Η ιστοσελίδα μετακόμισε!

Ανακατευθύνεστε αυτόματα στη νέα διεύθυνση...

Πατήστε εδώ αν δεν ανακατευθυνθείτε αυτόματα

05 Φεβρουαρίου 2022

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΤΗΣ ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ)

«Ω, γύναι, μεγάλη σου η πίστις! Γενηθήτω σοι ως θέλεις»

Μία «ανατροπή» του τρίτου αιτήματος της Κυριακής προσευχής καταγράφει το σημερινό περιστατικό της συνάντησης του Κυρίου με τη Χαναναία γυναίκα. Αντί να γίνεται το θέλημα του Θεού στη ζωή του ανθρώπου – ό,τι ακριβώς μας δίδαξε ο Κύριος να ζητάμε στην προσευχή μας: «γενηθήτω το θέλημά Σου» - γίνεται το θέλημα του ανθρώπου από τον Θεό: «γενηθήτω σοι ως θέλεις». Κι είναι το περιστατικό επίσης που καταγράφει τη μία από τις δύο περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο Κύριος επαίνεσε την πίστη των ανθρώπων – και στις δύο με πρόσωπα εκτός του Ισραήλ και με πρόβλημα που δεν ήταν άμεσα δικό τους (τον Ρωμαίο εκατόνταρχο που παρακαλούσε για τον δούλο του, τη Χαναναία σήμερα που παρακαλούσε για τη δαιμονισμένη κόρη της) – και πραγματοποίησε αυτό που ζητούσαν: «Μεγάλη σου η πίστις! Γενηθήτω σοι ως θέλεις». Πώς εξηγείται τούτο;

1. Καταρχάς, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση ο Κύριος δεν επικαλείται τον Θεό Πατέρα Του για την εκπλήρωση του αιτήματος του ανθρώπου ούτε παραπέμπει κάπου αλλού. Ο Ίδιος με το αρχικό Του θέλημα ως Θεός που είναι, επιτάσσει το γεγονός. Κι είναι σαν να βρισκόμαστε στην αρχή της Δημιουργίας του κόσμου, όταν ως άσαρκος Υιός και Λόγος του Θεού, από κοινού βεβαίως με τα άλλα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, έδινε την παρόμοια εντολή: «γενηθήτω». Και όπως τότε το αποτέλεσμα του λόγου Του ήταν η δημιουργία: «και εγένετο…», έτσι κι εδώ ο λόγος Του, το «γενηθήτω σοι»,  φέρνει αμέσως την ίαση της κόρης της γυναίκας: «Και ιάθη η θυγάτηρ αυτής από της ώρας εκείνης».  

2. Η ικανοποίηση του θελήματος της γυναίκας από τον Κύριο – η «ανατροπή» του «γενηθήτω το θέλημά Σου» - φαίνεται ως «ήττα» του Κυρίου. Η γυναίκα νίκησε τον Κύριο και πήρε το έλεός Του γι’ αυτήν και την κόρη της. Πρόκειται για τις «ήττες» του Θεού εκ μέρους του ανθρώπου, οι οποίες αποτελούν τη χαρά Του και την επιδίωξή Του. Δεν υπάρχει ίσως μεγαλύτερη ευφροσύνη για τον Κύριο να βλέπει τα δημιουργήματά Του να «παλεύουν» μ’ Αυτόν και να φθάνουν στο σημείο να Τον κάμπτουν. Κι αιτία γι’ αυτό βεβαίως είναι, όπως όλοι καταλαβαίνουμε, η αγάπη του Κυρίου απέναντί μας. Με την πρώτη αντίστασή Του στα αιτήματά μας προκαλεί τη φανέρωση του αληθινού περιεχομένου της καρδιάς μας, αν δηλαδή αυτό που ζητάμε είναι όντως αυτό που μας διακατέχει, αν συνιστά πράγματι τον πόνο μας. Κι όταν βλέπει την επιμονή μας, όταν βλέπει ότι μπροστά σ’ αυτό που ζητάμε κάνουμε πέρα οτιδήποτε «κουρελιάζει» τον εγωισμό μας, όταν βλέπει ότι έχουμε εξαρτήσει όλη την ύπαρξή μας από Εκείνον, τότε ναι, υπακούει σε εμάς και τροποποιεί το θέλημά Του.

Έτσι δεν έγινε και με την περίπτωση του Ιακώβ – κάτι που ήδη έχει επισημανθεί από τους ερμηνευτές της Εκκλησίας μας -  όταν έφυγε από το σπίτι του, φοβούμενος την οργή του αδελφού του Ησαύ, λόγω της κλοπής των πρωτοτοκίων; Στην πορεία του προς τον θείο του, καθώς ξάπλωσε κάπου να κοιμηθεί, δεν μας λέει η Παλαιά Διαθήκη ότι όλη τη νύκτα «πάλεψε» με τον άγγελο του Κυρίου, τον ίδιο τον Θεό, και στο τέλος Τον «νίκησε»; Και η «ήττα» του Κυρίου Τον έκανε να δώσει στον Ιακώβ το όνομα του «Ισραήλ», του ισχυρού, αυτού που νίκησε και τον Θεό. Αλλά επίσης, για να θυμηθούμε και αυτό από πολλές άλλες ακόμη περιπτώσεις,  το ίδιο δεν έγινε και όταν απεστάλη ο προφήτης Ιωνάς να κηρύξει μετάνοια στους ειδωλολάτρες Νινευίτες; Είχε αποφασίσει την εξολόθρευσή τους λόγω των αμαρτιών τους. Κι όμως, με τη μετάνοια που επέδειξαν μετά το κήρυγμα του προφήτη, ο Κύριος κάμφθηκε, άλλαξε την απόφασή Του, «νικήθηκε».

Στην προκείμενη περίπτωση με τη Χαναναία τα πράγματα παρουσιάζονται πολύ καθαρά: ο Κύριος «υποκρίνεται», παίζει το ρόλο ενός εθνικιστή Ιουδαίου, και παρουσιάζεται σκληρός, χωρίς να δίνει καμία σημασία στη γυναίκα. Κι όχι μόνο δεν της δίνει σημασία, αλλά στη συνέχεια και την προσβάλλει, χαρακτηρίζοντάς την «κυνάριον», σκυλί του σπιτιού.  Με διπλό σκοπό: αφενός, όπως φαίνεται έπειτα, να διδάξει τους μαθητές Του, οι οποίοι και αυτοί ήταν εθνικιστές, δηλαδή με απολυτοποίηση του δικού τους έθνους και περιφρόνηση των άλλων εθνών, αφετέρου να οδηγήσει τη Χαναναία, μέσω της συνεχούς αρνήσεώς Του,  στο σημείο να αποκαλυφθεί η μεγάλη της πίστη. Και ο Κύριος, ο Οποίος ως καρδιογνώστης έβλεπε το διαρκές ανέβασμα της πίστεως της γυναίκας, την επιμονή της, την ταπείνωσή της, ξεσπάει σε εγκωμιασμό προς αυτήν: «Γυναίκα, είναι μεγάλη η πίστη σου

3. Ποια στοιχεία συνθέτουν τη μεγάλη πίστη της γυναίκας; Τι μας αποκαλύπτει το όλο περιστατικό;

 (1) Η γυναίκα «εξήλθε από των ορίων αυτής». Η Χαναναία, μία ειδωλολάτρισσα δηλαδή αλλά καλοπροαίρετη γυναίκα, μόλις ακούει ότι ο Κύριος προσεγγίζει τα όρια της περιοχής της, εξέρχεται από αυτά για να Τον συναντήσει. Κάνει αυτό που έκανε και ο Ίδιος ο Κύριος, ο Οποίος και Αυτός «εξήλθε εις τα μέρη Τύρου και Σιδώνος». Με άλλα λόγια η συνάντηση του Θεού και του ανθρώπου προϋποθέτει την έξοδο και των δύο: ο Θεός εξέρχεται, «κενώνει Εαυτόν» – ο Κύριος βγαίνει έξω από τα όρια που επιτρεπόταν για έναν Ιουδαίο, όπως βγήκε και από τα όρια που «επιτρεπόταν» για τον Θεό, δηλαδή να έλθει στον κόσμο – η γυναίκα βγαίνει να συναντήσει έναν Ιουδαίο, μολονότι ειδωλολάτρισσα. Σαν την περίπτωση με τον Ζακχαίο: και ο Ζακχαίος έκανε κάτι που δεν επιτρεπόταν για τη θέση του, δηλαδή να ανέβει σε ένα δένδρο. Κι η πίστη της αυτή να πλησιάσει τον Χριστό συμπληρώνεται με την κραυγή της να την ελεήσει ο Κύριος: «Ελέησόν με Κύριε, υιέ Δαυίδ». 

(2) Η Χαναναία επιμένει. Η πίστη της είναι αποφασιστική: την καίει το πρόβλημα του παιδιού της. Όχι μόνο δεν κάμπτεται από την περιφρόνηση του Κυρίου και τα προσβλητικά Του λόγια, αλλά αντιθέτως γίνεται περισσότερο «επιθετική»: ενώ ακολουθούσε τον Κύριο και κραύγαζε, στη συνέχεια έρχεται μπροστά Του και με βαθύ σεβασμό, προσκυνώντας Τον, επιμένει στο αίτημά της. Η πίστη της λοιπόν μεγαλώνει με την επιμονή της. 

(3) Ο Κύριος, είπαμε, την περιφρονεί στην αρχή – ήλθα μόνον για τα «απολωλότα οίκου Ισραήλ» - και έπειτα την προσβάλλει – «δεν είναι καλό να πάρω το ψωμί των παιδιών και να το ρίξω στα σκυλιά». Κι όμως η Χαναναία όχι μόνον δεν προσβάλλεται, αλλά επιτείνει ακόμη περισσότερο την προσβολή: όχι το ψωμί, αλλά τα ψίχουλα τουλάχιστον ας πάρω. Η πίστη της, κοσμημένη με την επιμονή της, γίνεται έκλαμπρη με την ταπείνωσή της. Κι αυτό ήταν που ήθελε ο Κύριος. Για τον Κύριο, το σημείο που ο άνθρωπος έχει τη μεγάλη πίστη, εκείνη που Τον κάνει να υπακούει ο Ίδιος στον άνθρωπο, είναι ακριβώς η μεγάλη του ταπείνωση. Διότι προφανώς συνιστά το έδαφος για να μπορεί να έλθει στον άνθρωπο η χάρη του Θεού και να λειτουργεί ο άνθρωπος σαν τον Θεό. «Ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν». 

(4) Κι ένα στοιχείο της μεγάλης αυτής πίστεως της γυναίκας, που μάλλον έκανε τον Κύριο να συγκινηθεί ιδιαίτερα, ήταν ότι βίωνε το πρόβλημα του παιδιού της σαν προσωπικό της πρόβλημα. «Ισοπέδωσε» τον εαυτό της, έκανε τα πάντα, διότι πήρε πάνω της τον πόνο του παιδιού της. «Ελέησε εμένα, Κύριε» κραυγάζει. Όχι το παιδί μου, εμένα. Ό,τι έκανε ο ίδιος ο Θεός, ο Οποίος πήρε επάνω Του τις δικές μας αμαρτίες και τις έκανε δικές Του, κατά τον ίδιο σχεδόν τρόπο και εδώ: η γυναίκα νιώθει υπεύθυνη για την κατάντια της κόρης της. Κι αυτό σημαίνει: τότε ο άνθρωπος δείχνει την πραγματική και μεγάλη του πίστη στον Θεό, όταν και επιμένει βεβαίως, και ταπεινώνεται, αλλά και αγαπά σωστά, προσλαμβάνοντας τους άλλους μέσα στον δικό του εαυτό. «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν».

Η Χαναναία - Ιούστα στο όνομα, κατά κάποια εκκλησιαστικά κείμενα - έκρινε την πίστη του Ισραήλ με τη μεγάλη της πίστη,  αλλά κρίνει και τη δική μας των Χριστιανών. Διότι και εμείς πολλές φορές ενώπιον των προβλημάτων μας, ατομικών, οικογενειακών, κοινωνικών ακόμη, λιποψυχούμε, ολιγοπιστούμε, τα βάζουμε και με τον Θεό, που δεν μας ακούει και δεν μας βλέπει. Ο φόβος και η ανασφάλεια συχνά μας καταβάλλουν. Κι αυτό δείχνει ακριβώς το έλλειμμα της πίστεώς μας. Ο Κύριος όμως περιμένει και από εμάς ό,τι περίμενε από τη Χαναναία: την ενεργοποίηση της μεγάλης πίστεως, να δει δηλαδή την ουσιαστική πίστη μας με την επιμονή μας, την ταπείνωσή μας, την αγάπη μας. Τότε μας δίνει τη χάρη να γινόμαστε και εμείς παντοδύναμοι: ό,τι ζητάμε να γίνεται. Συνήθως όμως εμείς θέλουμε τα μεγάλα: τη χάρη του Θεού και τις δωρεές Του, αλλά με τον λιγότερο κόπο. Αυτό όμως είναι η υποκρισία και ο εγωισμός μας.

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΖ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (Ματθ. 15, 21–28)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐξῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος. Καὶ ἰδοὺ γυνὴ Χαναναία ἀπὸ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγαζεν αὐτῷ λέγουσα· ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυῒδ· ἡ θυγάτηρ μου  κακῶς  δαιμονίζεται. Ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη  αὐτῇ λόγον.  Καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι  κράζει ὄπισθεν ἡμῶν. Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς  εἶπεν·  οὐκ ἀπεστάλην εἰμὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. Ἡ δὲ ἐλθοῦσα  προσεκύνησεν  αὐτῷ λέγουσα·  Κύριε,  βοήθει  μοι. Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις. Ἡ δὲ εἶπε· ναί, Κύριε· καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψυχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν. Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ· ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. Καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ

Ἐκεῖνο τόν καιρό, ὁ Ἰησοῦς ἀναχώρησε γιά τήν περιοχή τῆς Τύρου καί τῆς Σιδώνας. Τότε μιά γυναίκα Χαναναία βγῆκε ἔξω ἀπό τά ὅρια τῆς περιοχῆς ἐκείνης καί τοῦ φώναζε δυνατά: «Ἐλέησέ με, Κύριε, Υἱέ τοῦ Δαβίδ. Ἡ θυγατέρα μου βασανίζεται ἀπό δαιμόνιο». Αὐτός δέν τῆς ἀπαντοῦσε  λέξη.  Τόν  πλησίασαν  τότε  οἱ μαθητές  του  καί  τόν παρακαλοῦσαν: «Διῶξε την, γιατί μᾶς ἀκολουθεῖ καί φωνάζει». Ὁ Ἰησοῦς  εἶπε:  «Ἔχω ἀποσταλεῖ μόνο  γιά  τούς  πλανεμένους Ἰσραηλίτες». Ἐκείνη ὅμως ἦρθε  καί  τόν  προσκύνησε  λέγοντας: «Κύριε, βοήθησέ με». Αὐτός τῆς ἀποκρίθηκε: «Δέν εἶναι σωστό νά πάρει κανείς τό ψωμί τῶν παιδιῶν καί νά τό πετάξει στά σκυλιά».

«Ναί,  Κύριε»,  εἶπε ἐκείνη,  «ἀλλά  καί  τά  σκυλιά  τρῶνε ἀπό  τά ψίχουλα  πού  πέφτουν ἀπό  τό τραπέζι  τῶν  κυρίων τους».  Τότε ὁ Ἰησοῦς τῆς ἀπάντησε: «Μεγάλη εἶναι ἡ πίστη σου, γυναίκα!  Ἅς γίνει ὅπως τό θέλεις». Κι ἀπό κείνη τήν ὥρα γιατρεύτηκε ἡ θυγατέρα της.

 

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (Β΄Κορ. 6,16-7,1)

Ἀδελφοί, ὑμεῖς ἐστε  ναὸς  Θεοῦ ζῶντος,  καθὼς  εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι  λαός.  Διὸ ἐξέλθατε ἐκ  μέσου  αὐτῶν  καὶ ἀφορίσθητε,  λέγει  Κύριος,  καὶ ἀκαθάρτου  μὴ ἅπτεσθε,  κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς, καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα, καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ. Ταύτας οὖν ἔχοντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί,  καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς  μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ

Ἀδελφοί, ἐσεῖς εἶστε ναός τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ὅπως ὁ ἴδιος εἶπε: Θά κατοικήσω ἀνάμεσά τους καί θά πορεύομαι μαζί τους. Θά εἶμαι Θεός τους, κι αὐτοί θά εἶναι λαός μου. Γι’ αὐτό λέει ὁ Κύριος: Φύγετε μακριά ἀπ’ αὐτούς καί ξεχωρίστε. Μήν ἀγγίζετε ἀκάθαρτο πράγμα, κι ἐγώ θά σᾶς δεχτῶ. Θά εἶμαι γιά σᾶς ὁ Πατέρας, κι ἐσεῖς θά εἶστε γιοί καί θυγατέρες μου, λέει ἀκόμα ὁ παντοκράτορας Κύριος.

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΑΓΑΘΗ

«Η αγία Αγάθη ήταν από την πόλη Πάνορμο της Σικελίας, λάμποντας από νεότητα και αγνότητα σώματος και κάλλος ψυχής, ενώ ήταν και πλούσια. Κατά τους χρόνους του βασιλιά Δεκίου, οδηγείται στον ηγεμόνα Κυντιανό. Και κατά πρώτον την έδωσαν σε μία άπιστη πόρνη γυναίκα, για να την μεταστρέψει από την πίστη της στον Χριστό. Επειδή όμως κρατούσε στέρεα την πίστη αυτή και προτιμούσε περισσότερο τον θάνατο με μαρτύριο, την κτύπησαν σκληρά και της έκοψαν τον μαστό, τον οποίο αποκατέστησε υγιή ο πανένδοξος απόστολος Πέτρος. Έπειτα την έσυραν πάνω σε όστρακα και την κατέφλεξαν με φωτιά. Την έριξαν τέλος στη φυλακή, οπότε εκεί παρέδωσε το πνεύμα της στον Θεό. Λέγεται μάλιστα ότι στον τάφο της άγγελος έφερε μία πλάκα, η οποία είχε γραμμένα επάνω τα εξής: «Νους όσιος, αυτοπροαίρετος, τιμή εκ Θεού, και πατρίδος λύτρωσις». Τελείται δε η σύναξή της στο Μαρτύριό της που βρίσκεται στο Τρίκογχο».

Ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος της αγίας Αγάθης, βρίσκει την ευκαιρία, στον κανόνα που έγραψε γι’ αυτήν, να τονίσει και πάλι ότι η Εκκλησία μας είναι ντυμένη στα κόκκινα από το αίμα των αγίων μαρτύρων της. Το μαρτυρικό αίμα του κάθε αγίου συνιστά μάλιστα και ένα στολίδι γι’ αυτήν, δείγμα ότι το μαρτύριο αποτελεί τη δόξα της Εκκλησίας. «Ας στολιστεί σήμερα η Εκκλησία  ένδοξο πορφυρικό ένδυμα, που βάφτηκε από τα αγνά αίματα της μάρτυρος Αγάθης». Και παίρνει την αφορμή για να μας θυμίσει το αυτονόητο: η αγία έδωσε και τη ζωή της για χάρη της πίστεώς της στον Χριστό, επειδή ακριβώς αγάπησε ολοκληρωτικά Εκείνον και προσπάθησε, γι’ αυτό, να ρυθμίσει την ύπαρξή της με βάση τις άγιες εντολές Του. «Από όλα τα τερπνά και ευχάριστα της ζωής, τον Χριστό διάλεξες, Αγάθη, επειδή θέλχθηκες από τον θεϊκό πόθο»∙ «Ρύθμιζες τη ζωή σου, ένδοξη μάρτυς, με βάση τα θεία προστάγματα του Χριστού».

Ο άγιος Θεοφάνης κατά φυσικό τρόπο εγκύπτει σ’ αυτό που βλέπει ως παραδοξότητα στον βίο της αγίας: άγγελος Κυρίου να φέρει πλάκα, με χαραγμένες φράσεις δηλωτικές της αγιότητάς της, σημάδι ότι ο Θεός ήθελε να την καταστήσει φανερή στον κόσμο. Και κάνει τον συνειρμό: και ο Μωυσής στο όρος Σινά έλαβε τις πλάκες από τον Θεό με χαραγμένο τον Νόμο Του σ’ αυτές. «Έγινε παράδοξο θαύμα με την άθληση της πανένδοξης Αγάθης και Μάρτυρος Χριστού του Θεού, που είναι εφάμιλλο με τον Μωυσή. Εκείνος δηλαδή, νομοθετώντας τον λαό στο όρος Σινά, δέχτηκε τις θεοχάρακτες Γραφές που γράφτηκαν σε πλάκες. Εδώ από την άλλη ο άγγελος έφερε πλάκα από τον ουρανό στον τάφο, που είχε γραμμένα “Νους όσιος, αυτοπροαίρετος, τιμή εκ Θεού, και πατρίδος λύτρωσις”». Ποιος θα το φανταζόταν ότι μία νεαρή κόρη στη Νότια Ιταλία θα παραβαλλόταν με τον πατριάρχη Μωυσή τον θεόπτη; Επιβεβαιώνεται για μία ακόμη φορά αυτό που ο Κύριος είχε πει, ότι και ο μικρότερος στη Βασιλεία του Θεού, δηλαδή μετά τον ερχομό Εκείνου, είναι μεγαλύτερος και από τον μεγαλύτερο στην Παλαιά Διαθήκη.

Ο άγιος υμνογράφος όμως μένει έκθαμβος και από δύο ακόμη θαύματα που έγιναν με την αγία. Το πρώτο, όταν εξερράγη το ηφαίστειο της Αίτνας και η καυτή λάβα επρόκειτο να καταστρέψει την παρακείμενη πόλη. Οι κάτοικοι που τιμούσαν την αγία και το τίμιο λείψανό της,  την επικαλέστηκαν με πίστη. Και ω, του θαύματος! Η ακάθεκτη φλόγα της λάβας αναστάληκε. Η πόλη διασώθηκε, η αγία ενήργησε. «Την ακάθεκτη ορμή της φωτιάς από την Αίτνα την ανέστειλες με τις ευχές σου, αγαθώνυμη. Και διέσωσες την πόλη, η οποία τιμούσε το σεπτό σου λείψανο, μάρτυς, από το οποίο παίρνει με ευχαρίστηση τους ποταμούς των ιαμάτων, με τη χάρη του αγίου Πνεύματος». Το δεύτερο, όταν η ίδια η αγία, ευρισκομένη στα μαρτύρια, είδε να θεραπεύεται από την αποκοπή του μαστού της, με τη θαυμαστή παρουσία του αγίου αποστόλου Πέτρου. Εκείνος φάνηκε όταν φρουρείτο η αγία, και της θεράπευσε τις πληγές. «Παρουσιάστηκε με λαμπρό τρόπο ο μαθητής του Χριστού σε εσένα, που ήσουν δέσμια, αήττητη Μάρτυς του Σωτήρος παρθένε, θεραπεύοντας τις φοβερές πληγές σου, τις οποίες υπέστης βεβαίως με χαρά». Η θαυμαστή ίαση του μαστού της, σημειώνει ο ποιητής, οδήγησε σε φοβερή μανία  και σε τεράστια κατάπληξη τον διώκτη της, ενώ εκείνη δοξολογούσε τον νυμφίο της Χριστό. «Καταλήφθηκε από τρομερή μανία ο κακός διώκτης και απορούσε φοβερά, βλέποντας τη δική σου ανανέωση και τη βλάστηση του μαστού σου. Εσύ όμως, μάρτυς, με χαρά φώναζες στον νυμφίο σου με δυνατή κραυγή: Είσαι ευλογημένος Θεέ των Πατέρων μας».

Είναι περιττό να σημειώσουμε ότι η αγία Αγάθη φαίνεται να έχει εκπληκτική επικαιρότητα στην εποχή μας. Και τη φωτιά της πολυποίκιλης κρίσεως, που σαν λάβα ηφαιστείου απειλεί να μας καταστρέψει,  μπορεί με τη χάρη του Θεού να αναστείλει, και τις γυναίκες που πάσχουν από οποιοδήποτε πρόβλημα μαστού μπορεί να θεραπεύσει. Πολύ λίγο γνωστή στους πολλούς η αγία Αγάθη, με τόσο μεγάλη όμως χάρη Θεού και δύναμη ευεργεσίας της στον κόσμο.

04 Φεβρουαρίου 2022

ΒΡΑΧΥΒΙΑ Η ΖΩΗ!

«Είναι βραχύβια όχι μόνο η νεότητα, αλλά και ολόκληρη η ζωή σου. Γιατί λοιπόν αμαρτάνεις αδιάκοπα, κατασκευάζοντας για τον εαυτό σου  μέσα σε λίγες ώρες την αιώνια κόλαση; Αφού μάθεις λοιπόν καλά ότι δεν πρέπει να εμπιστεύεσαι τα πράγματα της εδώ ζωής που στρέφονται και αλλάζουν διαρκώς, σπούδαζε να γίνεσαι γνωστός για τα ενάρετα έργα σου, τα οποία και εδώ (στον κόσμο αυτόν) επαινούνται, αλλά και οι μελλοντικοί τους μισθοί δεν χάνονται» (Όσιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης).

Ο όσιος Ισίδωρος θεωρείται ο σπουδαιότερος επιστολογράφος όλης της Εκκλησιαστικής γραμματείας. Οι επιστολές που έγραψε σε διάφορες περιπτώσεις ανέρχονται όχι σε εκατοντάδες αλλά σε χιλιάδες, δείγμα και του πλούσιου εν Πνεύματι λόγου του αλλά και της ιεραποστολικής του διαθέσεως -  θεωρούσε καθήκον του να απαντά σε κάθε άνθρωπο που ζητούσε τη συμβουλή του, πότε με λόγο παρακλητικό πότε με λόγο ελεγκτικό. Αν στην εποχή μας πολλοί όσιοι Γέροντες έγραφαν πολλές επιστολές σε αδελφούς που αντιμετώπιζαν κάποια προβλήματα, όπως ο όσιος Παΐσιος για παράδειγμα, ας φανταστούμε πόσο πολλαπλασίως συνέβαινε τούτο με τον άγιο Ισίδωρο, που είχε ιδιαιτέρως ανεπτυγμένο το χάρισμα τούτο και πολλοί απευθύνονταν σ’  αυτόν σαν στον άγιο Χρυσόστομο, τον οποίο υπερβαλλόντως αγαπούσε και ακολουθούσε.

Στο συγκεκριμένο απόσπασμα που παραθέτουμε ο άγιος απευθύνεται σε αδελφό που η ζωή του προφανώς απάδει προς τη χριστιανική βιοτή. Φαίνεται ότι η προτεραιότητα του συγκεκριμένου ανθρώπου δεν ήταν ο Θεός, όπως ζητεί τούτο ο ίδιος ο Κύριος: «ζητείτε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού καί την δικαιοσύνην Αυτού», αλλά τα πράγματα του κόσμου τούτου, που σημαίνει ότι το κοσμικό αμαρτωλό φρόνημα τον είχε καταστήσει δέσμιό του. Διότι κατά τον απόστολο «από ό,τι κανείς έχει ηττηθεί σ’ αυτό έχει υποδουλωθεί». Δούλος λοιπόν των παθών του και του Πονηρού που ενεργεί πίσω από αυτά ο αποδέκτης της επιστολής του οσίου, δέχεται τον καθαρό λόγο του που τον φωτίζει για να ξέρει πού πορεύεται. Και τι τονίζει ο όσιος; Δεν πρέπει να εμπιστευόμαστε τα πράγματα της παρούσης ζωής, γιατί είναι φθαρτά και παρερχόμενα: «στρέφονται και αλλάζουν διαρκώς», οπότε και το χαρακτηριστικό τους είναι η ταραχή. Για να προχωρήσει στην εκτίμησή του ο άγιος Ισίδωρος: η καρδιακή στροφή προς τα παρερχόμενα υλικά πράγματα ως να είναι η ζωή του ανθρώπου αποτελεί την ίδια την αμαρτία. Κι όσο επιμένει κανείς στον αμαρτωλό αυτόν τρόπο ζωής, «αδιάκοπα», τόσο τελικώς κατασκευάζει για τον εαυτό του το οικοδόμημα της κόλασής του! Και μάλιστα σε λίγες ώρες! Ο όσιος προϋποθέτει τον λόγο της Γραφής ότι «τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος», ψωνίζεις θάνατο όταν αμαρτάνεις, κι ο θάνατος αυτός ως αποκοπή από την πηγή της Ζωής τον Θεό είναι η κόλαση του ανθρώπου! Αυτό δεν ορίζεται ως κόλαση από τη διδασκαλία της Εκκλησίας; Όχι ασφαλώς κάποιος τόπος με καζάνια φωτιάς, αλλά μέσα στην ενέργεια της αγάπης του Θεού με αποστροφή προς Αυτόν! Να είσαι με τον Θεό που σε αγαπά και εσύ να Τον μισείς! Και δεν πρόκειται για μελλοντικές μόνο καταστάσεις. Είναι το ίδιο το παρόν της ζωής μας και που οι επιλογές μας το καθιστούν είτε κόλαση είτε Παράδεισο!

Και βεβαίως ο άγιος Ισίδωρος με τον δικό του τρόπο που φανερώνει την αγάπη του προς τον «παραστρατημένο» αδελφό εξαγγέλλει τη διδασκαλία του Κυρίου περί των δύο οδών. Ο Κύριος δεν μας είπε ότι η κάθε στιγμή μας είναι μία επιλογή που είτε οδηγεί στη Βασιλεία του Θεού, όταν επιλέγουμε το άγιο θέλημά Του, είτε οδηγεί στην αιώνια απώλειά μας, όταν επιλέγουμε το δικό μας αμαρτωλό θέλημα; «Τι στενή και θλιμμένη η οδός που οδηγεί στη Ζωή, ενώ πλατειά η οδός που οδηγεί στην απώλεια». Και δεν μπορούμε να παίζουμε με κάτι που έχει αιώνιες διαστάσεις. Γιατί «η ζωή είναι βραχύβια». Όχι μόνο η νεότητα που είναι ευεπίφορη στις ηδονές και τις αμαρτίες, αλλά ολόκληρη η ζωή. Γι’ αυτό και το βραχύβιό της πρέπει να το ζει κανείς έτσι ώστε να του προσδίδει αιώνιο χαρακτήρα, κάτι που συμφέρει τον άνθρωπο όχι μόνο για το μέλλον αλλά και για το παρόν: θα επαινεθεί ο ενάρετος άνθρωπος από τους σοβαρούς ανθρώπους.

Με την εικόνα και πάλι του αγίου: κάθε ώρα και στιγμή «κατασκευάζουμε» το μέλλον μας. Είτε με τις αμαρτίες μας την κόλασή μας είτε με τον αγώνα μας να τηρούμε το θέλημα του Θεού τον Παράδεισό μας.

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΣΙΔΩΡΟΣ Ο ΠΗΛΟΥΣΙΩΤΗΣ

Α. «Ο άγιος Ισίδωρος, που ήταν Αιγύπτιος κατά το γένος, ήταν γνωστός ως υιός ευγενών και θεοφιλών γονέων, και  ήταν συγγενής του Θεοφίλου και του Κυρίλλου, των Επισκόπων της Εκκλησίας των Αλεξανδρέων. Ο όσιος αυτός, πεπαιδευμένος πάρα πολύ και από τη θεία σοφία, αλλά και από την έξωθεν, άφησε πάμπολλα συγγράμματα, άξια λόγου και μνήμης στους φιλομαθείς. Αφού εγκατέλειψε κάθε είδος πλούτου, τη λαμπρότητα του γένους του, την ευδαιμονία του βίου, επήγε στο Πηλούσιο όρος και ακολούθησε τη μοναχική ζωή. Εκεί διάγοντας με πλήρη αφιέρωση στον Θεό, φώτιζε με τη διδασκαλία των θείων του λόγων  όλη την οικουμένη, με αποτέλεσμα να οδηγεί σε μετάνοια τους αμαρτάνοντες, να στηρίζει αυτούς που αγωνίζονταν στην πίστη, να διεγείρει προς την αρετή αυτούς που απειθούσαν, με την αυστηρότητα των θείων ελέγχων του. Κι ακόμη: να υπενθυμίζει και να νουθετεί και  βασιλείς, για το συμφέρον της οικουμένης, και γενικά να ερμηνεύει με σοφότατο τρόπο τα λόγια της Αγίας Γραφής σε όλους αυτούς που τον ρωτούσαν. Λέγεται μάλιστα ότι οι επιστολές του φτάνουν τις δέκα χιλιάδες. Αφού έζησε λοιπόν άριστα και πολιτεύτηκε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, έφυγε από τη ζωή αυτή σε βαθύ γήρας».

Β. Ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος του οσίου Ισιδώρου, είναι επόμενο να εστιάζει την προσοχή του σε αυτό που αποτέλεσε το μεγαλύτερο χάρισμα του αγίου: τη διδασκαλία του. Σχεδόν στο σύνολο των ύμνων που έγραψε γι’ αυτόν, στο διδακτικό του οσίου αναφέρεται, με παράλληλη αναφορά στη διαχρονική επιρροή του στους πιστούς και στις προϋποθέσεις του λόγου του, προφορικού και γραπτού. Σε τροπάριο του καθίσματος του όρθρου για παράδειγμα, κατά συμπυκνωμένο τρόπο επισημαίνει: «Αναδείχτηκες βίβλος διδασκαλίας της γνώσης, που συντάχθηκε με τον φωτισμό του πανάγνου Πνεύματος από τον πλούτο της πίστης σου, και φανερώνεις τα θεία σε όλους που έχουν ανάγκη τον Θεό και Τον αναζητούν, όπως και θησαυρίζεις τη ζωή γι’ αυτούς που την θέλουν». Και σ’ ένα από τα στιχηρά του εσπερινού παρουσιάζει τον όσιο με ωραία έμπνευση: «Με την πλημμύρα της χάρης του Θεού και με τη βροχή των λόγων σου, ποτίζεις όλους του πιστούς. Διότι βάζοντας το στόμα σου στον κρατήρα της θεϊκής σοφίας σαν να πίνεις από πηγή, άντλησες από εκεί με αφθονία, και διέδωσες παντού τις ακτίνες των δογμάτων σου, στέλνοντας επιστολές και διδάσκοντας και νουθετώντας, θαυμάσιε».

Είπαμε βεβαίως ότι αναφέρεται ο άγιος υμνογράφος και στις προϋποθέσεις του οσίου ως προς το χάρισμα του λόγου που είχε. Ο όσιος Ισίδωρος δηλαδή δεν έγραφε ή δεν κήρυσσε, και μάλιστα με μεγάλη καλλιέπεια, επειδή απλώς μελέτησε – η μελέτη του ήταν πράγματι κοπιώδης και επισταμένη, τόσο των εκκλησιαστικών Πατέρων και συγγραφέων, όσο και των διαφόρων φιλοσόφων – αλλά κυρίως επειδή «έμαθε αφ’ ων έπαθε» κατά την εκκλησιαστική ορολογία. Έζησε με άλλα λόγια την πνευματική ζωή, φωτίστηκε από το Πνεύμα του Θεού, γνώρισε τον Θεό, τον κήρυξε. Όπως σημειώνει μεταξύ άλλων ο υμνογράφος: «Θανάτωσες με την εγκράτεια το αμαρτωλό φρόνημα, καθώς ντύθηκες τη ζωηφόρο νέκρωση που δίνει ο Χριστός. Κι αφού πλάτυνες  την κατάσταση της ψυχής σου, πανόσιε, την έκανες να χωράει καθαρά τα χαρίσματα του Πνεύματος, και έγινες έτσι δοχείο θεοπνεύστων διδαγμάτων και κατοικητήριο της υπέρ νουν θεϊκής σοφίας».

Αξίζει να σταθούμε περισσότερο. Διότι οι επισημάνσεις του αγίου υμνογράφου, και για τις προϋποθέσεις του διδασκαλικού του αξιώματος και για το περιεχόμενο της διδασκαλίας του, είναι πολύ σημαντικές, ιδίως ως προς τη χρήση του όρου «πλάτυνση της κατάστασης της ψυχής». Ασφαλώς δηλαδή ο άγιος εξέφραζε τη σοφία του Θεού, αλλά αφού είχε καταστήσει τον εαυτό του ικανό (μέσω της εγκρατείας που καταργούσε το σαρκικό φρόνημα) για να ζει η σοφία αυτή (ως κυριολεκτικά ένδυμά του) στην ύπαρξή του. Επαναλαμβάνει δηλαδή ο υμνογράφος την ίδια αλήθεια για την ένωση του Θεού με τον άγιο (και με κάθε συνεπώς γνήσιο χριστιανό), αλλά μέσω και ενός άλλου όρου, μίας άλλης λέξης: Ο άνθρωπος μπορεί να «πλατυνθεί» τόσο, ώστε να χωρέσει ολόκληρο τον Θεό!

Ποια η εξήγηση; Πρόκειται για το μεγαλείο της δημιουργίας του από Εκείνον – «ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ’ ὁμοίωσιν» - ο Οποίος θέλησε κατά κάποιον τρόπο να «επαναλάβει» (όσιος Σωφρόνιος) τον εαυτό Του μέσω του τελευταίου και ανωτέρου δημιουργήματός Του. Ο άνθρωπος δημιουργείται με προοπτική να «χωρέσει» όλο τον Θεό! Χάνεται η προοπτική λόγω της αμαρτίας – η αμαρτία σμικρύνει και συρρικνώνει τον άνθρωπο μέχρις εξαντλήσεως και εξουδενώσεώς του – αλλά την επαναποκτά με τον ερχομό του ενανθρωπήσαντος Θεού. Ο Ιησούς Χριστός ανοίγει και πάλι τη χαμένη προοπτική και έτσι ο πιστός πια άνθρωπος, ενσωματωμένος στον Χριστό, «πλατύνεται» μέχρι απειρίας: ο άνθρωπος όπως είπαμε χωράει τον Θεό και κατ’ επέκταση όλους τους συνανθρώπους του! Ο κάθε άνθρωπος, εν Χριστώ μπορεί να γίνει ένας άλλος Χριστός. Γι’ αυτό και η πλάτυνσή του αυτή τον καθιστά «στόμα Χριστού» με λόγο αιώνιο! Η Παναγία Μητέρα του Κυρίου ως «πλατυτέρα τῶν Οὐρανῶν» δακτυλοδεικτεί με τον πιο σαφή τρόπο το υπερφυές αυτό όριο!   

Ο όσιος Ισίδωρος μας άφησε περί τις δέκα χιλιάδες (δύο κατά πιο ακριβή έρευνα) επιστολές. Όπως κι αν έχει το πράγμα όμως, σημασία έχει το γεγονός ότι υπήρξε «ο πολυγραφότερος επιστολογράφος της αρχαίας Εκκλησίας» (Σ. Παπαδόπουλος).  Κι αυτό σημαίνει ότι μπορεί και καθοδηγεί και νουθετεί και πλουτίζει, πέραν εκείνων της εποχής του, και τους πιστούς όλων των εποχών. Οι επιστολές του είναι πράγματι ένας θησαυρός, που πολύ συχνά μάλιστα παραπέμπουν στον ατίμητο θησαυρό των κειμένων του αγίου Χρυσοστόμου, τον οποίο αγαπούσε υπερβαλλόντως και τον οποίο, γι’ αυτόν τον λόγο,  αξιοποίησε και στα δικά του γραπτά σε μεγάλο βαθμό. «Ὡς κάλαμος τοῦ ἁγίου Πνεύματος» ο άγιος Ισίδωρος έτσι, αποτελεί μία διαρκή πρόκληση και πρόσκληση για όλους εμάς, να έλθουμε μέσω των κειμένων του σε επαφή με το ίδιο το άγιο Πνεύμα, τη ζωντανή παρουσία του Θεού.

Γ. Μερικά μικρά κεφάλαιά του (η μορφή που αγαπούσε να γράφει) δείχνουν ανάγλυφα το «πολύτιμο κληροδότημά» του.

- «Τίποτε δεν είναι σπουδαιότερο για τον Θεό από την αγάπη. Λόγω της αγάπης αυτής έγινε άνθρωπος και υπήκοος μέχρι θανάτου. Γι’ αυτό άλλωστε και τους πρώτους που κάλεσε από τους μαθητές Του ήταν δύο αδέλφια: για να δείξει ευθύς εξαρχής ο πάνσοφος Σωτήρας ότι θέλει όλοι οι μαθητές Του να συνδέονται αδελφικά μεταξύ τους».

- «Αν και κρύβεις το έλλειμμα και την αδυναμία σου, όμως αυτό που φαίνεται είναι η υπερηφάνεια σου, καθώς αγωνίζεσαι υπερβολικά και για τη γενιά σου και για τη δύναμή σου και για την αξία σου. Ή λοιπόν απόκτησε ίδιο φρόνημα μ’ αυτό που είσαι πραγματικά, ή θα γίνεις περίγελως όλων».

- «Είναι βραχύβια όχι μόνο η νεότητα, αλλά και ολόκληρη η ζωή σου. Γιατί λοιπόν αμαρτάνεις αδιάκοπα, κατασκευάζοντας για τον εαυτό σου  μέσα σε λίγες ώρες την αιώνια κόλαση; Αφού μάθεις λοιπόν καλά ότι δεν πρέπει να εμπιστεύεσαι τα πράγματα της εδώ ζωής που στρέφονται και αλλάζουν διαρκώς, σπούδαζε να γίνεσαι γνωστός για τα ενάρετα έργα σου, τα οποία και εδώ (στον κόσμο αυτόν) επαινούνται, αλλά και οι μελλοντικοί τους μισθοί δεν χάνονται».

03 Φεβρουαρίου 2022

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΘΕΟΔΟΧΟΣ ΚΑΙ Η ΑΓΙΑ ΑΝΝΑ Η ΠΡΟΦΗΤΙΣ

«Ο άγιος Συμεών που η ζωή του παρατάθηκε στον παρόντα βίο, λόγω του χρησμού που είχε δεχθεί από το Άγιο Πνεύμα ότι δεν θα πεθάνει πριν δει τον Χριστό, υποδέχτηκε στην αγκαλιά του Αυτόν, και αφού του αποκαλύφθηκαν από το Πνεύμα το Άγιο όλα όσα θα γίνουν γι’ Αυτόν και τα προφήτεψε, σύμφωνα με τον χρησμό που του δόθηκε δέχτηκε το τέλος της ζωής. Η δε προφήτις Άννα ήταν θυγατέρα του Φανουήλ, ο οποίος καταγόταν από τη φυλή Ασήρ. Έζησε με τον άνδρα της επί επτά χρόνια, κι αφού τον έχασε λόγω θανάτου του, ζούσε διαρκώς στον Ναό με νηστεία και προσευχή, περνώντας εκεί όλη τη ζωή της. Γι’ αυτό, επειδή αυτός ήταν ο τρόπος της ζωής της αδιάκοπα, αξιώθηκε και αυτή να δει τον Κύριο να προσφέρεται ως άνθρωπος στον Ναό, σαράντα ημερών, από την Παναγία Μητέρα Του και τον δίκαιο Ιωσήφ. Δοξολογούσε δε τον Θεό και τον κήρυσσε με δύναμη σε όλους όσους βρίσκονταν στον Ναό, λέγοντας: Αυτό το βρέφος είναι ο Κύριος που στερέωσε τον ουρανό και τη γη. Αυτός είναι ο Χριστός, τον Οποίον προφήτεψαν όλοι οι προφήτες. Αυτών των αγίων λοιπόν, του Συμεών και της Άννας, επιτελούμε σήμερα τη μνήμη και κηρύσσουμε τη φρικτή και άρρητη προς εμάς συγκατάβαση του Θεού». 

 Όπως συμβαίνει σε αντίστοιχες περιπτώσεις: η επομένη μίας μεγάλης Δεσποτικής εορτής να είναι αφιερωμένη στα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν σ’ αυτήν, η σημερινή εορτή, συνέχεια της Υπαπαντής του Κυρίου, είναι αφιερωμένη στο κατεξοχήν πρόσωπο που πρωταγωνίστησε, τον δίκαιο Συμεών τον θεοδόχο, κατ’ επέκταση δε και στην Άννα την προφήτιδα. Κι ενώ η ίδια η ημέρα της Υπαπαντής κινήθηκε μέσα σε ατμόσφαιρα θάμβους και μυστηρίου, διότι ο παντοδύναμος και παντοκράτωρ Κύριος προσφέρθηκε ως βρέφος στον Ναό, κρατούμενος από τις γηραλέες χείρες του Συμεών, η σημερινή, ως προέκτασή της, χωρίς να αφίσταται του μυστηρίου αυτού επικεντρώνει και στις προϋποθέσεις του πρεσβύτη Συμεών, προκειμένου αυτός να γίνει μέτοχος της δωρεάς του Θεού, της χάρης Του δηλαδή να κρατηθεί στα δικά του χέρια. Διότι η όποια δωρεά του Θεού στον άνθρωπο δεν είναι χωρίς προϋποθέσεις. Αν ο άνθρωπος δεν είναι έτοιμος να δεχτεί τον Θεό, ο Θεός δεν προσφέρεται σ’ αυτόν. Όχι γιατί δεν θέλει ο Θεός – η χαρά του Θεού είναι να είναι πάντοτε με τον άνθρωπο – αλλά γιατί δεν θα ήταν τούτο συμφέρον στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος σε κατάσταση μη συντονισμού του με τον Θεό – αυτό σημαίνει προϋποθέσεις του ανθρώπου – «καίγεται» από την θέα του Θεού. «Ου μη ίδη άνθρωπος το πρόσωπον του Θεού και ζήσεται».

 Ο γέρων Συμεών λοιπόν πριν δει τον Χριστό και τον αγκαλιάσει, ήδη είχε καταστήσει τον εαυτό του άξιο για κάτι τέτοιο. Η υμνολογία της Εκκλησίας μας, ακολουθώντας ακριβώς την ευαγγελική διήγηση, που τονίζει τη δικαιοσύνη του Συμεών και την πνευματοφορία του («Πνεύμα άγιον ην επ’ αυτώ»), επανειλημμένως αναφέρεται στον αγιασμένο τρόπο ζωής του, καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής. Εντελώς δειγματοληπτικά: «Έφτασες με τις ιερές πράξεις της ζωής σου σε πνευματικό ύψος, θεηγόρε, κι έγινες σαν φωτεινός στύλος, γιατί στηριζόσουν σαφώς στο Πανάγιο Πνεύμα»∙ «Μακάριε Συμεών, σαν άγγελος λειτούργησες στον παντοκράτορα Θεό, με την καθαρότητα του νου σου»∙ «Έκανες τον εαυτό σου πανάγιο ναό του Θεού, με τις ένθεες πράξεις σου, θεηγόρε. Γι’ αυτό και είδες τον Θεό με ανθρώπινη σάρκα ως βρέφος μέσα στον άγιο Ναό». Κάθαρση του νου, πρακτική ζωή σύμφωνα με τις εντολές του Θεού: να οι προϋποθέσεις που μας δείχνει ο άγιος Συμεών, για να μπορεί κανείς να γίνει θεόπτης, να έχει εν αγκάλαις και μέσα του τον ίδιο τον Θεό.

Το πνευματικό αυτό ύψος του αγίου Συμεών, η σύμφωνη με τον Θεό ζωή του και η καθαρότητα της ψυχής του που τον κατέστησαν ναό του Θεού και θεόπτη, κάνει τον άγιο Ιωσήφ τον υμνογράφο να βγάλει το λογικό συμπέρασμα ότι με τις προϋποθέσεις αυτές μπορεί μεν ο Συμεών να είναι γέρων στην ηλικία, είναι όμως νέος στο πνεύμα - αυτό προκαλεί στο πνεύμα του ανθρώπου η παρουσία της χάρης του Θεού: να το κρατά πάντοτε σε νεανική σφριγηλότητα. Όταν δηλαδή ο άνθρωπος ζει την παρουσία του Θεού, τότε δεν μαραζώνει από το δηλητήριο της αμαρτίας. Η αμαρτία είναι αυτή που γερνά τον άνθρωπο, γιατί τον πληγώνει και τον τραυματίζει, οδηγώντας τον σιγά σιγά στον πνευματικό θάνατο. Κι αυτό σημαίνει ότι, κατά την πίστη μας, η νεότητα είναι πρωτίστως θέμα «καρδιάς», θέμα του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου, κι όχι θέμα απλώς ηλικιακό. Πόσες φορές δεν βλέπουμε και σήμερα νέα παιδιά να είναι με μαραμένη και γερασμένη «καρδιά», διότι έχουν εκδοθεί στις διάφορες αμαρτίες αμετανόητα, και γέρους ανθρώπους να σφύζουν από χαρά και διάθεση, γιατί ακριβώς αγωνίζονται να μένουν εν Θεώ. Κι είναι κάτι που το επεσήμαινε  με πίκρα και στενοχώρια και ο όσιος της εποχής μας Παΐσιος ο αγιορείτης, μιλώντας ακριβώς για τέτοια νέα παιδιά: «Καινούργιες μηχανές, με παγωμένα λάδια»!  Ο υμνογράφος λοιπόν αναφερόμενος στην παραπάνω πραγματικότητα μας λέει: «Με νεανική ακμή στο πνεύμα, αλλά προχωρημένης ηλικίας στο σώμα, Συμεών». Κι αλλού: «Γέρασες πολύ, Συμεών, αλλά ήσουν νέος με την πίστη σου, θέλοντας να δεις σαν μικρό βρέφος τον παντέλειο Θεό, ο Οποίος κάνει καινούργιο τον κόσμο που γέρασε από την επίθεση του παλαιού εχθρού διαβόλου».

Μία τέτοια θέαση των πραγμάτων μας οδηγεί και στη σκέψη, μήπως θα έπρεπε η σημερινή εορτή να προταθεί, αν δεν έχει γίνει ήδη, ως εορτή της τρίτης ή και της τέταρτης, όπως πια λένε, ηλικίας. Με σκοπό να προβληθεί η αξία και η προσφορά της, πέρα από την διαπιστούμενη απλώς κάμψη των σωματικών δυνάμεων. Και το λέμε αυτό, διότι συνήθως από πολλούς η γεροντική ηλικία θεωρείται αν όχι «αρρώστια» από μόνη της – και έτσι τη χαρακτηρίζουν ορισμένοι – πάντως μία ηλικία εν πολλοίς άχρηστη, που και βλεπομένη προκαλεί βάρος. Με τη συνάντηση του γέροντα Συμεών και του Ιησού Χριστού όμως, όπως και με την παρουσία της αγίας Άννας, τα πράγματα τοποθετούνται εντελώς διαφορετικά. Τα γεροντικά χέρια γίνονται θρόνος του Θεού, το στόμα γίνεται προφητικό κήρυγμα, ο ίδιος ο Συμεών  γίνεται ο προάγγελος του Κυρίου και σ’ αυτόν τον Άδη. Το ίδιο και η γερόντισσα Άννα. Ποιος δεν θα ζήλευε τους γέροντες αυτές; Ποιος δεν θα ήθελε να είναι στη θέση τους; Κι ας σκεφτεί κανείς έπειτα πόσοι άγιοι γέροντες, άνδρες και γυναίκες, δεν ήταν το στήριγμα της Εκκλησίας και του κόσμου, όσο ζούσαν; Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει τη δύναμη αγιότητας του αγίου Αντωνίου, που έφυγε από τη ζωή αυτή σε ηλικία 105 ετών; Ποιος μπορεί να καταφρονήσει την αγιότητα του οσίου Παύλου του Θηβαίου, που μέχρι τα 113 έτη του ήταν αστέρας της Εκκλησίας; Αλλά και μετέπειτα: ο γέρων Πορφύριος, ο γέρων Σωφρόνιος, ο γέρων Παϊσιος, ο γέρων Ιάκωβος; Γέροντες, προχωρημένης ηλικίας, κι όμως τόσο νέοι, τόσο ακμαίοι στην ψυχή, που θα τους ζήλευε και ο πιο νέος άνθρωπος.

Κι εν προκειμένω, ο άγιος Ιωσήφ, ακριβώς προς επιβεβαίωση του νεανικού φρονήματος του δικαίου Συμεών, μας λέει κάτι που αποτελεί καταδίκη της μιζέριας άλλων γερόντων, που πάσχουν όμως και από γεροντική «καρδιά», από μαρασμό δηλαδή γιατί δεν βλέπουν συνέχεια σ’ αυτήν τη ζωή, από διαρκή ανακύκλωση των αρρωστιών και των πόνων τους, από τη βαθιά επιθυμία τους να «παγιδεύουν» τους άλλους παίζοντας το παιχνίδι του θύματος. Τι λέει ο υμνογράφος; Ο γέρων Συμεών, λέει, έδινε παρηγοριά, προσανατόλιζε τους άλλους στην υπέρβαση της θλίψης τους, τους μιλούσε για τη χαρά που έφερε ο Χριστός, έβλεπε και το δικό του τέλος ως χαρά. Ένα άνοιγμα στο μέλλον, παρήγορο και λυτρωτικό, ήταν ο λόγος του αγίου Γέροντα, κι αυτό έδειχνε το υπέρ και τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης νεάζον φρόνημά του. «Έφτασε στον κόσμο η χαρά των θλιβομένων, αληθινά φάνηκε σαν νήπιο στον Ναό Του η απολύτρωση του Ισραήλ, που με αφήνει να φύγω και να πάω προς τη μέλλουσα ζωή, φώναζε με χαρά ο Συμεών».

02 Φεβρουαρίου 2022

ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ!

Πρώτη αχτίδα στην ψυχή του ήλιου της αγάπης,

Μάνα, είναι το βλέμμα σου στο νιόφερτο βλαστάρι.

Αυτό που αντιφέγγισαν τ᾽ αθώα τα ματάκια

στο πρώτο ξύπνημα ζωής, χωρίς μυαλό και κρίση,

ήταν η θεία σου μορφή κι η στοργική ματιά σου.

Αυτή η ματιά θεμέλιωσε του νεογνού τα σπλάχνα,

γιατί σ᾽ αυτά απόθεσες, Μάνα, τη θαλπωρή σου.

 

Γι᾽ αυτό όταν χανόμαστε στην παγωνιά του κόσμου,

βγαίν᾽ η κραυγή η αρχέγονη που προσκαλεί τη Μάνα.

Είν᾽ η στιγμή που η ψυχή ψάχνει το πρώτο βλέμμα,

εκείνο που ᾽ναι θέμελο και την ψυχή ζεσταίνει,

"απ´ όλα το γλυκύτερο, της Μάνας μας το βλέμμα"

´Οσο η πρώτη η ματιά είναι της άγιας Μάνας,

ο κόσμος θα ᾽ναι ζωντανός και θα ᾽χει πάντα ελπίδα!