποικίλοις» (άγιος Ιάκωβος). Κι αυτό γιατί «έπαρον τους πειρασμούς και ουδείς ο σωζόμενος» - οι πειρασμοί οδηγούν στην πνευματική τελείωση.  Ο απόστολος Παύλος πέρασε από ένα τέτοιο καμίνι πειρασμού αρρώστιας. Ήταν τέτοιος ο πόνος και η οδύνη του που ο μεγάλος αυτός απόστολος δεν άντεξε και στράφηκε στον Χριστό να τον θεραπεύσει. «Τρεις φορές» λέει παρεκάλεσα τον Κύριο να με απαλλάξει. Και ποια η απάντηση του Κυρίου; «Σου αρκεί η χάρη μου. Γιατί η δύναμή μου φτάνει στην τελείωσή της μέσα από τις ασθένειες». Σαν ν’ ανοίχτηκαν τα μάτια του δούλου του Θεού και κατανοεί και εξαγγέλλει: «Άρα θα καυχηθώ με ευχαρίστηση για τις αρρώστιες μου, προκειμένου να σκηνώσει  επιπλέον μέσα μου η χάρη του Θεού». Και βγάζει και το τελικό, παράδοξο και παράλογο για τον κοσμικό άνθρωπο, συμπέρασμα: «Όταν ασθενώ, τότε δυνατός ειμι».

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΚΗΥΡΥΚΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΤΤΑ

«῾Η ἁγία ᾽Ιουλίττα ἔζησε ἐπί τῆς βασιλείας τοῦ Διοκλητιανοῦ καί καταγόταν ἀπό τό ᾽Ικόνιο. Λόγω τοῦ διωγμοῦ κατά τῶν χριστιανῶν πού εἶχε ξεσπάσει ἐκεῖ, πῆγε στήν Σελεύκεια μαζί μέ τόν τριετή υἱό της ἀοίδιμο Κήρυκο. ᾽Επειδή ὅμως τά ἴδια ἐπικρατοῦσαν κι ἐκεῖ, ἦλθε στήν Ταρσό τῆς Κιλικίας, στήν ὁποία ὁ ἡγεμόνας ᾽Αλέξανδρος, ὠμός καί θηριώδης στούς τρόπους, τιμωροῦσε καί βασάνιζε ὅσους ἐπικαλοῦνταν τόν Χριστό. Συνελήφθη καί ἡ ᾽Ιουλίττα καί ἄρχισαν τά βασανιστήριά της. ᾽Απέσπασαν βίαια ἀπό τήν ἀγκαλιά της τό παιδί κι ὁ ἡγεμόνας προσπάθησε μέ γλυκόλογα νά τό τραβήξει κοντά του. Δέν μπόρεσε ὅμως, γιατί τό παιδί εἶχε στηλώσει τά μάτια πρός μόνη τήν μητέρα του, ἐνῶ ἐπικαλεῖτο μέ ψιθυριστή φωνή τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Στό τέλος, ὅπως ἦταν ἔδωσε μία κλωτσιά στήν κοιλιά τοῦ ἡγεμόνα, μέ ἀποτέλεσμα νά ὀργισθεῖ αὐτός καί νά τό ρίξει κάτω ἀπό τά σκαλάκια τοῦ βήματος πού καθόταν. ᾽Από τήν πρόσκρουση στά σκαλάκια συντρίφτηκε τό κρανίο του κι ἄφησε ἐκεῖ τήν μακάρια ψυχή του. ῾Η δέ ἁγία ᾽Ιουλίττα, ἀφοῦ ὑπέστη πολλά βασανιστήρια χωρίς νά πειστεῖ νά ἀρνηθεῖ τόν Χριστό, ἀποτμήθηκε τήν κεφαλή της κι ἔλαβε τό στεφάνι τῆς ἀθλήσεως». 

Εἶναι λογικό ὁ ᾽Ιωσήφ ὁ ὑμνογράφος νά ἐπικεντρώνει τήν προσοχή του σέ δύο κυρίως σημεῖα ἀπό τό μαρτύριο τῶν ἁγίων Κηρύκου καί ᾽Ιουλίττης: πρῶτον στήν νηπιακή ἡλικία τοῦ Κηρύκου, δεύτερον στό ψυχικό μαρτύριο πού ὑπέστη ἡ ᾽Ιουλίττα, πέρα ἀπό τό σωματικό ἔπειτα, βλέποντας μπροστά στά μάτια της τόν θάνατο τοῦ υἱοῦ της. Πλεῖστα ὅσα τροπάρια πράγματι ἀναφέρονται στόν μικρό  Κήρυκο, τόν ὁποῖο ὅμως προβάλλει ὁ ὑμνογράφος νήπιο μέν στήν ἡλικία, πολιό ὅμως καί μέ τέλειο φρόνημα κατά τήν ψυχή. Πρόκειται ἀσφαλῶς γιά παραδοξότητα, κυριολεκτικά γιά θαῦμα, τό ὁποῖο ἐπισημαίνει ὁ ᾽Ιωσήφ. «᾽Εμπρός, δεῖτε ὅλοι παράξενο καί παράδοξο θέαμα: Ποιός ἔχει δεῖ τριετές νήπιο νά ντροπιάζει τύραννο; Πρόκειται γιά θαῦμα!» (Δοξαστικό στιχηρῶν ἑσπερινοῦ). «Μέ σῶμα νηπίου ἀλλά μέ τελειότατο φρόνημα, μάρτυς, νίκησες τόν ἀρχέκακο διάβολο» (ὠδή δ´). «῾Υπῆρξες, κατά πολύ θαυμαστό τρόπο, ἀθλοφόρε Κήρυκε, ἀτελής κατά τό σῶμα, τέλειος ὅμως στήν φρόνηση» (ἐξαποστειλάριο ὄρθρου).

Κι αἰτία γιά τήν παραδοξότητα αὐτή δέν ἦταν μία ἰδιοτροπία τῆς φύσεως, ἀλλά ἡ ἴδια ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. ῾Ο Κήρυκος ἀπό τά σπάργανα ἀκόμη ἦταν γεμάτος ἀπό τήν χάρη τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτή ἡ χάρη τόν ἔκανε νά ἔχει φρόνημα μεγάλου καί σεβασμίου ἀνθρώπου. «Σύ πού ἤσουν γεμάτος ἀπό τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, ἤδη ἀπό τά σπάργανά σου, καί εἶχες φρόνημα μεγάλου καί σεβαστοῦ ἀνθρώπου» (αἶνοι). Θυμίζει ἔτσι ἡ περίπτωση τοῦ Κηρύκου τήν πρώτη ἀπό ὅλους τούς ἁγίους, τήν ῾Υπεραγία Θεοτόκο, ἡ ὁποία κατεξοχήν αὐτή ἤδη ἐκ κοιλίας μητρός ἦταν γεμάτη ἀπό Πνεῦμα Θεοῦ, ἐνῶ τριετίζουσα, καθώς εἰσῆλθε στά ῞Αγια τῶν ῾Αγίων τοῦ Ναοῦ, ὑπῆρξε «νηπιάζουσα σαρκί καί τελείᾳ τῇ ψυχῇ». «Ἡ τριετίζουσα τῷ σώματι καί πολυετής ἐν τῷ πνεύματι» κατά τήν ἀντίστοιχη φράση τῆς ἑορτῆς τῶν Εἰσοδίων της. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι «ὅπου βούλεται Θεός νικᾶται φύσεως τάξις». Αὐτό δηλαδή πού ἡ λογική μας ἀρνεῖται νά παραδεχτεῖ, γίνεται ἀποδεκτό καί ῾λογικό᾽, ὅταν ληφθεῖ ὑπόψιν ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ. Μέ τόν ἅγιο Κήρυκο λοιπόν βρισκόμαστε ἐξαρχῆς σέ ὑπέρ φύσιν καί χαρισματικές καταστάσεις, οἱ ὁποῖες ἐξέβαλαν καί στό ὑπέρ φύσιν μαρτύριό του ὑπέρ τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ.

Κι εἶναι πολύ θεολογική ἡ ἀποτίμηση τήν ὁποία κάνει ἐν προκειμένω ὁ ἅγιος ποιητής: τό νήπιο Κήρυκος λόγω τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ εἶχε φρόνημα τελείου καί πολιοῦ ἀνθρώπου. ῾Ο ὥριμος κατά τήν ἡλικία τύραννος, ὁ ἔξυπνος καί δυνατός κατά κόσμον, ἀποδείχτηκε ἐντελῶς ῾νηπιόφρων᾽, λόγω ἀκριβῶς τῆς ὑποταγῆς του στόν Πονηρό. ῾Η νίκη λοιπόν ἦταν δεδομένη: νίκησε τό νήπιο καί ντροπιάστηκε ὁ ὥριμος καί μεγάλος καί δυνατός. «Τόν σάν νήπιο τύραννο ντρόπιασες μέ ἀνδρεία ψυχῆς, καθώς ἤσουν μέ τέλειο φρόνημα ἀλλά μέ ἀτελές σῶμα, μάρτυς Κήρυκε»  (στιχηρό ἑσπερινοῦ). Κι εἶναι ἡ παραπάνω ἀλήθεια κάτι πού ἐπιβεβαιώνεται διαρκῶς καί διαχρονικῶς: ὅπου ὑπάρχουν ἄνθρωποι, ἔστω μικροί στήν ἡλικία, ἔστω ἀδύνατοι ἐξωτερικά, ἀλλά μέ φρόνημα γενναῖο λόγω τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ βλέπουμε κυριολεκτικῶς θαύματα: νά ἀντιμετωπίζουν μεγάλους καί τρανούς, νά ἀντιμετωπίζουν καταστάσεις πού φαντάζουν θεόρατες, κι ὅμως νά νικοῦν. ῾Η ψυχή τελικῶς εἶναι αὐτή πού παίζει τόν πρῶτο ρόλο στόν κόσμο τοῦτο τόν ἀπατεώνα. Γι᾽ αὐτό καί δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὅσοι θέλουν νά ὑποτάξουν τούς ἀνθρώπους, ὁ διάβολος πρῶτα καί τά ὄργανά του, τήν ψυχή μας πρῶτα θέλουν νά κάμψουν. Τόν φόβο νά ἐνσπείρουν. Νά ῾μικρύνουν᾽ τό φρόνημα μας. Γιατί ἔτσι ἡ πλήρης ὑποταγή ἔπειτα εἶναι εὔκολη.

᾽Αλλ᾽ ὁ ἅγιος ᾽Ιωσήφ, εἴπαμε, προχωρεῖ καί στήν ρίζα τοῦ εὐκλεοῦς φυτοῦ, «τό ἀμπέλι πού ἀνεβλάστησε ἀπό τά σπλάχνα της τόν  βότρυ Κήρυκο» (στιχηρό ἑσπερινοῦ, ὠδή δ´), τήν μητέρα ἀγία ᾽Ιουλίττα. Καί θαυμάζει καί ἀπορεῖ βεβαίως γιά τό ἀνδρικό φρόνημα πού βρέθηκε σέ γυναικεία φύση, ἀλλά πολλαπλασίως θαυμάζει γιά τό πῶς ἄντεξε ἡ μάνα τό διπλό τελικά μαρτύριο: νά βλέπει πρῶτα τό σπλάχνο της νά ὑφίσταται τό μαρτύριο, νά ἀκολουθεῖ στήν συνέχεια ἡ ἴδια μέ δύναμη καί γενναιότητα. ῾Επόμενο λοιπόν νά ῾βλέπει᾽ καί τό διπλό στεφάνι πού τῆς δίνει καί ὁ Κύριος. «᾽Αντιμετώπισες τά κτυπήματα καί ὑπέμεινες τά ποικίλα βασανιστήρια μέ ἀνδρικό τρόπο, ἀξιοθαύμαστη. Βλέποντας δέ τήν τελείωση τοῦ υἱοῦ σου πέρασες διπλό τό μαρτύριο, ᾽Ιουλίττα. Γι᾽ αὐτό σοῦ δίνει καί διπλούς τούς στεφάνους ὁ ἀθλοθέτης Κύριος» (στιχηρό ἑσπερινοῦ).

Εὐλόγως λοιπόν ὁ ὑμνογράφος ἐπιλέγει: «Μέ τίς παρακλήσεις αὐτῶν, Κύριε, σῶσε κι ἐμᾶς πού σεβόμαστε τήν ἱερά τους μνήμη» (ὠδή θ´).

14 Ιουλίου 2021

Η ΚΟΥΡΑΣΗ ΤΟΥ… ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ!

Κουρασμένοι κάποιοι εν Χριστώ αδελφοί από τον… πνευματικό τους αγώνα, θεωρούν ότι είναι αναγκαίο και απαραίτητο να κάνουν κάποιες φορές μία στάση: να δυσανασχετήσουν κάποια φορά με το «σκληρό» θέλημα του Θεού, να κατακρίνουν λίγο τον συνάνθρωπό τους που τους αδίκησε, να καυχηθούν έστω για μια επιτυχία τους. Ξέρουν ότι αυτό που κάνουν δεν είναι το σωστό, όμως δικαιολογούν τον εαυτό τους με τη σκέψη ότι είναι μια... ανάπαυλα! Κι είναι πασιφανές ότι η αντίληψη αυτή πάσχει πολλαπλώς, κυρίως για δύο λόγους: Πρώτον, θεωρούν ότι το θέλημα του Θεού κουράζει τον άνθρωπο – αγνοώντας προφανώς ότι η κούραση δεν οφείλεται στο θέλημα Εκείνου που αποτελεί την ξεκούραση και την ανάπαυσή μας: «Ελάτε σε Μένα για να σας ξεκουράσω», φωνάζει ο Κύριος, αλλά στα ριζωμένα μέσα στην ψυχή και το σώμα μας πάθη μας· δεύτερον, δεν καταλαβαίνουν ότι… στάση κι ανάπαυλα στον πνευματικό αγώνα δεν υφίσταται. Την ώρα που πας να σταματήσεις, εκείνην την ώρα ήδη έχεις πάρει τον δρόμο της κατρακύλας, που θα πει στη χριστιανική ζωή ή ανεβαίνεις ή κατεβαίνεις. Ο Κύριος ήταν απολύτως σαφής: «Ὁ μή ὤν μετ’ ἐμοῦ κατ’ ἐμοῦ ἐστι», είπε, «καί ὁ μή συνάγων μετ’ ἐμοῦ σκορπίζει». Ή μαζί με τον Χριστό λοιπόν, συνεπώς σε μία αδιάκοπη προς τα πρόσω πορεία, «ἀφορῶντες εἰς Ἐκεῖνον», ή με τα νώτα μας στραμμένα προς Αυτόν, συνεπώς μπλεγμένοι πια στα δίχτυα του Πονηρού...

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΚΥΛΑΣ

«Ο άγιος Ακύλας εγκωμιάζεται ιδιαιτέρως από τον ευαγγελιστή Λουκά, στο δεύτερο βιβλίο του, των Πράξεων των Αποστόλων. Διότι υπήρξε μαθητής και ξεναγός του αποστόλου των Εθνών, του ιερού Παύλου, και μυήθηκε στα της πίστεως του Χριστού από εκείνον. Γι’  αυτό και απέπτυσε την πλάνη τη δαιμονική, έγινε ιερέας και μάρτυρας των Παθών του Κυρίου, και έλαβε από τον Κύριο το στεφάνι της σωτηρίας».

Η ακολουθία της ημέρας τονίζει με έμφαση το φωτοειδές της καρδιάς του αγίου Ακύλα. Έγινε όλος «δοχείον του Πνεύματος, καταστραπτόμενος ταις αυτού φωταυγίαις». Κι εκείνος που κατεξοχήν συνήργησε σ’ αυτό, ήταν ο απόστολος Παύλος, διότι με τα λόγια εκείνου καταυγάσθηκε η ψυχή του από το φως της θεογνωσίας κι έγινε σαν τον ήλιο. ΄Εμπλεως λοιπόν αγίου Πνεύματος, σαν φωτεινή ακτίνα φώτισε στη συνέχεια και αυτός «την σύμπασαν κτίσιν».

Η λήψη του αγίου Πνεύματος από τον άγιο Ακύλα – όπως συμβαίνει άλλωστε και με όλους τους αγίους – δεν υπήρξε χωρίς προϋποθέσεις και χωρίς προσωπική μετοχή. Είναι βασικό στοιχείο της χριστιανικής πίστεως ότι βεβαίως ο Θεός προσφέρει το Πνεύμα Του στον άνθρωπο, και μάλιστα αφειδώλευτα – «ουκ εκ μέτρου δίδωσιν ο Θεός το Πνεύμα» - αλλ’  όταν και ο άνθρωπος θελήσει  να συνεργήσει στην προσφορά αυτή. Η συνέργεια του ανθρώπου φανερώνεται από τη θετική κλίση της καρδιάς του προς την προσφερομένη αγάπη του Δημιουργού, δηλαδή από την ένταξή του στο χώρο της Εκκλησίας και από τον πνευματικό αγώνα που αναλαμβάνει. Ο πνευματικός αγώνας συνίσταται στην προσπάθεια πια του ανθρώπου, με τη χάρη του Θεού, να διακρατείται πάνω στις εντολές του Κυρίου, στο νόμο του Κυρίου. Διότι δεν υπάρχει τίποτε ανώτερο από τον νόμο αυτό, αφού ο Ίδιος ο Κύριος βεβαίωσε ότι αποκαλύπτεται στην καρδιά του ανθρώπου, κυρίως μέσα από αυτόν. Συνεπώς, ο άνθρωπος γίνεται πνευματικός, μένει μέσα στο Πνεύμα του Θεού, στο βαθμό που τηρεί στη ζωή του ό,τι ο Κύριος έχει δώσει ως νόμο Του.

Ο προσανατολισμός και η εγκατοίκηση πια του πιστού στις εντολές του Χριστού είναι ευνόητο ότι κάνουν τον πιστό να αποκτά ένα είδος παντοδυναμίας. Όπως το βεβαίωσε ο απόστολος Παύλος για τον εαυτό του, «πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ», έτσι και ο πιστός: ζώντας τον Χριστό μέσω των εντολών Του γεύεται αισθητά, στην ψυχή και στο σώμα, τη δύναμη Εκείνου. Κι αυτή είναι η απάντηση της Εκκλησίας και σε όλα αυτά που συνιστούν τα λεγόμενα ψυχολογικά προβλήματα. Πέραν των περιπτώσεων εκείνων, που ο άνθρωπος πράγματι χρήζει ανθρώπινης ψυχολογικής και ψυχιατρικής παρακολούθησης, λόγω υπερβολικά ευαίσθητου ψυχισμού, τα περισσότερα ψυχικού τύπου προβλήματα είναι απόρροια χαλαρής πνευματικής ζωής. Κι αυτό σημαίνει ότι, όταν ο άνθρωπος θωρακιστεί κι οχυρωθεί με τις εντολές του Χριστού, δηλαδή όταν οι σκέψεις και οι επιθυμίες και τα συναισθήματά του βρίσκονται εν τω Θεώ, τότε πράγματι θα δει να απεμπλέκεται από ό,τι αρνητικό έρχεται να του αμαυρώσει τη ζωή. Την πνευματική αυτή πραγματικότητα μάς την προβάλλει και η υμνολογία του αγίου Ακύλα σήμερα, που μεταξύ των άλλων, στο υπόψιν θέμα, σημειώνει: «Νόμοις Χριστού οχυρωθείς την διάνοιαν, το των ανόμων φρύαγμα όλον κατέβαλες…». Οχυρώθηκες κατά τη διάνοια με τους νόμους του Χριστού, και νίκησες όλους τους επαναστατημένους ανόμους…

13 Ιουλίου 2021

ΠΟΥ ΝΑ ΨΑΞΩ ΝΑ ΒΡΩ ΤΟΝ ΘΕΟ;

Υπάρχει μια απορία συχνά στον καλοπροαίρετο χριστιανό, όταν ακούει κι όταν κλωθογυρίζει στο μυαλό του την κεντρική εντολή που ο Θεός έχει δώσει στον άνθρωπο, δηλαδή να Τον αγαπήσει «εξ όλης της ψυχής, εξ όλης της καρδίας, εξ όλης της διανοίας, εξ όλης της ισχύος». Πού να στραφώ για να βρω Αυτόν τον Θεό, που να στρέψω το βλέμμα μου για να Τον συναντήσω; Κι υπάρχουν φορές που στρέφεται ο πιστός σε κάτι θολό και κενό, σε κάτι μετέωρο – δεν ξέρει πού να ακουμπήσει κυριολεκτικά την καρδιά και τον λογισμό του. Αλλά ο Κύριος και οι άγιοί μας είναι σαφείς: Ο Κύριος βρίσκεται πρώτα από όλα στο πρόσωπο του κάθε συνανθρώπου μας: «εφόσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου εμοί εποιήσατε», βρίσκεται στην ίδια την ύπαρξη τη δική μας: στο σώμα και την ψυχή μας «άτινά εστι του Θεού», βρίσκεται σε κάθε τι που υφίσταται στον κόσμο, είτε ζώο είτε φυτό είτε πέτρα, πράγματι σε όλο το σύμπαν: «τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καί τό πλήρωμα αὐτῆς», συνεπώς μέσα σε κάθε λόγο Του και άγια εντολή Του: «τηρήστε τον λόγο μου και θα σας φανερωθώ». Κατά τρόπο αυτονόητο βεβαίως όχι ως ουσία αλλά ως ενέργεια – την ουσία του Θεού δεν την αγγίζει κανείς πέραν της Τριαδικής Θεότητας. Ο Θεός δηλαδή ψηλαφάται μέσα στα δημιουργήματά Του, τα οποία επειδή ακριβώς είναι δικά Του ελκύουν την αγάπη του καλοπροαίρετου πιστού. Οπότε αγαπάμε Κύριο τον Θεό μας, όταν Τον αναγνωρίζουμε στα πάντα  της δημιουργίας Του και η καρδιά μας στρέφεται μέσω αυτών σ’ Εκείνον που είναι «το άκρον των εφετών». Αυτό το «κυνηγητό» του Χριστού και Θεού μας σε ό,τι τελικά αποτελεί παρουσία Του, («εις οσμήν μύρου σου έδραμον, Χριστέ»), είναι κι αυτό που κάνει τον άνθρωπο να ζει εκστατικά την ύπαρξή του, που θα πει να ζει με τον τρόπο που τον φέρνει μπρος στην αληθινή πραγματικότητα του εαυτού του: να νιώθει μέλος Χριστού και αλλήλων.

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΤΕΦΑΝΟΣ Ο ΣΑΒΒΑΪΤΗΣ

«Ανεψιός του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού ο Στέφανος, γεννήθηκε στη Δαμασκό το 725 μ.Χ. Τον πατέρα του τον έλεγαν Θεόδωρο Μονσούρ και ήταν αδελφός του αγίου Ιωάννη. Σε ηλικία 10 ετών, ο Στέφανος εισήχθη από τον θείο του στη Λαύρα του αγίου Σάββα, όπου για 15 χρόνια εκπαιδεύτηκε πολύ καλά στη μοναχική ζωή. Μετά τον θάνατο του θείου του, αποσύρθηκε στην έρημο για να εντρυφήσει ακόμη περισσότερο στη μελέτη του λόγου του Θεού. Εκεί ασχολήθηκε και με την ποίηση, στην οποία διακρίθηκε, και αναδείχθηκε ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της Εκκλησίας μας. Ο Στέφανος ό,τι δημιουργούσε με το ταλέντο που του έδωσε ο Θεός, το αφιέρωνε στη δόξα του Θεού και όχι στον θαυμασμό των ανθρώπων. Διότι τον ενέπνεαν τα λόγια της Αγίας Γραφής που λένε: «Παν ό,τι αν ποιήτε, εν λόγω ή εν έργω, πάντα εν ονόματι του Κυρίου Ιησού, ευχαριστούντες τω Θεώ και Πατρί δι’ αυτού» (Κολ. 3, 17). Ο Στέφανος, αφού κόσμησε την Εκκλησία με τα ποιήματά του, πέθανε ειρηνικά το 794 μ.Χ. (κατά άλλους το 807 μ.Χ.). Η μνήμη του οσίου Στεφάνου επαναλαμβάνεται και στις 28 Οκτωβρίου. Για ποιον λόγο υπάρχει διπλή μνημόνευση του οσίου Στεφάνου, δεν γνωρίζουμε. Ίσως σήμερα να εορτάζουμε την ανακομιδή των λειψάνων του οσίου και στις 28 Οκτωβρίου την κυρίως μνήμη του».

Ο ποιητής της ακολουθίας του οσίου Στεφάνου χρησιμοποιεί κατά κόρον το λογοτεχνικό σχήμα της παρήχησης, εν σχέσει με το όνομα του οσίου – σχήμα λίαν προσφιλές στους περισσοτέρους υμνογράφους της Εκκλησίας μας – όχι βεβαίως για να τέρψει απλώς τα ώτα των ακουόντων, αλλά να εγκωμιάσει, και με το κάλλος του λόγου, τον όσιο και να νουθετήσει τους πιστούς με την προβολή του αγιασμένου βίου του. Διότι στην Εκκλησία μας εκείνο που προέχει είναι πάντοτε η παιδαγωγία και η καθοδήγηση των πιστών και όχι η αισθητική απόλαυση. Ποτέ δηλαδή στην Εκκλησία δεν έγινε αποδεκτό το αξίωμα «η τέχνη για την τέχνη», αλλά η τέχνη στην υπηρεσία της σωτηρίας του ανθρώπου, με άλλα λόγια έχουμε ένα είδος «στρατευμένης» τέχνης, για να χρησιμοποιήσουμε λόγο που ακούγεται συχνά στις ημέρες μας.

Όμως μολονότι το προέχον είναι η παιδαγωγία, δεν υποβαθμίζεται και το κάλλος, η εξωτερική ομορφιά. Κι εκείνος που διατύπωσε μία θεωρία, θα λέγαμε, επ’  αυτού, ήταν ο Μέγας Βασίλειος, με τη «θεωρία του κάλλους», όπως ονομάστηκε, κατά την οποία η ουσία είναι η αλήθεια, αλλά θα πρέπει να προσεχθεί και η προσφορά αυτής, να προσφέρεται δηλαδή με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Όπως συμβαίνει και μ’  ένα δέντρο: ενδιαφέρουν βεβαίως οι καρποί, αλλά και το φύλλωμα δίνει την ολοκληρία. Έτσι λοιπόν ακούμε: «Σύ, Στέφανε, μοναζόντων εγένου στεφάνωμα», «αμάραντον, ο Δεσπότης Παμμάκαρ σοι στέφανον, ως δίκαιος έπλεξε της αρετής», «ως καλός, ως ωραίος ο στέφανος, ω νυν εστεφάνωσαι, πάνσοφε Στέφανε» κ.ά.π.

Ποιο το ουσιώδες που προβάλλει ο υμνογράφος από τον βίο του αγίου Στεφάνου; Ιδιαιτέρως μας καθοδηγεί ένα στιχηρό του οσίου από τον εσπερινό της εορτής: «Πάτερ θεοφόρε Στέφανε, οχύρωσες τον νου σου λαμπρότατα με τη θεία φρόνηση, τα συναισθήματά σου με την ανδρεία, τις επιθυμίες σου με τη σωφροσύνη και κατεύθυνες όλη τη δύναμη της ψυχής σου με στοχασμό μεγάλο προς τη δικαιοσύνη. Γι’ αυτό και έφτιαξες για τον εαυτό σου τερπνότατο άρμα των αρετών, στο οποίο ανέβηκες και με χαρά ανήλθες προς ύψος, ένδοξε».

Συμπυκνωμένα, ο υμνογράφος μάς περιγράφει την πνευματική πορεία του οσίου: έζησε τη ζωή του Θεού (δικαιοσύνη) – το σκοπό της πνευματικής ζωής – ασκώντας έλεγχο στις δυνάμεις της ψυχής του: στο νου και το λογιστικό με τη θεία φρόνηση, στα συναισθήματα (θυμοειδές) με το ανδρικό φρόνημα, στις επιθυμίες (βουλητικό) με τη σωφροσύνη. Ο υμνογράφος είναι καλός γνώστης της Πατερικής και Νηπτικής γραμματείας. Ακολουθεί αυτό που οι Πατέρες προτείνουν για τη θωράκιση του τριμερούς της ψυχής, που ναι μεν έχει πλατωνική προέλευση, αλλά έγινε αποδεκτό από αυτούς, δίνοντάς του χριστιανικό περιεχόμενο. Δηλαδή: κανείς δεν μπορεί να είναι με τον Θεό, να ζει δηλαδή τη δικαιοσύνη Του,  αν δεν στρέψει όλες τις δυνάμεις του σ’  Εκείνον και δεν βάλει στο κάθε επιμέρους τμήμα της ψυχής την αντίστοιχη αρετή: τη φρόνηση, την ανδρεία, τη σωφροσύνη.