Η ιστοσελίδα μετακόμισε!

Ανακατευθύνεστε αυτόματα στη νέα διεύθυνση...

Πατήστε εδώ αν δεν ανακατευθυνθείτε αυτόματα

20 Σεπτεμβρίου 2021

ΟΝΕΙΡΑ ΠΛΕΞΕ (νανούρισμα)

Όλος ο κόσμος μες στη μορφή σου

σαν το  καθάριο γαλανό ουρανό.

Κάθε ανάσα σου στάζει γαλήνη

 όπως το βήμα σ’ απαλό δειλινό.

 

Κλείσε τα μάτια να σβήσει ο ήλιος

φεγγάρι κι αστέρια ανάβουν το φως.

Η νύχτα απλώνει αγκάλη τα χέρια

νανούρισμα φτιάχνει για σένα γλυκό.

 

Πες στους αγγέλους που φίλοι σου είναι

να μη σε αφήσουν ποτέ μοναχό.

Το χέρι τους κράτα γερά κάθε μέρα

δεν θα τ’ αντέξω να πάθεις κακό.

 

Κοιμήσου, καλό μου, γερμένο σ’ αχτίδα

κι όνειρα πλέξε με μύρα κι ανθούς.

Κοιμήσου, μικρό μου, κι άσε εμένα

ευχές να ψελλίζω σαν θείους ψαλμούς.

(Από την ποιητική συλλογή "Κλαίει ο Θεός" του π. Γ. Δ.)

(Δείτε στον παρακάτω σύνδεσμο μελοποιημένο το νανούρισμα από τον μουσικό Στέφανο Δορμπαράκη, σε παραγωγή δική του, και εκτελεσμένο αισθαντικά και υπέροχα από την Κατερίνα Παπαδοπούλου). 

 Όνειρα πλέξε - Κατερίνα Παπαδοπούλου & Στέφανος Δορμπαράκης (Official Video Clip) - YouTube

ΠΩΣ ΝΑ ΣΥΓΚΡΑΤΟΥΜΕ ΤΟΝ «ΑΛΗΤΗ» ΝΟΥ ΜΑΣ!

νους από τη φύση του μετά την πτώση στην αμαρτία είναι «αλήτης»: ξεφεύγει δηλαδή εύκολα και περιπλανιέται από δω κι από κει. Απαιτείται μεγάλος αγώνας και ξεχωριστή χάρη από τον Κύριο για να τον κρατάει κανείς εκεί που πρέπει, να τον έχει περιορισμένο στην έδρα του, την καρδιά.  Ας ακούσουμε τι λέει ο Μέγας Βασίλειος επ’ αυτού: «Ο νους που δεν διασκορπίζεται και δεν διαχέεται μέσω των αισθήσεων στα πράγματα του κόσμου, επιστρέφει στον εαυτό του, στην καρδιά του δηλαδή, και διά του εαυτού του οδηγείται στην έννοια του Θεού». Ο ίδιος ο Κύριος άλλωστε δεν είπε ότι η Βασιλεία του Θεού «εντός υμών εστιν», είναι μέσα σας;

Πώς θα κρατήσουμε λοιπόν τον νου στην καρδιά; Βεβαίως, όλοι οι άγιοί μας προτείνουν την προσευχή του Ιησού. Το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» - είναι το βαρύ «πυροβολικό» στην πνευματική ζωή.  Μπορούμε όμως να ασκούμε και άλλες πολλές εργασίες. Να δίνουμε δηλαδή «τροφή» στον νου μας με αυτά που θα τον ωθούν διαρκώς στο κέντρο του, την καρδιά. Όπως: να σκεπτόμαστε τον Θεό και την αγάπη Του, να σχολάζουμε πάνω στην ουράνια βασιλεία Του, στον ζήλο των μαρτύρων, στην πανταχού παρουσία Του, στον φύλακα άγγελό μας, στην ώρα του θανάτου μας, στο τι έπειτα θα ακολουθήσει με την κρίση. Ο μεγάλος δάσκαλος της ασκητικής ζωής άγιος Ιωάννης της Κλίμακος είναι πολύ σαφής: «Ο νους του “πρακτικού” μπορεί να ασκεί πολλών ειδών εργασίες. Να σκέπτεται δηλαδή την αγάπη προς τον Θεό, να ενθυμείται τον Θεό, να ενθυμείται την ουράνια βασιλεία, να ενθυμείται τον ζήλο των Μαρτύρων, να ενθυμείται ότι ο Θεός είναι πανταχού παρών, όπως ο Ψαλμωδός που έλεγε, “προωρώμην τον Κύριον” κλπ. (Ψαλμ. ιε΄ 8). Να ενθυμείται ακόμη τους αγίους αγγέλους, τον χωρισμό της ψυχής του από το σώμα, τη συνάντηση με τα τελώνια του αέρα, την απόφαση του Κριτού, την κόλαση» (Κλίμαξ, λόγ. στ΄ 17).

Μεγάλες εργασίες που ορθά ασκούμενες από τον νου προστατεύουν από την πτώση στην αμαρτία και εξισορροπούν τον ανθρώπινο ψυχισμό μας! Γιατί μας κρατούν στη χάρη του Θεού!

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΚΑΙ Η ΣΥΝΟΔΙΑ ΑΥΤΟΥ

«Ο άγιος μεγαλομάρτυς Ευστάθιος ήταν στρατηλάτης στην πόλη των Ρωμαίων, επί Τραϊανού βασιλέως. Ονομαζόταν Πλακίδας και η γυναίκα του Τατιανή, ήταν πολύ πλούσιος και μολονότι ειδωλολάτρης, με μεγάλη χαρά έδινε ελεημοσύνες στους πτωχούς. Κάποια φορά που είχε βγει στο κυνήγι, του φανερώθηκε μία έλαφος, την οποία άρχισε να καταδιώκει. Την ώρα που επρόκειτο να τη φτάσει, βλέπει στα κέρατά της τον τίμιο σταυρό του Χριστού, ενώ από τα κέρατα ήλθε φωνή που έλεγε: «Ω, Πλακίδα, γιατί με καταδιώκεις; Εγώ είμαι ο Χριστός». Μετά το συγκλονιστικό αυτό γεγονός, πίστεψε στον Χριστό και βαπτίστηκε, οπότε και άρχισε ο πόλεμος εναντίον του από τον ανθρωποκτόνο διάβολο: έχασε τον πλούτο του, είδε τη γυναίκα του αιχμάλωτη, τα παιδιά του αρπάχτηκαν από θηρία και ο ίδιος βρέθηκε σε μεγάλη φτώχεια. Ο Θεός επέτρεψε όμως να βρει και πάλι τη γυναίκα και τα παιδιά του, όπως και να τον αναζητήσει ο βασιλιάς, ο οποίος τον έβαλε  στο προηγούμενο αξίωμά του. Ύστερα από όλα αυτά, ήλθε η ώρα του μαρτυρίου. Διότι αναγκάστηκε να θυσιάσει στα είδωλα, κάτι βεβαίως που αρνήθηκε αμέσως, γι’ αυτό και ρίχτηκε μέσα σε χάλκινο  πυρακτωμένο από φωτιά βόδι, μαρτύριο με το οποίο και τελειώθηκε».

Η Εκκλησία μας παραλληλίζει καταρχάς τον άγιο Ευστάθιο με τον απόστολο Παύλο: όπως ο Παύλος δέχτηκε κλήση από τον Χριστό, που του παρουσιάστηκε εν οράματι την ώρα που καταδίωκε τους χριστιανούς, και τον κάλεσε να γίνει χριστιανός, κατά τον ίδιο σχεδόν τρόπο και ο Ευστάθιος δέχτηκε κλήση από Εκείνον, μέσω όμως της ελάφου που καταδίωκε, ο Οποίος τον κάλεσε εξίσου να Τον ακολουθήσει. Ο υμνογράφος πολλές φορές κάνει τη σύνδεση αυτή. «Η κλήσις ουκ απ’ ανθρώπων γέγονεν η ση πανάριστε, αλλ’  ουρανόθεν Παύλον ως το πριν ο Χριστός σε εκάλεσεν». Η κλήση σου, πανάριστε, δεν έγινε από ανθρώπους, αλλά ο Χριστός από τον ουρανό σε εκάλεσε, όπως παλαιότερα τον Παύλο. Θυμίζει βεβαίως ακόμη ο συγκεκριμένος τρόπος της κλήσεως και τον άγιο Κωνσταντίνο. Κι εκείνος κλήθηκε να στραφεί προς τον χριστιανισμό μέσω του οράματος του σταυρού που ο Θεός του έδωσε, και μάλιστα με την επιγραφή: «Τούτω νίκα». Δεν πρόκειται για «σκανδαλώδη» εύνοια, θα λέγαμε, του Θεού προς κάποιους ανθρώπους. Διότι μπορεί μεν ο Θεός να μην καλεί όλους τους ανθρώπους με παρόμοιο άμεσο και συγκλονιστικό τρόπο, όμως πράγματι Εκείνος καλεί όλους μέσα στα πλαίσια της άπειρης αγάπης Του για να στραφούν προς Αυτόν. Ο ίδιος ο Κύριος το βεβαίωσε: «Ουδείς δύναται ελθείν προς με, είπε, εάν μη ο Πατήρ μου ο πέμψας με, ελκύση Αυτόν». Ώστε κανείς δεν γίνεται χριστιανός από μόνος του. Διαφέρει μόνο ο τρόπος με τον οποίο καλείται κάποιος από τον Θεό. Ο Θεός δεν είναι «προσωπολήπτης».

Ο εκκλησιαστικός υμνογράφος όμως δεν παραλληλίζει τον άγιο Ευστάθιο μόνο με τον απόστολο Παύλο. Έκθαμβος μπροστά σ’  αυτά που πέρασε ο άγιος -  απώλεια της συζύγου και των παιδιών του,  απώλεια της περιουσίας του και των αξιωμάτων του – φέρνει στη μνήμη του το παράλληλο από την Παλαιά Διαθήκη, τη ζωή του πολύαθλου Ιώβ. «Συ, οία περ Ιώβ, ανεφάνης Ευστάθιε». Αναφάνηκες, Ευστάθιε, σαν τον Ιώβ. Τον ονοματίζει λοιπόν νέο και δεύτερο Ιώβ – «ο δεύτερος Ιώβ Ευστάθιος» - γιατί  και εκείνος σαν τον πρώτο Ιώβ, σε ό,τι υφίστατο έλεγε εν πίστει: «Ο Κύριος έδωκεν, ο Κύριος αφείλετο. Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον» - ο Κύριος έδωσε, ο Κύριος αφαίρεσε. Ας είναι το όνομα του Κυρίου ευλογημένο. Να υφίστασαι τέτοια βάσανα και να δοξολογείς τον Θεό αποτελεί το όριο της αληθινής πίστεως και της αληθινής υπομονής. Σημαίνει ότι έχεις «ακουμπήσει» όλη την ύπαρξή σου και τη ζωή σου στα χέρια του Θεού. Ο υμνογράφος προχωράει ακόμη περισσότερο σε μία θεωρούμενη υπερβολή: Θεωρεί τον άγιο Ευστάθιο και μεγαλύτερο του Ιώβ: «…υπερβάς αληθώς τον Ιώβ, τη αρετή, συν τη συζύγω και τοις τέκνοις». Και δεν έχει άδικο. Διότι ο Ιώβ, πρόσωπο της Παλαιάς Διαθήκης, σε κάποια στιγμή «λυγίζει» και τα «βάζει» με τον Θεό, αδυνατώντας να κατανοήσει αυτά που υφίσταται. Κι έχει από την άλλη τη γυναίκα του που τον ωθεί σε βλασφημία. Με τον άγιο Ευστάθιο τούτο δεν υπάρχει: υπομένει καρτερικά μέχρι τέλους χωρίς να ταλαντεύεται διόλου κατά  την πίστη του – «στήλην καρτερίας» τον χαρακτηρίζει ο υμνογράφος και «ακράδαντον εν πειρασμοίς» - έχοντας συνάθλους μαζί του την αγία γυναίκα του Θεοπίστη και τα άγια τέκνα του, μάρτυρες όλοι αυτοί του Χριστού.

Εκείνο που αποκορυφώνει την αρετή και την υπομονή του αγίου Ευσταθίου, αλλά εμβάλλει εμάς πια σε «πειρασμό», είναι η απάντηση του Κυρίου στα βάσανα που είχε περάσει ο άγιός του: «όθεν επί τέλει των αγώνων ως νίκης βραβείον παρέσχε σοι, την του αίματος πρόσχυσιν»! Γι’  αυτό, σημειώνει ο υμνογράφος, μετά δηλαδή τα όσα τράβηξες στη ζωή σου Ευστάθιε, σαν τελικό στάδιο των αγώνων, σου έδωσε ο Κύριος σαν βραβείο νίκης, να χύσεις το αίμα σου γι’ Αυτόν! Αποτελεί «πειρασμό» για εμάς, είπαμε, αυτό που λέει ο υμνογράφος, παρακολουθώντας τη ζωή του αγίου: Να περνάς τόσα βάσανα, να τα υπομένεις, και να δέχεσαι ως βραβείο για όλα αυτά και το μαρτύριο του αίματος! Αν αυτό δεν συνιστά παραδοξότητα για την ανθρώπινη λογική, τότε δεν ξέρουμε πώς αλλιώς να το χαρακτηρίσουμε. Αλλά παραδοξότητα για την ανθρώπινη λογική. Διότι μέσα στα πλαίσια της λογικής του Θεού τα πράγματα χαρακτηρίζονται αλλιώς: ο Θεός συνήθως έτσι αμείβει τους γνήσιους δούλους Του. Με το να τους παρέχει τη χάρη του μαρτυρίου. Δηλαδή να τους οδηγεί σε μία επακριβή ακολουθία των ιχνών Εκείνου. Διότι και ο Χριστός μας έτσι «αμείφτηκε» από τον Θεό Πατέρα Του: να ανέβει στον Σταυρό! Και βεβαίως αυτό συνιστά και την ανάσταση των ανθρώπων. Ο μέγας Ευστάθιος είχε τη χάρη να ζήσει ακριβώς σαν τον Χριστό, με τη χάρη βεβαίως Εκείνου. Και απολαμβάνει την παρουσία του Χριστού, μαζί με τους οικείους του, πλούσια στη βασιλεία του Θεού.

Η «μεθοδολογία» αυτή του Θεού, την οποία επισημαίνουμε στον Χριστό και τους αγίους Του, ήταν κάτι που είχε ήδη αναγγελθεί και από την Παλαιά Διαθήκη. Ήδη ο προφήτης Ησαΐας αναφερόμενος στον Μεσσία και «βλέποντας» την κόπωση και την εξάντλησή Του από τις αμαρτίες των ανθρώπων, βάζει τον Θεό να «απαντά» στο δίκαιο παράπονό Του ότι κουράστηκε,  με την ανάθεση καινούργιας αποστολής, που θα Τον φέρει στο Πάθος. Δεν ξέρουμε πια τι να πούμε. Μπροστά στα μυστήρια των βουλών του Θεού, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να κλίνουμε το γόνυ της καρδιάς και του σώματος και εν πίστει να αποδεχτούμε την ακατανόητη πολλές φορές για εμάς μέθοδο ενεργείας του Θεού μας. Κατανοούμε όμως απολύτως την αγάπη Του.

19 Σεπτεμβρίου 2021

ΑΓΙΟΣ ΕΘΝΟ-ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΣΜΥΡΝΗΣ

 

ΜΠΡΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΤΟΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ! 

Μπρός στην προτομή του άγιου*  έγειρα γονατιστός,

και στο βάθος της καρδιάς μου*  ήρθ’ ο λόγος του ζεστός.

«Δεκα...τόσα πια διαβήκαν*  χρόνια – για να θυμηθώ!

του Τζαννή μεράκι ήταν*  του Βασίλη μας θαρρώ! –

που με στήσατε δω πάνω*  σά βιγλάτορα πιστό,

θύμησες πικρές να φέρνω*  των προσφύγων τον καημό.

Τότε που της ξενιτιάς η ανάγκη*  από τούρκικο σπαθί,

μας ξερίζωσε τα σπλάχνα* - Σμύρνη σύ, πατρώα γη.

Ράγισε τον βράχ’  ο πόνος*  έπιασε τον οδυρμό,

τόν εμάζεψε η μάρτυς*  που ’χει σπίτι τον Σταυρό.

Με της προσφυγιάς το αίμα*  κτίσθη τούτος ο Ναός,

γι’  αλησμόνητες πατρίδες*  στήθη τούτος ο βωμός.

Τους ανθρώπους θωρώ τώρα*  που περνάνε βιαστικά,

απ’ το πλάι με κοιτάζουν*  ίσια βλέπω την καρδιά.

Χαίρομαι με τη χαρά τους*  δόξα λέω στον Χριστό,

όπως και τη λύπη βλέπω*  της καρδιάς τον στεναγμό.

Το χειρότερο απ’  όλα*  που μου καίει την ψυχή,

είναι των Ρωμιών η λήθη*  μνήμη χέρσα κι αδειανή.

Για τη Ρωμιοσύνη πάψαν*  να μιλάνε οι πολλοί,

για του Γένους μας τα πάθια* - της Πατρίδας τη στολή.

Πώς το δέντρο θα υψώσει*  τον κορμό του τον γερό,

αν τη ρίζα του την κόψεις*  και ξεράνεις τον χυμό;

Όπως και καλά το λένε*  για τα έθνη, τους λαούς,

αν τους πρόγονους ξεχάσουν*  παρομοιάζουν με νεκρούς.

Αδελφοί μου αγαπημένοι*  κάνω έκκληση  ιερή,

τούτ’  η σύναξη ας γίνει*  νύξη μνήμης, προσευχή».

Σαν να σιώπησε ο άγιος*  κι είχε βλέμμα ιλαρό,

δύο δάκρυα τού βγήκαν*  που ποτίζαν ’να Σταυρό.

 

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΡΟΦΙΜΟΣ, ΣΑΒΒΑΤΙΟΣ ΚΑΙ ΔΟΡΥΜΕΔΩΝ

«Οι άγιοι τρεις αυτοί μάρτυρες έζησαν επί του Ρωμαίου αυτοκράτορος Πρόβου (278-282). Από αυτούς ο μεν Σαββάτιος βρέθηκε να παρίσταται κατηγορούμενος για τη χριστιανική του πίστη στην Αντιόχεια στον Βικάριο, οπότε αφού βασανίστηκε σκληρά και κλείστηκε στη φυλακή, μέσα στα βάσανα παρέδωσε το πνεύμα. Ο δε Τρόφιμος, αφού του έβαλαν σιδερένιες κρηπίδες σαν υποδήματα και τον εξόρισαν στην περιοχή των Συνάδων, βασανίστηκε εκεί σκληρά, μαζί με τον Δορυμέδοντα, ενώ στο τέλος τούς έκοψαν την κεφαλή».

Δεν είναι πολύ γνωστοί στο πλήρωμα της Εκκλησίας οι τρεις αυτοί άγιοι μάρτυρες, μολονότι με μεγάλη παρρησία και αυτοί ενώπιον του Κυρίου και Θεού μας. Κι αυτό γιατί εκείνο που καθόρισε τη ζωή τους, όπως συμβαίνει με όλους τους αγίους, μεγάλους θεωρουμένους ή μικρότερους, ήταν η θερμή σαν φωτιά αγάπη τους προς τον Θεό και η ολοκληρωτική στροφή τους  προς Εκείνον. «Φλέγονταν οι τρεις από αγάπη της σεβαστής Τριάδος», σημειώνει ο άγιος υμνογράφος, όπως και ότι «καλλωπίζονταν με την ολοκληρωτική στροφή προς τον Θεό».  Γι’  αυτό και «μεγαλομάρτυρες» τελικώς χαρακτηρίζονται, ενώ τη ζωή και το μαρτύριό τους θαύμασαν ακόμη και οι άγιοι άγγελοι: «Των αγίων μαρτύρων τα έπαθλα, ουρανών αι Δυνάμεις εθαύμασαν». Στην πραγματικότητα, για μία ακόμη φορά οι μάρτυρες αυτοί γίνονται η αφορμή προκειμένου να δοξασθεί ο Κύριος, αφού το μαρτύριό τους υπήρξε συμμετοχή στο Πάθος του Ίδιου του Κυρίου Ιησού Χριστού. Στα ίχνη Εκείνου βρέθηκαν οι άγιοι και με τη δύναμη Εκείνου άντεξαν όλα τα βάσανά τους. «Ιχνηλατούντες,  Μάρτυρες, του Χριστού τα παθήματα…πειρασμούς ηνέγκατε, γενναίω φρονήματι» και «σταυρού τη ισχύι κρατυνόμενοι». Από την άλλη, συγκινείται κανείς και από την ταπείνωση των αγίων αυτών, όχι μόνον με την έννοια ότι η αρετή αυτή χαρακτήριζε την πνευματική ζωή τους, αλλά και με την έννοια της «υποβάθμισής» τους ως αγνώστων στη συνείδηση των πιστών. Ποιος άγιος είπε ότι οι άγνωστοι  άγιοι είναι και οι μεγαλύτεροι ενώπιόν Του;

Ας αφήσουμε όμως τις εκτιμήσεις αυτές περί μεγάλου και μικρού αγίου  που ανάγονται στις βουλές του Θεού και ας φέρουμε στην επιφάνεια μία πολύ όμορφη εικόνα του εκκλησιαστικού ποιητή περί του αγίου Τροφίμου, κάτι που ισχύει βεβαίως και για όλους τους αγίους: «(Μάρτυς) Τρόφιμε,…τοις αίμασί σου, βηματίζων την γην καθηγίασας, εμπεριπατείς δε, χαρμονικώς τω Παραδείσω, σωτηρίαν ημίν εξαιτούμενος». Δηλαδή, περπατούσες, μάρτυς Τρόφιμε, και με το αίμα του μαρτυρίου σου αγίασες τη γη που πατούσες, ενώ τώρα στους χαρμονικούς περιπάτους σου στον Παράδεισο, ζητάς από τον Κύριο τη σωτηρία για εμάς. Ο υμνογράφος με τη στερεωμένη στην πίστη του Χριστού και της Εκκλησίας έμπνευσή του μάς ανοίγει τα μάτια και μας σεργιανίζει στο παρόν και στο παρελθόν του αγίου: ο άγιος χαίρει και αγάλλεται στο σεργιάνι του στον Παράδεισο, σεργιάνι μέσα στο φως και την αγάπη του Χριστού, που τον κάνει να μεσιτεύει διαρκώς για εμάς που ακόμη χειμαζόμαστε στον κόσμο τούτο. Αλλά για να φτάσει σ’  αυτήν τη μακαριότητα προηγήθηκε ο βηματισμός του στον κόσμο τούτο. Κι ο βηματισμός αυτός ήταν «μαρτύριον αίματος», και με τον πνευματικό αγώνα τηρήσεως των εντολών του Θεού και με τον αγώνα του σωματικού μαρτυρίου του. Ταυτοχρόνως όμως ο βηματισμός αυτός συνιστούσε και τον αγιασμό του κόσμου. Αυτή είναι η ευλογημένη παρουσία των αγίων: και όσο ζουν αγιάζουν τη γη που πατάνε, και μετά θάνατο μάς αγιάζουν με τις προσευχές τους.

18 Σεπτεμβρίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΙΝ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

«Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Μάρκ. 8, 34).

Μέσα στο κλίμα της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού η Εκκλησία μας επιμένει να μας υπενθυμίζει ότι άλλος τρόπος για να ζήσει κανείς την εν Χριστώ ζωή από τη συσταύρωση με τον Κύριο δεν υπάρχει. Η προτροπή μάλιστα του Κυρίου από το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής μετά την Ύψωση  ακούγεται ως η πιο παρήγορη φωνή που έχει ακουστεί ποτέ για τον άνθρωπο, διότι ενώ του αποκαλύπτει την τραγικότητα της πορείας του, του δείχνει ταυτόχρονα τον δρόμο της υπέρβασης και της σωτηρίας του. «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του και ας σηκώσει τον σταυρό του και ας με ακολουθεί».

1. Ο Κύριος μέσα στο πλαίσιο της άπειρης αγάπης Του προς τον άνθρωπο, τέτοιας που Τον οδήγησε  πάνω στον Σταυρό, μας καλεί να Τον ακολουθήσουμε, που σημαίνει αφενός ότι η πορεία μας μακριά από Εκείνον είναι λανθασμένη, αφετέρου ότι ο Ίδιος είναι η σωτηρία μας. Η ακολουθία του Κυρίου αποτελεί βεβαίως μία χαρισματική κατάσταση, με την έννοια ότι μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με τη δύναμη και τη χάρη του Ίδιου, όπως σε άλλο σημείο θα επισημάνει: «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν». Αυτό συμβαίνει διότι πέραν του ότι ο άνθρωπος θολωμένος και τραυματισμένος από την αμαρτία και την υποδούλωσή του στον διάβολο αδυνατούσε να δει την αλήθεια της σωτηρίας του – ποιος ήταν ο Θεός του – αδυνατούσε πολύ περισσότερο και να πραγματοποιήσει το οποιοδήποτε βήμα προς την κατεύθυνση αυτή. Ο Κύριος λοιπόν έρχεται και όχι μόνο του ανοίγει τα μάτια για να δει τον ορθό προσανατολισμό του, αλλά τον εντάσσει μέσα στον εαυτό Του, ώστε με τη δική Του δύναμη να βρει τον βηματισμό του. Αν δεν γινόταν αυτό, αν ο Κύριος ερχόταν απλώς για να μας πει μόνοι μας να Τον ακολουθήσουμε, δεν θα διέφερε από άλλους τυράννους της ανθρωπότητας, και μάλιστα ακόμη περισσότερο: θα «έπαιζε» μαζί μας «διασκεδάζοντας» με τις αδυναμίες μας και την επίγνωση από εμάς αυτών των αδυναμιών.

2. Η ένταξή μας αυτή μέσα στον Κύριο, διά της οποίας και εισέρρευσαν σ’ εμάς οι δυνάμεις Του, ώστε κι εμείς να ζούμε σαν Εκείνον – το ακολουθείν τω Χριστώ –, πραγματοποιήθηκε με την ενανθρώπησή Του και με  όλη βεβαίως τη ζωή Του, κυρίως όμως με τη Σταυρική Του θυσία. Διότι στον Σταυρό καταργήθηκε το σώμα της αμαρτίας και έτσι εν Χριστώ εισήλθαμε στη Βασιλεία του Θεού. Και ό,τι πια ο Χριστός μάς πρόσφερε και μας προσφέρει, δηλαδή την ίδια τη ζωή Του, μπορεί κανείς να αποκτήσει  και να γευτεί με την είσοδό του στην Εκκλησία και ζώντας τη ζωή της Εκκλησίας. Το βάπτισμα επομένως, το άγιο χρίσμα, η Θεία Ευχαριστία, μέσα στην ατμόσφαιρα της μετανοίας, είναι η δυνατότητα παροχής της ζωής αυτής του Χριστού στον άνθρωπο.

3. Η κλήση λοιπόν του Χριστού να Τον ακολουθήσουμε γίνεται, αφού έχει δώσει όλες τις δυνατότητες για κάτι τέτοιο. Κι είναι σημαντική η επισήμανση ότι η κλήση αυτή γίνεται σε χρόνο διαρκείας: «ακολουθείτω μοι». Να ακολουθούμε τον Χριστό, πάντοτε και χωρίς διακοπές. Όπως είναι αδιανόητο το χέρι ή το πόδι σ’ ένα σώμα να μην ακολουθούν την κίνηση του σώματος, κατά τον ίδιο τρόπο είναι αδιανόητο για εκείνον που είναι μέλος πια Χριστού να μην ακολουθεί τον Χριστό. Μία διακεκομμένη ακολουθία του Χριστού – μία μαζί Του και μία όχι – συνιστά τη διψυχία που λέει ο άγιος Ιάκωβος, κύριο γνώρισμα της οποίας είναι η ακαταστασία. Ο ίδιος ο Κύριος μάλιστα σε άλλο σημείο απεκάλυψε ότι κάθε μη ακολουθία Του δεν είναι στάση, που μπορεί να φέρει την επανεκκίνηση από το ίδιο σημείο, αλλά οπισθοδρόμηση και εναντίωσή Του. «Ο μη ων μετ’  εμού κατ’  εμού εστι, και ο μη συνάγων μετ’  εμού σκορπίζει» - όποιος δεν είναι μαζί μου είναι εναντίον μου και όποιος δεν μαζεύει μαζί μου σκορπίζει. Ας φανταστούμε και πάλι ένα χέρι ή ένα πόδι πότε να είναι στο ρυθμό του σώματος και πότε να κτυπούν το σώμα ως κάτι το ενάντιο.

4. Ακριβώς λοιπόν πάνω σ’  αυτήν την αδιάκοπη ακολουθία του Χριστού, για να μην υπάρχουν οι αποκλίσεις που ακυρώνουν τη σωτηρία του ανθρώπου, έρχονται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Ίδιος. Η δωρεά είναι δωρεά, αλλά όχι κατά τρόπο μαγικό.  Απαιτείται και η ανταπόκριση του ανθρώπου.

(1) Και πρώτη προϋπόθεση είναι η ελευθερία του ανθρώπου. «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν». Όσο κι αν είναι εντελώς απαραίτητη η ακολουθία του Κυρίου – πιο απαραίτητη κι από τον ίδιο τον αέρα που αναπνέουμε – όμως ο Θεός δεν μας εκβιάζει. Μας δίνει την ώθηση, παρακολουθεί την πορεία μας, αλλά δεν μας υποκαθιστά. Τον τελευταίο λόγο για τη σωτηρία του δηλαδή τον έχει ο ίδιος ο άνθρωπος. Γι’  αυτό και ο πιστός  δεν μπορεί ποτέ  να εφησυχάσει και να επαναπαυθεί. Κι ο λόγος είναι γνωστός: ο Θεός μάς δημιούργησε ελεύθερους. Ας θυμηθούμε τα λόγια του οσίου Πορφυρίου πάνω σ’  αυτό: «Ο Θεός δεν μας έδωσε απλώς ελευθερία. Χάραξε την ελευθερία μέσα μας». Κανείς λοιπόν δεν μπορεί να είναι χριστιανός με τρόπο εκβιαστικό. Η χριστιανική πίστη αναπτύσσεται μέσα στον αέρα της ελευθερίας.

(2) Δεύτερη προϋπόθεση είναι η απάρνηση του εαυτού. «Απαρνησάσθω εαυτόν». Πρόκειται περί του εγωιστικού εαυτού, εκείνου που «τραβάει» τον άνθρωπο πάντοτε προς τα κάτω, στα πάθη της φιληδονίας, της φιλαργυρίας, της φιλοδοξίας. Και πρέπει να το εξηγήσουμε: ο Χριστός ναι μεν μας απάλλαξε διά της ενεργείας της χάρης Του από την αναγκαστική ροπή της αμαρτίας – κάτι που δίνεται στον άνθρωπο διά του αγίου βαπτίσματος – δεν μας κατήργησε όμως, όπως είπαμε, την ελευθερία. Το τρεπτό της θελήσεώς μας εξακολουθεί και υφίσταται, συνεπώς εναπόκειται σε εμάς αν θα επιβεβαιώνουμε τη ζωή μας ως ακόλουθοι του Χριστού ή ως ακόλουθοι των παθών μας. Το μεγαλύτερο εμπόδιο λοιπόν για να είμαστε χριστιανοί είναι αυτός ο «κακός» εαυτός μας, ο οποίος λειτουργεί ως πειρασμός διαρκώς στην πνευματική πορεία μας. Από την άποψη αυτή ο χριστιανός ασκεί ένα είδος βίας στον εαυτό του, τέτοιας που τον κάνει να μπορεί να βρίσκεται στα χνάρια του Κυρίου. Το βεβαίωσε άλλωστε ο Ίδιος: «Η βασιλεία του Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν». Η ακολουθία λοιπόν του Χριστού προϋποθέτει μία συνεχή κίνηση του ανθρώπου, μία αδιάκοπη και στο έπακρο ενεργητικότητά του. Ποτέ με άλλα λόγια ο χριστιανός δεν μπορεί να είναι κοιμισμένος ή χαλαρός. Η νήψη ως εγρήγορση είναι το κύριο χαρακτηριστικό του. Ακόμη και στις όποιες πτώσεις του στην αμαρτία, ο χριστιανός δεν μπορεί να παραμείνει στάσιμος. Την ίδια στιγμή της πτώσης του, αν είναι χριστιανός, θα σηκωθεί και θα προχωρήσει. Διαρκής υπέρβαση του εαυτού λοιπόν η χριστιανική ζωή, γι’  αυτό και λειτουργεί ψυχοθεραπευτικά στον πιστό. «Οσάκις αν πέσης, έγειραι και σωθήση» - όσες φορές κι αν πέσεις, σήκω και θα σωθείς.

(3) Και η τρίτη προϋπόθεση ακολουθίας του Κυρίου, κατά τον λόγο Του, είναι η άρση του σταυρού. «Και αράτω τον σταυρόν αυτού». Πρόκειται για τη συσταύρωσή μας με Εκείνον, όπως το διατυπώνει ο απόστολος Παύλος: «Χριστώ συνεσταύρωμαι. Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Καταλαβαίνουμε ότι δεν υπάρχει περίπτωση να παρακάμψουμε τον σταυρό, ακολουθώντας τον Κύριο, αφού ο Σταυρός υπήρξε το κύριο γνώρισμα της ζωής Του, απαρχής μέχρι τέλους. Τι σημαίνει όμως άρση του σταυρού; Με το δεδομένο ότι ενούμενοι με Εκείνον διά των μυστηρίων ο Σταυρός γίνεται «δομικό» στοιχείο της ύπαρξής μας, απαιτείται στη συνέχεια η ενεργοποίηση αυτής της σταυρικής κατάστασης στην καθημερινότητά μας. Κι αυτό σημαίνει ζωή, κατά το πρότυπο του Κυρίου, απόλυτης υπακοής στον Θεό, θυσιαστικής αγάπης στον συνάνθρωπο, ταπείνωσης ως προς τον εαυτό. Με άλλα λόγια, αίρω τον σταυρό μου, δηλαδή συσταυρώνομαι με τον Κύριο, θα πει: κάνω κέντρο της ζωής μου το θέλημα του Θεού, άρα αγαπώ Εκείνον και την εικόνα Του τον άνθρωπο, κι αυτό με τη βεβαιότητα ότι απλώς πορεύομαι στη φυσιολογία της ζωής μου: «Όταν ποιήσητε πάντα τα διατεταγμένα υμίν, λέγετε ότι αχρείοι δούλοι εσμέν, ότι ο οφείλομεν ποιήσαι, πεποιήκαμεν» - όταν πράξετε όλα όσα σας δόθηκαν ως εντολή, να λέτε ότι είμαστε αχρείοι δούλοι, ότι αυτό που οφείλουμε να κάνουμε κάναμε.

Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος δίνοντας τον ορισμό του αληθινού μοναχού λέει ότι «μοναχός εστι βία φύσεως διηνεκής» - μοναχός είναι αυτός που αδιάκοπα ασκεί βία στη (πεσμένη στην αμαρτία) φύση του. Αλλά συνειδητοποιούμε ότι το ίδιο ισχύει και για κάθε χριστιανό. Η χριστιανική πίστη μάς καλεί σε μία συνεχή, όπως είπαμε, υπέρβαση του εαυτού μας, για να βρισκόμαστε μέσα στην ατμόσφαιρα της χαρισματικής παρουσίας του Κυρίου μας. Όποιος είπε ότι ο χριστιανισμός είναι εύκολη υπόθεση, μάλλον είναι άγευστος της χριστιανικής ζωής. Το παρήγορο όμως είναι ότι κι αν κάπου αποκλίνουμε, αν στην καθημερινή ζωή μας βλέπουμε το πόση αδυναμία παρουσιάζουμε στην πλήρη ακολουθία του Χριστού, όμως δεν απελπιζόμαστε. Η πτώση μας, αν μας οδηγεί σε ταπείνωση και επίγνωση των αδυναμιών μας, λειτουργεί ανυψωτικά, γιατί και εκεί έρχεται ο Κύριος, ο Οποίος μας προσφέρει πολλαπλασίως τη χάρη Του. Το θέμα είναι μήπως ακολουθούμε δαιμονική οδό: να αμαρτάνουμε και να καυχόμαστε γι’  αυτό.

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΕΥΜΕΝΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΓΟΡΤΥΝΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

«Ο άγιος Ευμένιος (που έζησε κατά τον 7ο μ.Χ. αιώνα) από τη νεότητά του υπέβαλε τον εαυτό του  σε σκληρές πνευματικές ασκήσεις, τόσο που απέκτησε με τη χάρη του Θεού την άκρα ταπείνωση. Γι’  αυτό και η Εκκλησία του εμπιστεύτηκε την επισκοπή της κατά Γορτύνην εκκλησίας. Κάποτε, ο άγιος κατέφλεξε με λαμπάδες ένα φοβερότατο δράκοντα, που εφόρμησε εναντίον του. Από την Εκκλησία της Γορτύνης της Κρήτης πήγε στη Ρώμη, την οποία σαν πυρσός κατεφώτισε με τις θείες διδαχές του και κατέπληξε με το πλήθος των θαυμάτων του. Από εκεί κατέβηκε στη Θηβαϊδα της Αιγύπτου, την οποία, και χωρίς καν τη θέλησή του, την έσωσε από τη θλίψη της ξηρασίας. Εκεί εκδήμησε προς τον Κύριο ειρηνικά, ενώ οι κάτοικοι της Θήβας έστειλαν στην πατρίδα του το άγιο σκήνωμά του. Ράξος μάλιστα είναι η ονομασία του τόπου που κατέχει το σεπτό σώμα του, όπως κατέχει ο ίδιος τόπος και το σεπτό σώμα του αγίου Κυρίλλου».

Ο όσιος Ευμένιος, το εκλεκτό αυτό τέκνο της Κρητικής γης, «ευτύχησε», μετά το οσιακό τέλος του, να βρει  τον αντάξιο υμνωδό του στο πρόσωπο του αγίου Ιωσήφ του υμνογράφου (9ος μ.Χ. αι.). Κι εννοούμε βεβαίως ότι μάλλον εμείς οι πιστοί ευτυχήσαμε να έχουμε τη ζωή του «τραγουδισμένη» από τον μεγάλο αυτό εκκλησιαστικό ποιητή, ο οποίος μας άφησε πλήθος κανόνων και ακολουθιών, διότι ο όσιος Ευμένιος χαίρει και αγάλλεται εκεί που βρίσκεται, μέσα στη χάρη του Κυρίου, χωρίς να επηρεάζεται η χαρά του αυτή από το μεγαλύτερο ή μικρότερο ύψος των συντεθειμένων ακολουθιών γι’ αυτόν. Έτσι κι αλλιώς πάντως ο ποιητής απαρχής επικαλείται τον Κύριο να του δώσει τη χάρη Του, προκειμένου αυτά που θα πει για τον όσιο Ευμένιο να είναι αντάξια της αγιότητάς του: «Σπλαχνίσου, Κύριε, εμένα τον δούλο σου... ώστε με ύμνους να σε δοξάζω αδιάκοπα, όπως και να στέψω με ωδές τον πιστό σου δούλο σήμερα, τον πρόεδρο της Γορτύνης». Κι έχουμε την εντύπωση ότι αν ζούσε και σήμερα ο άγιος Ιωσήφ, θα προέκτεινε τον εγκωμιαστικό για τον όσιο Ευμένιο λόγο του και στα ομώνυμα με αυτόν «εκτυπώματά» του, τους αγίους Γέροντες, Ευμένιο του Νοσοκομείου των Λοιμωδών Νόσων Αττικής και Ευμένιο των Ρούστικων Ρεθύμνου Κρήτης. Η λυγερόκορμη και λεβεντογέννα και αγιοτόκος Κρήτη πρέπει σήμερα να ριγά από συγκίνηση για το σπουδαίο τέκνο της, τον όσιο Ευμένιο, αλλά και για τις αγιασμένες «προεκτάσεις» του, τους συγχρόνους αγίους Ευμενίους.

Δεν υπάρχει ο χώρος ούτε ο χρόνος προκειμένου να δούμε τις πολυποίκιλες διαστάσεις της χαρισματικής προσωπικότητας του οσίου Ευμενίου, όπως μας τις παρουσιάζει ο υμνογράφος της Εκκλησίας μας. Δύο όμως σημεία αξίζουν ιδιαιτέρως της προσοχής μας.

Πρώτον: η εξήγηση που προβάλλει ο άγιος Ιωσήφ για να δείξει την αγιότητα του Ευμενίου. Είναι άγιος, διότι έγινε κατοικητήριο του αγίου Πνεύματος. «Οίκος γέγονας Πνεύματος» τονίζει και όχι μόνον μία φορά. Διότι ο άγιος δεν είναι απλώς ο καλός άνθρωπος, όπως όλοι πια γνωρίζουμε, αλλά εκείνος που ενώθηκε με τον Θεό, που έγινε μέλος Χριστού και Εκείνος κατοικεί με τη χάρη Του στην ύπαρξη του ανθρώπου, και την ψυχή και το σώμα του. Είναι εκείνο που τονίζει ο απόστολος Παύλος, προκειμένου να κάνει τον χριστιανό να συνειδητοποιήσει το μεγαλείο που του χάρισε ο Χριστός: «Ουκ οίδατε ότι το σώμα υμών ναός εστι του εν υμίν αγίου Πνεύματος;» Και αλλού: «Ναός Θεού εστε ζώντος». Τέτοιος ναός άγιος υπήρξε και ο άγιος Ευμένιος. Ο υμνογράφος όμως αποκαλύπτει και τον τρόπο με τον οποίο ο όσιος έφτασε σ’  αυτό το σημείο: «θείοις ναοίς σχολάζων, Ιεράρχα, και σεπταίς μελέταις ωραϊζόμενος». Δηλαδή, έγινες ναός του αγίου Πνεύματος, Ιεράρχα, διότι ζούσες στους θείους ναούς και κοσμούσες τον εαυτό σου με τις μελέτες  του νόμου του Θεού. Κι είναι αλήθεια: κανείς δεν μπορεί να είναι σωστός χριστιανός, κατοικητήριο του Θεού, αν δεν αφιερώνει χρόνο στις συνάξεις της Εκκλησίας και στη μελέτη του λόγου του Θεού. Στην Εκκλησία ζει το μυστήριο της ένωσής του με τον Θεό, και ο λόγος του Θεού είναι εκείνος που φωτίζει τον νου του ανθρώπου. Ο υμνογράφος εξαγγέλλει εν προκειμένω ό,τι ετόνιζε και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Δει σχολάσαι και γνώναι Θεόν». Θέλεις να γνωρίσεις τον Θεό, δηλαδή να είσαι ενωμένος μαζί Του; - αυτό σημαίνει γνώση Θεού στην Εκκλησία μας. Ένας είναι ο τρόπος: να αφιερώσεις χρόνο για Εκείνον. Το ίδιο λοιπόν με άλλα λόγια τονίζει και ο υμνογράφος.

Το δεύτερο σημείο στο οποίο επικεντρώνουμε την προσοχή μας από όσα ο ποιητής λέει, είναι η σύνεση του οσίου Ευμενίου. Κι είναι ένα από τα βασικά γνωρίσματα που αποκτά ο χριστιανός, όταν αρχίζει να βιώνει την ενοίκηση του Πνεύματος του Θεού μέσα στην ύπαρξή του. «Σύνεσιν έσχηκας, ως ειρηνεύσας εκ παθών όσιε, νουν και ψυχήν». Απέκτησες σύνεση, όσιε, επειδή ειρήνευσες από τα πάθη τον νου και την ψυχή σου. Με άλλα λόγια, η σύνεση στον άνθρωπο έρχεται, μόνον όταν αυτός με τη χάρη του Θεού υποτάξει τα πάθη του και συνεπώς αποκτήσει την ειρήνη του Χριστού. Καταλαβαίνουμε πόσο δυσεύρετη αρετή είναι η σύνεση, ιδίως στην εποχή μας, η οποία μαστίζεται από τις εντάσεις των παθών και την ταραχή που προκαλούν αυτά στην ψυχή και το σώμα του ανθρώπου. Δεν είναι εκτός πραγματικότητας η εκτίμηση ότι ζούμε σε μία εποχή πλήρους ανισορροπίας, κατά την οποία είναι δύσκολο, αν μη αδύνατο πολλές φορές, να βρεις έναν άνθρωπο συνετό, που θα μπορεί να βλέπει τα πράγματα στις αληθινές τους διαστάσεις. Γι’ αυτό και η μόνη λύση είναι η προσφυγή μας στον Κύριο, τον χορηγό αυτής της χάρης, όταν βεβαίως και εμείς συνεργούμε προς αυτήν την κατεύθυνση με τον πνευματικό μας αγώνα. Ο άγιος Ευμένιος έρχεται σήμερα να μας υπενθυμίσει την πραγματικότητα αυτή και να μας σημάνει τη μετάνοιά μας.