16 Απριλίου 2021

ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΚΑΘΙΣΤΟ ΥΜΝΟ

«Ρόδον τό ἀμάραντον, χαῖρε ἡ μόνη βλαστήσασα· τό μῆλον τό εὔοσμον, χαῖρε ἡ τέξασα· τό ὀσφράδιον τοῦ μόνου Βασιλέως· χαῖρε Ἀπειρόγαμε, Κόσμου διάσωσμα» (ὠδή α΄, ἦχος δ΄).

(Χαῖρε (Παναγία), πού εἶσαι ἡ μόνη πού βλάστησε τό ἀμαράντινο ρόδο· χαῖρε Σύ πού γέννησες τό εὐωδιαστό μῆλο· εἶσαι τό ἄρωμα τοῦ μόνου Βασιλιᾶ· χαῖρε Σύ πού εἶσαι ἡ Παρθένος Κόρη καί ἡ σωτηρία τοῦ Κόσμου).

1. Ρόδο τό ἀμάραντο συνηθίζουμε νά χαρακτηρίζουμε τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Κατά τόν ἅγιο ὑμνογράφο ὅμως, τόν ἅγιο Ἰωσήφ, ὁ Κύριος εἶναι πρῶτα ἀπό ὅλα τό ρόδο αὐτό – Αὐτόν ὡς ρόδο βλάστησε ἡ Παναγία Μητέρα Του. Ἀκριβῶς ὅμως γι’ αὐτό, παρόμοιο ρόδο εἶναι κι αὐτή πού ὑπῆρξε ἡ κατ’ ἄνθρωπον γεννήτριά Του. Μέ τό ἴδιο σκεπτικό ἡ Παναγία εἶναι καί τό εὐωδιαστό τῆς ἀνθρωπότητας μῆλο. Γιά νά δηλώσει ἔτσι ὁ ποιητής ἀφενός τήν ταυτότητα σχέσεως Χριστοῦ καί Παναγίας – Χριστός καί Παναγία συνορῶνται πάντοτε – καί ἀφετέρου ὅτι ἀκριβῶς γιά τόν λόγο αὐτόν ἡ Παναγία ἀποτελεῖ τήν εὐωδιά τοῦ Χριστοῦ, «τό ὀφράδιον τοῦ μόνου Βασιλέως»: πλησιάζοντας τήν Παναγία, προσερχόμενοι ἐν προσευχῇ καί ταπεινώσει πρός Αὐτήν, τόν Χριστό «μυρίζουμε».

2. Κι αὐτή ἡ ὀσμή εἶναι τό ἄρωμα τοῦ μύρου τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ὁ Χριστός δέν ἦταν Αὐτός πού χρίστηκε ἐξαρχῆς τῆς δημόσιας δράσης Του ἀπό τό «ἐν εἴδει περιστερᾶς» ἅγιον Πνεῦμα τήν ὥρα τῆς βάπτισής Του στόν Ἰορδάνη ποταμό; Συνεπῶς τό πνευματικό αὐτό μύρο σκορποῦσε μέ κάθε κίνησή Του καί κάθε λόγο Του, τό πνευματικό αὐτό μύρο σκορπᾶ καί προσφέρει καί ἡ Παναγία μας.  Καί τοῦτο ἐπιβεβαιώνεται κατά πρωθύστερο τρόπο καί ἀπό τό γεγονός τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὅταν «Πνεῦμα Ἅγιον ἐπέρχεται ἐπ’ Αὐτήν», γιά νά σαρκώσει στήν παναγία μήτρα Της τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ ὡς ἄνθρωπο.

3. Τό ἴδιο κατ’ ἐπέκταση μυρίζουν καί οἱ ἄνθρωποι. Μέ μία διπλή ὅμως ἐνέργεια: οἱ πιστοί καί βαπτισμένοι ἐν Χριστῶ, οἱ μυρωμένοι δικοί Του, μυρίζουν πράγματι Ἅγιον Πνεῦμα - πλησιάζεις ἕναν ἅγιο καί «ὀσφραίνεσαι» τή χάρη τοῦ Θεοῦ· σέ ἀνεβάζει στό ἐπίπεδο τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἄπιστοι καί ἀβάπτιστοι ὅμως – καί μέσα σ’ αὐτούς δυστυχῶς καί οἱ βαπτισμένοι πού ἔχουν ἀποπτύσει τό βάπτισμά τους λόγω τῆς ἀπιστίας τους – «μυρίζουν» ἀλλά μέ τή μυρωδιά τῆς ἁμαρτίας, τή βρωμιά τῶν παθῶν. Εἶναι μία πραγματικότητα πού ἐπανειλημμένως ἀναφέρεται στή ζωή τῶν ἁγίων. Ὅταν συναντοῦσαν οἱ ἅγιοι ἀνθρώπους ἀγωνιστές στήν ἀρετή καί στήν πίστη, τούς ὀσφραίνονταν ὡς πνευματικό μύρο, ὅπως καί ἀντιστρόφως, ὅταν ἔρχονταν σέ συνάφεια μέ ἀνθρώπους ἀπίστους, πονηρούς καί ἀμετανοήτους, ὀσφραίνονταν τή «βρωμιά» τους, ἡ ὁποία ἀποτύπωνε τή βρωμερή «μπόχα» τοῦ Πονηροῦ διαβόλου.

Νά θυμηθοῦμε μεταξύ πλήθους ἄλλων παραδειγμάτων αὐτό πού εἶχε πεῖ κάποτε ὁ ὅσιος Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης: «Ἦλθε, παιδιά μου, κάποιος πού εἶχε μπλέξει μέ ἀνατολικές θρησκεῖες, ἐνῶ ἦταν βαπτισμένος χριστιανός. Καί βρώμαγε μέ μία βρῶμα πού δέν μποροῦσα νά ἀντέξω. Εἶπα σ’ ἕναν ὑποτακτικό μου νά τόν κεράσει καί νά τόν στείλει στήν εὐχή τοῦ Θεοῦ». Ἐδῶ δέν στηρίζεται καί τό γεγονός τῆς μυροβολίας καί τῆς εὐωδίας τῶν λειψάνων τῶν διαφόρων ἁγίων μας; Αὐτό πού ζοῦσαν ὅσο βρίσκονταν στή ζωή αὐτή: τή θερμή ἐν ἀγάπῃ παρουσία τοῦ Θεοῦ, αὐτό ματαβιβάστηκε καί στά ἅγια λείψανά τους.

Ἡ Παναγία μας ἀποτελεῖ τή μόνιμη καί ἀδιάκοπη εὐωδία τοῦ Κυρίου. Μέσα στήν ἀμορφία τῆς σημερινῆς ἐποχῆς, ὅπου ὄζει κυριολεκτικά ἀπό τά πολλά καί ποικίλα πάθη μας, ἄς τήν πλησιάζουμε καί ἄς τήν ἐπικαλούμαστε. Θά «εἰσπράττουμε» τήν ἐξαίσια ὀσμή Της, ὀσμή τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ μας, πού σημαίνει ὅτι κατά κάποιον τρόπο θά ἀρχίζουμε νά εὐωδιάζουμε κι ἐμεῖς. Γιατί δέν γίνεται νά μπεῖς σ’ ἕνα ἀρωματοπωλεῖο καί βγαίνοντας νά μή φέρεις, ἔστω καί γιά λίγο, τήν ἀτμόσφαιρα τῆς εὐωδίας.