Οι (χριστιανοί) σύζυγοι θα πρέπει ιδιαιτέρως να πιστέψουν ότι η ίδια η σχέση τους συνιστά την προτεραιότητά τους – το κατά Χριστόν ζεύγος άλλωστε εικονίζει τον Χριστό με την Εκκλησία. Συνήθως γίνεται το σφάλμα να δίνεται η προτεραιότητα στα παιδιά. Κι ορισμένοι μάλιστα σύζυγοι φτάνουν στο σημείο – ή μήπως την κατάντια; - να διατηρούν τη συζυγική σχέση τους μόνο μέσω των παιδιών τους. Κι όμως το πρώτο στον γάμο, η πρώτη σκοποθεσία του, είναι η αλληλοβοήθεια των συζύγων, η σχέση μεταξύ τους, ώστε να προχωρούν με επίγνωση στον τεθειμένο από τον Θεό σκοπό του ανθρώπου, τη θέωση ως ζωντανή σχέση με τον Δημιουργό τους. Τα παιδιά είναι παιδιά του Θεού, για τα οποία συνεργούν οι γονείς προκειμένου να έρθουν στον κόσμο. Και θα έρθει η στιγμή που τα παιδιά θα φύγουν από την αγκαλιά των γονιών τους, όπως το ορίζει και το θέλημα του Θεού: «ἕνεκεν τούτου καταλήψει ἄνθρωπος τόν πατέρα αὐτοῦ καί τήν μητέρα...». Η συζυγία όμως διατηρείται μόνιμα – το διαζύγιο αποτελεί τραύμα στον σύνδεσμο αυτού που έχει γίνει «ένα» («οὐκέτι εἰσί δύο, ἀλλά μία σάρξ» λέει ο Κύριος). Οι σύζυγοι θα μείνουν και πάλι μόνοι στο τέλος. Γι’ αυτό και τα μάτια του καθενός συζύγου πρέπει να βρίσκονται διαρκώς πάνω στον άλλον, αυτό που λένε για τους ερωτευμένους ότι «δεν έχει μάτια για άλλον», κατά τον λόγο του αποστόλου «ὁ ἔγγαμος μεριμνᾷ τά τοῦ κόσμου πῶς ἀρέσει τῇ γυναικί», «ἡ ἔγγαμος μεριμνᾷ τά τοῦ κόσμου πῶς ἀρέσει τῷ ἀνδρί» (Α΄Κορ. 7,34) – θέλει «μέριμναν» και αγώνα η διατήρηση της ενότητας. Κι εννοείται βεβαίως ότι η αρέσκεια αυτή του ενός για τον άλλον δεν εξαντλείται μόνο στο πλαίσιο της ψυχικής διάθεσης, αλλά ακόμη και της εξωτερικής εμφάνισης. Που θα πει: σύζυγος κακοντυμένος, βρώμικος, ατημέλητος κινείται έξω από τα όρια της συζυγίας, και ασφαλώς έξω και από αυτό που ζητά ο ίδιος ο λόγος του Θεού! Μη ξεχνάμε ότι ο μέγας πατήρ της Εκκλησίας, ο ασκητικότατος και φιλανθρωπότατος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, έφτανε στο σημείο να λέει ότι ο σύζυγος για παράδειγμα, όπως εννοείται και το αντίστροφο, πρέπει να γίνεται ποιητής βλέποντας το αγαπημένο πρόσωπο της συντρόφου του. Να υπάρχει τέτοια έμπνευση εξαιτίας της ώστε «να προτιμά μόνον αυτήν από οτιδήποτε στον κόσμο. Και τα παιδιά τους ακόμη - να της λέει - ότι τα αγαπά για χάρη της!»
23 Αυγούστου 2021
Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΛΟΥΓΔΟΥΝΩΝ
«Ο άγιος Ειρηναίος
έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα της Ρώμης Μάρκου Αντωνίνου, τον δεύτερο μ. Χ.
αιώνα, και υπήρξε αρχαίος Πατέρας της Εκκλησίας, διάδοχος των μακαρίων
Αποστόλων, ενώ χρημάτισε και επίσκοπος Λουγδούνων της Γαλλίας (της σημερινής
Λυών). Άφησε στην Εκκλησία πολλά βιβλία, τα οποία εξηγούσαν, ερμήνευαν και
υπεράσπιζαν τη χριστιανική πίστη, τα οποία χρησιμοποίησαν πολύ για παρόμοιο
σκοπό και οι μεταγενέστεροι Πατέρες και εκκλησιαστικοί συγγραφείς. Ο άγιος
ανέλαβε τα καθήκοντα του επισκόπου της εκκλησίας των Λουγδούνων, μετά τον
Ποθεινό, ο οποίος και μαρτύρησε για την πίστη του Χριστού. Με τη διδασκαλία του
ο Ειρηναίος και με τις παραινέσεις του, μετέστρεψε στην πίστη του Χριστού από
την ειδωλολατρία πολλούς ανθρώπους, πολλοί από τους οποίους έγιναν
μάρτυρες του Χριστού, όπως και ο ίδιος τελικώς στεφανώθηκε με το στεφάνι του
μαρτυρίου, με το ξίφος των διωκτών της πίστεως».
Η απόδοση της εορτής
της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, που η Εκκλησία μας άγει σήμερα, αφενός τονίζει και
πάλι τη σπουδαιότητα του προσώπου της Παναγίας μας, αφετέρου σχετίζει Αυτήν με
τον μεγάλο Πατέρα της Εκκλησίας, τον οποίο επίσης εορτάζουμε, τον άγιο
ιερομάρτυρα Ειρηναίο Λουγδούνων ή Λυών. Και τούτο, διότι ο άγιος Ειρηναίος,
συνεχιστής της θεολογίας του αγίου Ιγνατίου του θεοφόρου (ο άγιος Ιγνάτιος
ανοίγει τον δεύτερο μ.Χ. αιώνα, ο άγιος Ειρηναίος κλείνει τον αιώνα αυτόν),
προβάλλει, μέσα στο πλαίσιο της θεολογίας αυτής, την Υπεραγία Θεοτόκο, ως
αναπόσπαστο παράγοντα της σωτηρίας του ανθρώπου. Εννοούμε ότι η Παναγία μας,
κατά τον άγιο, δεν έχει τη θέση του εξαίρετου μέλους στην Εκκλησία, από πλευράς
μόνον παραδειγματικής – να Της μοιάσουμε απλώς λόγω της αγιότητάς Της – αλλά
και από πλευράς σωτηριώδους. Η υπακοή Της στον λόγο του Θεού, προκειμένου να
έλθει στον κόσμο ως άνθρωπος ο Υιός του Θεού, αντιπαραβάλλεται με την ανυπακοή
της πρώτης Εύας, που σημαίνει ότι όπως με εκείνη ο άνθρωπος ξέπεσε από τη σχέση
του με τον Θεό, έτσι και με την Παναγία, ως δεύτερη Εύα, ο άνθρωπος βοηθήθηκε
στην επανένταξή του σ’ Εκείνον. Ειρηναίος και Παναγία λοιπόν
σχετίζονται ουσιαστικά και όχι μόνον γιατί συμπίπτει η απόδοση της Κοιμήσεώς
Της με την εορτή του αγίου.
Ο άγιος Ειρηναίος όμως
είναι από εκείνους τους αποστολικούς Πατέρες που η επικαιρότητά τους σήμερα
είναι εκπληκτική. Για δύο λόγους. Πρώτον, διότι τόνισε σε βαθμό
απόλυτο αυτό που αληθινά έφερε ο Χριστός και κήρυξαν οι απόστολοι, δηλαδή ότι ο
άνθρωπος σώζεται μόνον εν Χριστώ, κάτι που πήγε στην εποχή του να αλλοιωθεί με
την κυριαρχία της αίρεσης του γνωστικισμού (ο οποίος κήρυσσε άλλον Θεό του καλού
και άλλον του κακού και Δημιουργού, άρα δαιμονοποιούσε τον κόσμο και την ύλη,
συνεπώς και το σώμα του ανθρώπου, και αρνιόταν και την Παλαιά Διαθήκη, ως το
πρώτο θεόπνευστο μέρος της Αγίας Γραφής), αλλά και με τη συνέχειά του και
σήμερα, μέσω υπολειμμάτων του – είναι γνωστό ότι όλα εκείνα τα συστήματα της
εποχής μας, θεοσοφικά, φιλοσοφικά, μυστικιστικά, που μιλούν για γνώση και
εύρεση του εαυτού με μύηση και στοχασμό και άσκηση, συνδέονται με αυτήν την
ανατολική αίρεση των πρώτων χριστιανικών χρόνων, που κατεδίκασε η Εκκλησία μας.
Δεύτερον, διότι εξίσου τόνισε ότι αυτή η εν Χριστώ σωτηρία δεν μπορεί να
υπάρξει πουθενά αλλού, πέρα από την Εκκλησία. Ο άγιος Ειρηναίος ήταν
εκείνος που περίτρανα έδειξε ότι έξω από την Εκκλησία που συνιστά το ζωντανό
σώμα του Χριστού, δεν μπορεί κανείς να έχει μετοχή στον Χριστό, άρα δεν μπορεί
και να σωθεί. Και καταλαβαίνουμε το πόσο επίκαιρη είναι η διδασκαλία του,
διδασκαλία όλης της Εκκλησίας, όταν και πάλι ακούγονται φωνές, δυστυχώς και από
«χριστιανούς», που πιστεύουν ότι μπορούν να «κρατούν» τον Χριστό, διαγράφοντας
όμως την Εκκλησία. Απαρχής λοιπόν η Εκκλησία, δια στόματος πρώτον των
αποστόλων, κι έπειτα των Πατέρων, σαν τον άγιο Ειρηναίο, έχει δώσει την
απάντηση: Χριστός και Εκκλησία πάνε μαζί, όπως μαζί θεωρούνται η κεφαλή με το
σώμα. Τυχόν διάσπασή τους σημαίνει εκτρωματική και «τερατική» κατάσταση.
Ο άγιος Ειρηναίος ήταν εκείνος που τονίζοντας τα παραπάνω δεν ιδεολογοποίησε την Εκκλησία. Δεν μίλησε γι’ αυτήν ως κάτι θεωρητικό, άρα και η σχέση του χριστιανού με τον Χριστό δεν μπορεί να είναι θεωρητική. Ο άγιος, στοιχώντας στην Παράδοση, όπως είπαμε, των αποστόλων, ζώντας και αναπνέοντας ιδιαιτέρως τη ζωή και το ήθος του αγίου Ιγνατίου και του αγίου Πολυκάρπου, μίλησε για την πραγματική και ουσιαστική εν χάριτι μετοχή του ανθρώπου στον Χριστό. Ο άνθρωπος με άλλα λόγια έχει τον Χριστό, όταν μετέχει στη ζωή Του. Όπως η θέα του φωτός είναι μετοχή στο φως, έτσι και η πίστη στον Χριστό είναι μετοχή σ’ Εκείνον. Ο άγιος Ειρηναίος μάς ανοίγει τα μάτια σήμερα για τα καλά: ο Χριστός είναι ο Σωτήρας μας, τον Χριστό Τον ζούμε στην Εκκλησία, με τον Χριστό ενωνόμαστε πραγματικά και αληθινά.
22 Αυγούστου 2021
Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΑΓΑΘΟΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ
«Ο
μάρτυς του Χριστού Αγαθόνικος έζησε κατά τους χρόνους του Μαξιμιανού. Συνελήφθη
από κάποιον κόμη, που ονομαζόταν Ευτόλμιος. Αυτός απεστάλη από τη Νικομήδεια
στην Ποντιακή χώρα από τον βασιλιά, για να εξολοθρεύσει τους χριστιανούς. Στην
πορεία του με πλοίο, κατέλαβε το Εμπόριον, που λεγόταν και Κάρπη. Εκεί βρήκε
τον άγιο Ζωτικό μαζί με τους μαθητές του να ομολογούν τον Χριστό,
γι’ αυτό και τους κατεδίκασε σε σταυρικό θάνατο. Έπειτα αφού
επέστρεψε στη Νικομήδεια και έμαθε ότι ο καλούμενος Πρίγκιψ πίστεψε στον Χριστό
από κάποιον Αγαθόνικο, που απομάκρυνε τους Έλληνες από τα είδωλα και τους
οδηγούσε στη χριστιανική πίστη, έστειλε και συνέλαβε και τους δύο. Και τον μεν
άγιο Αγαθόνικο τον κτυπά με σφοδρότητα, τον δε Πρίγκιπα μαζί με άλλους δέσμιους
χριστιανούς, μαζί και με τον Αγαθόνικο, τους οδηγεί στη Θράκη, όπου βρισκόταν ο
βασιλιάς, με σκοπό να κάνει ο βασιλιάς την εξέτασή τους. Καθώς ήλθε και
σ’ ένα χωριό, που ονομαζόταν Ποταμός, σκότωσε τον άγιο Ζήνωνα και
τον Θεοπρέπιο και τον Ακίνδυνο, οι οποίοι λόγω των προηγηθέντων βασανιστηρίων,
αδυνατούσαν να βαδίζουν. Όταν έφτασε κοντά στη Χαλκηδόνα, σκοτώνει τον άγιο
Σεβηριανό, που κήρυττε τον Χριστό με παρρησία. Στο Βυζάντιο, παρουσιάζουν
ενώπιόν του τον άγιο Αγαθόνικο, μαζί με τους υπόλοιπους συναιχμαλώτους και τον
Πρίγκιπα, και αφού τους έβγαλαν έξω από την πόλη, τους κτυπάνε με σφοδρότητα,
ενώ στη συνέχεια τους οδήγησαν στη Σηλυμβρία, σ’ ένα τόπο που
λεγόταν Άμμους, όπου ζούσε ο Μαξιμιανός, κι εκεί έκοψαν την κεφαλή του αγίου
Αγαθονίκου και του Πρίγκιπα και των άλλων χριστιανών, όσους ο κόμης έφερε από
τη Νικομήδεια, και έτσι κατακοσμήθηκαν όλοι με το στεφάνι του μαρτυρίου».
Ιδιαίτερη θλίψη
καταλαμβάνει την ψυχή καθενός ανθρώπου, που δεν έχει χάσει εντελώς την ανθρωπιά
του, όταν διαβάζει τα συναξάρια των πρώτων, και όχι μόνο, χριστιανικών αιώνων,
σαν το σημερινό, και βλέπει την ευκολία με την οποία οι διώκτες των χριστιανών
εξολόθρευαν, και μάλιστα με σκληρά βασανιστήρια, τους χριστιανούς. Η
ανθρώπινη ζωή για τους διώκτες δεν είχε προφανώς καμία αξία, θα έλεγε μάλιστα
κανείς ότι χαίρονταν αυτό το οποίο έκαναν. Και ναι μεν για τους χριστιανούς
μάρτυρες το μαρτύριο ήταν η δόξα τους, διότι μετείχαν έτσι στο μαρτύριο του
Πρώτου μάρτυρα Κυρίου Ιησού Χριστού, συνεπώς έμπαιναν θριαμβευτικά στη Βασιλεία
του Θεού – γι’ αυτό άλλωστε και τη μνήμη τους την εορτάζουμε τότε
που μαρτύρησαν - δεν παύει όμως η ψυχή μας να πονά και να κλαίει για την
κατάντια των διωκτών και βασανιστών των μαρτύρων, διότι με τις ενέργειές τους
αυτές απεκάλυπταν το έρεβος της ψυχής τους, το μίσος που τους διακατείχε, την
επήρεια του Πονηρού πάνω σ’ αυτούς.
Το τραγικό βεβαίως
είναι ότι παρόμοιες ενέργειες μίσους κατά των ανθρώπων επισημαίνουμε σε όλη τη
διαδρομή της ανθρώπινης ιστορίας, ακόμη δε και στην «πολιτισμένη» και
«προηγμένη» εποχή μας. Θέλουμε να πούμε ότι δεν είναι μόνον οι χριστιανοί, οι
οποίοι δέχτηκαν τη μήνη των διωκτών τους, λόγω της πίστεώς τους στον Χριστό.
Πλήθος ανθρώπων, που είχαν μία άλφα φιλοσοφία ή θρησκεία, ή και μία πολιτική
ιδεολογία, διαφορετική από άλλους, υπέστησαν τα πάνδεινα από αυτούς, διότι
ακριβώς ήθελαν να μείνουν σταθεροί στα δικά τους πιστεύω. Και η θλίψη είναι η
ίδια και γι’ αυτούς, γιατί, είπαμε, βλέπει κανείς την κατάντια των
ανθρώπων, που όταν χάσουν τη ζωντανή σχέση τους με τον Θεό, χάνουν και την
όποια ανθρωπιά τους: δεν υφίσταται πια κανένα ίχνος αγάπης, συνεπώς ο καθένας
γίνεται για τον άλλο ένας «λύκος».
«Χωρίς Θεό, όλα
επιτρέπονται» είχε επισημάνει πολύ εύστοχα ο μεγάλος Ρώσος λογοτέχνης Ντοστογιέφσκι,
και πράγματι: Τι είναι εκείνο που μπορεί να συγκρατήσει κάποιον
χωρίς Θεό, έστω και «καλό» άνθρωπο, από το να βλάψει τον συνάνθρωπό του,
δοθείσης της ευκαιρίας, όταν έχει υποστεί ένα κακό από εκείνον; Και μπορεί ίσως
να μην προβεί σε κάποια εχθρική ενέργεια εναντίον του, μπορεί όμως να σκεφτεί
εχθρικά μέσα στη σκέψη και την καρδιά του γι’ αυτόν. Η εχθρότητα της
ψυχής προς κάποιον άλλον δεν συνιστά κι αυτή κακή «ενέργεια», απλώς άλλου
τύπου; Το ζητούμενο λοιπόν είναι πώς θα μπορέσει ο άνθρωπος να βρίσκεται
πάντοτε εν αγάπη, έστω και απέναντι στον εχθρό του, κι αυτό μπορεί να
επιτευχθεί μόνο με τη χάρη του Θεού, ιδίως με τη δύναμη που παρέχει η προσευχή
στον Θεό και τα μυστήρια της Εκκλησίας. Εν Χριστώ, με άλλα λόγια, ο άνθρωπος
φτάνει στο υπέρ φύσιν και χαρισματικό σημείο αγάπης και προς τον εχθρό.
Ο άγιος Αγαθόνικος σήμερα μας προκαλεί σ’ αυτήν την διπλή επισήμανση: πρώτον, ο άνθρωπος ο χωρίς Θεό γίνεται χειρότερος και από τα πιο αιμοβόρα θηρία, που σημαίνει ότι μπροστά στην παρουσία ιδίως αγίων ανθρώπων ο άνθρωπος αυτός κυριολεκτικά δαιμονίζεται: προκαλείται να φανερώσει το τι κατοχή δαιμονίων έχει υπάρξει μέσα του και πόσο επικίνδυνος επομένως είναι για τον κόσμο. Δεύτερον, το πιο σημαντικό: ο άνθρωπος του Θεού, με τη δύναμη του Χριστού, ζει τον σταυρό Εκείνου και πεθαίνει με ακακία, χωρίς να φωνάζει, χωρίς να ερίζει, προσευχόμενος υπέρ των διωκτών και των εχθρών του. Ποιο μεγαλύτερο μεγαλείο ανθρώπου μπορεί να υπάρξει από αυτό; Νομίζουμε ότι σπουδαιότερη «απόδειξη» της αλήθειας της χριστιανικής πίστεως από αυτήν δεν μπορεί να υπάρξει: η ίδια η ζωή επιβεβαιώνει την παρουσία της ενέργειας του Θεού ως αγάπης στον άνθρωπο. Την αγάπη αυτή ως συμμετοχή στο Πάθος του Χριστού, συνεπώς ως αγάπη και προς τους εχθρούς, βλέπουμε ότι ζούσε και ο άγιος Αγαθόνικος. Όπως το επισημαίνει μεταξύ άλλων και ο υμνογράφος του: «Ιχνηλατών το πάθος του Χριστού, του βλύσαντος πάσι την απάθειαν πιστοίς, υπέμεινας ονειδισμούς και θλίψεις, Μάρτυς, και θάνατον άδικον, ξίφει την σήν κεφαλήν, αποτμηθείς εν χαρά». Ακολουθώντας τα ίχνη του πάθους του Χριστού, από τον Οποίο ανέβλυσε για όλους τους πιστούς η απάθεια, υπέμεινες και σύ, Μάρτυς, με χαρά ονειδισμούς και θλίψεις και άδικο θάνατο, καθώς σου κόψανε με ξίφος το κεφάλι. Ταις αυτού πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς.
21 Αυγούστου 2021
ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
«Βλέπων δε (ο Πέτρος) τον άνεμον ισχυρόν εφοβήθη, και αρξάμενος
καταποντίζεσθαι έκραξε λέγων: Κύριε, σώσον με» (Ματθ. 14, 30)
Ένα
εξαιρετικά θαυμαστό γεγονός μάς περιγράφει το σημερινό ευαγγελικό
ανάγνωσμα, το οποίο κάνει τους μαθητές του Κυρίου να μείνουν έκθαμβοι για μία
ακόμη φορά μπροστά στη θεϊκή ενέργεια του Διδασκάλου τους. Ο Κύριος έχει
διαλύσει τα πλήθη που Τον ακολουθούσαν, έχει στείλει τους μαθητές Του με
πλοιάριο, παρ᾽ όλη τη θαλασσοταραχή, στην απέναντι όχθη από εκεί που
βρίσκονταν, έχει αποσυρθεί σε πολύωρη προσευχή στο όρος, και ξαφνικά
εμφανίζεται ξημερώματα στους
ταλαιπωρημένους από την ταραγμένη θάλασσα μαθητές Του, περπατώντας πάνω στα
κύματα. Η αντίδραση των μαθητών ήταν εντελώς φυσική: τρόμαξαν και αμφισβήτησαν
την πραγματική παρουσία Του. Κι ο Πέτρος, προκειμένου να πειστεί ότι όντως
είναι ο Κύριος, ζητά από Αυτόν να έρθει κοντά Του, με τον ίδιο θαυμαστό τρόπο
που και Εκείνος βρισκόταν εκεί: να περπατήσει δηλαδή πάνω στα κύματα, κάτι που
γίνεται. Μα στην πορεία ο Πέτρος κλονίζεται και αρχίζει να καταποντίζεται. Στον
πανικό του κραυγάζει προς τον Κύριο να τον σώσει, κι ο Κύριος βεβαίως
ανταποκρίνεται αμέσως, ελέγχοντας όμως τον μαθητή του για την ολιγοπιστία του.
1. Ο Πέτρος βιώνει διπλή αντιθετική εμπειρία. Τη μία στιγμή μετέχει
στο θάμβος του θαύματος: να περπατά πάνω στα κύματα∙ αμέσως μετά βιώνει την
αγωνία του θανάτου: καταποντίζεται μέσα σ᾽ αυτά. Ζει κάτι που θα το ζήσει και
αργότερα, όταν τη μία στιγμή θα ομολογεί με φωτισμό του Θεού ότι ο Χριστός
είναι ο Υιός του Θεού του ζώντος («σύ εἶ ὁ
Χριστός, ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος»), και την άλλη στιγμή θα δέχεται τον
αυστηρότατο έλεγχο του Ίδιου ότι αποτελεί σκάνδαλο για Εκείνον, διότι «φρονεῖ τά τῶν ἀνθρώπων καί οὐ τά τοῦ Θεοῦ».
Αιτία για την εναλλαγή αυτή είναι η αστάθεια της πίστεώς του πρός τον Χριστό - δεν είχε έλθει ακόμη η
Πεντηκοστή, ώστε με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος να παγιωθεί αυτός και οι
άλλοι μαθητές στη χαρισματική κατάσταση της αληθινής χριστιανικής πίστεως.
2. Τι ήταν εκείνο που
προκάλεσε τη μετάπτωσή του από την πίστη στην ολιγοπιστία; Κι όταν μάλιστα είχε
βιώσει μαζί με τους άλλους μαθητές και άλλοτε την παντοδυναμία του «κοιμωμένου»
Κυρίου στη θάλασσα της Γαλιλαίας με το «σιώπα, πεφίμωσο» που απεύθυνε Εκείνος
στη φουρτουνιασμένη θάλασσα, οπότε και «εγένετο γαλήνη μεγάλη». Η ευαγγελική
διήγηση με πολλή ενάργεια μας δίνει την απάντηση: ο Πέτρος, όσο ήταν στραμμένος
προς τον Χριστό, όσο ατένιζε Εκείνον που
τον καλούσε, μπορούσε και περπατούσε σαν σε ξηρά: σταθερά και με αυτοπεποίθηση.
Μόλις όμως η προσοχή του μετατοπίζεται από τον Χριστό στην ταραγμένη από τον
ισχυρό άνεμο θάλασσα, συνειδητοποιεί τη μη λογική κατάσταση και η όποια πίστη
του κλονίζεται και χάνεται. Ο καταποντισμός του λοιπόν είναι γεγονός. Έτσι
διαπιστώνει κανείς πολύ καθαρά ότι η προσήλωση στον Χριστό, η ενατένιση του
προσώπου Του, όταν είναι ανταπόκριση στην κλήση Του, συνιστά το γεγονός της
πίστεως, το οποίο οδηγεί στην υπέρβαση των όποιων προβλημάτων του ανθρώπου, κι
ακόμη: στην υπέρβαση των λογικών στηριγμάτων της εμπειρίας του, η οποία
(εμπειρία) αρνείται, όπως στο υπόψη γεγονός, την αποδοχή του ύδατος ως ξηράς.
Με άλλα λόγια, όταν ο άνθρωπος καταλαμβάνεται από το πρόσωπο του Χριστού, όταν
Τον κάνει κέντρο της ύπαρξής του, εκεί βιώνει καταστάσεις πάνω από το
θεωρούμενο φυσιολογικό. «Πιστεύεις ὅτι
δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι;», είναι η ερώτηση την οποία θέτει ο Κύριος, κάθε
φορά που πρόκειται να επιτελέσει ένα θαυμαστό γεγονός.
Από την άλλη, όταν ο
άνθρωπος χάσει την επαφή αυτή με τον Χριστό, όταν καταληφθεί από άλλα στοιχεία,
απειλητικά για την ύπαρξή του, σαν τον Πέτρο με τα τεράστια κύματα, μοιάζει να ῾παγώνει᾽
από τον φόβο του και να βιώνει, όπως είπαμε, την αγωνία του θανάτου. ‘Ισως
μπορεί κανείς να θυμηθεί εν προκειμένω το περιστατικό από την Παλαιά Διαθήκη με
τη γυναίκα του Λωτ που ῾πέτρωσε᾽ κι έγινε ῾στήλη άλατος᾽: κι η γυναίκα αυτή
χάνει την επαφή της με τον Θεό, διότι δείχνει ανυπακοή στο θέλημά Του, και η
προσοχή της, στην περίπτωση εκείνη από περιέργεια, στρέφεται προς τη μαινόμενη
φύση: τη βροχή από θειάφι. Και ῾πετρώνει᾽. Καταποντίζεται.
3. Η περίπτωση του
Πέτρου λειτουργεί ως παράδειγμα: ξέρουμε πια οι πιστοί ότι κάθε φορά που
αντιμετωπίζουμε πρόβλημα στη ζωή μας – και ποιος είναι εκείνος που θα
ισχυριστεί ότι δεν έχει προβλήματα, προερχόμενα είτε από το περιβάλλον του είτε
από τον εαυτό του με τα πάθη του είτε από τον ίδιο τον διάβολο; - η λύση είναι
όχι η εμμονή μας στο πρόβλημα, αλλά η εν πίστει στροφή μας προς τον Χριστό. Το «Κύριε, σῶσόν με» ή αλλιώς «Κύριε, ᾽Ιησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» πρέπει
να αποτελεί την αδιάκοπη κραυγή μας, τη συνεχή προσευχή μας. Το θέμα δηλαδή
είναι να μη χάνουμε την επαφή μας με Εκείνον. Όταν ο λόγος του Θεού και οι
άγιοί μας στη συνέχεια μιλούν για την «κόλλησιν»
που πρέπει να έχει ο άνθρωπος στον Θεό, και μάλιστα στο πρόσωπο του Χριστού – «ἐκολλήθη ἡ ψυχή μου ὀπίσω σου, ἐμοῦ δέ ἀντελάβετο
ἡ δεξιά Σου» σημειώνει ο ψαλμωδός
για παράδειγμα - δεν κάνουν τίποτε άλλο
από το να μιλούν για τη σωτηρία που ο άνθρωπος ζει με τον τρόπο αυτό. Η «κόλλησις» αυτή είναι ακριβώς η αδιάκοπη,
όπως είπαμε, ενατένιση του προσώπου του Χριστού. ῾Τι κάνεις εδώ;᾽ ρώτησε μια φορά ένας ιερέας κάποιον γέροντα, που
καθημερινά ερχόταν στον ναό και καθόταν ώρες απέναντι στην εικόνα του Χριστού
στο τέμπλο. ῾Τον βλέπω και με βλέπει, κι αυτό μου φτάνει᾽ απάντησε δακρυσμένος
ο γέροντας.
Να βλέπω τον Χριστό που με βλέπει πάντοτε με το πλήρες αγάπης βλέμμα Του, αυτό συνιστά τη σωτηρία μας. Να θυμόμαστε όμως εξίσου ότι κατεξοχήν τον Κύριον Τον ῾βλέπουμε᾽, όταν είμαστε προσηλωμένοι και προσκολλημένοι στίς άγιες έντολές Του. Ο Ίδιος βεβαίωσε ότι εκεί βρίσκεται κρυμμένος και δι᾽ αυτών φανερώνεται μέσα στις καρδιές των ανθρώπων. Είναι μία πραγματικότητα, η οποία μας προκαλεί να ῾πειραματιστούμε᾽ πάνω της προκειμένου να την επιβεβαιώσουμε.
ΠΩΣ ΛΕΓΕΤΑΙ ΣΩΣΤΑ ΤΟ «ΚΥΡΙΕ ΕΛΕΗΣΟΝ»
Το «Κύριε ἐλέησον», είτε στη συγκεκομμένη
εκδοχή είτε στην πιο ανεπτυγμένη της ως «Κύριε
Ἰησοῦ Χριστέ, ελέησόν με τόν ἁμαρτωλόν»,
είναι η πιο γνωστή, συχνά επαναλαμβανόμενη προσευχή της Εκκλησίας μας,
μεμονωμένα ή μαζί με τους άλλους αδελφούς πιστούς. Κι αυτό γιατί συνιστά, όπως
είναι γνωστό, μία σύντομη ομολογία της πίστεώς μας, ένα μικρό «Πιστεύω» θα
έλεγε κανείς, που θα πει ότι μόνον ο βαπτισμένος και χρισμένος χριστιανός ως
μέλος Χριστού και της Εκκλησίας μπορεί να την εκφέρει, αφού απαιτεί τη δύναμη
και τη χάρη του Θεού, η οποία ανοίγει τα μάτια του ανθρώπου για να βλέπει τον
Χριστό όχι μόνον ως άνθρωπο, αλλά και Θεό. Όπως το λέει ο απόστολος Παύλος
«κανείς δεν μπορεί να ομολογήσει τον Ιησού ως Κύριο και Θεό, παρά μόνο με τη
δύναμη του αγίου Πνεύματος».
Κι ανάλογα βέβαια με τη
διάθεση υπακοής στο θέλημα του Θεού, εκεί δηλαδή που πράγματι φανερώνεται αν
είναι κανείς χριστιανός ή όχι - η υπακοή
στο θέλημα αυτό μάς συντονίζει με τον Χριστό τον κατεξοχήν υπήκοο στον Θεό
Πατέρα Του – η μονολόγιστη αυτή λεγόμενη προσευχή προχωρεί από τα χείλη στον
νου, κι από κει στην καρδιά, κάνοντας τον άνθρωπο να μη λέει απλώς προσευχές
αλλά να γίνεται ο ίδιος προσευχή – το Πνεύμα του Θεού στην καρδιά του «κράζει ἀββᾶ ὁ Πατήρ».
Η υπακοή αυτή στο θέλημα του Θεού, δηλαδή στις άγιες εντολές του Θεού, συχνά παραθεωρείται από πολλούς χριστιανούς, σαν να υπάρχει χριστιανική ζωή στον «αυτόματο» που λέμε. Αλλά η υπακοή αυτή συνιστά την απόλυτη προϋπόθεση για να υπάρχει προσευχή, ακόμη και το απλό θεωρούμενο «Κύριε ἐλέησον», για να υπάρχει χριστιανική πνευματική ζωή. Κι ένα μικρό κεφάλαιο του μεγάλου οσίου και Πατέρα της Εκκλησίας Μαξίμου του ομολογητή έρχεται για να άρει όλες τις φαντασιώσεις μας περί της χριστιανικότητάς μας και να μας μυήσει στο αληθινό χριστιανικό προσευχητικό βίωμα. Ας στοχαστούμε πάνω σ’ αυτό με αίσθημα μετανοίας και ας προσανατολιστούμε σ’ αυτό που μας υποδεικνύει – είναι ο δρόμος του Χριστού. «῾Ο τελείαν ἀγάπην κτήσασθαι δυνηθείς καί ὅλον τόν βίον αὐτοῦ πρός ταύτην ρυθμίσας, οὗτος λέγει Κύριον ᾽Ιησοῦν ἐν Πνεύματι ἁγίῳ» (Αυτός που μπόρεσε να αποκτήσει τέλεια αγάπη και ρύθμισε όλη τη ζωή του προς αυτήν, αυτός ομολογεί ως Κύριο τον Ιησού εν Πνεύματι αγίω).
Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΑΔΔΑΙΟΣ
«Ο άγιος Θαδδαίος ήταν από την πόλη Έδεσσα
της Συρίας, Εβραίος στην καταγωγή, και άριστος μελετητής των θείων Γραφών.
Αυτός ανέβηκε κάποια φορά στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσει στον Ναό, κατά τις
ημέρες Ιωάννου του Βαπτιστού, κι αφού άκουσε το κήρυγμα του Ιωάννου
και θαύμασε πάρα πολύ την αγγελική του ζωή, βαπτίζεται από εκείνον. Μετά από
αυτά είδε τον Χριστό, και αφού άκουσε τη διδασκαλία Του και είδε τα άπειρα
θαύματα που τελούσε, Τον ακολούθησε ως μαθητής Του μέχρι το σωτήριο Πάθος Του,
οπότε μετά την αγία Του ανάληψη, επέστρεψε στη δική του πόλη. Εκεί βάπτισε τον
τοπάρχη Αύγαρο, θεραπεύοντάς τον έτσι από το υπόλοιπο της λέπρας του (όπως είχε
διαμηνύσει στον Αύγαρο ο ίδιος ο Κύριος), κι αφού δίδαξε εκεί και φώτισε
πολλούς άλλους και ίδρυσε Εκκλησίες, γυρνούσε κηρύσσοντας τις πόλεις της
Συρίας. Ήλθε και στη Βηρυτό, πόλη της Φοινίκης, δίδαξε και βάπτισε πολλούς κι
εκεί, οπότε αναπαύθηκε εν Κυρίω».
Ο άγιος Θαδδαίος, ως ένας από τους δώδεκα
μαθητές του Κυρίου, αντιμετωπίζεται από την υμνολογία της Εκκλησίας μας με τον
ίδιο εξαίσιο και λαμπρό τρόπο, που αντιμετωπίζονται και οι άλλοι απόστολοι: ως
δεύτερο καθαρό φως, λόγω της σχέσεώς του με το ακρότατο φως, τον
ίδιο τον Κύριο, ως ακτίνα που απεστάλη από το φως να φωτίσει τον κόσμο, ως «αστήρ
φαεινότατος, καταυγάζων πλάνης ομίχλην», και μ’ ένα λόγο, ως «αυτόπτης
και μύστης του Λόγου». Ιδίως οι τελευταίοι χαρακτηρισμοί θεωρούνται από τον
υμνογράφο ότι συγκεφαλαιώνουν αυτό που συνιστά την ουσία της αποστολικής
λαμπρότητας, γι’ αυτό και τονίζει ότι δεν υπάρχει σημαντικότερο
στεφάνι που μπορεί να του πλέξει: «Θαδδαίε! Ποίον άλλο σοι πλέξω στέφος, ή
αυτόπτην λέγειν σε και μύστην Λόγου;» Η γεμάτη θάμβος στάση των υμνογράφων
απέναντι στους αποστόλους είναι δικαιολογημένη: οι απόστολοι δεν
είναι απλώς κάποιοι πιστοί του Χριστού, αλλά οι άμεσοι βοηθοί Του, οι κλημένοι
από Αυτόν να μαρτυρήσουν τη ζωή και τη διδασκαλία Του, «τα θεμέλια της
Εκκλησίας». Η Εκκλησία μας, μη ξεχνάμε, αποστολική, μεταξύ των άλλων,
χαρακτηρίζεται. Κι αυτό σημαίνει: χριστιανική πίστη εκτός της σχέσεως με τους
αποστόλους δεν υφίσταται. Διότι έτσι το θέλησε ο ίδιος ο Κύριος.
Ο άγιος Θαδδαίος, πέραν
του ευαγγελισμού των πόλεων της Συρίας, με τη διδασκαλία του και τα θαύματα που
επιτελούσε στο όνομα του Κυρίου, έχει συνδεθεί και με την ιστορία του λεγομένου
αγίου μανδηλίου, τη μεταφορά του οποίου από την Έδεσσα της Συρίας στην
Κωνσταντινούπολη εορτάζουμε την 16η Αυγούστου. Κι αξίζει να
θυμίσουμε, όπως ο εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβιος ο Παμφίλου διασώζει, ότι ο
τοπάρχης Αύγαρος της πόλεως της Εδέσσης, θέλησε να έλθει σ’ επαφή με
τον Κύριο Ιησού Χριστό, όταν έμαθε για τα πολλά θαύματα που επιτελούσε,
προκειμένου να θεραπεύσει ο Κύριος και εκείνον, που ταλαιπωρείτο
φρικτά από μαύρη λέπρα σ’ όλο του το σώμα. Έστειλε μάλιστα, κατά τον
Ευσέβιο, και επιστολή στον Κύριο με κάποιον Ανανία, στην οποία ζητούσε να έλθει
Εκείνος στην πόλη του, λόγω της δικής του αδυναμίας. Ο Ανανίας διακρινόταν και
για το ζωγραφικό του χάρισμα, με το οποίο θα αποτύπωνε σε χαρτί την εικόνα του
Κυρίου, κατά την εντολή του τοπάρχη, κάτι που κατέστη αδύνατο. Ο Κύριος όμως,
γνωρίζοντας την επιθυμία του Αύγαρου να δει το πρόσωπό Του, ζήτησε να νιφθεί,
κι όταν σκουπίστηκε σε κάποιο ύφασμα, η εικόνα Του αποτυπώθηκε
σ’ αυτό. Ο Αύγαρος, όταν έλαβε το «άγιο μανδήλιο», στο τέλος του οποίου,
λέγεται ότι ο Ιησούς έγραψε στα εβραϊκά, «Θεού θέα θείον θαύμα», αμέσως
το προσκύνησε, οπότε και θεραπεύτηκε από τη λέπρα, πλην της λέπρας του προσώπου
του. Την εναπομείνασα αυτή λέπρα τη θεράπευσε τελικώς ο άγιος Θαδδαίος, όταν
πήγε, όπως είδαμε στο συναξάρι του, στην πόλη και πάλι της Έδεσσας και βάπτισε
χριστιανό τον Αύγαρο.
Ο τρόπος και η δύναμη της δράσης του αγίου Θαδδαίου, τρόπος και δύναμη διαχρονική της χριστιανικής πίστεως, καταφαίνονται έντονα και από την εξής επισήμανση του αγίου υμνογράφου από την τέταρτη ωδή του κανόνα του: «Νόμον θείον εχάραξας, μάκαρ, εν καρδίαις, λειάνας πρότερον αγνωσίας τα χαράγματα και της δυσσεβείας τα ινδάλματα». Μακάριε απόστολε, χάραξες τον θείο νόμο του Χριστού στις καρδιές των ανθρώπων, αφού προηγουμένως έξυσες και λείανες τις χαρακιές της αγνωσίας του Θεού και τις πλανεμένες εικόνες της δυσέβειας. Ο άγιος Θαδδαίος δηλαδή, όπως και όλοι οι απόστολοι και πάντοτε η Εκκλησία, απευθυνόταν στους ανθρώπους και κατέθετε τη μαρτυρία της πίστεώς του στον Χριστό. Η μαρτυρία για τον Χριστό έχει τέτοια δύναμη, ιδίως στους καλοπροαίρετους ανθρώπους, ώστε αφενός σβήνει όλες τις πλανεμένες πεποιθήσεις και επουλώνει τα τραύματα που προκαλεί η αμαρτία, λόγω της αγνωσίας του Θεού, αφετέρου επαναφέρει τα αληθινά χαράγματα στην ψυχή του ανθρώπου, εκείνα δηλαδή που ο ίδιος ο Δημιουργός τα χάραξε, όταν τον δημιούργησε. Με άλλα λόγια, ο λόγος του Θεού φέρνει τον άνθρωπο στη φυσιολογική του κατάσταση, τον ομαλοποιεί, τον κάνει να βρίσκει τον αληθινό του εαυτό, τον «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού» δημιουργημένο. Αν ο άνθρωπος παραμορφώνεται σε κάθε εποχή, είναι γιατί δεν θέλει να έχει σχέση με τον αληθινό Θεό, τον Πατέρα και Δημιουργό του. Όπως αντιστοίχως, σε κάθε εποχή, ο άνθρωπος που επιστρέφει στον Θεό, μορφοποιείται κατ’ εικόνα του πλάσαντος αυτόν, άρα γίνεται σαν τον Χριστό και ομορφαίνει. Ο όμορφος άνθρωπος είναι ο άνθρωπος του Θεού και σ’ αυτήν την ομορφιά αγωνιζόταν ο άγιος Θαδδαίος. Μακάρι να μπούμε κι εμείς στον ίδιο αγώνα, γιατί δυστυχώς η ασχήμια περίσσεψε στη ζωή και στον κόσμο μας.
20 Αυγούστου 2021
Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ: Η ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ ΤΗΣ ΟΛΙΓΟΠΙΣΤΙΑΣ ΜΑΣ!
Σε πολλές εποχές, πολύ
περισσότερο και στη δική μας, υπάρχει μία «μανιώδης» πολλές φορές αναζήτηση του
θαύματος, του εκτάκτου γεγονότος της επεμβάσεως του Θεού στη ζωή μας, σε βαθμό
τέτοιο μάλιστα που η αναζήτηση αυτή εκτρέπεται της όποιας λογικής της πίστεως –
αρχίζουν ορισμένοι χριστιανοί να βλέπουν «θαύματα» κι εκεί που τα πράγματα
φαίνονται εξώφθαλμα ότι κινούνται μέσα σε φυσικά πλαίσια και ερμηνεύονται με
τους φυσικούς νόμους. Γιατί αυτό; Γιατί τέτοια μανία, την οποία αν αμφισβητήσει
ένας διακριτικός χριστιανός θα χαρακτηριστεί εύκολα από κάποιους άλλους
ολιγόπιστος και άπιστος; Την εξήγηση μάς τη δίνει ο απόστολος Παύλος, και όχι
μόνον βέβαια, και μπορεί να ξαφνιάσει τους θεωρουμένους πιστούς, «κυνηγούς» των
θαυμάτων! «Μη γίνεσθε παιδιά στο μυαλό», σημειώνει στην Α΄ Κορ. 14, 20εξ. επιστολή
του, «αλλά να γίνεστε νήπιοι ως προς την κακία και τέλειοι ως προς το μυαλό».
Για να διευκρινίσει: «το θαυμαστό σημάδι της γλωσσολαλίας, (δηλαδή κάποιος εν
πνεύματι ευρισκόμενος λέει ακαταλαβίστικα πράγματα που πρέπει να εξηγηθούν από
τους προφήτες και δασκάλους της πίστεως), είναι σημάδι όχι για τους πιστούς,
αλλά για τους απίστους»! Με άλλα λόγια τα θαύματα τα επιτρέπει ο Θεός για χάρη
των απίστων ανθρώπων, προκειμένου προφανώς να ενισχυθούν στην ασθενή και
αδύναμη πίστη τους. Και τι συμπληρώνει ο άγιος απόστολος που επιβεβαιώνει το
έλλειμμα πολλών θεωρουμένων χριστιανών; «Εκείνο που ταιριάζει και αξίζει στους
πιστούς είναι η προφητεία ως διδασκαλία και εξήγηση της διδασκαλίας του Χριστού»
- «η δε προφητεία ου τοις απίστοις, αλλά τοις πιστεύουσιν».
Λοιπόν, τα πράγματα
είναι σαφή: όταν η προτεραιότητά μας στη ζωή μας είναι η αναζήτηση των θαυμάτων,
όταν προστρέχουμε εκεί που ακούγεται ότι έχει γίνει θαύμα – και τονίζουμε τη
λέξη προτεραιότητα, γιατί εννοείται ότι ο χριστιανός δεν αμφισβητεί το θαύμα ως
έκφραση της αγάπης του Θεού στην αδυναμία μας – τότε πρέπει να βάλουμε
ερωτηματικό στην όποια θεωρούμενη πίστη μας. Είμαστε ολιγόπιστοι ή και άπιστοι
ίσως, γι’ αυτό και ψάχνουμε στηρίγματα
εξωτερικά με τα θαυμαστά σημεία και όχι στηρίγματα της καρδιάς μας, που μας τα
δίνει ο Χριστός όταν μας βλέπει να έχουμε προτεραιότητα την τήρηση του αγίου
θελήματός Του. Οπότε, ο πιστός χριστιανός «ζητεί πρώτον την βασιλείαν του Θεού
και την δικαιοσύνην Αυτού» και νιώθει ενεργούσα στην ύπαρξή του τη χάρη του
Θεού. Και το θαύμα όπου το παραχωρεί ο Θεός το εκλαμβάνει απλώς ως ευκαιρία
δοξολογίας του ονόματός Του και όχι τη μοναδική «σανίδα» σωτηρίας του. Θυμίζει
το παραπάνω σκεπτικό το γεγονός που καταγράφει ο μακαριστός μεγάλος σύγχρονος
άγιος Γέροντας π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος για τον εξίσου μεγάλο μακαριστό σοφό
και άγιο π. Ιωήλ Γιαννακόπουλο. Σε λεωφορείο ευρισκόμενος ο π. Ιωήλ μαζί με
άλλους χριστιανούς, αρνήθηκε να κατέβει για να τρέξει μαζί τους σε ένα προσκύνημα
με μία προσφάτως δακρυρροούσα εικόνα. Κι όταν μετά από λίγο ο συνεπιβάτης του
οργισμένα τον παρετήρησε: «εσείς, πάτερ, δεν πιστεύετε και δεν ήρθατε στο
προσκύνημα;», εκείνος μειλίχια κουνώντας το κεφάλι του απήντησε: «εγώ, αδελφέ μου,
επειδή ακριβώς πιστεύω στον Θεό και στα θαύματά Του δεν έτρεξα. Εσύ όμως τώρα
που πήγες, πίστεψες;»
Θα αποτολμούσαμε και
κάτι ακόμη: η αναζήτηση και το κυνηγητό των θαυμάτων όχι μόνο φανερώνει το
έλλειμμα της πίστεώς μας – είπαμε ο χριστιανός είναι στραμμένος ολωσδιόλου στο
θέλημα του Θεού – αλλά και τη συνυπάρχουσα ραθυμία της ψυχής μας. Γιατί
αποκαλύπτει με τον πιο περίτρανο τρόπο ότι δεν έχουμε διάθεση να ζούμε το
δύσκολο – βαριόμαστε την πνευματκή ζωή! Και το δύσκολο βεβαίως είναι να μένουμε,
μόλις παραπάνω και πάλι το τονίσαμε, στο θέλημα του Θεού, στις άγιες εντολές
Του!
-
Η ατμόσφαιρα μέσα στο παλιό θαλασσινό εξωκκλήσι, πανέμορφο και εσωτερικά αλλά και εξωτερικά – η φυσική του τοποθεσία ήταν κυριολεκτικά μαγ...
-
Δεν ανήκε στην ενορία μας. Ερχόταν όμως τακτικά, ιδίως τα τελευταία χρόνια, γιατί είχε συνδεθεί ιδιαιτέρως με κάποιες συγκεκριμένες κυρίες...
-
« Στα σαράντα τέσσερά μου χρόνια ο Θεός μου φανέρωσε αυτό, που θα με κράταγε μέχρι τέλους της ζωής μου σταθερό στη στενή και τεθλιμμένη οδ...






